Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
991/2023 KI-strukturiert

991/2023 — 991/2023 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Geschäftsnummer 991/2023 (AP_991_2023)
Gericht / Behörde
Entscheiddatum
Rechtsordnung Griechenland — Rechtsprechung (EL)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

Απόφαση 991 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 991/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία ΜεσσηνιάÏ...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
Απόφαση 991 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 991/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία ΜεσσηνιάÏ...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — 991/2023

Απόφαση 991 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 991/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. M. B. «Α., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «A. Τ. Α.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία «D. C. I. «A. και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. Α." και 4) Γ. Τ. του Β., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φεβρωνίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2013 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/2017 μη οριστική και 77/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/ΕΜ/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21-4-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../22-4-2021, αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 24/ΕΜ//2019 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην των δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα, ως προς τους οποίους (εφεσίβλητους) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017). Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. …..εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών της Περιφέρειας του Εφετείου.., με έδρα το Πρωτοδικείο…, Δ. Π.. Α. και Δ. Ν.. Κ. και της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου…, με έδρα το Πρωτοδικείο…, αντίστοιχα, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-11-2022) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα. Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (18-11-2022), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι αυτοί ήταν απόντες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της. Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 10-6-2013 αίτηση της αναιρεσείουσας, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Άμφισσας στις 9-8-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 1442/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Ειδικότερα, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν ( άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμός 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021). Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από άμεσο δόλο ή και από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει: α) το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει και οφείλει, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, γνώριζε ή προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, περί απόφασης ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης ( Ολ. ΑΠ 16/2013, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίους, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμός 6 (ή 559 αριθμός 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1913/2022, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 10-6-2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. ../9-8-2013) αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άμφισσας η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση αυτών (οφειλών της), κατά το άρθρο 8 του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 183/2017 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, το οποίο διέταξε την κλήτευση στη δίκη του εγγυητή και ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου Γ. Τ. και, ακολούθως, η υπ' αριθμ. 77/2018 οριστική απόφαση του ανωτέρω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο, αφού απέρριψε την προαταθείσα, από τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές, ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών προεχόντως ως αόριστη και πέραν αυτού ως ουσιαστικά αβάσιμη, ακολούθως δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αίτηση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ρύθμισε τα χρέη αυτής, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 ν. 3869/2010, καθορίζοντας τις ειδικότερα αναφερόμενες μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές της επί πενταετία και εξαίρεσε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία της, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της το 80% της αντικειμενικής της αξίας. Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης το πέμπτο καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" άσκησε την από 25-9-2018 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της οποίας επανέφερε την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 24/ΕΜ/2019 απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ανωτέρω ένσταση περί δόλου της αιτούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης και περαιτέρω δέχθηκε τυπικά, ως προς το αναιρεσείον, την έφεση και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, όσον αφορά την προταθείσα από το αναιρεσείον ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών, το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθμ. 24/ΕΜ/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση το εκκαλούν με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης και τον τρίτο συναφή λόγο ισχυρίζεται ότι η πρώτη εφεσίβλητη εν γνώσει της χειροτέρευσε την οικονομική της θέση αφού συμβλήθηκε με πιστωτικά ιδρύματα ως οφειλέτιδα και ως εγγυήτρια σε δανειακές συμβάσεις συνολικού ύψους 560.000 ευρώ μολονότι το μοναδικό εισόδημά της προερχόταν από το μηνιαίο μισθό της των 1.021 ευρώ και ότι με το εισόδημα αυτό ποτέ δε θα μπορούσε να αντεπεξέλθει στις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε, γεγονός το οποίο γνώριζε εξαρχής από το χρόνο ανάληψης των δανείων, καθώς και ότι δεν επικαλέστηκε με την αίτησή της, ούτε απέδειξε ότι είχε υψηλά εισοδήματα ανάλογα προς τα δάνεια που έλαβε ή ότι βάσιμα προσδοκούσε ότι η οικονομική κατάστασή της θα βελτιωνόταν. Με αυτό το περιεχόμενο οι ως άνω λόγοι της έφεσης, με τους οποίους επιχειρείται να προβληθεί ένσταση δολιότητας της αιτούσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας. Το εκκαλούν δεν εκθέτει συγκεκριμένες ενέργειες ή παραλείψεις της αιτούσας, από τις οποίες να προκύπτει τουλάχιστον ενδεχόμενος δόλος αναφορικά με την πρόθεσή της να μην αποπληρώσει τα δάνεια και ειδικότερα δεν εκθέτει στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η αιτούσα ήταν ασυνεπής προς τις δανειακές της υποχρεώσεις από το χρόνο ανάληψης των δανείων ή και στη συνέχεια, αλλά πάντως πριν από το χρόνο που η ίδια ισχυρίζεται ότι λόγω του διαζυγίου της και της μείωσης του μισθού της επήλθε στο πρόσωπό της αδυναμία πληρωμών των χρεών της. Σε αντίθεση δε με όσα ισχυρίζεται το εκκαλούν, η πρώτη εφεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι είχε υψηλά εισοδήματα κατά το χρόνο που έλαβε τα δάνεια. Απεναντίας, το ενιστάμενο εκκαλούν υποχρεούται να επικαλεστεί κατά τρόπο συγκεκριμένο και να αποδείξει το αντίθετο, δηλαδή ότι η αιτούσα είχε κατά τον ανωτέρω χρόνο χαμηλά εισοδήματα, που δεν της επέτρεπαν την ανάληψη δανείων. Το εκκαλούν, ωστόσο, δεν προσκομίζει κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο και συνεπώς η προβαλλόμενη ένσταση του περί δολιότητας του οφειλέτη εκτός από αόριστη, είναι και απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Ήδη, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ερευνώμενους συνδυαστικά κατά το οικείο μέρος τους (που αφορά την ένσταση δόλου), το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, όπως ορθά εκτιμάται, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, για το λόγο ότι απέρριψε ως αόριστη την ένστασή του, περί δόλιας περιέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης - αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών, αξιώνοντας πρόσθετα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου, και εκ πλαγίου, με ανεπαρκή άλλως ελλιπή αιτιολογία, ως προς την απόρριψη της ένστασης αυτής λόγω μη απόδειξης της συνδρομής δόλου (ήτοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμης). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της από 25-9-2018 έφεσης του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτό παραδεκτά επανέφερε τον ισχυρισμό (ένσταση), περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας - εφεσίβλητης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, παραπονούμενο για την απόρριψη αυτής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσής του επικαλέστηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση ... η πρώτη εφεσίβλητη εν γνώσει της χειροτέρευσε την οικονομική της θέση με τρόπο που δεν συνάδει στο μηνιαίο της εισόδημα και σε συνδυασμό με τη μη ύπαρξη λοιπής ακίνητης περιουσίας, πλην της κύριας κατοικίας της ... επιλέγοντας να μην εξυπηρετεί τα δάνεια που είχε λάβει και να λαμβάνει δάνεια καταναλωτικά και πιστωτικές κάρτες, τα οποία δεν είχε λόγο και άμεση ανάγκη, αφού δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από το δικόγραφο και χωρίς επιπλέον να απαιτείται να συμβάλλεται υπέρ του πρώην συζύγου της Γ. Τ. ως εγγυήτρια σε στεγαστικά δάνεια που αυτός λάμβανε, αφού και ακίνητη περιουσία αυτός είχε και μεγάλα εισοδήματα από τα εκκαθαριστικά του σημειώματα των ετών 2011 και 2012, έτσι ώστε να μην απαιτείται η σύμπραξή της στην κατάρτιση δανείων υπέρ του πρώην συζύγου της και έτσι να δημιουργήσει ένα τεράστιο χρέος, προέβη εν γνώσει της δημιουργώντας χρέος και σύμφωνα με την ένδικη αίτησή της