Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 132/2021 KI-strukturiert

Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 132/2021 — Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 132/2021 — Supreme Constitutional Court

Geschäftsnummer Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 132/2021
Gericht / Behörde
Entscheiddatum
Rechtsordnung Zypern — Rechtsprechung (CY)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Κυπριακή νομολογία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή: CHARALAMBOS PAPADOPOULLOS ν. THE REPUBLIC OF CYPRUS THROUGH - (A) THE COUNCIL OF MINISTERS, (B) THE MINISTER OF THE INTERIOR (1965) 3 CLR 401 REPUBLIC (MINISTRY OF FINANCE) ν. NISHAN ARAKIAN AND OTHERS (1972) 3 CLR 294 Πρόεδρος της Δημοκ. ν. Βουλής (Αρ.2) (1989)...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Κυπριακή νομολογία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή: CHARALAMBOS PAPADOPOULLOS ν. THE REPUBLIC OF CYPRUS THROUGH - (A) THE COUNCIL OF MINISTERS, (B) THE MINISTER OF THE INTERIOR (1965) 3 CLR 401 REPUBLIC (MINISTRY OF FINANCE) ν. NISHAN ARAKIAN AND OTHERS (1972) 3 CLR 294 Πρόεδρος της Δημοκ. ν. Βουλής (Αρ.2) (1989)...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 132/2021

ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Κυπριακή νομολογία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:

CHARALAMBOS PAPADOPOULLOS ν. THE REPUBLIC OF CYPRUS THROUGH - (A) THE COUNCIL OF MINISTERS, (B) THE MINISTER OF THE INTERIOR (1965) 3 CLR 401

REPUBLIC (MINISTRY OF FINANCE) ν. NISHAN ARAKIAN AND OTHERS (1972) 3 CLR 294

Πρόεδρος της Δημοκ. ν. Βουλής (Αρ.2) (1989) 3 ΑΑΔ 1931

Kυπριακή Δημοκρατία, μέσω Eπιτροπής Eκπαιδευτικής Yπηρεσίας, Yπουργείου Παιδείας ν. Φώτη Παπαφώτη (1997) 3 ΑΑΔ 191

Σωτηριάδης Ανδρέας ν. Παντελή Θεοφυλάκτου και Άλλης (2002) 3 ΑΑΔ 56

Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και Άλλη ν. Γιαννάκη Τσικκουρή και Άλλων (2016) 3 ΑΑΔ 712

Κωνσταντίνος Χριστοφορίδης κ.α. v. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ, ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 148/15, 3/2/2023, ECLI:CY:AD:2023:D38

Aθανασιάδης Mιχαήλ και Άλλη ν. Δημοκρατίας (Διευθυντής Δημόσιας Διοικήσεως και Προσωπικού) (1993) 4 ΑΑΔ 833

Κυπριακή νομοθεσία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:

Ν. 33/1964 - Ο περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμος του 1964

ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις)

(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 132/2021)

16 Δεκεμβρίου, 2025

[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

1. ΣΤΕΛΛΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ

2. ΤΖΩΡΤΖΙΝΑ ΖΑΜΠΑΡΤΑ,

Εφεσείουσες,

ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

2. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ,

Εφεσίβλητων.

_________________

Γ. Αγγελίδης, για Π. Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα 2.

Μ. Δρυμιώτου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Εφεσίβλητους.

_________________

ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου

θα δοθεί από τον Σάντη, Δ.

_________________

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΣΑΝΤΗΣ, Δ.: Η έφεση, μετά από την απόσυρση της Εφεσείουσας 1 στο στάδιο της προδικασίας, αφορά πια στην Εφεσείουσα 2. Ως εκ της εξέλιξης, αποσύρθηκαν και απορρίφθηκαν οι λόγοι έφεσης 1 και 2. Παραμένουν έτσι προς απόφανση οι λόγοι έφεσης 3, 4 και 5.

Η Εφεσείουσα προτάσσει αντιρρήσεις στην κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.9.21, στην Προσφυγή 419/18 («η Προσφυγή»), με την οποία επικυρώθηκε η κατόπιν επανεξέτασης προσβαλλόμενη απόφαση των Εφεσίβλητων να μην καταβληθεί προς την Εφεσείουσα - κατά το αιτητικό της Προσφυγής - ίση αντιμισθία με «... τους υπόλοιπους Ελεγκτές Εναέριας Κυκλοφορίας που εκτελούν τα ίδια ακριβώς καθήκοντα ...» με αυτήν.

