991/2024 — 991/2024 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)
KI-strukturiertΑπόφαση 991 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 991/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη ...
Leitsatz / Regeste
KI-strukturiertVolltext des Entscheids — 991/2024
Απόφαση 991 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 991/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Mαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης κατασκευαστικής, τεχνικής και εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΙΚΑΛΙΝΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΙΚΑΤ ΑΕΚΤΕ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Φ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2017 (με αριθμό κατάθεσης 24/25-10-2017) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 229/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-5-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, η από 8-5-2023 και με αριθμ. καταθ. 28/8-5-2023, αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, με αριθ. 229/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α' και γ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Δράμας, Σ. Π., την οποία επικαλείται με τις προτάσεις της και προσκομίζει η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω, από 8-5-2023 και με αριθ. καταθ. 28/8-5-2023 αίτησης αναίρεσης, που περιέχει την από 6-9-2023 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ορισμού δικασίμου επ'αυτής, στις 28-11-2023 και κλήση για να παραστεί στην δικάσιμο εκείνη, επιδόθηκε με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, στη δηλωθείσα από την τελευταία, στο δικόγραφο της έφεσής της, κατοικία της. Κατά την δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την προκείμενη δικάσιμο, χωρίς η αναιρεσίβλητη να παραστεί, ούτε να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε να κατατεθεί για την εκπροσώπησή της δήλωση, εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από το αντίγραφο του, τηρούμενου από τη Γραμματέα του Τμήματος αυτού του Αρείου Πάγου, πινακίου της άνω δικασίμου, με επιμέλεια δε της ιδίας Γραμματέα, μετά το πέρας της συνεδρίασης μεταφέρθηκε η υπόθεση στη σειρά των προς συζήτηση υποθέσεων στην προκείμενη δικάσιμο. Κλήση της αναιρεσίβλητης για να εμφανιστεί κατά τη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείτο, καθόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευσή της (αρθ.226 παρ.4 εδ. 3 και 4 σε συνδ. με άρθρο 575 εδ.β' του ΚπολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο δεύτερο άρθρο 1 του ν.4335/2015). Κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης στην προκείμενη δικάσιμο η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε κατατέθηκε για την εκπροσώπησή της δήλωση εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, και παρά την απουσία της, επειδή κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα ανωτέρω, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Με την προσβαλλόμενη, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με αριθ. 229/11-8-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών την με αριθμ.καταθ.23/27-7-2020 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας και την με αριθμ. καταθ.24/29-7-2021, έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τυπικά τις άνω αντίθετες εφέσεις, απέρριψε κατ'ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ'ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης, και εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ίδια ειδική διαδικασία, οριστική απόφαση με αριθμ. 93/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 25-9-2017 και με αριθ. καταθ. 24/25-10-2017 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Ακολούθως, το Εφετείο, δικάζοντας επί της άνω αγωγής, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως βάσιμη κατ'ουσία για μεγαλύτερο από το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό, υποχρεώνοντας την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με βάση την ένδικη, από 3-1-2015 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως αυτή τροποποιήθηκε προφορικά, το ποσό των 37.502,27 ευρώ, ως δεδουλευμένες αποδοχές (περιλαμβανομένων επιδομάτων εορτών και αδείας), του χρονικού διαστήματος από 1-1-2016 έως 8-8-2016 και ως αποδοχές υπερημερίας, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, του χρονικού διαστήματος από 9-8-2016 έως 30-9-2017, λόγω νομίμως ασκηθέντος, στις 8-8-2016, δικαιώματος επίσχεσης εργασίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (11-8-2021) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (8-5-2023), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002 ΑΠ 9/2023, ΑΠ 194/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1770/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 249/2020). Τέλος, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 248/2021, ΑΠ 188/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την ουσιαστική έρευνα της ένδικης αγωγής της αντιδίκου του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της βασιμότητας του αγωγικού ισχυρισμού της για το ύψος των συμβατικών μηνιαίων μικτών αποδοχών της ποσού 1.628 ευρώ, το επίδικο διάστημα από την 1-1-2016 και εντεύθεν, δυνάμει της νεότερης, της ένδικης σύμβασης εργασίας, από 1-7-2015, προφορικής συμφωνίας τους, δεν έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα, τα παρακάτω έγγραφα που προσκόμισε η ίδια ως εναγόμενη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη, με νόμιμη επίκληση, προς ανταπόδειξη του άνω αγωγικού ισχυρισμού, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: 1) τη μισθολογική κατάσταση της αναιρεσίβλητης από τον Ιανουάριο του 2015 έως και τον Αύγουστο 2016, που εξήχθη από τα ηλεκτρονικά τηρούμενο μηχανογραφικό σύστημα του λογιστηρίου της και 2) την από 9-1-2015 έγγραφη αναγγελία των όρων της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που φέρει ιδιόχειρη υπογραφή της αναιρεσίβλητης, από τα οποία προκύπτει ότι με την ένδικη σύμβαση εργασίας η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε ως γεωλόγος με συμφωνημένες μηνιαίες μικτές αποδοχές ποσού 1.130,24 ευρώ, και μάλιστα στην άνω έγγραφη αναγγελία των όρων της ένδικης σύμβασης, που φέρει την υπογραφή της αντιδίκου του, γίνεται ρητή μνεία ότι "...κάθε μεταβολή των παραπάνω-όρων της- θα γίνεται εγγράφως", εάν δε το Εφετείο είχε λάβει υπόψη του τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα θα κατέληγε στην ουσιαστική κρίση ότι οι συμβατικές μηνιαίες μικτές αποδοχές της αντιδίκου του από την 1-1-2016 ανέρχονταν στο μικρότερο ποσό των 1.130, 24 ευρώ και θα επιδίκαζε εις βάρος της χαμηλότερα χρηματικά ποσά. Αναφορικά με τα ιστορούμενα στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης έγγραφα, τόσο από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (αρθ.561 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρεται (5ο φύλλο πίσω σελίδα) ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα το Εφετείο έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς κανένα να παραληφθεί για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, την ανάλυση και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμά του, αλλά και από το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού της, όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται ειδική αναφορά στην αρχική πρόσληψη της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης από την εναγομένη-αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία στις 3-1-2015 ως γεωλόγου με συμφωνημένο μηνιαίο μισθό 1.130,24 ευρώ (που αποτελούν κατά τα ιστορούμενα στον ερευνώμενο λόγο τους αναγγελθέντες εγγράφως όρους της ένδικης, αρχικής, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας), δεν καταλείπεται αμφιβολία και καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του ως αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα, εξάγοντας το αποδεικτικό του πόρισμα ότι, από τον συνδυασμό αυτών προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκη βεβαίωση και έγγραφα) αποδεικνυόταν η βασιμότητα της επικαλούμενης με την ένδικη αγωγή από 1-7-2015 νεότερης, της αρχικής σύμβασης εργασίας, προφορικής συμφωνίας των διαδίκων, για ανάθεση στην αναιρεσίβλητη και πρόσθετων καθηκόντων (του βοηθού λογιστή) με συνολικό μικτό μηνιαίο μισθό 1.628 ευρώ από την 1-1-2016 και εντεύθεν και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, λαμβάνοντας ως βάση τις άνω μικτές αποδοχές της, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή της ως ουσιαστικά βάσιμη. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά , και από ποια προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς, εκ του γεγονότος της μη ρητής αναφοράς ορισμένων εξ αυτών, να συνάγεται ότι δεν προσέδωσε σ'αυτά τη δέουσα αποδεικτική δύναμη. Ούτε είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την κρίση του για την αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία, την οποία προσέδωσε σε ένα έκαστο των προαναφερόμενων ισοδυνάμων αποδεικτικών μέσων, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα και κυριαρχικά (αρθ.340 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η αναφερόμενη στον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης από 9-1-2015 έγγραφη συμφωνία των μερών ότι απαιτείται η τήρηση του εγγράφου τύπου για την μεταγενέστερη αυτής τροποποίηση οποιουδήποτε όρου της αρχικής σύμβασης εργασίας (για την κατάρτιση της οποίας δεν απαιτείτο εκ του νόμου έγγραφος τύπος) δεν κωλύει την τροποποίηση αυτής μεταγενέστερα προφορικά κατ'εφαρμογή των άρθρων 158, 159, 164 και 361 του ΑΚ, καθότι η νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρή μπορεί να τροποποιήσει την αρχική έγγραφη σύμβαση, καταργώντας τον συμβολικό όρο περί εγγράφου τροποποίησης της αρχικής συμφωνίας (ΑΠ 639/2023, ΑΠ 1225/2021, ΑΠ 95/2020). Κατόπιν τούτων το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' του ΚΠολΔ και ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Η άποψη δε του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών μέσων, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 325, 329, 353 και 656 του ΑΚ προκύπτει ότι όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά (ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 461/2022, ΑΠ 343/2021, ΑΠ 145/2019). Στην περίπτωση δε που ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από νόμιμη δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση έχει λυθεί από τον μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, πολλώ δε μάλλον εάν ο τελευταίος με ρητή δήλωσή του γνωστοποιήσει στον εργοδότη του ότι προτίθεται να παράσχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης μετά την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών, για τις οποίες προέβη σε επίσχεση (ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 324/2017). Μάλιστα εάν ο εργοδότης αποκρούσει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης) καθίσταται πλέον υπερήμερος, έστω και εάν λόγω της τυχόν προηγουμένης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του μισθωτού, αυτός δεν είχε αρχικά περιέλθει σε υπερημερία (ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 1502/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου , που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 764/2021, ΑΠ 50/2020). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας στην αντίδικό της αποδοχές υπερημερίας από τις 9-8-2016 και εντεύθεν και ολόκληρο το επίδομα εορτής Χριστουγέννων 2016, λόγω δήλωσης της αντιδίκου του για επίσχεση της εργασίας, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 325, 329, 353 και 656 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του τις αναφερόμενες αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το χρόνο άσκησης της επίσχεσης, με απευθυντέα προς την ίδια δήλωση της αντιδίκου της, δεχόμενο αντιφατικά ότι αυτή έλαβε χώρα το μεν στις 8-8-2016, το δε στις 23-8-2016, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου άσκησής της και της εξ αυτής οφειλής αποδοχών υπερημερίας του ενδιάμεσου διαστήματος, από 9-8-2016 έως 23-8-2016, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών αδείας του έτους 2016 από 9-8-2016 έως τις 8-9-2016, ως και του συνόλου του επιδόματος εορτής Χριστουγέννων 2016 και όχι της αναλογίας τούτου, χωρίς συνυπολογισμό του διαστήματος από 8-8-2016 έως και τις 23-8-2016, και μετά ταύτα ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το κεφάλαιο αυτό. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "[....] Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] προσελήφθη την 3-1-2015 από την εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] εταιρία, η οποία έχει αντικείμενο δραστηριότητας την ανάληψη, κατασκευή, εκτέλεση και επίβλεψη ιδιωτικών και δημοσίων έργων πάσης φύσεως, με σύμβαση εξηρτημένης εργασία αορίστου χρόνου, προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες της ως γεωλόγος, στο έργο που είχε αναλάβει η εναγομένη για λογαριασμό της ΔΕΗ στον Υδροηλεκτρικό Σταθμό Θησαυρού στο Παρανέστι Δράμας με την επωνυμία "Υδροηλεκτρικός Σταθμός Αποκατάσταση Ευστάθειας Δεξιού Αντερείσματος Λεκάνης Αποτόνωσης", υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας από Δευτέρα ως Παρασκευή επί οκταώρου και δη από 7.30 π.μ. μέχρι 15.30 μ.