Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
991/2019 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against first instance judgment rejecting timely administrative notice due to private law nature of debt.

Geschäftsnummer 991/2019
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court granted the appellant's request to appeal the first-instance judgment that had rejected a timely administrative notice. The appellant argued that the underlying debt relationship was private in nature, rendering the notice exempt from strict administrative deadlines. The court agreed, ruling that the specific legal relationship involved a private loan contract rather than a public administrative act, thereby invalidating the lower court's application of restrictive time limits.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 73 and 75 of the Code of Administrative Procedure; The court established that administrative notices arising from private law relationships are not subject to strict administrative deadlines and must be evaluated under the relevant civil procedure rules.

Schlagwörter

KI-generiert
administrative notice private law relationship statute of limitations appeal admissibility civil debt collection Verfahrensverschleppung Rücknahme der Verwaltungsverfügung Verfahrensverletzungen

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 552, 553, 556, 558, 560, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 94 of the Constitution
Article 2 of the Code of Administrative Procedure
Article 73 of the Code of Administrative Procedure
Article 75 of the Code of Administrative Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 5 of Law 3210/1955
Article 22 of Law 3693/1957

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Administrative Court 3527/2000
Supreme Court 210/1996
Supreme Court 204/2017
Supreme Court 1840/2017
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 991 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 991/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Π. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κωνσταντίνου, που ανακάλεσε την από 4/1/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΕΦΚΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά καθ'ου η ανακοπή, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (ΕΤΑΑ) - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (ΤΑΝ)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 365/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/4/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 17-4-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 365/2017 τελεσίδικη απόφαση του Moνομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το οποίο δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 81/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 2-5-23014 ανακοπή της αναιρεσείουσας για ακύρωση της αναφερόμενης απόφασης καταλογισμού οφειλής της Διευθύντριας του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την εν λόγω έφεση, εξαφάνισε την πιο πάνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας και απέρριψε την ανακοπή ως εκπρόθεσμη. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 560, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Από τις διαφορές αυτές όσες δεν έχουν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους μέσα σε πέντε έτη από την ισχύ του Συντάγματος, η προθεσμία δε αυτή μπορεί να παρατείνεται με νόμο.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας που τους ανατίθενται με νόμο. Κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983 όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν είχαν μέχρι τότε υπαχθεί σ' αυτήν, μεταξύ δε των διαφορών αυτών, οι οποίες μνημονεύονται ενδεικτικά στην παρ. 2 του εν λόγω άρθρου 1, περιλαμβάνονται (και αναφέρονται ειδικά υπό στοιχείο ια') και οι αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (ν.δ. 356/1974).

Όλες, όμως, οι διαφορές που ανακύπτουν κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων δεν αποτελούν διοικητικές διαφορές ουσίας, διότι είναι δυνατόν να προέρχονται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του Δημοσίου ή των λοιπών προσώπων, στα οποία εφαρμόζεται ο ΚΕΔΕ, και του οφειλέτη τους. Κριτήριο δε προκειμένου μία τέτοια διαφορά να θεωρηθεί ως διοικητική ή ιδιωτική, αποτελεί η φύση της απαίτησης που αποδεικνύεται από τον τίτλο του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, ο οποίος αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης.

Έτσι, αν η απαίτηση αυτή είναι ιδιωτικού δικαίου, τότε και η διαφορά που ανακύπτει κατά την επιδίωξη της αναγκαστικής είσπραξής της είναι ιδιωτική και η φύση της δεν μεταβάλλεται από την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοίκησης και την είσπραξή της από το δημόσιο ταμείο (ΑΕΔ 14/2003, ΑΕΔ 8/1989, ΑΠ 210/1996, ΣτΕ 3527/2000).

Επομένως, στην περίπτωση που επισπεύδεται ή επίκειται αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση απαίτησης του Δημοσίου, όταν αυτή (απαίτηση) προέρχεται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ αυτού και του οφειλέτη του, τότε ο τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, που αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης, αποδεικνύει ιδιωτική απαίτηση του Δημοσίου και η διαφορά που δημιουργείται φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, για την εκδίκαση της οποίας έχουν δικαιοδοσία και μετά την ισχύ του ν. 1406/1983 τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 1245/2010, ΣτΕ 3527/2000).