Η Εφεσείουσα, μόνιμη Δημόσια Υπάλληλος, υπηρετούσε ως Βοηθός Λειτουργός Αεροπορικών Κινήσεων στην Κλίμακα Α2-5-7. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, της είχε παραχωρηθεί, όπως και σε άλλους, υποτροφία χρηματοδοτούμενη από την Κυπριακή Δημοκρατία, για εκπαίδευση στη Σχολή του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας («ΤΠΑ»). Η εκπαίδευση ήταν διάρκειας δυο ετών. Με το πέρας της, η Εφεσείουσα απέκτησε πτυχίο Ελεγκτή Εναέριας Κυκλοφορίας.

Διά συμφωνίας ημερομηνίας 14.1.09 μεταξύ Εφεσείουσας και Εφεσίβλητων - και τούτο φαίνεται να ίσχυε για όσους έλαβαν το πτυχίο - αυτή θα τοποθετείτο για υπηρεσία στο ΤΠΑ για εκτέλεση καθηκόντων Ελεγκτή Εναέριας Κυκλοφορίας. Όταν περατώθηκε η εκπαίδευση, ο Διευθυντής του ΤΠΑ, με επιστολή προς το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων (ως αρμόδιας αρχής), υπέβαλε (εν σχέσει και προς την Εφεσείουσα), όπως ζητηθεί η απόσπαση της στη θέση Ελεγκτή Εναέριας Κυκλοφορίας, με αναπροσαρμογή μισθοδοσίας (και επιδόματος βάρδιας), κατά την προβλεπόμενη μισθοδοτική κλίμακα της θέσης (Α8).

Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας αποφάσισε την απόσπαση για εκτέλεση των νέων καθηκόντων της Εφεσείουσας, με αναδρομική ισχύ (από 28.2.12), για απώτατη περίοδο τριών ετών, σε περίπτωση πλήρωσης των μόνιμων θέσεων Ελεγκτή Εναέριας Κυκλοφορίας στο ΤΠΑ.

Το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού («ΤΔΔΠ»), με επιστολή ημερομηνίας 14.3.11, επεσήμανε, σε σχέση προς τη διαδικασία απόσπασης, τις πρόνοιες του Κανονισμού 10 των Περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Απολαβές, Επιδόματα και Άλλα Οικονομικά Ωφελήματα των Δημοσίων Υπαλλήλων) Κανονισμών 1995 («Κ.Δ.Π.175/95»). [1]

Με την ίδια επιστολή, το ΤΔΔΠ πρότεινε εξέταση του ενδεχομένου καταβολής τυχόν επιδόματος ή ειδικής μισθοδοσίας ένεκα της απόσπασης σε όλους τους επηρεαζόμενους δημοσίους υπαλλήλους (και της Εφεσείουσας), που ήσαν κάτοχοι οργανικών θέσεων και οι οποίοι, ύστερα από την περάτωση της εκπαίδευσης τους, θα αποσπάζονταν για εκτέλεση καθηκόντων Ελεγκτή Εναέριας Κυκλοφορίας στο ΤΠΑ.

Ζητήθηκαν οι απόψεις του ΤΠΑ, το οποίο, με επιστολή ημερομηνίας 18.4.11, έγραψε ότι η απόσπαση των λειτουργών συνδεόταν με ειδικευμένη περίπτωση που συνηγορούσε στην καταβολή ειδικού επιδόματος και ειδικής μισθοδοσίας. Προς τούτο, προτάχθηκαν δύο προηγούμενες παρόμοιες περιπτώσεις όπου δημόσιοι υπάλληλοι στο Γενικό Λογιστήριο, αποσπάστηκαν στο ΤΠΑ, στη θέση Ελεγκτή Εναέριας Κυκλοφορίας. Στη μια περίπτωση δε, ως υπογραμμίστηκε, η απόσπαση «... έγινε με απολαβές της Κλίμακας εισδοχής Α8 με τα συνεπακόλουθα ωφελήματα/πλεονεκτήματα, καθότι η μισθολογική του κλίμακα ήταν κατώτερη από την κλίμακα εισδοχής».