μ. Ο μισθός της ενάγουσας συμφωνήθηκε αρχικά στο ποσό των 1.130,24 ευρώ μικτά, με νέα δε συμφωνία που καταρτίστηκε το Φεβρουάριο του έτους 2015 ο μηνιαίος μισθός της ανήλθε στο ποσό των 1.000 ευρώ καθαρά. Την 1-7-2015, λόγω αναγκών της επιχείρησης ανατέθηκαν στην ενάγουσα επιπρόσθετα καθήκοντα βοηθού λογιστού, και δη να τηρεί το οικονομικό αρχείο της επιχείρησης και να πραγματοποιεί πληρωμές σε συνεννόηση με το κεντρικό λογιστήριο της εταιρείας, τα οποία (πρόσθετα καθήκοντα) συμφωνήθηκε ότι θα εκτελούσε επί διώρου τουλάχιστον ημερησίως, εντός του νομίμου ωραρίου της, έναντι μηνιαίου μισθού μέχρι τέλος του έτους 2015, 1604 ευρώ μικτά και 1.200 ευρώ καθαρά και από 1-1-2016 και εφεξής 1.628 ευρώ μικτά. Τα παραπάνω πρόσθετα καθήκοντα ως βοηθού λογιστή πράγματι εκτέλεση έκτοτε η ενάγουσα [....]. Ενώ όμως η ενάγουσα παρείχε κανονικά την εργασία της, η εναγομένη καθυστερούσε αδικαιολόγητα την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της, οπότε τον Αύγουστο του έτους 2016 κατέληξε να της οφείλει τις αποδοχές των μηνών από 1-1-2016 μέχρι 31-7-2016. Για το λόγο αυτό την 4-8-2016 η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας Δράμας, όπου κατήγγειλε την εν λόγω καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών. Ακριβώς την επομένη της καταγγελίας ημέρα, η εναγομένη της απέστειλε την από 5-8-2016 δια ηλεκτρονικής επιστολής, εξώδικη δήλωση με την οποία ισχυρίστηκε αναληθώς, καθότι μέχρι τότε η ενάγουσα προσέφερε ανελλιπώς τις υπηρεσίες της, ότι δήθεν η τελευταία από 29-7-2016 και εφεξής απείχε αδικαιολόγητα από την εργασία της. Μετά ταύτα η ενάγουσα προέβη σε άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας της και συγκεκριμένα με την από'8-8-2016 εξώδικη δήλωση πρόσκλησή της, άσκησε επίσχεση εργασίας, την οποία κοινοποίησε την 8-8-2016 στην εναγομένη (.... αριθμ. ...-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Δράμας Σ. Α.), λόγω μη προσήκουσας εκπλήρωσης εκ μέρους της εργοδότριας-εναγομένης των υποχρεώσεών της που απορρέουν από την παραπάνω σύμβαση εργασίας και συγκεκριμένα λόγω μη καταβολής των ήδη ληξιπρόθεσμων δεδουλευμένων αποδοχών της του χρονικού διαστήματος από 1-1-2016 μέχρι 31-7-2016, επιδόματος αδείας και αποδοχών αδείας 2016, καθώς και υπόλοιπο αποδοχών αδείας 2015. Η εναγομένη ισχυρίστηκε πρωτοδίκως, ισχυρισμό που επαναφέρει με τον πρώτο λόγο έφεσεώς της, ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της επίσχεσης εργασίας της ενάγουσας, αφού η κοινοποίηση της επίσχεσης εργασίας της ενάγουσας, αφού η κοινοποίηση της επίσχεσης εργασίας έγινε με θυροκόλληση στο εργοτάξιο της εναγομένης στο Παρανέστι Δράμας και ουδείς αρμόδιος υπάλληλος αυτής της γνωστοποίησε την εν λόγω επίδοση, ενώ έπρεπε να γίνει στην έδρα της εταιρίας στην Παλλήνη Αττικής. Σχετικά αποδείχθηκε αφενός ότι το έργο της ΔΕΗ, το οποίο είχε αναλάβει η εναγομένη εταιρία, εκτελούνταν στο Παρανέστι Δράμας, όπου ήταν και ο τόπος παροχής εργασίας της ενάγουσας, ήτοι στο εργοτάξιο του έργου, αφετέρου από το ίδιο το σώμα της προσκομιζόμενης έκθεσης επίδοσης της εξώδικης δήλωσης περί επίσχεσης εργασίας της ενάγουσας, προκύπτει ότι κατά το χρόνο επίδοσης της εξωδίκου, η δικαστική επιμελήτρια προέβη σε θυροκόλληση αυτής, μετά την άρνηση του επιβλέποντος μηχανικού του έργου Α. Τ., που παρευρισκόταν στο χώρο, να παραλάβει την εξώδικο και να υπογράψει περί της σχετικής παραλαβής. Επομένως αποδεικνύεται ότι ο επιβλέπων μηχανικός του έργου έλαβε γνώση της επίσης της εξωδίκου περί επίσχεσης εργασίας της ενάγουσας. Σε κάθε περίπτωση την 23-8-2016 πραγματοποιήθηκε συνάντηση των διαδίκων μερών, που έλαβε χώρα στην Επιθεώρηση Εργασίας στη Δράμα, μετά την καταγγελία της ενάγουσας περί μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών της στην ως άνω αρμόδια υπηρεσία, κατά την οποία μάλιστα η εναγομένη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω υπάλληλό της, επιβλέποντα μηχανικό του ένδικου έργου Α. Τ., οπότε η τελευταία σαφώς και έλαβε γνώση της κοινοποιηθείσας επίσχεσης εργασίας της ενάγουσας. Επομένως, η επίσχεση εργασίας της ενάγουσας κοινοποιήθηκε νόμιμα στην εναγομένη την 8-8-2016, η οποία έλαβε άμεσα γνώση αυτής, απορριπτομένου τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της έφεσεώς της, ως αβάσιμου. [.....]. Εξάλλου, μετά την από 8-8-2016 άσκηση νομοτύπως, κατά τα ως άνω αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, της επίσχεσης εργασίας της ενάγουσας, η εναγομένη υποχρεούται στην καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 9-8-2016 μέχρι 30-9-2017, αποδοχών αδείας 20 ημερών για το έτος 2016, δώρου Πάσχα 2017 και επιπλέον, μετά εν μέρει καταβολές, υπόλοιπο δώρο Χριστουγέννων 2016 και υπόλοιπο επιδόματος αδείας 2016. Ειδικότερα η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα λόγω της υπερημερίας της: Α) για το χρονικό διάστημα από 9-9-2016 έως 31-12-2016: α) για μισθούς υπερημερίας το ποσό των [.....] 