ευρώ 560.000, ποσό υπέρογκο και μη ανταποκρινόμενο στο μηνιαίο μισθό της είτε των 1.200 ευρώ, είτε στο ποσό των ευρώ 1.021 ... προκαλώντας με τον τρόπο αυτό την υπερχρέωσή της με υπερδανεισμό μη αναγκαίων για την επιβίωσή της καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, επιδιώκοντας στην ουσία η ίδια την αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της με τη μη πληρωμή αυτών και έτσι περιήλθε δόλια σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. ... Πλην όμως από το σύνολο των επικαλούμενων εγγράφων που προσκομίστηκαν που αφορούν την εισοδηματική της κατάσταση ... προκύπτει ότι η πρώτη εφεσίβλητη είτε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των δανείων βάσει του ατομικού της εισοδήματος και συνεπώς δεν δικαιολογείται από πλευράς της η σύναψη του ένδικου δανείου ως δανειολήπτριας και με εμένα και με τα λοιπά τραπεζικά ιδρύματα και συνακόλουθα η ανάληψη των σχετικών υποχρεώσεων, καθόσον η πρώτη εφεσίβλητη δεν είχε τη δυνατότητα να ανταποκριθεί βάσει του μηνιαίου μισθού της στην αποπληρωμή του χορηγηθέντος σε αυτήν δανείου, πλην όμως επέλεξε την μη αποπληρωμή αυτών προκειμένου να επιτύχει τη διαγραφή αυτών και τη ρύθμισή τους εκμεταλλευόμενη τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 επικαλούμενη αόριστα και ασαφώς αδυναμία πληρωμής. Η παραδοχή περί της αρχικής αδυναμίας της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το ένδικο δάνειο, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη και ανεξάρτητα αν έκρινε ότι δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της και δόλο, ενώ η αδυναμία της αυτή προήλθε από δική της αποκλειστική υπαιτιότητα και δόλο, προκύπτει και από το γεγονός ότι πέραν του μηνιαίου μισθού της δεν διαθέτει άλλη λοιπή ακίνητη περιουσία, πλην της κύριας κατοικίας της ... Πλην όμως η πρώτη εφεσίβλητη δεν αρκέστηκε στη λήψη μόνο επισκευαστικού δανείου από εμένα ως δανειολήπτρια για την επισκευή της κύριας κατοικίας της, αλλά προέβη και σε αλόγιστο δανεισμό από τα λοιπά τραπεζικά ιδρύματα καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, χωρίς να υπάρχει αιτία και σημαντικός λόγος προς τούτο, ... αλλά έλαβε αυτά για την πολυτελή διαβίωσή της και έτσι με τον τρόπο αυτό επωμίστηκε νέα βάρη... Η πρώτη εφεσίβλητη δημιούργησε χρέη περίπου 560.000 ευρώ εν γνώσει της ... Και επιπλέον δεν αναφέρονται στην αίτηση και στην εκκαλουμένη ποια ήταν τα ατομικά εισοδήματα του πρώην συζύγου της πρώτης εφεσίβλητης όταν ελάμβαναν από κοινού τα ένδικα δάνεια και σε συνδυασμό με την έλλειψη λοιπής ακίνητης περιουσίας της, συνάγεται ότι το συνολικό ποσό της οφειλής της πρώτης εφεσίβλητης είτε ως δανειολήπτριας, είτε ως εγγυήτριας, αφού έχει την ίδια ευθύνη με τον πρωτοφειλέτη και οικονομικές υποχρεώσεις σε ευρώ 560.000 και πλέον, σαφώς και είναι εκτός των ορίων της δανειοδότησης ενός στεγαστικού δανείου, επιπλέον δε δημιουργούνται ερωτηματικά σχετικά με τη λήψη του διαζυγίου της ... αφού ... αίφνης και σε ακαθόριστο χρόνο και αφού είχαν λάβει τα ένδικα δάνεια, το έτος 2012 αποφάσισαν να διασπάσουν την έγγαμη συμβίωσή τους και έλαβαν το 2013 διαζύγιο... ". Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ως άνω ένσταση από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, η οποία προβλήθηκε πρωτοδίκως και παραδεκτά επαναφέρθηκε στην κατ' έφεση δίκη, είναι επαρκώς σαφής και ορισμένη, γιατί περιέχει τα αναγκαία, κατ' άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ., περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της αναφερόμενης στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 Α.Κ. και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό περί δόλου. Πιο συγκεκριμένα, το αναιρεσείον μνημονεύει με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού περί δόλου και ειδικότερα: α) αναφέρει το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που η αιτούσα - πρώτη αναιρεσίβλητη έλαβε από τα καθ' ων η αίτηση πιστωτικά ιδρύματα ως πρωτοφειλέτρια και ως εγγυήτρια και τα οποία οφείλει, ανερχόμενα στο ποσό των 560.000 ευρώ, β) προσδιορίζει (έστω και κατά προσέγγιση) το χρόνο λήψης των δανείων, και δη προ του έτους 2012 (κατά το οποίο αναφέρει ότι επήλθε διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης της αιτούσας με τον τέταρτο αναιρεσίβλητο), γ) μνημονεύει τις οικονομικές δυνατότητες της αιτούσας, ήτοι τις μηνιαίες αποδοχές της, ανερχόμενες στο ποσό των 1.021 ευρώ, άλλως των 1.200 ευρώ και την έλλειψη άλλων περιουσιακών στοιχείων από πλευράς της, πλην της κύριας κατοικίας της και δ) αναφέρει ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα και ειδικότερα τις οικονομικές της δυνατότητες προερχόμενες από το μηνιαίο μισθό της, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της, γνώριζε εξαρχής, ή σε κάθε περίπτωση προέβλεπε ότι δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε και ότι ο υπερδανεισμός της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Σημειώνεται ότι, αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της αιτούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης κατά την ανάληψη των χρεών της, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτής με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής της κατάστασης και της πρόθεσής της να μην αποπληρώσει τα δάνεια, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής της ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου. Συνακόλουθα, κρίνοντας, το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας που δίκασε ως Εφετείο, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, και απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 Α.