Τελικώς, μετά παρέλευση κάποιου χρόνου, εκδόθηκε ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί προσφυγής της Εφεσείουσας και άλλων τριών επηρεαζόμενων προσώπων. Η προσφυγή είχε ως αντικείμενο τη μη απάντηση της Διοίκησης στο αίτημα τους για αυξημένη μισθοδοσία, καθώς και παράπονο περί άνισης μεταχείρισης ως προς το δικαίωμα ίσης αμοιβής για ίση εργασία.

Ακολούθως, το ΤΔΔΠ, με επιστολή προς την αρμόδια αρχή ημερομηνίας 4.1.18, γνωστοποίησε την αρνητική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η απόφαση αφορούσε στο αίτημα περί αυξημένης μισθοδοσίας για την περίοδο απόσπασης προς εκτέλεση καθηκόντων Ελεγκτή Εναέριας Κυκλοφορίας, πριν από τον μόνιμο διορισμό τους στη θέση.

Η απόφαση γνωστοποιήθηκε προσηκόντως από τους Εφεσίβλητους προς την Εφεσείουσα. Εξ αυτού καταχωρίστηκε η Προσφυγή.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν δεόντως αιτιολογημένη και αρμοδίως ληφθείσα, πως νομίμως αποφασίστηκε η μη ικανοποίηση του αιτήματος της Εφεσείουσας - δίχως μάλιστα να υφίσταται δυσμενής ή και άνιση μεταχείριση - με την προσβαλλόμενη απόφαση να απορρέει προσέτι από δέουσα έρευνα και απουσία πλάνης, σε συμμόρφωση προς όσα επιβάλλουν η καλή πίστη, η χρηστή διοίκηση και η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του διοικουμένου.

Η εναντίωση της Εφεσείουσας προς την πρωτόδικη κρίση επικεντρώνεται, αδρομερώς, σε τρία σημεία. Πρώτον, ότι εσφαλμένως το Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε πως δεν υφίστατο ζήτημα δυσμενούς ή και άνισης μεταχείρισης (λόγος έφεσης 3). Δεύτερον, ότι λανθασμένως αποφάσισε πως η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη και προϊόν δέουσας έρευνας και απλάνευτης διοικητικής κρίσης (λόγος έφεσης 4). Τρίτον, ότι κακώς απέρριψε τα παράπονα της περί παραβίασης των προαναφερθέντων γενικών κανόνων δικαίου (λόγος έφεσης 5).

Μελετήσαμε όσα μας τέθηκαν, περιλαμβανομένων των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων.

Θα επιληφθούμε των λόγων έφεσης σωρευτικώς, επειδή το περιεχόμενο τους διασυνδέει, αναποφεύκτως, πολύμορφες εκδηλώσεις της επιχειρηματολογίας εκ μέρους της Εφεσείουσας.

Η Εφεσείουσα διατείνεται ότι οι Εφεσίβλητοι πλανήθηκαν στην ερμηνεία και εκτέλεση τού Άρθρου 3 του Περί της Μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου 192(Ι)/11 («ο Ν.192(Ι)/11»).

Αυτό, υπό την έννοια ότι, αφενός, το εν λόγω άρθρο δεν ρύθμιζε την επίδικη περίπτωση, όπως ρητώς, κατά την οπτική της Εφεσείουσας, κρίθηκε και στην υπόθεση Χριστοφορίδης και Άλλοι ν. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, Α.Ε. 148/15, ημ. 3.2.23, ECLI:CY:AD:2023:D38, αφετέρου δε ότι, ακόμη και εάν ετύγχανε ενεργοποίησης, δεν εφαρμοζόταν στον κρίσιμο χρόνο, καθότι δεν είχε αναδρομική ισχύ. Περαιτέρω, ο Ν.192(Ι)/11 δεν απαγόρευε την παραχώρηση προσαύξησης σε ορισμένες περιπτώσεις - αίτημα το οποίο, σε κάθε περίπτωση, ουδέποτε προβλήθηκε από την Εφεσείουσα - ούτε την παροχή ειδικού επιδόματος ή ειδικής μισθοδοσίας σε απόσπαση.