6.121,28 ευρώ μικτά β) για υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων 2016 (1.628-482,73 ευρώ που καταβλήθηκε την 22-12-2016) 1.1145,27 ευρώ γ) για υπόλοιπο επιδόματος αδείας 2016 (814 ευρώ-355 ευρώ που καταβλήθηκε στην 26-8-2016) και δ) αποδοχές αδείας 20 ημερών για το έτος 2016....) 1.302,40 ευρώ μικτά και συνολικά το ποσό των [....]9.027,55 ευρώ μικτά Β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 30-9-2017 α) για μισθούς υπερημερίας το ποσό των [....] 14.652 ευρώ, β) για δώρο Πάσχα 814 ευρώ γ) για επίδομα αδείας 814 ευρώ και συνολικά για το έτος 2017 το ποσό των 17.094 ευρώ. Από το παραπάνω συνολικό ποσό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 510 ευρώ, το οποίο, όπως ομολογεί η ενάγουσα, έλαβε απασχολούμενη ως εργάτρια [...] κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-2017 έως 9-8-2017 και να επιδικαστεί στην ενάγουσα για το έτος 2017 το ποσό των 16.584 ευρώ (17.094-510). Επομένως, για τις αμέσως ως άνω αιτίες η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 25.611,55 ευρώ (9.027,55+16.584).[....]." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την από 27-7-2020 έφεση της εναγομένης-αναιρείουσας και την από 29-7-2020 έφεση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, απέρριψε την πρώτη έφεση κατ'ουσία και κατά παραδοχή της δεύτερης εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμ. 93/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία, η ένδικη αγωγή, ως προς το αφορούν τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο των αποδοχών υπερημερίας του επιδίκου διαστήματος, από τις 9-8-2016 έως 30-9-2017 λόγω νομότυπης δήλωσης επίσχεσης εργασίας στις 8-8-2016, είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ'ουσία για μικρότερο ποσό (13.811 ευρώ). Ακολούθως, το Εφετείο κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής την δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ως αποδοχές υπερημερίας, άδεια, επιδόματα εορτών και αδείας του ιδίου διαστήματος, το ποσό των 25.611,55 ευρώ, νομιμοτόκως (πλέον των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών μέχρι την δηλωθείσα επίσχεση εργασίας ποσού 11.890,72 ευρώ). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 325, 329, 353 και 656 ΑΚ με αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους, όσον αφορά το χρόνο της νομότυπης δήλωσης επίσχεσης εργασίας και την εξ αυτής επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, αδείας και επιδόματα εορτών και αδείας, αλλά εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, στις εν λόγω διατάξεις. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι: α) μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε στις 3-1-2015 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη προσελήφθη και παρείχε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα στο έργο που κατασκεύαζε η τελευταία στο Παρανέστι Δράμας, αρχικά ως γεωλόγος και ακολούθως, από την 1-7-2015 και εντεύθεν, και με τα πρόσθετα καθήκοντα του βοηθού λογιστή, έναντι συμφωνημένων μηνιαίων μικτών αποδοχών, αρχικά, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ποσού 1.130,24 ευρώ και ακολούθως, μετά από προφορική τροποποίησή της την 1-7-2015, από την 1-1-2016 και εφεξής, ποσού 1.628 ευρώ β) η εναγομένη, παρότι η ενάγουσα παρείχε κανονικά την εργασία της, τον Αύγουστο του 2016 καθυστερούσε αδικαιολόγητα να της καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της του διαστήματος από 1-1-2016 έως 31-7-2016 και για το λόγο αυτό η ενάγουσα προέβη σε άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας της γ) η ενάγουσα δήλωσε στην εναγομένη την επίσχεση της εργασίας της νομοτύπως στις 8-8-2016 και συγκεκριμένα με εξώδικη δήλωσή της που κοινοποιήθηκε στον ανωτέρω τόπο παροχής της εργασίας της, παρόντος του επιβλέποντος μηχανικού και εκπροσώπου της εναγομένης Α. Τ., ο οποίος έχοντας λάβει γνώση της άνω έγγραφης δήλωσης επίσχεσης αρνήθηκε την παραλαβή της και έτσι αυτή θυροκολλήθηκε και δ) με βάση τις συμφωνημένες μικτές αποδοχές της ενάγουσας, ποσού 1.628 ευρώ μηνιαίως, το επίδικο χρονικό διάστημα, από την επομένη της επίσχεσης εργασίας και εντεύθεν, δηλαδή από 9-8-2016 έως 30-9-2017, οι οφειλόμενες στην ενάγουσα αποδοχές υπερημερίας, άδεια και επιδόματα εορτών και αδείας, αφαιρουμένων των συγκεκριμένων ποσών που της καταβλήθηκαν, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 25.611,55 ευρώ, το οποίο οφείλει να της καταβάλει η εναγομένη μετά την από 8-8-2016 νομότυπη εκ μέρους της άσκηση της επίσχεσης εργασίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προσδιορίζονται με επάρκεια