991/2022 — 991/2022 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)
KI-strukturiertΑπόφαση 991 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 991/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Î...
Leitsatz / Regeste
KI-strukturiertVolltext des Entscheids — 991/2022
Απόφαση 991 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 991/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Κ. του Η., κατοίκου ..., και 2)Α. Τ. του Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σαξώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...." που εδρεύει στον Πειραιά, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ζησοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 775/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 225/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/7/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την παραδεκτή άσκηση της αναίρεσης, απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Το έννομο αυτό συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο γενικά, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικά, για κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται, αλλά και είναι δυνατή η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα. Βλάβη του αναιρεσείοντος υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του και, επομένως, η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη. Μπορεί, όμως, το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να εκλείψει και μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, είτε από λόγους που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του ίδιου, είτε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του, όπως όταν, με την παραδοχή της αναίρεσης, δεν ανατρέπονται οι επιβλαβείς γι' αυτόν συνέπειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επέρχεται δηλαδή βελτίωση της θέσης του και ουδέν ωφελείται (ΑΠ 1329/2019, ΑΠ 363/2016, ΑΠ 537/2011, ΑΠ 1172/2018, ΑΠ 1241/2008). Η έλλειψη δε του εννόμου συμφέροντος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 950/2018, ΑΠ 1341/2018, ΑΠ 1532/2011). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής : Με την από 27.12.2017 με αριθ. καταθ. 14016/6979/28.12.2017 αγωγή του πρώτου ενάγοντα και ήδη πρώτου αναιρεσείοντα, του δεύτερου ενάγοντα και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντα και του τρίτου, του τετάρτου και του πέμπτου των εναγόντων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, οι ως άνω ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι εργάζονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, ότι είναι κάτοχοι των αναγραφομένων για τον καθένα τους πτυχίων σχολών με την αναφερόμενη σ' αυτά ειδικότητα, ότι τα πτυχία αυτά, που έχουν καταθέσει στην αρμόδια Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης, είναι ισότιμα με αυτά των καταργηθέντων με το Ν. 576/1977 πτυχίων μέσων τεχνικών σχολών και ότι, με βάση τα τυπικά προσόντα τους και τα πτυχία τους, έπρεπε να έχουν καταταγεί στο μισθολογικό κλιμάκιο ΔΕ3 του προσωπικού της εναγομένης και όχι στο μισθολογικό κλιμάκιο ΔΕ2 που τους έχει κατατάξει αυτή, αρνούμενη την υπαγωγή τους στο ορθό μισθολογικό κλιμάκιο (ΔΕ3) στο οποίο εντάσσονται οι κάτοχοι πτυχίων των καταργηθέντων Μέσων Τεχνικών Σχολών, με αποτέλεσμα να τους καταβάλλονται μικρότερες αποδοχές. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησαν α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους εντάξει από το μισθολογικό κλιμάκιο ΔΕ2 στο μισθολογικό κλιμάκιο ΔΕ3 με βάση το πτυχίο που κατείχαν και β) να αναγνωρισθεί ότι τους οφείλονται οι μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν λόγω της υπαγωγής τους στο χαμηλότερο μισθολογικό κλιμάκιο από 1.1.2012 για τον πρώτο ενάγοντα, από 1.7.2014 για τον τρίτο ενάγοντα και από 7.7.2016 για τους δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο ενάγοντες μέχρι την άσκηση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ' αριθ. 775/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, απέρριψε το αίτημα να αναγνωρισθεί ότι οφείλονται στους ενάγοντες μισθολογικές διαφορές λόγω της υπαγωγής τους σε χαμηλότερο μισθολογικό κλιμάκιο με το σκεπτικό ότι "δεν συνδέεται με συγκεκριμένο αίτημα για αναγνώριση ή επιδίκαση χρηματικών ποσών" (2η σελίδα 2ου φύλλου) και ακολούθως, αφού έκρινε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημα της ένταξης των εναγόντων στο Δ3 μισθολογικό κλιμάκιο (μισθολογική κατηγορία) της εναγομένης και εξέτασε αυτή κατ' ουσία ως προς το ως άνω αίτημα α) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς τους δύο πρώτους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και υποχρέωσε την εναγόμενη να τους υπαγάγει στη ΔΕ3 μισθολογική κατηγορία από 30.12.2017 και β) απέρριψε αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ενάγοντες, μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη. Ειδικότερα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η σχετική υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης να υπαγάγει τους δύο πρώτους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες στη ΔΕ3 μισθολογική κατηγορία "ελλείψει προσκόμισης σχετικών αιτήσεων των ανωτέρω εναγόντων προς αυτήν με περιεχόμενο αίτησή τους προς ένταξή τους στην ανωτέρω μισθολογική κατηγορία προ της επιδόσεως προς αυτήν της υπό κρίση αγωγής, άρχεται από της επιδόσεως της τελευταίας" (2η σελίδα 8ου φύλλου) και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτής να τους εντάξει στην ως άνω μισθολογική κατηγορία από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής δηλαδή από 30.12.2017 (1η σελίδα 9ου φύλλου). Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άσκησαν εφέσεις ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς α) οι ενάγοντες την από 20.8.2019 με αριθ. καταθ. 7495/568/2019 έφεσή τους και β) η εναγόμενη την από 19.8.2019 με αριθμ. καταθ. 7577/572/2019 έφεσή της. Το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 225/13.4.2021 αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, τις ως άνω εφέσεις α) θεώρησε ότι δεν ασκήθηκε η από 19.8.2019 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ως προς τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ενάγοντες-εφεσίβλητους, μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη και δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία αυτή ως προς τους δύο πρώτους ενάγοντες-εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσείοντες, και β) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 20.8.2019 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων. Ειδικότερα, ως προς το ως άνω απορριφθέν, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αγωγικό αίτημα των εναγόντων να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη τους οφείλει μισθολογικές διαφορές λόγω της υπαγωγής τους σε χαμηλότερη μισθολογική κατηγορία (κλιμάκιο), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την έρευνα του σχετικού πρώτου λόγου της από 20.8.2019 έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων, δέχθηκε ότι το ως άνω αγωγικό αίτημα "...δεν είχε την απαιτούμενη ειδική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναγνωριστικής αγωγής, κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ, αφού η έννομη σχέση της οποίας ζητήθηκε η αναγνώριση δεν συνδέθηκε με συγκεκριμένη έννομη συνέπεια και συνακόλουθα δεν υπήρχε έννομο συμφέρον των εκκαλούντων προς άσκησή της. Ειδικότερα, με την αγωγή δεν ζητήθηκε η αναγνώριση συγκεκριμένων μισθολογικών διαφορών εκ της εργασιακής σχέσης που συνδέει τους ενάγοντες ήδη εκκαλούντες με την εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία εκ της κατάταξης σε άλλο μισθολογικό κλιμάκιο, αλλά αντιθέτως ζητήθηκε η αναγνώριση απλών πραγματικών γεγονότων (απλή διαπίστωση οφειλής μισθολογικών διαφορών λόγω της υπαγωγής των εναγόντων ήδη εκκαλούντων σε χαμηλότερο μισθολογικό κλιμάκιο). Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να αποτελέσει παραδεκτό αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, αφού πραγματικά γεγονότα δεν μπορούν, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, να αποτελέσουν αυτοτελές αντικείμενο δικαιοδοτικής κρίσης..." (4ο φύλλο) και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας τα ίδια και απορρίπτοντας ως νομικά αβάσιμο το σχετικό αίτημα των εναγόντων, έστω και με συνοπτική αιτιολογία, την οποία και συμπλήρωσε κατ' άρθρο 534 του ΚΠολΔ, ορθά το νόμο ερμήνευσε(1η σελίδα 5ου φύλλου). Κατόπιν τούτου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό, με το ως άνω αναγνωριστικό αίτημα των εναγόντων, πρώτο λόγο της έφεσής τους. Κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου οι δύο πρώτοι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας την ένδικη από 26 Ιουλίου 2021 με αριθ. καταθ. 721/81/3.8.2021 αίτηση αναίρεσης. Με το μοναδικό εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι έσφαλε ως προς την κρίση της ότι είναι αόριστο το αγωγικό τους αίτημα να αναγνωρισθεί ότι τους οφείλονται μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν λόγω της υπαγωγής τους σε χαμηλότερο μισθολογικό κλιμάκιο για μεν τον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα από την 1.1.2012, για δε το δεύτερο ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα από την 7.7.2016, ενώ όφειλε να κρίνει ότι η αγωγή τους ήταν επαρκώς ορισμένη ως προς το ως άνω αναγνωριστικό αίτημα, καθότι δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται το ύψος των αιτουμένων μισθολογικών διαφορών με αριθμητική ανάλυση και συγκεκριμένο ποσό. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, είναι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη του Δικαστηρίου έρευνα, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, αφού ακόμα και αν γίνει δεκτός ως παραδεκτός και βάσιμος ο ως άνω μοναδικός λόγος αυτής, δεν ανατρέπονται ως προς τους αναιρεσείοντες οι επιβλαβείς γι' αυτούς συνέπειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επέρχεται βελτίωση της θέσης τους και ουδέν ωφελούνται. Και τούτο διότι, αφού κρίθηκε τελεσίδικα και με ισχύ δεδικασμένου από το δικαστήριο της ουσίας ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη υποχρεούται να κατατάξει τους δύο πρώτους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες στη μισθολογική κατηγορία ΔΕ3 (από τη μισθολογική κατηγορία ΔΕ2) από την επομένη της επίδοσης της από 27.12.2017 αγωγής (30.12.2017), χωρίς, μάλιστα, να έχει προσβληθεί με λόγο αναίρεσης η ως άνω τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά το μέρος που δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να κατατάξει τους αναιρεσείοντες σ' αυτή (μισθολογική κατηγορία ΔΕ3) από την επομένη της επίδοσης της αγωγής τους (30.12.2017) και όχι από προγενέστερο χρονικό διάστημα, το απορριφθέν, ως μη νόμιμο, αγωγικό αίτημα των αναιρεσειόντων να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει στους αναιρεσείοντες τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν λόγω της υπαγωγής τους στη χαμηλότερη μισθολογική κατηγορία (ΔΕ2) αντί αυτής που όφειλε να τους είχε υπαγάγει (ΔΕ3), έχει καταστεί πλέον αλυσιτελές, μετά τη τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να υπαγάγει αυτούς στη μισθολογική κατηγορία ΔΕ3 από 30.12.2017, σε χρόνο, δηλαδή, μεταγενέστερο, από τα ένδικα χρονικά διαστήματα από 1.1.2012 έως 29.12.2017 και από 7.7.2016 έως 29.12.2017, για τα οποία ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων και ο δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσείων, αντίστοιχα, ζητούσαν, με το ως άνω απορριφθέν αίτημα, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη οφείλει να τους καταβάλει μισθολογικές διαφορές από την ως άνω αιτία. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Τέλος δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν και υπέρ της αναιρεσείουσας, που παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτής (ΑΠ 668/2018, ΑΠ 1345/2017, ΑΠ 18/2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιουλίου 2021 με αρ. κατ. 721/81/2021 αίτηση για την αναίρεση της ως άνω υπ' αριθμ. 225/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