Όπως επάγεται από τα γεγονότα, το αίτημα της Εφεσείουσας υποβλήθηκε το 2011, όμως δεν εξετάστηκε μια και κατά τον χρόνο εκείνο, στο πλαίσιο ανάγκης για δημοσιονομική περισυλλογή, εξετάστηκαν και στη συνέχεια υιοθετήθηκαν, πληθώρα μέτρων για συγκράτηση του κρατικού μισθολογίου, όπως η κατάργηση αναχρονιστικών επιδομάτων και οικονομικών ωφελημάτων και η μείωση των υπολοίπων επιδομάτων των υπαλλήλων της κρατικής υπηρεσίας και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Χριστοδουλίδου και Άλλοι ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 178/18, ημ. 13.5.24).

Εντός του κλίματος τούτου και διά του συναφώς θεσπισθέντα Ν.192(Ι)/11, η μισθοδοσία αξιωματούχων και εργοδοτουμένων του δημόσιου τομέα παρέμεινε ως ήταν κατά την 31.12.11. Περιπλέον, με ισχύ από 20.6.14 μέχρι 31.12.16, αναστάλθηκε η καταβολή αυξημένης μισθοδοσίας λόγω προαγωγής ή ειδικών επιδομάτων/ειδικής μισθοδοσίας σε περιπτώσεις αναπληρωτικών διορισμών ή απόσπασης σε ανώτερη θέση. Ήταν, επομένως, κατά αυτά τα γεγονότα που είχε απορριφθεί το αίτημα της Εφεσείουσας.

Το Διοικητικό Δικαστήριο, έχοντας πρωτύτερα αναφερθεί και επεξηγήσει καταλλήλως τον Κανονισμό 10 της Κ.Δ.Π.175/95, κατέγραψε και αυτά για το θέμα, με ειδικότερη πλέον μνεία στην Εφεσείουσα και στο Άρθρο 3 του Ν.192(Ι)/11:

«[...] Όσον δε αφορά στην αιτήτρια αρ. 2, xxxxx Ζαμπάρτα, πρώην Βοηθό Λειτουργό Αεροπορικών Κινήσεων (Κλ. Α2-Α5-Α7), όπως επίσης αναφέρεται στην απόφαση των καθ' ων η αίτηση 1, ημερομηνίας 4.1.2018, αυτή αποσπάστηκε στη θέση Ελεγκτή Εναέριας Κυκλοφορίας (Κλ. Α8-Α10-Α11) στις 28.2.2012, ήτοι μετά που είχε ήδη τεθεί σε ισχύ ο περί της μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμος του 2011 (Ν.192(Ι)/2011), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»). Ο εν λόγω Νόμος τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2012 (βλ. σχετικά άρθρο 10). [...]

Ως εκ των πιο πάνω, κρίνω ότι καθόλα νόμιμα και ορθά αποφασίστηκε και η μη ικανοποίηση του αιτήματος της αιτήτριας αρ. 2. Το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης είναι σαφές και δεν επιδέχεται πολλαπλής ερμηνείας: η, αναγκαστικού δικαίου, ρύθμιση του εν λόγω άρθρου 3 ισχύει ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή Κανονισμών και ρυθμίζει το ζήτημα των μισθών των εργοδοτουμένων στον δημόσιο τομέα, χωρίς να αφήνει περιθώριο ενάσκησης διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους της Διοίκησης.