και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες τα στοιχεία που συνιστούν, το προσδιοριζόμενο από τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης και καλύπτεται πλήρως με τις παραδοχές αυτές και το σαφές αποδεικτικό της πόρισμα. Ο ισχυρισμός δε της αναιρεσείουσας ότι στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης διαλαμβάνεται παραδοχή σωρευτικά δύο διαφορετικών χρόνων της ένδικης δήλωσης επίσχεσης εργασίας, το μεν στις 8-8-2016 και το δε στις 23-8-2016, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης η απευθυντέα αυτή δήλωση της ενάγουσας προς την εναγομένη έλαβε χώρα σε έναν μόνο χρόνο, στις 8-8-2016. Κατόπιν τούτων ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Η αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα με επάλληλη σκέψη, ότι στις 23-8-2018 η εναγομένη-αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε και ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας της Δράμας από τον ίδιο επιβλέποντα μηχανικό του έργου Α. Τ., συνιστά πραγματικό επιχείρημα του Εφετείου που συνέχεται με την στάθμιση των αποδείξεων και προς επιβεβαίωση, της, κατά τις παραδοχές του, γνώσης της εναγομένης της ένδικης δήλωσης επίσχεσης στις 8-8-2016, μέσω του ιδίου επιβλέποντος μηχανικού και εκπροσώπου της. Το πραγματικό αυτό επιχείρημα του δικαστηρίου δεν συνιστά παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης, διαμορφωτική του αποδεικτικού της πορίσματος της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής και επομένως αιτιολογία της ικανή να ελεγθεί αναιρετικά με τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης, από το αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για αντιφατικότητα, με συνέπεια οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας να μην ιδρύουν τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651,653 και 655 του ΑΚ η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών από τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών για τη παροχή υπερεργασίας ή τη μη παροχή αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπό), αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους του ενάγοντος παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός ή ο κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις νόμιμος μισθός του μισθωτού, ήτοι ο βασικός μισθός και τα επιδόματα που αντιστοιχούσαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του μισθωτού στην ειδικότητα αυτή, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές, η χρονική διάρκεια της εβδομαδιαίας απασχόλησης του μισθωτού με αναφορά στις ημέρες απασχόλησης αυτού, από όπου προκύπτει ο αριθμός των ωρών υπερεργασίας και ο αριθμός των ημερών αναπληρωματικής ανάπαυσης, καθώς και τα αξιούμενα για κάθε αιτία ποσά. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 338 παρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 416 και 422 εδ α του ΑΚ, από τις οποίες η πρώτη ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με την καταβολή και η δεύτερη ότι, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά τη καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί, προκύπτει ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής που επάγεται την απόσβεση της οφειλής του, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, καθόσον αυτό εξυπακούεται, αφού γι' αυτό μόνον είναι η διαφορά. Κατά συνέπεια δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή για το ορισμένο αυτής και τα ποσά που καταβλήθηκαν στον ενάγοντα μισθωτό από τον εναγόμενο εργοδότη του και μάλιστα χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο (αποδοχές, επιδόματα, προσαυξήσεις για παροχή υπερεργασιακής εργασίας κλπ), διότι οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν κατά το άρθρο 416 του ΑΚ ένσταση εξόφλησης εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη. Αν παρά ταύτα στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνεται συνολικά και το ποσό που για τις αιτίες αυτές καταβλήθηκε στον ενάγοντα, η ως άνω αναφορά ενέχει καθ' υποφοράν άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου εργοδότη περί περαιτέρω καταβολών και δεν καθιστά αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την αγωγή, κατά τα ως άνω κεφάλαια, αφού οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του μισθωτού από διάφορες αιτίες που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν. Κατά συνέπεια η παράλειψη της μνείας του ύψους των εν λόγω καταβολών χωριστά για κάθε κονδύλιο, δεν επάγεται αδυναμία άμυνας του εναγομένου εργοδότη, αφού οι καταβολές αυτές στηρίζουν ισχυρισμό αυτού περί ολικής ή μερικής εξόφλησης (άρθ. 416 και 422 εδ.