Περαιτέρω, στο άρθρο 73 του ν.δ. 356/1974 "περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ), το οποίο έχει τον υπέρτιτλο "Ανακοπαί υπό του οφειλέτου" ορίζονται τα εξής: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται : α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:

α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.

δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρούμενων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ προβλέπει δύο είδη ανακοπών.

Την ανακοπή που ασκείται πριν από την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης και την ανακοπή που ασκείται κατά της αρξάμενης εκτέλεσης για τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους (numerus clausus) στις δύο παραπάνω παραγράφους του ίδιου άρθρου. Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 και 2 του ΚΕΔΕ, καθορίζεται ο νόμιμος τίτλος, με βάση τον οποίο μπορεί να γίνει είσπραξη των εσόδων του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ ως προς τα οποία προβλέπεται η εφαρμογή του.

Αν δεν υπάρχει ο από τα ως άνω άρθρα προβλεπόμενος νόμιμος τίτλος ή αυτός είναι άκυρος, τότε δεν επιτρέπεται και είναι άκυρη η διοικητική εκτέλεση. Ακόμη, η ως άνω ανακοπή του άρθρου 73 ΚΕΔΕ είναι απρόθεσμη, καθώς δεν τάσσεται από το νόμο προθεσμία για την άσκησή της ενόσω διαρκεί η εκτέλεση (σε ορισμένες όμως περιπτώσεις η προθεσμία οριοθετείται σε συνδυασμό με το άρθρο 75 παρ. 2 του ΚΕΔΕ και λήγει με την πάροδο δέκα ημερών από την επόμενη ημέρα του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης για τον οφειλέτη και τους ενυπόθηκους δανειστές).

Πρέπει δε να τονιστεί ότι το άρθρο 934 ΚΠολΔ, το οποίο αναφέρεται στην προσβολή των πράξεων της (κοινής) αναγκαστικής εκτέλεσης δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση της διοικητικής εκτέλεσης λόγω της ειδικής ρύθμισης του ΚΕΔΕ. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, στις περιπτώσεις που ανατίθεται από το νόμο η είσπραξη των εσόδων άλλων νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, εφαρμόζονται για την είσπραξή τους οι διατάξεις του άνω ν.δ. (356/1974 - ΚΕΔΕ).

Περαιτέρω, με το άρθρο 25 του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α'58) το Ταμείο Νομικών εντάχθηκε στο συσταθέν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ)", ως Τομέας αυτού με πλήρη λογιστική και οικονομική αυτοτέλεια, ήδη δε αυτό σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 4378/2016 εντάχθηκε από 1-1-2017 στο Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης-Ε.Φ.Κ.Α.". Επίσης, στις πιο πάνω ανακοπές κατά τον ΚΕΔΕ, στις οποίες τα έσοδα αναφέρονται σε απαιτήσεις ιδιωτικού δικαίου και εκδικάζονται από τα πολιτικά δικαστήρια, εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις αυτού (ΚΕΔΕ) και οι αρμόζουσες διατάξεις του ΚΠολΔ.

Στην περίπτωση δε αυτή δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/2019, όπως τροποποιήθηκε με τους ν. 3659/2008, 3900/2010 και 4055/2012) και ειδικότερα οι διατάξεις των άρθρων 285 παρ. 1 και 2α, 210 παρ. 1β' και 220 παρ. 1α', με την τελευταία από τις οποίες καθιερώνεται ως προς τις ανακοπές του ΚΕΔΕ προθεσμία τριάντα (30) ημερών, που αρχίζει από την επίδοση, άλλως από την πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης.