Όπως σαφής είναι και η έναρξη ισχύος του Νόμου και αυτό έχει τη σημασία του και ως προς την βαρύτητα και/ή πρόσθετη αξία που θα μπορούσε να έχει η επιστολή του Διευθυντή του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας και οι εκεί προβαλλόμενες θέσεις, στην οποία η πλευρά των αιτητριών αναφέρεται εκτενώς προς υποστήριξη του ισχυρισμού της περί παραβίασης της αρχής της ισότητας και δυσμενούς διάκρισης. Ενώ λοιπόν ο Νόμος τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2012, η εν λόγω επιστολή και οι εκεί εκφρασθείσες θέσεις είναι προγενέστερες (18.4.2011), διατυπώθηκαν δηλαδή όταν ο εν λόγω Νόμος δεν υφίστατο, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να προσδώσουν οποιαδήποτε πρόσθετη αξία και/ή ουσιαστική βαρύτητα στο επιχείρημα ότι σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, η Διοίκηση ακολούθησε διαφορετική προσέγγιση και παραχώρησε σε δημοσίους υπαλλήλους που αποσπάστηκαν στη θέση Ελεγκτή Εναέριας Κυκλοφορίας, τις απολαβές και τα συνεπακόλουθα ωφελήματα/ πλεονεκτήματα της Κλίμακας εισδοχής Α8, καθότι η μισθολογική τους κλίμακα ήταν κατώτερη από την κλίμακα εισδοχής. Πέραν του ότι αυτές οι περιπτώσεις έλαβαν χώρα πριν από τη θέση σε ισχύ του Νόμου, δεν μπορεί και/ή δεν είναι λογικό να αναμένεται ότι οι εκφρασθείσες στην επιστολή ημερομηνίας 18.4.2011 θέσεις και απόψεις του Διευθυντή του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας όντως θα διατυπώνονταν και θα περιέχοντο στην εν λόγω επιστολή, εάν κατά τον χρόνο σύνταξης της επιστολής ήταν σε ισχύ ο Νόμος [...]».

Το Άρθρο 3 του Ν.192(Ι)/11 ορίζει με σαφήνεια ότι το επίδικο νομοθέτημα εφαρμόζεται ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου, κανονισμού ή διοικητικών ρυθμίσεων ή πρακτικών που άπτονται ζητημάτων καταβολής απολαβών και συντάξεων. Κατ’ ακολουθίαν, δεν εντοπίζεται σφάλμα στην πρωτόδικη διαπίστωση ότι ορθώς οι Εφεσίβλητοι απέρριψαν το αίτημα της Εφεσείουσας. Οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες είναι σαφείς και δεν επιδέχονται εναλλακτικής ερμηνείας πόσω δε μάλλον, με κάθε σεβασμό, εκείνης που προτείνει η Εφεσείουσα. Η οικεία ρύθμιση δεν παρείχε περιθώριο άσκησης διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους των Εφεσίβλητων.

Η επίκληση εκ πλευράς Εφεσείουσας, της Χριστοφορίδης (ανωτέρω), δεν μεταβάλλει τα πράγματα. Εκεί, η Ολομέλεια διαπίστωσε ότι ούτε στο σώμα των προσβαλλομένων πράξεων ούτε στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, υφίστατο οποιαδήποτε ρητή αναφορά στο εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς, ιδίως δε στον Ν.192(Ι)/11, τον οποίο η Διοίκηση προέβαλε εκ των υστέρων ως νομικό έρεισμα. Η εκεί προσβαλλόμενη πράξη στηρίχθηκε αποκλειστικώς σε μια γενική και αφηρημένη επίκληση, ως κρίθηκε, ενός «ευρύτερου πλαισίου συγκράτησης κόστους», η οποία, δεν συνιστούσε επαρκή, συγκεκριμένη και ελέγξιμη αιτιολογία κατά τα Άρθρα 26 και 28 των Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου Ν.158(Ι)/99. Η ανεπάρκεια αυτή, δεν μπορούσε να θεραπευθεί, κατά τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης, ούτε με ερμηνευτική επέκταση του Ν.192(Ι)/11, ο οποίος τότε δεν περιείχε ειδική ρύθμιση για τις συνδυασμένες θέσεις.

Εντούτοις, η παρούσα υπόθεση εδράζεται σε διαφορετικό πραγματικό και νομικό υπόβαθρο. Το Διοικητικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στο αναλυτικό σημείωμα του ΤΔΔΠ, το οποίο, κατά τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τεκμήρια, εξετάστηκε από όλα τα αρμόδια όργανα, και παραθέτει με σαφήνεια το ιστορικό του αιτήματος, τα νομοθετικά μέτρα που ίσχυσαν από το 2011 και επίδρασαν στη μισθολογική πολιτική του δημόσιου τομέα, την ρητή εφαρμογή των περιοριστικών διατάξεων του Ν.192(Ι)/11, όπως και των μεταγενέστερων ρυθμίσεων αναστολής των μισθολογικών ωφελημάτων.