Κ., διότι απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις. Περαιτέρω, κρίνοντας το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, ότι η άνω προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, είναι (εκτός από αόριστη) απορριπτέα και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπή αιτιολογία για το ζήτημα αυτό, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που παρατέθηκαν και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και δη ότι η ανωτέρω περί δόλου ένσταση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, χωρίς να διαλάβει καθόλου πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία του πραγματικού των ανωτέρω εφαρμοστέων ουσιαστικού δικαίου κανόνων για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε και δη ότι η ως άνω προβληθείσα ένσταση περί δόλου είναι, εκτός από αόριστη, και ουσιαστικά αβάσιμη και, ως εκ τούτου, απορριπτέα και για το λόγο αυτό, ήτοι και λόγω της ουσιαστικής αβασιμότητάς της. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το προεκτεθέν μέρος τους που αφορά την ένσταση δόλου, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1 και 6 αντίστοιχα, του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ορίζει ότι "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται". Η ρύθμιση αυτή ως ειδικότερη επικρατεί των γενικών διατάξεων, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του ανωτέρω άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010 ( ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμός 1 περ. α' ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να καταδικάσει το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αιτούσας - πρώτης εφεσίβλητης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, μετά την απόρριψη της έφεσής του ως ουσιαστικά αβάσιμης, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 Ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διότι η ως άνω επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος του, δεν επιτρέπεται από την προαναφερόμενη διάταξη. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, για το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης, δέχθηκε τα εξής: "... τα δε δικαστικά έξοδα της πρώτης εφεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (183 και 746 ΚΠολΔ). Επισημαίνεται ότι ο σκοπός του νομοθέτη, από τον οποίο διαπνέεται ολόκληρος ο Ν. 3869/2010, κατευθύνεται στη διευκόλυνση του υπερχρεωμένου οφειλέτη να απαλλαγεί από τα χρέη του και να επιχειρήσει ένα νέο ξεκίνημα επ' ωφελεία του ιδίου και της κοινωνίας γενικότερα ... Επομένως, η επιβάρυνση του οφειλέτη με προκαταβλητέα δικαστικά έξοδα, τα οποία δεν θα του αποδοθούν σε περίπτωση νίκης του σε δίκη ενδίκου μέσου, (αν εφαρμοστεί το εδ. β της παρ. 6 του άρθρου 8 του Ν.3869/2010 κατόπιν γραμματικής ερμηνείας του), δε συνάδει με το σκοπό του νόμου.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου από πιστωτή και απορρίψεως αυτού, εφαρμόζεται οι γενικές διατάξεις των άρθρων 746 και 183 ΚΠολΔ. ..... ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της πρώτης εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, ορίζει δε αυτά στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ". Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδαφ. β' του ν. 3869/2010, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου επικρατεί ως ειδικότερη των γενικών διατάξεων και δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, αλλά εφαρμόζεται η ειδικότερη ως άνω ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, το οποίο δεν διακρίνει μεταξύ οφειλετών και πιστωτών ως προς την επιβολή των δικαστικών εξόδων, αλλά περιλαμβάνει ενιαία ρύθμιση για όλους ως προς τη μη επιδίκαση δικαστικής δαπάνης. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της, ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου και του δεύτερου αναιρετικού λόγου κατά τα λοιπά σκέλη τους, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους και πρέπει να αναιρεθεί, στο σύνολό της η απόφαση αυτή. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παράβολου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019). Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 24/ΕΜ/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο. -

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