α του ΑΚ) και όχι ισχυρισμό του ενάγοντος, ούτε καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο του είδους και ποσού της διαφοράς που κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου σε τυχόν νέα δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων που προφανώς αφορά τις αυτές κατ' είδος αξιώσεις της ιδίας χρονικής περιόδου, αφού το δεδικασμένο καλύπτει και την ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος που καταλύθηκε με την καταβολή, οπότε η σχετική σύγκριση θα γίνει με βάση το είδος και το ύψος των επί μέρους απαιτήσεων, πριν την πιο πάνω αφαίρεση. Η ως άνω αναφορά όμως στο συνολικώς καταβληθέν ποσό καθιστά αόριστο το παρεπόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων από τότε που κάθε επί μέρους οφειλή κατέστη απαιτητή κατ' άρθρο 341 του ΑΚ, αφού μετά την αφαίρεση του συνολικά καταβληθέντος ποσού από το άθροισμα των επί μέρους διαφορετικών αξιώσεων του μισθωτού, δεν είναι πλέον εφικτός ο προσδιορισμός του ύψους της κάθε επί μέρους οφειλής κατά κεφάλαιο, αναλόγως της αιτίας αυτής, επί της οποίας γεννώνται τόκοι από τότε που αυτή κατέστη απαιτητή, χωρίς βεβαίως τούτο να αποκλείει την σε κάθε περίπτωση εμπεριεχομένη στο ως άνω παρεπόμενο αίτημα επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής (άρθ. 346 του ΑΚ) ή από την τυχόν προηγηθείσα αυτής όχληση για την καταβολή των διαφορών (άρθ. 340 του ΑΚ) ή από το τέλος κάποιου χρονικού σημείου (πχ. από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν οι διαφορές αποδοχών), εφόσον τούτο καθίσταται εφικτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1790/2023, ΑΠ 1242/2020, ΑΠ 1004/2017). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη. Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1790/2023, ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1004/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, αληθώς από τους αριθμούς 1 και 14 (και όχι μόνο από τον αριθμό 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της, ως εφεσίβλητης, περί αοριστίας της αγωγής της αντιδίκου του, που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή και αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο της, επικαλούμενη ειδικότερα ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και συνακόλουθα απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, ενώ η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζητεί την επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών, αμοιβή για εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, υπερεργασία και υπερωρία, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 8-8-2016, και δη εντόκως, στο αγωγικό δικόγραφο συναθροίζει τα ποσά που της οφείλονται για κάθε μήνα από τις παραπάνω αιτίες και στη συνέχεια αφαιρεί το ποσό των 300 ευρώ που της καταβλήθηκε στις 26-8-2016 και υπολείπεται των επιμέρους οφειλομένων, χωρίς να το καταλογίζει σε συγκεκριμένο κονδύλιο, με συνέπεια να μην προκύπτει ποιο εξ αυτών αξιώνει και κατά ποιο μέρος. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την από 25-9-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 24/2017) αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη την μεταξύ αυτής και της εναγομένης από 3-1-2015 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τις προφορικές διαδοχικές τροποποιήσεις της τον Φεβρουάριο του 2015 και την 1-7-2015, ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη της οφείλει Α) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 8-8-2016 που η ίδια προέβη σε νομότυπη δήλωση επίσχεσης εργασίας για δεδουλευμένες αποδοχές και επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 11.890,72 ευρώ, αφαιρουμένου από το ποσό του επιδόματος του Πάσχα ποσού 814 ευρώ του ποσού των 710 ευρώ που της κατέβαλε η εναγομένη έναντι τούτου Β) για το χρονικό διάστημα από την επομένη της δήλωσης επίσχεσης και εντεύθεν, ήτοι το διάστημα από 9-8-2016 έως 30-9-2017, μισθούς υπερημερίας, υπόλοιπο επιδόματος εορτής Χριστουγέννων 2026, αφαιρουμένου από το ποσό των 1.628 ευρώ του ποσού των 483,73 ευρώ που της κατέβαλε η εναγομένη έναντι του επιδόματος αυτού , υπόλοιπο επίδομα αδείας, αφαιρουμένου από το ποσό των 814 ευρώ του ποσού των 355 ευρώ μικτά (300 ευρώ καθαρά), που της κατέβαλε η εναγομένη στις 26-8-2016, έναντι του επιδόματος αυτού, αποδοχών αδείας 2016, επιδόματα εορτής Πάσχα και άδειας έτους 2017 και άδεια του έτους 2017, όπως κάθε επιμέρους ποσό εξειδικεύεται, το συνολικό ποσό των 25.611,55 ευρώ και Γ) για υπερεργασιακή απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή, καθώς και για απασχόληση ημέρες Σαββάτου και Κυριακής το ποσό των 3.010,78 ευρώ και, μετά από συνάθροιση των ανωτέρω τριών συνολικών ποσών η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 40.513, 05 ευρώ, νομιμοτόκως κάθε επιμέρους ποσό από την επομένη της ημέρας που κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Με την υπ' αριθμ. 93/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η άνω αγωγή, ως προς τις υπό το στοιχείο Α αξιώσεις της ενάγουσας- στις οποίες αφορά ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης- των δεδουλευμένων αποδοχών της, επιδομάτων εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2016 έως 8-8-2016, συνολικού 11.890,72 ευρώ, απορρίφθηκε ως αόριστη με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφό της ποια επιμέρους οφειλή αφορά η ιστορούμενη καταβολή στις 26-8-2016 των 300 ευρώ καθαρά, κρινομένου βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης-αναιρεσείουσας. Στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος των αντίθετων εφέσεων που άσκησαν οι διάδικοι κατά της άνω οριστικής απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη με αριθμ. 229/2021 απόφασή του, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, έκρινε ορισμένη την αγωγή κατά το άνω μέρος της, ως και το παρεπόμενο περί τοκογονίας αίτημα κατά την κύρια βάση του. Ειδικότερα, έκρινε ότι κατά τούτο η αγωγή είναι ορισμένη διότι διαλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία, και επιπρόσθετα, διότι, ειδικά για το καταβληθέν από την εναγόμενη στις 26-8-2016 ποσό των 300 ευρώ καθαρά (355 ευρώ μικτά) αναφέρεται στο δικόγραφό της ο καταλογισμός του, όχι στις άνω δεδουλευμένες αποδοχές, όπως ισχυρίζονταν η εναγομένη-αναιρεσείουσα με τον προβληθέντα λόγο της έφεσής της, αλλά στο επίδομα αδείας του έτους 2016, το οποίο περιλαμβάνεται στο αγωγικό αίτημα που αφορά επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος, μετά την δηλωθείσα επίσχεση εργασίας, από 9-8-2016 έως 30-9-2017, και ότι έτσι παρέχεται η ευχέρεια στο δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα του περιεχομένου της αγωγής αλλά και στην εναγομένη να αντιτάξει τους απαραίτητους για την άμυνά της ισχυρισμούς της ως προς το αντίστοιχο επιμέρους αγωγικό κονδύλιο που αξιώνεται νομιμοτόκως από την ημέρα που ήταν καταβλητέο. Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει κατά το προαναφερόμενο μέρος την αγωγή ως αόριστη, και δικάζοντας (και) κατά τούτο επί της αγωγής, την δέχθηκε ως προς αυτό ως βάσιμη, επιδικάζοντας στην ενάγουσα (και) δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2016 έως 8-8-2016, ποσού 11.890,72 ευρώ, νομιμοτόκως για κάθε επιμέρους κονδύλιο από την αναφερόμενη ημέρα καταβολής του. Το Εφετείο κρίνοντας ορισμένη την αγωγή κατά κεφάλαιο και τόκους, ως προς τα επί μέρους κονδύλια των δεδουλευμένων αποδοχών, επιδόματα εορτών, αδείας και αποδοχές αδείας, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, ούτε αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο της. Και τούτο διότι η αναφερόμενη στον κρινόμενο λόγο αναίρεσης καταβολή της εναγομένης εργοδότριας προς την ενάγουσα υπάλληλό της καθαρού ποσού 300 ευρώ, η οποία δεν αποτελεί, όπως και όλες οι λοιπές ιστορούμενες καταβολές, αναγκαίο κατά νόμο στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, όπως εσφαλμένως θεωρεί η αναιρεσείουσα, αλλά μόνο για το ορισμένο του παρεπόμενου αιτήματός της, της τοκογονίας κάθε επιμέρους αγωγικού κονδυλίου κατά την κύρια βάση του, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε, προς τούτο δε αναφέρεται στο δικόγραφό της συγκεκριμένα, εκτός από την καταβολή και ο καταλογισμός του εν λόγω ποσού σε συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο, αυτό του επιδόματος αδείας 2016, με συνέπεια να προκύπτει σαφώς η νόμιμη αιτία οφειλής κάθε επιμέρους αγωγικού κονδυλίου και το συγκεκριμένο ποσό αυτού που παραμένει ανεξόφλητο και να είναι ορισμένο και το περί τοκογονίας του παρεπόμενο αίτημα κατά την κύρια βάση του. Επομένως με το να αποφανθεί έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συνακόλουθα ο ερευνώμενος τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Παρά την ήττα της αναιρεσείουσας διάταξη για τα δικαστικά έξοδα δεν περιλαμβάνεται ελλείψει υποβολής σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης λόγω της απουσίας της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-5-2023 και με αριθ. καταθ. 28/8-5-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 229/11-8-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