Με βάση όσα αφορούν στα υπό έφεση, δεν παρέχεται πεδίο εφετειακής ανατροπής. Η αιτιολογία ήταν συγκεκριμένη, εξατομικευμένη, συνδεδεμένη με το αποδεικτικό υλικό και επιτρέπουσα τον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο (The Vegetable Producers and Exporters Ltd v Δημοκρατίας, Ε.Ε.Δ. 128/20, ημ. 3.4.25).

Πιο συγκεκριμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο είπε και τα εξής σε ό,τι αφορά στα περί αιτιολόγησης των πραγμάτων:

«[...] Από το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων και εξετάζοντας προσεκτικά την επίδικη απόφαση, αλλά και τις ενέργειες των καθ' ων η αίτηση που προηγήθηκαν αυτής, δεν εντοπίζω ούτε ζήτημα ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς αιτιολογίας, αλλ' ούτε κενό έρευνας εκ μέρους της Διοίκησης. Προκύπτει ότι όλα τα ουσιώδη στοιχεία αναφορικά με τις περιπτώσεις των αιτητριών βρίσκονταν ενώπιον των καθ' ων η αίτηση και λήφθηκαν υπόψη κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης. Αυτό καταδεικνύεται, μεταξύ άλλων, και από το σημείωμα της λειτουργού του ΤΔΔΠ, ημερομηνίας 29.12.2017 (παράρτημα 15 στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση), το οποίο έτυχε εξέτασης τόσο από την Αν. Διευθύντρια του ΤΔΔΠ, όσο και από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών και, εν τέλει, από τον ίδιο τον Υπουργό.

Ούτε κενό αιτιολόγησης εντοπίζεται, αφού τόσο στην επίδικη απόφαση όσο και σε ενέργειες που προηγήθηκαν αυτής εκτίθεται με επαρκή σαφήνεια τόσο ο συλλογισμός των καθ' ων η αίτηση, που απέληξε στη προσβαλλόμενη πράξη, όσο και η νομική βάση αυτής, ούτως ώστε να καθίσταται ευχερής και η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου. [...] Στο προαναφερθέν σημείωμα της λειτουργού του ΤΔΔΠ, ημερομηνίας 29.12.2017, με το οποίο συμφώνησαν ακολούθως και η Αν. Διευθύντρια του ΤΔΔΠ, όσο και ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών και ο Υπουργός, εκτίθεται με την απαιτούμενη σαφήνεια και επάρκεια το πλήρες σκεπτικό της απόρριψης του αιτήματος των αιτητριών, υποστηριζόμενο, μεταξύ άλλων, από την απαιτούμενη νομική βάση, ως έδει, αλλά και το ιστορικό του, από το έτος 2011, υποβληθέντος αιτήματος των δυο αιτητριών και τα μέτρα που προηγήθηκαν, περιλαμβανομένης της θέσπισης και θέσης σε ισχύ του Νόμου. Παρομοίως, στην επίδικη απόφαση των καθ' ων η αίτηση 1, ημερομηνίας 4.1.2018, με την οποία ρητά εκφράζεται η διαφωνία τους με την ικανοποίηση του αιτήματος των αιτητριών, εκτίθενται με την απαιτούμενη σαφήνεια και επάρκεια οι λόγοι λήψης της εν λόγω απόφασης [...]».

Ορθή ήταν και η πρωτόδικη άποψη για τα περί δυσμενούς και άνισης μεταχείρισης της Εφεσείουσας και παραβίασης της αρχής της ισότητας.

Ανέφερε και τούτα επί του συζητούμενου, το πρωτόδικο Δικαστήριο:

«[...] Συνεπώς, υπ' αυτά τα δεδομένα, δεν διαπιστώνω να υφίσταται ζήτημα δυσμενούς και/ή άνισης μεταχείρισης των αιτητριών και, κατ' επέκταση, παραβίασης της αρχής της ισότητας, η οποία επιβάλλει στη Διοίκηση, κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας, ίση και/ή ομοιόμορφη μεταχείριση όλων των πολιτών που τελούν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες και απαγορεύει τη θέσπιση αδικαιολόγητων και αυθαίρετων διακρίσεων (βλ. Αργύρης Μικρομμάτης ν. Δημοκρατίας, 2 Α.Α.Δ.Δ., 125, Χαράλαμπος Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας (1965) 3 Α.Α.Δ. 401 και Ν. Χαραλάμπους «Εγχειρίδιο Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου», 2006). Κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, αποκλείονται διακρίσεις που δεν ανάγονται σε εγγενείς διαφορές μεταξύ των υποκειμένων ή αντικειμένων του δικαίου. Αν τα υποκείμενα ή αντικείμενα είναι ανομοιογενή, χωρεί διάκριση και παρέχεται στη Διοίκηση η ευχέρεια για τη θεσμοθέτηση διάφορου κανόνα και την υιοθέτηση διάφορης ρύθμισης. Επιτρέπεται δε στη Διοίκηση και στο νομοθέτη η δημιουργία λογικών και μη αυθαίρετων διακρίσεων όταν «η φύση των πραγμάτων» το επιτρέπει (βλ. Ανδρέας Σωτηριάδης ν. Παντελής Θεοφυλάκτου και Άλλης (2002) 3 Α.Α.Δ. 56, Μικρομμάτης, ανωτέρω, Δημοκρατία ν. Nishian Arakian κ.α. (1972) 3 Α.Α.Δ. 294, Δημοκρατία ν. Μαρίας Χριστούδια κ.α. (1988) 3 Α.Α.Δ. 2662 και Αθανασιάδης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 247/91, ημερ. 13.4.1993).

Ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί και υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, είναι σαφές εν προκειμένω ότι η περίπτωση των αιτητριών διαφοροποιείται από άλλες περιπτώσεις, στις οποίες αναφέρεται ο συνήγορός τους και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα άνισης μεταχείρισης και παραβίασης της αρχής της ισότητας. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της πλευράς των αιτητριών, καθώς και οι ισχυρισμοί περί άδικης και/ή καταχρηστικής απόφασης δεν με βρίσκουν σύμφωνο και απορρίπτονται ως αβάσιμοι [...]».

Τίποτε από όσα ακούσαμε από την Εφεσείουσα δεν θα μπορούσε λελογισμένα να πλήξει το πρωτόδικο σκεπτικό, είτε κατά γεγονός είτε κατά νόμο, με την ως άνω αντίκρυση να συνάδει πάντως και με επίκαιρη νομολογία (Hancer v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 116/20, ημ. 10.4.25).

Όπως ήδη υπεδείχθη μέσω περικοπής από την πρωτόδικη απόφαση πιο πάνω, η επιστολή του Διευθυντή του ΤΠΑ ημερομηνίας 18.4.11, την οποία η Εφεσείουσα προέταξε για να υποστηρίξει τη θέση για παραβίαση της αρχής της ισότητας, ήταν πρότερη της έναρξης ισχύος του νομοθετήματος, με επακόλουθο - μαζί με όσα άλλα αναλυθήκαν ήδη - να μην μπορεί να συναπαρτίσει στήριγμα για εύλογη προβολή ισχυρισμού περί δυσμενούς διάκρισης και ανισότητας στη βάση του εν θέματι νόμου, ο οποίος καθόρισε επέκεινα τη γενικότερη στάση ως εκ των συνθηκών.

Στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.2) (1989) 3(Γ) Α.Α.Δ. 1931, 1938, ο Πικής, Δ., ομοφωνώντας με τα συμπεράσματα της Πλήρους Ολομέλειας του πάλαι ποτέ Ανωτάτου Δικαστηρίου - και με τον Νικήτα, Δ. να συμφωνεί μαζί του- εξέφρασε και αυτά τα κατ’ αναλογίαν σχετικά με ό,τι τώρα απασχολεί για τη συνάρτηση ομοιογενών και ανομοιογενών καταστάσεων εντός του Άρθρου 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας:

