Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
995/2017 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's rejection of employee's claims against bank.

Geschäftsnummer 995/2017
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the employee's appeal against the First Instance Court's decision rejecting her labor claims against a bank. The employee argued the bank failed to consider her claims regarding the invalidity of her employment contract and the transfer of the business. The court ruled that the lower court had properly evaluated and rejected these arguments based on established facts, finding the appeal grounds legally unfounded.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 176, 183, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court has correctly assessed the evidence and rejected the appellant's arguments without violating legal principles.

Schlagwörter

KI-generiert
labor dispute employment contract business transfer appeal dismissal legal costs code of civil procedure labor law Verlassen der Arbeitsstelle

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 995 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 995 / 2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Γ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Περράκη, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που έδρευε στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από την καθολική της διάδοχο, μετά από εξαγορά, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Στάικο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/4/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1370/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1228/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/12/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 12/5/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Απόστολου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 1228/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ’ ουσία την από 7-9-2012 με αρ. κατ. .../2012 έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" κατά της 1370/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 30-9-2010 και με αρ.

κατ. ...1902/2012 αγωγή της, με την οποία ζητούσε, Α) να αναγνωριστεί, 1) ότι με την εναγομένη "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" την συνέδεε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 2)ότι είναι άκυρη η γενόμενη εκ μέρους της εναγομένης από 31-1-2012 .καταγγελία της σύμβασης εργασίας, και Β)να υποχρεωθεί η εναγομένη, 1)να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και 2)να της καταβάλει, για το χρονικό διάστημα από 1-2-2012 έως 1-6-2012 για μισθούς υπερημερίας, το ποσό των 7.225 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Με την εφετειακή απόφαση έγινε δεκτή η έφεση κατ’ ουσία, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη και απορρίφθηκε η αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, νόμιμα η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "..." υποκαθιστά στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις την εναγόμενη εταιρεία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εξαγοράστηκε από την πρώτη. Σημειώνεται ότι κατά το άρθρο 75 του ν. 2190/1920 σε συνδυασμό με το άρθρο 79 του ιδίου νόμου από την καταχώριση στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74 κ.ν 2190/1920, η εξαγοράζουσα (απορροφώσα) εταιρία υποκαθίσταται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εξαγοραζομένης (απορροφωμένης) και οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφώσα εταιρία, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση και χωρίς βίαιη διακοπή της δίκης και χωρίς βίαιη διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της.

2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει, ρητώς ή σιωπηρώς, ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας, β) Η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν, ρητώς ή σιωπηρώς, έχει συμφωνηθεί η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.

Χαρακτηριστικό δε της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Εξάλλου, στο άρθρο 671 ΑΚ ορίζεται ότι "Η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης".

Και στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ. γ’ του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Οι ως άνω, όμως, διατάξεις (των άρθρων 671 ΑΚ και 8 παρ. 1 εδ. γ’ Ν. 2112/1920) δεν εφαρμόζονται στη περίπτωση καταρτίσεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν οι συμβάσεις αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη συμβάσεως για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη (ΑΠ 694/2013).

Κατά το άρθρο 669 ΑΚ η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη.

Καταχρηστική κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ.

Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να αντεπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Ελέγχεται, όμως, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητας και τη δυνατότητα εξεύρεσης απ’ αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ’ αυτή ( ΑΠ 677/2014, ΑΠ 13/2014, ΑΠ 84/2011).

Θεωρείται δε ότι υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος επί απολύσεως υπαλλήλου, όταν αποδειχθεί ότι αυτή έγινε για λόγους άσχετους με την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας και από τους οποίους δυσαρεστήθηκε ο εργοδότης. Όταν δηλαδή γενικά η γενόμενη απόλυση δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο επαγγελματικό συμφέρον του εργοδότη ή από άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του εργαζόμενου, από τις οποίες τυχόν επηρεάζεται ο κανονικός ρυθμός της εργασίας (ΑΠ 677/2014, ΑΠ 13/2014).

Αντίθετα, δεν θεωρείται καταχρηστική η απόλυση όταν γίνεται για λόγους πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του μισθωτού, καθώς και λόγω μη εκπληρώσεως των συμβατικών του υποχρεώσεων ( ΑΠ 677/2014, ΑΠ 1601/2011). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν.2112/ 1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδόλως επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου".

Κατά δε το άρθρο 4 του Π.Δ/τος 178/2002 "Περί προστασίας δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών", που ισχύει από 17/7/2001 (άρθρο 12 αυτού) με το οποίο, αφού καταργήθηκε το, αναλόγου σκοπού, Π.Δ. 572/1988, εναρμονίστηκε η Ελληνική νομοθεσία με την οδηγία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 77/187/14-2-1977, με τις διατάξεις του οποίου ρυθμίζονται οι συνέπειες της μεταβολής του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική της δραστηριότητα, στις εργασιακές σχέσεις, με βασικές αρχές την προστασία της υπόστασης και του περιεχομένου των σχέσεων εργασίας του προσωπικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, την παράλληλη, εις ολόκληρο ευθύνη παλαιού και νέου εργοδότη και την ενίσχυση των συμμετοχικών δικαιωμάτων των εργαζομένων "Διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταβιβάζονται στο διάδοχο.

Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο, για τις υποχρεώσεις, που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο, που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησία, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας".

Με τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται, κατά κάποιο τρόπο, "πλάσμα δικαίου", με το οποίο, ουσιαστικά, ο νέος εργοδότης ταυτίζεται με τον προηγούμενο, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, η δε εργασιακή σύμβαση του μισθωτού, θεωρείται ως μία και αδιαίρετη. Από το όλο, λοιπόν, αυτό πλέγμα των διατάξεων του Π.Δ.178/2002 και του Ν. 2112/1920,, προκύπτει ότι ο βασικός σκοπός αυτών είναι η προστασία των εργαζομένων από τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει γι’ αυτούς η αναδιάρθρωση, εξυγίανση και εν γένει μεταβίβαση της επιχείρησης.

Τίθενται δηλαδή σαφώς υπέρ των εργαζομένων, οι οποίοι και μέσα στα πλαίσια που διαγράφονται από τις διατάξεις αυτές καθώς και από αυτές των άρθρων 361, 179, 281 Α.Κ., μπορούν, σύννομα, να αρνηθούν οποιαδήποτε μεταβολή της εργασιακής τους σχέσης, η οποία θα έχει ως συνέπεια την χειροτέρευση των όρων εργασίας τους και να απαιτήσουν την συνέχιση αυτής, όπως και κατά το προηγούμενο, πριν τη μεταβίβαση, εργασιακό καθεστώς.

Μέσα στα ίδια, όμως, νομοθετικά πλαίσια και με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί ο μισθωτός να αποδεχθεί τη μεταβολή των όρων εργασίας, οπότε ουσιαστικά, συνάπτεται νέα σύμβαση εργασίας, η οποία και στην περίπτωση αυτή, είναι έγκυρη, εφόσον αυτή δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε απαγορευτική διάταξη του νόμου και τούτο γιατί, όπως αναφέρθηκε, οι ως άνω διατάξεις, που προβλέπουν τα σχετικά με τις εργασιακές σχέσεις, σε περίπτωση μεταβολής, με οποιονδήποτε τρόπο, του εργοδότη, τίθενται υπέρ των εργαζομένων.

Τούτο έχει την έννοια ότι ο νέος εργοδότης δε μπορεί, κατ’ αρχήν, να μεταβάλει τις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, σε βάρος των εργαζομένων. Οποιαδήποτε δυσμενής μεταβολή, μπορεί να αποκρουσθεί με βάση τις διατάξεις αυτές, αλλά και, περαιτέρω, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 179, 281 Α.Κ. Μεταβολή, όμως, η οποία επέρχεται με βάση την ελεύθερη βούληση του εργαζομένου, είναι έγκυρη και παράγει τις έννομες συνέπειές της, αφού, σε διαφορετική περίπτωση (αν δηλαδή η μεταβολή αυτή γίνεται παρά τη θέλησή του), ο εργαζόμενος μπορεί να την αποκρούσει, εφόσον προστατεύεται, όπως αναφέρθηκε, αποτελεσματικά από τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2112/1920, Π.Δ. 178/2002 και άρθρων 179, 281, 648, 652 ΑΚ (ΑΠ 525/2013).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 324/2012, ΑΠ 221/2012).

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα : " Η ενάγουσα είχε προσληφθεί στις 5-7-1999 από την ΑΕ με την επωνυμία "... Α.Ε." με την μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έληγε στις 4-1-2000 προκειμένου να παρέχει σ’ αυτήν τις υπηρεσίες της ως "Διατρήτρια" και συγκεκριμένα με αντικείμενο απασχόλησης την "καταχώρηση στοιχείων σε ηλεκτρονικό μέσο και άλλα συναφή ή ανάλογα καθήκοντα", για πενθήμερη απασχόληση 40 ωρών, αντί μηνιαίου μισθού 280.000 δρχ.

και όρους εργασίας ρυθμιζόμενους από την αντίστοιχη με την ειδικότητα της ενάγουσας ως Διατρήτριας ΣΣΕ Διατρητριών Εταιριών Παροχής Υπηρεσιών ή διαιτητική απόφαση. Στη συνέχεια, τρεις ημέρες πριν τη λήξη της ως άνω σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει της μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενης φέρουσας ημερομηνία 1-1-2000 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθη μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και της προαναφερθείσας Α.Ε με την επωνυμία "...

Α.Ε.", η ενάγουσα προσελήφθη από την ως άνω Α.Ε. με την επωνυμία "... Α.Ε", προκειμένου να εργαστεί σ’ αυτήν ως υπάλληλος γραφείου και συγκεκριμένα με αντικείμενο απασχόλησής της "εργασίες γραφείου και άλλα συναφή ή ανάλογα καθήκοντα στα πλαίσια πάντα του σκοπού της επιχείρησης και του τμήματος στο οποίο είναι ενταγμένη", για πενθήμερη απασχόληση 40 ωρών, αντί μηνιαίου μισθού 280.000 δρχ.

και όρους εργασίας ρυθμιζόμενους από την αντίστοιχη με την ειδικότητα της τώρα ενάγουσας ΣΣΕ Σύμβαση Υπαλλήλων Γραφείων Εταιριών Παροχής Υπηρεσιών (ή διαιτητική απόφαση). Συμφωνήθηκε επίσης μεταξύ των προαναφερόμενων συμβαλλομένων ότι κάθε τροποποίηση της σύμβασης αυτής θα γινόταν μόνο εγγράφως. Σχετικά με τα προαναφερθέντα ιδιαίτερα κατατοπιστικά είναι ιδία οι μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενες προαναφερόμενες συμβάσεις εργασίας.

Η προαναφερθείσα Α.Ε. εργοδότρια της ενάγουσας, ήταν θυγατρική της τώρα εναγομένης Τράπεζας. Αυτό συνομολογείται από την ενάγουσα (βλ. σελίδα 1, στίχος 3 της υπό κρίση αγωγής της) ,δεν το αρνείται δε ειδικά η εναγομένη Τράπεζα. Από της ως άνω προσλήψεώς της και εφεξής η ενάγουσα παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες της στην προαναφερόμενη εργοδότριά της Α.Ε με την επωνυμία "...

Α.Ε.". Κατά το έτος 2009 έλαβε χώρα τροποποίηση του καταστατικού της ως άνω ΑΕ, εκτός των άλλων και ως προς την επωνυμία της. Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται ιδία από το μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενο ΦΕΚ με αριθμό ... /21-10-2009, "τεύχος Α.Ε και την δημοσιευμένη στο τεύχος αυτό Ανακοίνωση καταχώρησης στο Μητρώο Α.Ε της τροποποίησης του καταστατικού της Α.Ε με την επωνυμία "...

Α.Ε.", στις 3-9-2009 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Α.Ε. ολόκληρο το νέο κείμενο του τροποποιημένου καταστατικού της ως άνω Α.Ε (εργοδότριας της ενάγουσας) καθώς και το από 14-8-2009 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Α.Ε με την επωνυμία "... Α.Ε.", με το οποίο αποφασίστηκε (εκτός των άλλων δημοσιευμένων εν περιλήψει στο ως άνω ΦΕΚ, τροποποιήσεων) η τροποποίηση του καταστατικού της προαναφερθείσας Α.Ε και ως προς την αναφερόμενη στο άρθρο 1 του καταστατικού επωνυμία της, που τροποποιήθηκε από την ανωτέρω αναφερόμενη στην επωνυμία "...

Α.Ε.", με τον Διακριτικό Τίτλο "... Α.Ε.". Δυνάμει εξάλλου του άρθρου 4 του τροποποιημένου κατά τα ως άνω καταστατικού της, ορίστηκε ότι σκοπός της ως άνω Α.Ε είναι η "εξώδικη ενημέρωση των οφειλετών για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων και απαιτητών χρηματικών οφειλών τους έναντι δανειστών, πριν από τη διενέργεια δικαστικών πράξεων και το στάδιο έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, που προέρχονται από συμβάσεις πίστωσης και εγγύησης και νόμιμες εμπορικές συναλλαγές , όπως αγορές αγαθών, παροχή υπηρεσιών, χορήγηση δανείων, εγγυήσεων και πιστώσεων, χρήση πιστωτικών καρτών καθώς και η διαπραγμάτευση του χρόνου, του τρόπου και των λοιπών όρων αποπληρωμής των οφειλών κατ’ εντολή και για λογαριασμό των δανειστών, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.3758/2009." Δυνάμει εξάλλου του άρθρου 5 του ίδιου τροποποιημένου κατά τα ως άνω καταστατικού ορίστηκε ότι με την από 14-8-2009 Γενική Συνέλευση των μετόχων το μετοχικό κεφάλαιο της ως άνω Α.Ε.

αυξήθηκε κατά 275.000 ευρώ κατά τα στο άρθρο αυτό οριζόμενα. Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι και μετά την ως άνω, δυνάμει της δημοσιευθείσας στο προαναφερόμενο ΦΕΚ με αριθμό ... / 21 -10-2009, "τεύχος Α.Ε και Ε.Π.Ε." τροποποίηση του καταστατικού της Α.Ε με την επωνυμία "... Α.Ε." ,η ενάγουσα συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στην ίδια προαναφερθείσα εργοδότριά της Α.Ε , της οποίας η επωνυμία είχε πλέον τροποποιηθεί, κατά τα αναλυτικά προεκτεθέντα, σε "...

Α.Ε.", δυνάμει της ίδιας προαναφερθείσας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ,ως υπάλληλος γραφείου, μέχρι τις 31-7-2011, [οπότε υπέγραψε την από 31-7-2011 και φέρουσα αρ. πρωτοκ. Ο.Α.Ε.Δ. ... /3-8-2011 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης της από την Επιχείρηση "... Α.Ε.", κατά τα κατωτέρω αναλυτικά εκτεθησόμενα], Σημειωτέον ότι αμφότεροι οι διάδικοι συνομολογούν (βλ.

αντίστοιχα δικόγραφα της ένδικης αγωγής και της ένδικης έφεσης) ότι η προαναφερθείσα Α.Ε με την επωνυμία "... Α.Ε." ήταν θυγατρική της τώρα εναγομένης Τράπεζας με την επωνυμία " ... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". Πρέπει να τονιστεί όμως ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχτηκε η ουσιαστική βασιμότητα του περιεχομένου στην υπό κρίση αγωγή ισχυρισμού της ενάγουσας - ήδη εφεσίβλητης ότι η (από το έτος 1999 και εφεξής) εργοδότριά Α.Ε με την (μετά την ως άνω τροποποίηση του καταστατικού της) επωνυμία "...

Α.Ε." απορροφήθηκε από την μητρική της (τώρα εναγομένη) "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ούτε (συνακόλουθα) ότι η εναγομένη συνεπεία της απορρόφησης αυτής υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Α.Ε με την επωνυμία "... Α.Ε." ως οιονεί καθολική διάδοχος αυτής. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη κατέστη εργοδότρια της ενάγουσας δια απορροφήσεως της εργοδότριά της Α.Ε με την (μετά την ως άνω τροποποίηση του καταστατικού της) επωνυμία "...

Α.Ε." ως οιονεί καθολική διάδοχος αυτής. Σημειωτέον ότι και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν επήλθε απορρόφηση της Α.Ε με την (τροποποιηθείσα) επωνυμία "... Α.Ε." από την εναγομένη Τράπεζα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, ως προς την παραδοχή της αυτή δε η εκκαλούμενη δεν προσεβλήθη με έφεση.

Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχτηκε ότι επήλθε καθ’ οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση της επιχείρησης "... Α.Ε." ή των εγκαταστάσεων ή τμήματος αυτών είτε συμβατική είτε νόμιμη, στην τώρα εναγομένη Τράπεζα, ώστε να γίνει δεκτό ότι κατά τον τρόπο αυτό (ήτοι λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης "...

Α.Ε.") υπήρξε μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη της ενάγουσας με διατήρηση υπό της εργαζόμενης - ενάγουσας έναντι του νέου εργοδότη όλων των δικαιωμάτων που είχε από την εργασιακή σύμβαση, η οποία συνεχίζεται με τους ίδιους όρους. Επίσης από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχτηκε ότι, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, οποτεδήποτε μέχρι την άσκηση της αγωγής, τέθηκε "κατά μέρος ", σε σχέση με την τώρα εναγομένη Τράπεζα, η νομική προσωπικότητα της προαναφερόμενης εργοδότριας της ενάγουσας, ήτοι του νομίμως συσταθέντος και λειτουργούντος νομικού προσώπου της Α.Ε με την επωνυμία "...

Α.Ε.", ούτε αποδείχτηκε ότι επήλθε σύγχυση της εταιρικής περιουσίας της τότε εργοδότριας της ενάγουσας Α.Ε με την επωνυμία "... Α.Ε." και της τώρα εναγομένης Τράπεζας "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε". Αντιθέτως, από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας αποδείχτηκε ότι η Α.Ε με την επωνυμία " ... Α.Ε" είχε οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με την μοναδική της μέτοχο τώρα εναγόμενη, ότι είχε ίδια κεφάλαια, τα οποία μάλιστα είχε αυξήσει με την τελευταία τροποποίηση του καταστατικού της (ορ.

προαναφερόμενο άρθρο 5 του τροποποιημένου κατά τα ως άνω καταστατικού της Α.Ε με την επωνυμία "... Α.Ε."), ότι κατέβαλε εξ ιδίων τους μισθούς του προσωπικού της (μεταξύ των οποίων και η τώρα ενάγουσα) ότι εξυπηρετούσε η ίδια τις λοιπές υποχρεώσεις της, ότι είχε χωριστό Α.Φ.Μ., και ότι, ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, διεπόμενων από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, η ως άνω Α.Ε υπηρετούσε διαφορετικό (σε σχέση με την εναγομένη τράπεζα, που είχε πολύ ευρύτερο αντικείμενο εργασιών και συγκεκριμένα τραπεζικές εργασίες) κοινωνικό σκοπό, αναλυτικά αναφερόμενο στο σχετικό προαναφερθέν άρθρο 4 του καταστατικού της και επιβεβαιωνόμενο από την εν τοις πράγμασι λειτουργία της.

Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ιδία τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα ΦΕΚ ("τεύχος Α.Ε και Ε.Π.Ε.") με αριθμούς αντιστοίχους ... 18-8-2010 , ... 5-7-2011, .../19-4-2013, στα οποία δημοσιεύτηκαν αντιστοίχως ο ισολογισμός της Α.Ε με την επωνυμία "... Α.Ε." της 31.12.2009, της 31.12.2010 και της 31.12.2011, καθώς και η περιοδική Δήλωση Φ.Π.Α. για το χρονικό διάστημα από 1-4-2012 έως 30-4-2012 , την οποία υπέβαλε στο TAXIS NET.gr.

η ως άνω Α.Ε με την επωνυμία "... Α.Ε.", με το αναφερόμενο σε αυτή πιστωτικό αποτέλεσμα, έγγραφα που δεν αντικρούονται πειστικά από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Άλλωστε, σύμφωνα και με τα αναλυτικά προαναφερθέντα στην μείζονα σκέψη της παρούσης ,πρέπει να τονιστεί ότι μόνο το γεγονός ότι η εναγομένη Τράπεζα ήταν ο μοναδικός μέτοχος της (τότε εργοδότριας της ενάγουσας ) Α.Ε με την επωνυμία "...

Α.Ε.", δεν μπορεί νομίμως να θεωρηθεί ότι αποτελεί απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας υπό της εναγομένης Τράπεζας, εν όψει και του ότι, σύμφωνα και με τα αναλυτικά προαναφερθέντα στην μείζονα σκέψη της παρούσης, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση και όλων ακόμη των μετοχών ανώνυμης εταιρείας σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά, αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ.

άρθρ. 47αα παρ. 2 ν. 2190/1920, όπως αντί καταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 3604/2007, 41 παρ. 2 ν. 959/1979, 43α ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρ. 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού ή (για την ταυτότητα του λόγου, του νομικού ) προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της καθώς επίσης δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν επιχειρηματία με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Αποδείχτηκε λοιπόν από όλα τα προαναφερθέντα ότι η Α.Ε με την επωνυμία "... Α.Ε" είχε χωριστή και απολύτως διακριτή νομική προσωπικότητα σε σχέση με την εναγομένη Τράπεζα, ότι είχε οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με την μοναδική της μέτοχο τώρα εναγόμενη, ουδόλως αποδείχτηκε δε ότι επήλθε οιαδήποτε σύγχυση μεταξύ αφενός της νομικής προσωπικότητας, αλλά και της εταιρικής περιουσίας της Α.Ε με την επωνυμία "...

Α.Ε." αφετέρου της νομικής προσωπικότητας, αλλά και της εταιρικής περιουσίας της τώρα εναγόμενης Τράπεζας "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". Συνακόλουθα αποδείχτηκε από όλα τα προαναφερθέντα, ότι εργοδότρια της ενάγουσας από το 1999 μέχρι τις 31-7-2011 (οπότε η ενάγουσα υπέγραψε την από 31-7-2011 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης, κατά τα κατωτέρω αναλυτικά εκτεθησόμενα) ήταν η προαναφερόμενη Α.Ε.

με την επωνυμία "... Α.Ε." και όχι η τώρα εναγομένη Τράπεζα, η οποία, όπως και ανωτέρω εξετέθη, ουδέποτε κατέστη καθολική διάδοχος της Α.Ε. με την επωνυμία "... Α.Ε." δια απορροφήσεως, Ούτε (συνακόλουθα) υπεισήλθε εκ του λόγου αυτού, ήτοι ως καθολική διάδοχος της Α.Ε. με την επωνυμία "... Α.Ε." στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Α.Ε.

με την επωνυμία "... Α.Ε." έναντι της ενάγουσας, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της ενάγουσας, που περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής της, πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι, κατά τα προαναφερθέντα. Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι, κατά τον χρόνο που εργαζόταν ακόμη στην προαναφερθείσα Α.Ε επωνυμία "...

Α.Ε.", η ενάγουσα αποδέχτηκε (όπως άλλωστε έπραξαν και άλλοι συνάδελφοί της, εργαζόμενοι στην ίδια ως άνω "... Α.Ε.") σχετική πρόταση της τώρα εναγομένης Τράπεζας και υπέγραψε την μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη από τους διαδίκους φέρουσα ημερομηνία 15-7- 2011 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με την οποία η τώρα εναγομένη Τράπεζα νομίμως εκπροσωπούμενη προσέλαβε την τώρα ενάγουσα, προκειμένου να εργαστεί σ’ αυτήν με τον βαθμό του Λογιστή Β’ , με σύμβαση μίσθωσης εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τους στην ως άνω σύμβαση αναφερόμενους ειδικότερους όρους και συμφωνίες .Συγκεκριμένα στον όρο 1 της σύμβασης αυτής οι τώρα διάδικοι συμφώνησαν ότι η σύμβαση αυτή είναι "δεκαοκτάμηνης διάρκειας με εξάμηνη περίοδο δοκιμασίας ".

Ρητά συμφωνήθηκε στον ίδιο όρο 1 της ως άνω σύμβασης μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων (τώρα διαδίκων) η αναγνώριση της προϋπηρεσίας της προσλαμβανόμενης (τώρα ενάγουσας) στη ... Α.Ε. Ορίστηκε περαιτέρω ρητά και με σαφήνεια μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων (τώρα διαδίκων) ότι η ισχύς της σύμβασης αυτής άρχιζε από τις 01.08.2011 οπότε η προσλαμβανόμενη (τώρα ενάγουσα) "οφείλει να παρουσιαστεί στην Τράπεζα για ανάληψη υπηρεσίας και λήγει στις 31.01.2013, με εξάμηνη περίοδο δοκιμασίας (λήξη 31.1.2012)".

Συμφωνήθηκε επίσης στον ίδιο όρο 1 με σαφήνεια μεταξύ των τώρα διαδίκων ότι "Μέχρι την ημερομηνία λήξεως της περιόδου δοκιμασίας η Τράπεζα δικαιούται να γνωστοποιήσει προς τη συμβαλλόμενη ότι δεν επιθυμεί την συνέχιση της παροχής των υπηρεσιών της πέραν του χρονικού διαστήματος της δοκιμαστικής περιόδου, οπότε η σύμβαση αυτή λήγει άνευ άλλου στις 31.01.2012 χωρίς η δεύτερη συμβαλλόμενη να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημίωσης, ή αξίωση ή προνόμιο ή προτίμηση." Ο μισθός της τώρα ενάγουσας συμφωνήθηκε ότι θα ανερχόταν σε 1445 ευρώ μικτά, (γεγονός που ουδείς των διαδίκων αρνείται) πλέον της αναλογίας επιδομάτων αδείας, Χριστουγέννων, Πάσχα και 1/2 μισθού για επίδομα ισολογισμού.

Συμφωνήθηκε περαιτέρω (εκτός των λοιπών συμφωνηθέντων) ότι η προσλαμβανόμενη έλαβε γνώση του ισχύοντος Οργανισμού Προσωπικού της ( τώρα εναγομένης ) Τράπεζας, στον οποίο και προσχωρεί ανεπιφύλακτα και ο οποίος πληρώνει την σύμβαση αυτή ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ,ότι η ως άνω μισθωτή "έχει την υποχρέωση να τηρεί εχεμύθεια σχετικά με οτιδήποτε περιέλθει σε γνώση του εξαιτίας της εργασίας του" ότι η υποχρέωση εχεμύθειας " εξακολουθεί και μετά τη για οποιοδήποτε λόγο λύση της παρούσας σύμβασης" (όρος 9), όροι που πρέπει να τονιστεί ότι δεν υφίσταντο στην συμφωνία που η ενάγουσα είχε υπογράψει το έτος 2000 με την προηγούμενη εργοδότριά της θυγατρική της εναγομένης.

Μετά την υπογραφή της προαναφερθείσας σύμβασης και προκειμένου να παρουσιαστεί την 01.08.2011, (όπως είχε ήδη συμφωνήσει) στην Τράπεζα για ανάληψη υπηρεσίας, η ενάγουσα έλυσε συναινετικά την σύμβαση εργασίας της με την προαναφερθείσα αρχική εργοδότριά της, θυγατρική της τώρα εναγομένης Τράπεζας, συνυπογράφοντας την από 31-7-2011 (αρ.

πρωτ. Ο.Α.Ε.Δ. .../3-8-2011 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης Μισθωτού από την ως τότε εργοδότριά της "... Α.Ε.". Πρέπει να τονιστεί ότι στην ανωτέρω αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης η ενάγουσα δηλώνει ότι απασχολήθηκε στην επιχείρηση ... Α.Ε. "από 5-7-1999 μέχρι 31-7-2011 με ειδικότητα Υπ. γραφείου. Οπότε αποχώρησε οικειοθελώς. ".

Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι ,όπως είχε δικαίωμα από την προαναφερθείσα συμφωνία της με την ενάγουσα, μετά το πέρας της συμφωνημένης μεταξύ των τώρα διαδίκων εξάμηνης περιόδου δοκιμασίας, η οποία έληγε στις 31.01.2012, η εναγομένη Τράπεζα στις 31.1.2012 κοινοποίησε στην τώρα ενάγουσα το με αρ. πρωτ. εξερχομένων ...-1-2012, φέρον ημερομηνία 30- 1-2012, έγγραφο του Τομέα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού και Εκπαίδευσης, με το οποίο της γνωστοποιούσε ότι σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην από 15-7-2011 Σύμβαση Εργασίας της με την Τράπεζα, αποφασίστηκε από τη Διοίκηση της εναγομένης η λύση της εργασιακής τους σχέσης, γνωστοποιώντας της ταυτόχρονα ότι ο λόγος για τον οποίο ελήφθη η απόφαση αυτή της Διοίκηση της εναγομένης ήταν ότι " καθώς κατά την αξιολόγησή σας από τους αρμόδιους παράγοντες προέκυψε ότι δεν ανταποκριθήκατε επαρκώς στα καθήκοντά σας και η επίδοσή σας δεν ήταν η αναμενόμενη".

Με το ίδιο ως άνω έγγραφο η εναγομένη δήλωσε στην τώρα ενάγουσα ότι κατόπιν τούτου από 1.2.2012 δεν ανήκει πλέον στο προσωπικό της Τράπεζας και ότι σε περίπτωση που υπάρχει υπόλοιπο μη ληφθείσας αδείας, αυτή θα καταβαλλόταν στην τώρα ενάγουσα με πίστωση του καταθετικού της λογαριασμού. Στη συνέχεια του ως άνω εγγράφου η ενάγουσα υπέβαλε προς τον "..." της εναγόμενης την υπογραφόμενη από αυτήν (ενάγουσα) με επιφύλαξη, από 31/1/2012 , φέρουσα αριθμό πρωτ.

εισερχομένων ...-1-2012 αίτησή της, στην οποία ανέφερε συγκεκριμένα τα εξής: "ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΟΛΥ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΜΟΥ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΕΓΓΡΑΦΩ ΣΤΑ ΜΗΤΡΩΑ ΤΟΥ ΟΑΕΔ ΚΑΤΑΒΑΛΛΟΝΤΑΣ ΜΟΥ ΤΟ ΠΟΣΟΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ". Συνημμένη σ’ αυτήν ήταν η φέρουσα ίδιο αρ. πρωτ. εισερχομένων (...-1-2012 ) υπεύθυνη δήλωση της ενάγουσας ότι δεν έχει λάβει άλλη αποζημίωση από άλλον εργοδότη.

Πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι η ενάγουσα, σύμφωνα με τα ρητά μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει της από 15-7-2011 σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, συμφωνηθέντα ,δεν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημίωσης στην περίπτωση που η εργοδότρια Τράπεζα της γνωστοποιούσε ότι δεν επιθυμεί την συνέχιση της παροχής των υπηρεσιών της πέραν του χρονικού διαστήματος της εξάμηνης δοκιμαστικής περιόδου και ότι στην περίπτωση αυτή (γνωστοποίηση , όπως εν προκειμένω ότι η εργοδότρια Τράπεζα δεν επιθυμούσε την συνέχιση της παροχής τω υπηρεσιών της πέραν του χρονικού διαστήματος της εξάμηνης δοκιμαστικής περιόδου) η σύμβαση αυτή έληγε (όπως εν προκειμένω) άνευ άλλου στις 31.01.2012.

Παρά τα προαναφερθέντα και δη το γεγονός ότι δεν είχε σχετική υποχρέωση, η εναγομένη - εργοδότρια, αποδεχόμενη για ανθρωπιστικούς λόγους την προαναφερθείσα αίτηση της μισθωτής (τώρα ενάγουσας), κατήγγειλε εγγράφως με την μετ ‘ επικλήσεως προσκομιζόμενη από 31.1.2012 έγγραφη καταγγελία σύμβασης εργασίας της ...

ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. προς την τώρα ενάγουσα, την υφιστάμενη μεταξύ των τώρα διαδίκων σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, προσφέροντάς στην ενάγουσα αποζημίωση λόγω καταγγελίας, ανερχόμενη στο ποσό των 13.968,33 ευρώ, καταβλητέας την ως άνω τελευταία ημέρα εργασίας της, ήτοι την 31.1.2012, την οποία η ενάγουσα παρέλαβε.

Πρέπει να τονιστεί ότι και στην ως άνω από 31.1.2012 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας αναγράφεται ως ημερομηνία πρόσληψής της ενάγουσας η 1.8.2011 (κατά την οποία πράγματι το πρώτον άρχισε να παρέχει την εργασία της στην εναγόμενη Τράπεζα), ως επάγγελμα δε της ενάγουσας αναφέρεται "Τραπεζικός Υπάλληλος", το οποίο πράγματι ασκούσε στην εναγομένη Τράπεζα, όχι όμως στην προαναφερόμενη εργοδότριά της "...

Α.Ε.". Η ως άνω φέρουσα αρ. πρωτ. ΟΑΕΔ ... 2-2-2012 καταγγελία σύμβασης εργασίας της ενάγουσας υπογράφεται από αυτήν με επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος της. Πρέπει να τονιστεί εξάλλου εδώ ότι η ανωτέρω αποζημίωση καταγγελίας, την οποία η εναγομένη κατέβαλε αυτοβούλως εξ ελευθεριότητας και χωρίς σχετική συμβατική υποχρέωση στην ενάγουσα αντιστοιχούσε, καθ’ ομολογία της ενάγουσας (βλ.

σελίδα 4 της κρινόμενης αγωγής της) στο ποσό που θα είχε δικαίωμα να λάβει με βάση το σύνολο της προϋπηρεσίας της. Ιδιαίτερα από την προαναφερόμενη καταβολή αποζημίωσης καταγγελίας, που έλαβε χώρα εξ ελευθεριότητας της εναγομένης, σε ικανοποίηση του προαναφερόμενου σχετικού αιτήματος της ενάγουσας, ελέγχεται ως ανακριβής ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη συνήψε μαζί της την ως άνω από 15-7-2011 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με αποκλειστικό σκοπό την καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων της ενάγουσας.

Σημειωτέον ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχτηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι αυτή υποχρεώθηκε να υπογράψει την προαναφερθείσα από 15-7-2011 σύμβαση με την εναγομένη Τράπεζα, ούτε ότι πιέστηκε από την εναγομένη να υπογράψει την ως άνω από 15-7-2011 σύμβαση εργασίας με εξάμηνη περίοδο δοκιμασίας ,ώστε να αποφύγει η εναγομένη τις υποχρεώσεις της απέναντι στην ενάγουσα, ως διάδοχος της εργοδότριάς της.

Ενισχυτικό του ανωτέρω είναι ιδία ότι και ο μάρτυρας του Συλλόγου Υπαλλήλων Γενικής Τράπεζας ( που άσκησε προφορικά πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) ουδόλως ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα υποχρεώθηκε ή πιέστηκε από την εναγομένη να υπογράψει την ως άνω σύμβαση (βλ.

πρακτικά εκκαλούμενης ). Αλλά και η μάρτυρας της ενάγουσας (βλ. πρακτικά εκκαλούμενης), καθώς και οι ενόρκως βεβαιούντες Ζ. Ι. και Τ. Α.. στις υπό της ενάγουσας μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενες υπ’ αρ. .../8-6-2012 και υπ’ αρ. ...8-6-2012 αντίστοιχες ένορκες βεβαιώσεις τους ουδόλως ισχυρίστηκαν ότι η εναγομένη υποχρέωσε ή εξανάγκασε καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ενάγουσα να υπογράψει την σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Συνακόλουθα ο σχετικός ισχυρισμός της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Αποδείχτηκε εξάλλου, από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία η βασιμότητα του ισχυρισμού της εναγομένης ότι συνήψε σύμβαση ορισμένου χρόνου και εξάμηνη δοκιμαστική περίοδο με την ενάγουσα (όπως και με άλλους εργαζόμενους νεοπροσλαμβανόμενους και προερχόμενους από την "...

Α.Ε.". ), διότι, α) θεωρούσε ότι οι ανάγκες της στον τομέα εξεύρεσης και τηλεφωνικής όχλησης των πιστούχων της (εναγομένης) ήταν πρόσκαιρα μόνον και όχι μόνιμα αυξημένες, εν όψει της μεταβατικότητας του σχετικού σταδίου (πριν την μεταφορά στις οριστικές καθυστερήσεις ) και του γεγονότος ότι (το σχετικό στάδιο) αφορούσε πεπερασμένο αριθμό δανείυον περασμένων ετών, καθώς είχε πλέον περιοριστεί δραματικά (λόγω και της οικονομικής κρίσης) ο αριθμός των εγκρινόμενων νέων δανείων και β) οι εργασιακές συνθήκες και το περιβάλλον της Τράπεζας ήταν εντελώς διαφορετικές από τα αντίστοιχα της θυγατρικής Α.Ε., στην οποία οι νεοπροσλαμβανόμενοι παρείχαν έως τότε την εργασία τους, η δε εναγόμενη επιθυμούσε να δοκιμάσει στο δικό της εργασιακό περιβάλλον τις ικανότητες των νεοπροσλαμβανόμενων και θεωρούσε αναγκαία, ως εκ τούτου, την εξάμηνη δοκιμαστική περίοδο.

Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι, εκτός των προαναφερθέντων, ότι, εκτός της ενάγουσας προσελήφθησαν, κατά τον ίδιο τρόπο, ήτοι με δοκιμαστική περίοδο, από την εναγόμενη και άλλοι 12 συνάδελφοι της ενάγουσας, που εργάζονταν προηγούμενα στην ίδια με την ενάγουσα θυγατρική της εναγόμενης, ουδείς όμως τούτων απελύθη μετά το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου.

Συγκεκριμένα, όπως μετά λόγου γνώσεως αναφέρει η ίδια η ενάγουσα (βλ. σελίδα 8 στίχους 16 επ. της αγωγής της) στην εναγομένη απασχολήθηκαν οι ακόλουθοι συνάδελφοι της ενάγουσας, προερχόμενοι άπαντες από την (θυγατρική της εναγομένης) αρχική εργοδότρια της ενάγουσας: 1) η Χ. Θ. με πρόσληψη (στην αρχική εργοδότρια της ενάγουσας) το 2004,2) η Δ.

Ε. με πρόσληψη (στην αρχική εργοδότρια της ενάγουσας) το 2004, 3) η Β. Ε. που προσλήφθηκε (στην αρχική εργοδότρια της ενάγουσας) το 2009, 4)η Γ. Ε. που προσλήφθηκε(στην αρχική εργοδότρια της ενάγουσας) το 2003, 5) η Ν. Β. που προσλήφθηκε (στην αρχική εργοδότρια της ενάγουσας) το 2008, 6) η Λ. Ε. που προσλήφθηκε (στην αρχική εργοδότρια της ενάγουσας) το 2002, 7) η Κ.

Ε. που προσλήφθηκε( στην αρχική εργοδότρια της ενάγουσας) το 2008, 8) η Κ. Β. που προσλήφθηκε (στην αρχική εργοδότρια της ενάγουσας) το 2001, 9) ο Α. Β. που προσλήφθηκε (στην αρχική εργοδότρια της ενάγουσας) το 2009. Από τους ανωτέρω ουδείς απολύθηκε μετά το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου πρόσληψής του. Αποδείχτηκε επίσης ότι πέραν των ανωτέρω υπαλλήλων που αναφέρει η ενάγουσα στην αγωγή της, είχαν προσληφθεί μαζί με την ενάγουσα και παρέμειναν στην υπηρεσία της εναγομένης μετά το τέλος της δοκιμαστικής τους περιόδου οι ακόλουθοι υπάλληλοι : 10) Η Γ.

Λ. , που εργαζόταν στην Γενική Καρτών από το 2008,11) η Α. Π., που εργαζόταν στην Γενική Καρτών από το 2001, 12) ο Ι. Τ. , που εργαζόταν στην Γενική Καρτών από το 2000. [Επίσης στην εναγομένη απασχολήθηκε προερχόμενη από την (θυγατρική της εναγομένης) αρχική εργοδότρια της ενάγουσας και η Ε. Γ., που εργαζόταν στην Γενική Καρτών από το 2008, η οποία όμως βρισκόταν από την 06.08.2011 σε αναρρωτική άδεια και μετά σε άδεια τοκετού.].

Σημειωτέον ότι από τους ως άνω 12, προσληφθέντες υπό της εναγομένης, κατά τον ίδιο (με την ενάγουσα) τρόπο, ήτοι με σύμβαση ορισμένου χρόνου και δοκιμαστική περίοδο, προερχόμενους από την ίδια με την ενάγουσα θυγατρική της εναγομένης, ουδείς (εκτός της ενάγουσας) απελύθη μετά το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου .

Ενισχυτικό τούτου είναι και η (περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του (ασκήσαντος πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας) Συλλόγου Υπαλλήλων Γενικής Τράπεζας, Ν. I.., ο οποίος επιβεβαιώνει ενόρκως και μετά λόγου γνώσεως ότι " Από την ομάδα των 12 ήταν η μοναδική που απελύθη".

Αλλά και η ενόρκως βεβαιούσα Δ. Σ. στην υπό της εναγομένης μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ’ αρ. .../7-6-2012 ένορκη βεβαίωσή της επιβεβαιώνει ενόρκως μετά λόγου γνώσεως ότι από τους ανωτέρω συναδέλφους της ενάγουσας ουδείς απελύθη, καταθέτοντας σε σχέση με την ενάγουσα: "κυρίως λόγω της ανάρμοστης συμπεριφοράς της κρίναμε ότι δεν ήταν κατάλληλη για να τταραμείνει στην υπηρεσία μετά τη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου, σε αντίθεση με τους λοιπούς συναδέλφους της οι οποίοι βρίσκονται ακόμη στην τράπεζα".

Εν όψει όλων των προαναφερθέντων αποδείχτηκε ότι η από 15-7-2011 σύμβαση εργασίας που συνήψε η ενάγουσα με την τώρα εναγόμενη Τράπεζα ήταν σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, στην οποία ρητώς είχε συμφωνηθεί η διάρκεια αυτής και συγκεκριμένα είχε συμφωνηθεί τόσον α) η έναρξη της εργασιακής σχέσης από τις 01.08.2011 (οπότε η προσλαμβανόμενη (τώρα ενάγουσα)" οφείλει να παρουσιαστεί στην Τράπεζα για ανάληψη υπηρεσίας) όσον και β) η λήξη στις 31.01.2012 , με εξάμηνη περίοδο δοκιμασίας που έληγε (η εξάμηνη περίοδος δοκιμασίας ) στις 31.1.2012 , τα δε συμβαλλόμενα μέρη γνώριζαν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης τόσον της σύμβασης, όσον και της δοκιμαστικής περιόδου αυτής.

Δεν αποδείχτηκε εξάλλου, εν όψει και όλων των προαναφερθέντων ότι ο καθορισμός της διάρκειας της προαναφερόμενης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, όσον και της δοκιμαστικής περιόδου αυτής, είχε τεθεί σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του νόμου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα - εφεσίβλητη, αλλά αντιθέτως αποδείχτηκε ότι διάρκεια τόσον της προαναφερόμενης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, όσον και της δοκιμαστικής περιόδου αυτής δικαιολογείτο από την φύση της συμβάσεως και τις (προαναφερθείσες αναλυτικά) πρόσκαιρες ανάγκες της εναγομένης.

Επομένως, εν όψει και όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, Α) αποδείχτηκε ότι η σύμβαση εργασίας που συνέδεε τους τώρα διαδίκους ήταν η προαναφερόμενη από 15-7-2011 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και διάρκεια από τις 01.08.2011, οπότε η προσλαμβανόμενη (τώρα ενάγουσα) " οφείλει να παρουσιαστεί στην Τράπεζα για ανάληψη υπηρεσίας" μέχρι τις 31.01.2012, με εξάμηνη περίοδο δοκιμασίας που έληγε (η εξάμηνη περίοδος δοκιμασίας) στις 31.1.2012.

Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας πως η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους στην πραγματικότητα ήταν μία ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με χρόνο έναρξης τις 5-7-1999, οπότε η ενάγουσα άρχισε να παρέχει την εργασία της στην προηγούμενη εργοδότριά της Α.Ε με την επωνυμία "...

Α.Ε.", ιδία εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων, αλλά και του ότι δεν αποδείχτηκε ότι επήλθε καθολική διαδοχή δια απορροφήσεως , ούτε οιαδήποτε σύγχυση, μεταξύ της νομικής προσωπικότητας της (μέχρι τις 31- 7- 2011 εργοδότριας της ενάγουσας) Α.Ε με την επωνυμία "... Α.Ε." και της νομικής προσωπικότητας της τώρα εναγομένης Τράπεζας "...

ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.. Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε άλλως και αναγνώρισε ότι την ενάγουσα συνέδεε με την εναγομένη Τράπεζα μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αρχόμενη από τις 5-7-1999, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γενόμενου δεκτού ως βάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου της υπό κρίση έφεσης".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν συνδεόταν με την εναγομένη Τράπεζα με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αρχόμενη από τις 5-7-1999, αλλά συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι δεν επήλθε μεταβίβαση της επιχείρησης " ...

A Ε " ή τμήματος αυτής .συμβατική ή νόμιμη, στην εναγομένη Τράπεζα και ότι η τελευταία δεν απορρόφησε την πρώτη - θυγατρική της εταιρεία ή τμήματος αυτής, που ήταν αυτόνομη και αυτοτελής. Ακόμη με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών κανόνων δικαίου.

Τούτο, γιατί διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή, 1) η ενάγουσα δεν συνδεόταν με την εναγομένη Τράπεζα με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αρχόμενη από τις 5-7- 1999, αλλά συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι δεν επήλθε μεταβίβαση της επιχείρησης " ...

Α Ε " ή τμήματος αυτής ,συμβατική ή νόμιμη, στην εναγομένη Τράπεζα και η τελευταία δεν απορρόφησε την πρώτη εταιρεία ή τμήματος αυτής, που ήταν θυγατρική της και της οποίας ήταν η εναγομένη μοναδική της μέτοχος. Ειδικότερα, η παραδοχή ότι δεν επήλθε μεταβίβαση της επιχείρησης " ... AΕ " ή τμήματος αυτής στην εναγομένη Τράπεζα και ότι η τελευταία δεν απορρόφησε την πρώτη εταιρεία ή τμήματος αυτής, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι η " ...

ΑΕ" ήταν θυγατρική της εναγομένης και ότι η εναγομένη ήταν και είναι μοναδική της μέτοχος. Εξάλλου η παραδοχή της απόφασης ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας λύθηκε αυτοδικαίως μετά το πέρας της συμφωνημένης εξάμηνης δοκιμαστικής περιόδου, που ανακοινώθηκε στην αναιρεσείουσα από την αναιρεσίβλητη με το προαναφερθέν έγγραφο της τελευταίας, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη προέβη (χωρίς να υποχρεούται) σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας με κίνητρο την καταβολή αποζημίωσης ποσού 13.968,33 ευρώ στην αναιρεσείουσα για ανθρωπιστικούς λόγους.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος, κατά ένα μέρος, λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

3. Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 178/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και τέταρτο, κατά ένα μέρος, λόγους αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, 1) περί ακυρότητας της γενόμενης από την αναιρεσίβλητη καταγγελίας της ένδικη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που τους συνέδεε, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης και 2) περί μεταβιβάσεως τμήματος της επιχείρησης "...

ΑΕ" πρώην εργοδότη της προς την αναιρεσίβλητη-μητρική Τράπεζα. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι το δικαστήριο τους έλαβε υπόψη και τους απέρριψε εκ των πραγμάτων δεχθέν ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που τους συγκροτούν. Επομένως, οι ανωτέρω τελευταίοι λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 8, 1 και 19, αλλά πράγματι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Τέλος, η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.12.2014 αίτηση της Γ. Γ. του Β., για αναίρεση της 1228/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ( 4ου Τμήματος).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