Τούτο δε διότι οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο από τα διοικητικά δικαστήρια κατά την εκδίκαση των ανακοπών του ΚΕΔΕ, που αφορούν σε απαιτήσεις δημοσίου δικαίου, ενώ τα πολιτικά δικαστήρια εξακολουθούν να εφαρμόζουν μόνο τις ως άνω διατάξεις του ΚΕΔΕ και τις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ. Επομένως, είναι φανερό ότι μετά την εισαγωγή του ΚΔΔ η ανακοπή κατά τον ΚΕΔΕ δεν είναι πλέον ενιαία και για τις δύο πιο πάνω δικαιοδοσίες και στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο ανακοπές με διαφορετική δικονομική ρύθμιση.

Δηλαδή, μετά την έναρξη ισχύος του ΚΔΔ, καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 73 επ. του ΚΕΔΕ για τα αναφερόμενα ζητήματα μόνο ως προς τις απαιτήσεις δημοσίου δικαίου, αλλά παρέμειναν σε ισχύ ως προς τις απαιτήσεις ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχεται η απόφαση για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, η οποία (παράβαση) συντελείται τόσο με ψευδή ερμηνεία όσον και με εσφαλμένη εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτούς των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Ο έλεγχος της παράβασης γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης, προς εξεύρεση δε της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα.

Επίσης, θεωρούνται κανόνες ουσιαστικού δικαίου και οι δικονομικοί, εφόσον ρυθμίζουν όχι τη διαδικασία, αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, θεμελιώνουν δηλαδή την κριθείσα έννομη συνέπεια (ΑΠ 147/1994). Έτσι, έχει κριθεί ότι με ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ περί αναγκαστικής εκτέλεσης ασκείται ουσιαστικό δικαίωμα, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού τους, που είναι η ικανοποίηση του ουσιαστικού δικαιώματος των δανειστών (ΑΠ 1258/1997, ΑΠ 354/2010), μεταξύ δε αυτών σαφώς περιλαμβάνονται και οι διατάξεις των άρθρων 73 επ.

του ΚΕΔΕ περί ανακοπών του οφειλέτη. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2014 ανακοπή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας ζήτησε για τους αναφερόμενους λόγους να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 1804/20-5-2013 απόφαση καταλογισμού οφειλής προς είσπραξη κατά τον ΚΕΔΕ της Διευθύντριας Οικονομικού του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, η υπ' αριθ. 5546/1-11-2013 ατομική ειδοποίηση χρεών της ….Δ.Ο.Υ.

….και η υπ' αριθ. ΑΤΒ 6347/Γραμμή ΧΚ 3/22-10-2013 ταμειακή βεβαίωση του ως άνω Προϊσταμένου, δυνάμει των οποίων επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της για οφειλές της προς το ως άνω Ταμείο, που προέρχονται από σύμβαση δανείου ποσού 4.402 ευρώ που συνήψε με το Ταμείο Νομικών, του οποίου καθολικός διάδοχος υπήρξε το ως άνω Ταμείο ( ΕΤΑΑ-ΤΑΝ) και ήδη το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. (ΕΦΚΑ).

Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 81/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, που έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή, ακύρωσε την πιο πάνω απόφαση της Διευθύντριας Οικονομικού του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ και την σχετική ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της …. Δ.Ο.Υ. …. για το ποσό των 4.694,26 ευρώ και επικύρωσε τις ίδιες ως άνω προσβαλλόμενες πράξεις για ποσό 3.129,52 ευρώ.

Ακολούθως, μετά την άσκηση έφεσης από το αναιρεσίβλητο, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 365/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πιο πάνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας και, κρατώντας την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη ανακοπή ως εκπρόθεσμη. Ειδικότερα, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας δέχθηκε τα εξής: "Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 522, 524 §1, 525, 526, 536 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το εφετείο, στο οποίο με την έφεση μεταβιβάζεται η υπόθεση, έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει οίκοθεν το νόμω βάσιμο, το ορισμένο και το παραδεκτό αυτής με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά και να απορρίψει αυτήν αν δεν στηρίζεται στο νόμο, είναι αόριστη ή απαράδεκτη, αρκεί να ζητεί την απόρριψη της ο εκκαλών, έστω και για άλλο λόγο και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη για τον εφεσίβλητο απόφαση χωρίς την άσκηση εκ μέρους του ιδίας εφέσεως ή αντεφέσεως...Περαιτέρω, κατά το άρθρο 285 §§1 και 2α Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999) ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος αυτού (ήτοι από 17-7-1999) καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη, η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από αυτόν, ενώ κατ' εξαίρεση διατηρούν την ισχύ τους οι δικονομικού περιεχομένου διατάξεις ως προς τις οποίες γίνεται ρητή επιφύλαξη στις επιμέρους διατάξεις του:

Κώδικα. Ειδικότερα ως προς τις ανακοπές που προβλεπόταν στον Κ.Ε.Δ.Ε. ισχύουν πλέον τα άρθρα 216 επ. του ΚΔΔ. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα άρθρα 217§ 1β' και 220§1α' και ε' ανακοπή χωρεί κατά πράξης, που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης, η οποία ασκείται μέσα σε προθεσμία 30 ημερών, που αρχίζει από την επίδοση, αλλιώς από την πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης.

Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι μετά την εισαγωγή του ΚΔΔ, η ανακοπή του οφειλέτη ασκείται εντός 30 ημερών από την πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, την ανακοπή και τις προτάσεις της ανακόπτουσας και ήδη εφεσίβλητης, η τελευταία με βεβαιότητα είχε λάβει γνώση των προσβαλλόμενων πράξεων πριν τις 29-11-2013.

Η υπό κρίση ανακοπή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Λάρισας μόλις στις 2-5-2014 και επιδόθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο στο καθ' ου η ανακοπή. Δηλαδή η ανακοπή ασκήθηκε μετά την πάροδο 30 ημερών και συνεπώς αυτή θα έπρεπε να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη". Έτσι που έκρινε το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία, αφού εξαφάνισε την πιο πάνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την ένδικη ανακοπή κατά τον ΚΕΔΕ, που προέρχεται από σύμβαση δανείου, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 73 επ.

του ΚΕΔΕ και εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε να εφαρμόσει, τις ανωτέρω διατάξεις του ΚΔΔ, ως προς το ζήτημα της άσκησης της ανακοπής του οφειλέτη και της προθεσμίας αυτής. Τούτο δε διότι η εν λόγω ανακοπή παραδεκτώς και αρμοδίως εισήχθη ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο είχε δικαιοδοσία προς εκδίκασή της, αφού η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο νόμιμος τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, είναι έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου (σύμβαση δανείου που συνήψε με την αναιρεσείουσα το Ταμείο Νομικών ενεργώντας ως fiscus), ενώ η ιδιωτική φύση της επίδικης απαίτησης δεν μεταβάλλεται με την παρεμβολή της διοικητικής εκτέλεσης (ΣτΕ 3527/2000, ΑΠ 210/1996).

Επιπλέον, η εν λόγω ανακοπή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως (άρθρο 73 παρ. 1 ΚΕΔΕ), εφόσον αυτή προέρχεται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του πιο πάνω ΝΠΔΔ (του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσίβλητο) και της αναιρεσείουσας οφειλέτη του. Mε τα δεδομένα αυτά, εφόσον ο ένδικος τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ αναφέρεται σε ιδιωτική απαίτηση του Δημοσίου και η διαφορά που δημιουργείται φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, η εν λόγω ανακοπή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν υπόκειται σε προθεσμία και δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτής οι πιο πάνω διατάξεις του ΚΔΔ, αλλά οι διατάξεις των άρθρων 73 και 75 του ΚΕΔΕ, τις οποίες το ως άνω Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε.

Επομένως, ο προβαλλόμενος από τον αριθ. 1α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης (ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1840/2017), καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπολοίπων λόγων της αναίρεσης, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στους αριθ. 3 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή την αναίρεση της απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου και απορρίφθηκε η ένδικη ανακοπή.

Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει αυτή καταθέσει (άρθ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, που νικήθηκε στη δίκη, να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176 και 183), μειωμένα όμως κατ' άρθρ. 5 του ν. 3210/1955 και 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΕΧΕΤΑΙ την από 17-4-2018 αίτηση της Δ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 365/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως εφετείο.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 365/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει αυτή καταθέσει. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