«[...] Όπως είχα την ευκαιρία να υποδείξω σε προηγούμενες αποφάσεις μου (Βλ. μεταξύ άλλων Apostolides and Others v. R. C.L.R. 928, p. 940, Papadopoulou v. R. C.L.R. 332 και Pavlou v. Returning Officer and Others (1987) 3 C.L.R. 252, p. 273-274) το άρθρο 28 εισάγει την Αριστοτελική έννοια της ισότητας. Ταυτίζεται η ισότητα με την ουσιαστική ομοιογένεια μεταξύ πραγμάτων ή υποκειμένων του δικαίου. Ίση μεταχείριση οφείλεται από τον νομοθέτη σε όλα τα άτομα τα οποία βρίσκονται ουσιαστικά στην ίδια θέση ή κατάσταση. Το μέτρο της ισότητας είναι η ομοιογένεια μεταξύ των πραγμάτων ή της κατάστασης ή θέσης των ατόμων που επηρεάζονται από την νομοθεσία. Κριτήριο για τον προσδιορισμό της ομοιογένειας είναι η ουσιαστική σε αντίθεση με την φαινομενική υπόσταση ή την ποσοτική αρίθμηση των υποκειμένων του δικαίου. Το άρθρο 28 αποκλείει τόσο διακρίσεις μεταξύ ομοιογενών όσο και την εξομοίωση ανομοιογενών αντικειμένων. Η ομοιογένεια καθορίζεται με βάση τη φύση των πραγμάτων ή την αντικειμενική κατάσταση των προσώπων σε συνάρτηση με την λειτουργική σημασία τους στο κοινωνικό σύνολο [...]».

Κατά συνέπεια, οι εισηγήσεις της Εφεσείουσας καθίστανται απορριπτέες.

Ταυτόσημη, είναι και η κατάληξη μας στα περί απόκλισης από τις αρχές της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Αυτό, διότι, οι Εφεσίβλητοι λειτούργησαν σωστά και εντός σαφούς νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου (Hakki ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 22/21, ημ. 24.10.25, Δήμος Λάρνακας ν Καραμανώλη και Άλλης, Ε.Δ.Δ. 30/20, ημ. 7.2.25).

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε επί του θέματος, λέγοντας:

«[E]ίναι αρκετό να υπομνησθεί εν προκειμένω ότι η αρχή της καλής πίστης, ναι μεν σκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία, δεν υπερφαλαγγίζει ωστόσο και δεν μπορεί να μεταβάλει την αρχή της σύννομης λειτουργίας της Διοίκησης, ώστε να οδηγεί σε καταστρατήγηση της αρχής της νομιμότητας (βλ. Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191) και έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα όπου υφίσταται σχετική νομοθετική πρόνοια ουσιαστικού δικαίου, όπως βεβαίως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση (βλ. και Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ν. Γιαννάκης Τσικκουρής κ.α., ECLI:CY:AD:2016:C570, Α.Ε.19/11, ημερ. 22.12.2016) [...]».

Δεν έχουμε κατιτί άλλο ιδιαίτερο να προσθέσουμε, εκτός από το να επισημάνουμε πως όσα κρίθηκαν από τους Εφεσίβλητους - αιτιολογημένα και νόμιμα ως ήταν - εκπορεύθηκαν από πρέπουσα ενάσκηση αρμοδίου ευχέρειας, εντός των ορίων της παρεχόμενης προς αυτούς εξουσίας (Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 100/20, ημ. 19.2.25, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 102/18, ημ. 11.3.24).

Ουδείς των λόγων έφεσης ευσταθεί.

Οι λόγοι έφεσης 3, 4 και 5 απορρίπτονται.

Η έφεση απορρίπτεται.

Επιδικάζουμε έξοδα ύψους €3.900,00, υπέρ των Εφεσίβλητων και εναντίον της Εφεσείουσας.

Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.

Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.

Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

/μκε

[1] «10. Εκτός από τις περιπτώσεις απόσπασης σε κενή θέση σύμφωνα με τις Μισθοδοσία σχετικές διατάξεις των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως 1994, για τις οποίες γίνεται πρόνοια στην παρ. (1) του Καν. 9 πιο πάνω, υπάλληλος που αποσπάται για εκτέλεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων σύμφωνα με τις άλλων παρ. (δ) και (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 47 των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως 1994, συνεχίζει να παίρνει τη μισθοδοσία της θέσης του: Νοείται ότι ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί, σε ειδικές περιπτώσεις και με βάση κριτήρια που θα καθορίσει το Υπουργικό Συμβούλιο, να εγκρίνει την καταβολή του ειδικού επιδόματος ή ειδικής μισθοδοσίας για τα καθήκοντα αυτά».

cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο