Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
991/2014 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against appeal judgment for inadmissible argument regarding non-existent first-instance ruling.

Geschäftsnummer 991/2014
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appeal judgment of the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific arguments from the first instance regarding unfair competition, claiming this left those arguments undetermined. The court ruled that since the first-instance judgment was extinguished by the appeal judgment, which rejected the claim as legally inadmissible rather than substantively unfounded, the appellant's complaint about unexamined arguments was irrelevant and inadmissible.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 559 para. 8b, 9g of the Code of Civil Procedure; When an appeal judgment rejects a claim as legally inadmissible, extinguishing the first-instance judgment, complaints regarding arguments not considered in the first instance are inadmissible as the first-instance judgment no longer exists.

Schlagwörter

KI-generiert
inadmissible appeal argument extinguished first instance judgment legal inadmissibility vs substantive unfair competition claim Code of Civil Procedure

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 559 para. 8b of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 9g of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 189 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 991 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 991/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", η οποία εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιόπη Τσιάγκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Της εταιρείας με την επωνυμία "…", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον H. H., κάτοικο ... και 2.Της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ALDI HELLAS SUPERMARKET ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΠΕ & ΣΙΑ ΕΕ", ήδη υπό εκκαθάριση, η οποία εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα από την ομόρρυθμη εταίρο και εκκαθαριστή αυτής εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ALDI Ελλάς Supermarket Συμμετοχική ΕΠΕ", η οποία εδρεύει στον Δήμο … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παρασκευά Αρβανιτάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαΐου 2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18058/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 886/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Ιουλίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 1 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 866/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την από 15.10.2010 έφεση της αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 18058/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που η απόφαση αυτή απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 20.5.2010 αγωγή της αναιρεσείουσας σε σχέση με τις αξιώσεις της από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, που όπως ισχυρίζεται προκλήθηκε σε βάρος της από τη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή της κατά τις αξιώσεις της αυτές, ενώ ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες με την ένδικη αγωγή της αξιώσεις της από την επικαλούμενη παράνομη από μέρους της δεύτερης αναιρεσίβλητης προσβολή του αλλοδαπού σήματος SINGER, του οποίου αυτή (αναιρεσείουσα) έχει την άδεια της αποκλειστικής χρήσης στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια, η αγωγή της απορρίφθηκε ως αόριστη ήδη με την πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε κατά το κεφάλαιο αυτό με την εφετειακή απόφαση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Κατά το άρθρ. 1 του ν. 146/1914, απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη της πράξης και προς ανόρθωση της ζημίας που η πράξη προκάλεσε.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί γενική ρήτρα κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, ουσιώδης προϋπόθεση για τη δημιουργία αξίωσης προς παράλειψη πράξης που γίνεται από το φορέα επιχείρησης κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές της, είναι ο σκοπός ανταγωνισμού από τον οποίο πρέπει να κυριαρχείται η πράξη και η αντίθεσή της προς τα χρηστά ήθη.

Σκοπός ανταγωνισμού υπάρχει όταν η πράξη γίνεται με πρόθεση ενίσχυσης του ίδιου ή ξένου ανταγωνισμού και είναι αντικειμενικά πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον ανταγωνισμό, δηλαδή απαιτείται σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του ωφελούμενου από τον ανταγωνισμό και τρίτων, οι οποίοι πάντως δεν προστατεύονται από κάθε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, αλλά μόνον από εκείνη που επιδρά αρνητικά στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ή απειλεί την ανταγωνιστική συμπεριφορά τους.

Πρόθεση βλάβης του ανταγωνιστή δεν απαιτείται και ούτε είναι αναγκαίο ο σκοπός ανταγωνισμού να αποτελεί το μόνο σκοπό της πράξης. Η ύπαρξη σκοπού ανταγωνισμού είναι ζήτημα πραγματικό που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ αόριστη νομική έννοια, δηλαδή έννοια που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της, αποτελούν τα χρηστά ήθη, ως προς τα οποία, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτά εξειδικεύονται, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Κριτήριο εξειδίκευσης των χρηστών ηθών αποτελούν κατ' αρχήν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, με βάση τις οποίες η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά (ΑΠ 1346/2000? 55/2003).

Ωστόσο η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά οφείλει να διαμορφώνεται με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία.

Αντικείμενο δηλαδή προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ' επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό δεν συνιστά αφ' εαυτής αθέμιτη ενέργεια η διατάραξη συμβάσεων αποκλειστικής ή και επιλεκτικής διανομής με οργάνωση δικτύου, δηλαδή συμβάσεων μεταξύ επιχειρήσεων που αναπτύσσουν δραστηριότητα σε διαφορετικό η κάθε μια επίπεδο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής (κάθετες συμφωνίες ή συμπράξεις), εισάγοντας ποικίλους περιορισμούς (τιμολογιακούς, γεωγραφικούς, πελατειακούς κλπ) στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, που είναι ανεκτοί, εφόσον είναι συμβατοί με τις διατάξεις των άρθρ. 101 και 102 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρ. 81 και 82 της ΣΕΚ), 1 και 2 του ν. 3959/2011 (πρώην άρθρ. 1 και 2 του ν. 703/1977) και του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 330/2010/ΕΕ, που αντικατέστησε από 1.6.2010 τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2790/ 1999/ΕΚ, ρυθμίζοντας, όπως και αυτός, κατά κατηγορίες συγγενών συμφωνιών (en bloc) την απαλλαγή τους από τις δεσμεύσεις της παρ. 1 του άρθρ. 101 της ΣΛΕΕ (βλ.

και ΔΕΚ 25.10.1977, METRO Ι, 26/1976, σκέψεις 20 και 21, Συλλ 1977.567? ΑΠ 1063/2011). Έτσι η ύπαρξη σύμβασης αποκλειστικής διανομής ναι μεν δημιουργεί ενοχικής φύσης δέσμευση για τα μέρη, την οποία υποχρεούνται να σέβονται και μάλιστα αν η σύμβαση είναι μέρος δικτύου επιλεκτικής διανομής υποχρεούνται οι περισσότεροι διανομείς να μην συναλλάσσονται με διανομείς εκτός δικτύου (ΔΕΚ 25.10.1977, METRO Ι, 26/1976, σκέψη 27, Συλλ 1977.567), αφού τότε το όλο σύστημα θα καθίστατο de facto μη επιλεκτικό, όμως τρίτοι, που δεν καλύπτονται από τον ενοχικό δεσμό της σύμβασης αποκλειστικής ή και επιλεκτικής διανομής, δεν εμποδίζονται από τις αντίστοιχες ρήτρες αποκλειστικότητας των συμβάσεων αυτών να προβούν σε διακίνηση γνήσιων προϊόντων του δικτύου επιλεκτικής διανομής μεταξύ των περισσότερων αγορών του δικτύου, δηλαδή σε εισαγωγές ή εξαγωγές παράλληλες με αυτές των αποκλειστικών διανομέων του δικτύου με σκοπό τη διάθεση των προϊόντων στην αντίστοιχη αγορά (ΔΕΚ 25.10.1983, AEG, 107/1982, σκέψη 96, Συλλ 1983.3151), αφού ο φορέας του σχετικού δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας με ισχύ σε συγκεκριμένη εθνική ή και υπερεθνική περιοχή, όπως αυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανάλωσε το δικαίωμά του με τη θέση ήδη του προϊόντος σε κυκλοφορία στην περιοχή ισχύος του δικαιώματός του, με συνέπεια να μην μπορεί έκτοτε να ελέγξει την κυκλοφορία του στην ίδια περιοχή.

Η αρχή αυτή της ανάλωσης του δικαιώματος προκειμένου για σηματοδοτημένα προϊόντα που κυκλοφορούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο αποτελεί ευθεία ρύθμιση που περιέχεται στο άρθρ. 7 της Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988 και αντίστοιχα στο άρθρ. 128 του ν. 4072/2012 για τα σήματα (πρώην άρθρ. 20§3 του ν. 2239/1994), γίνεται όμως η επιφύλαξη ότι ανάλωση δεν επέρχεται, αν ο σηματούχος έχει εύλογη αιτία να αντιταχθεί στην μεταγενέστερη εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων (ΔΕΚ 1.7.1999, Sebago, C-173/98, Συλλ 1999.Ι-4103? ΔΕΚ 23.4.2002, Boehringer Ingelheim, C-143/00, σκέψεις 18 και 31, Συλλ 2000.Ι-3759).

Εφόσον λοιπόν η θέση σε κυκλοφορία προϊόντος, που προστατεύεται με δικαίωμα βιομηχανικής ιδιοκτησίας και γίνεται με τη συναίνεση του δικαιούχου, οδηγεί στην ελεύθερη πλέον κυκλοφορία του προϊόντος μέσα στα όρια της περιοχής ισχύος του σχετικού δικαιώματος, έπεται ότι η εισαγωγή και η κυκλοφορία του από οποιονδήποτε και αν γίνεται στην περιοχή αυτή είναι κατ' αρχήν θεμιτή και δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, που πάντως είναι ανεξάρτητες από το ίδιο το γεγονός της εισαγωγής και κυκλοφορίας, όπως προπάντων συμβαίνει όταν ο παράλληλος εισαγωγέας συντελεί με απειλές ή παραπλανητικές δηλώσεις και παραστάσεις στην αθέτηση από τον παραγωγό της συμφωνίας αποκλειστικής ή και επιλεκτικής διάθεσης των προϊόντων του ή κατά τον ίδιο τρόπο εξαναγκάζει ή παραπλανά διανομέα του συστήματος αυτού να προκαλέσει ρήγμα στο σύστημα.

Η παράλληλη εισαγωγή δεν είναι αθέμιτη ακόμη και αν αφορά προϊόντα για τα οποία έχει συμφωνηθεί ρήτρα απαγορευτική της πολλαπλής εξαγωγής τους σε περισσότερα διαδοχικά κράτη ή αν ο εισαγωγέας γνωρίζει την ύπαρξη αποκλειστικού διανομέα των προϊόντων στο κράτος εισαγωγής τους και μάλιστα ότι αυτός επένδυσε στη δημιουργία δικτύου διανομής, ενώ και η διάθεση των προϊόντων μετά την εισαγωγή τους σε τιμές μικρότερες απ' αυτές του επίσημου διανομέα δεν αρκεί για να καταστήσει αθέμιτη την όλη ανταγωνιστική συμπεριφορά του παράλληλου εισαγωγέα, ο οποίος δικαιούται εξ άλλου να χρησιμοποιεί και το σήμα του παραγωγού στο μέτρο που δεν το υποβαθμίζει και η χρήση του είναι αναγκαία για να αναγγείλει στο καταναλωτικό κοινό τη διάθεση των εισαγόμενων προϊόντων (ΔΕΚ 23.2.1999, BMW, C-63/1997, Συλλ 1999.Ι-905), τα οποία καλύπτονται και αυτά από την εγγύηση ποιότητας του παραγωγού (ΔΕΚ 10.12.1985, ΕΤΑ Fabriques d' Ebauches, 31/85, σκέψη 18, Συλλ 1985.3933).

Γενικότερα η σχετικότητα των ενοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπει την προστασία των συμβαλλομένων έναντι προσβολών των δικαιωμάτων τους από τρίτους παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και κυρίως όταν θίγονται τα χρηστά ήθη (βλ. άρθρ. 919 ΑΚ), οπότε σε επίπεδο ανταγωνιστικής συμπεριφοράς η προσβολή είναι ασφαλώς αθέμιτη και απαγορευμένη κατά την έννοια του άρθρ. 1 του ν. 146/1914.

Έτσι η διατάραξη από τρίτο σύμβασης αποκλειστικής ή και επιλεκτικής διανομής δεν είναι αθέμιτη απλώς και μόνον επειδή ο τρίτος γνωρίζει την ύπαρξή της, ενδέχεται όμως να συνιστά αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά όταν ο τρίτος με σκοπό να αποκτήσει οικονομικό προβάδισμα στην εσωτερική αγορά έναντι των ανταγωνιστών του έχει διαβεβαιώσει ψευδώς τον συμβατικά δεσμευόμενο παραγωγό ή διανομέα ότι τα προϊόντα του προορίζονται για περιοχή όπου δεν ισχύει η δέσμευσή του.

Κατά την ίδια έννοια η υποτίμηση ως πράξη ανταγωνιστική είναι κατ' εξαίρεση αθέμιτη, όταν αποβλέπει στην εκτόπιση ανταγωνιστή ή πολύ περισσότερο όλων των ανταγωνιστών από την αγορά (διακινδύνευση αγοράς) και μάλιστα όταν επιτυγχάνεται με παράβαση συμβατικών ή νόμιμων δεσμεύσεων, που αποφέρει οικονομικό όφελος μετακυλιόμενο στην τιμή του προϊόντος, ενδεικτικά δε για το σκοπό αυτό κριτήρια αποτελούν η έκταση και η ένταση της υποτίμησης, η οποία είναι επίσης αθέμιτη κατά το άρθρ. 7§12 του ν. 146/1914, όταν λειτουργεί ως διαφήμιση "κράχτης" έναντι των καταναλωτών.

Αθέμιτα κατά την έννοια του άρθρ. 1 του ν. 146/1914 ενεργεί και όποιος, άμεσα ή έμμεσα, εκμεταλλεύεται τη φήμη ξένης επιχείρησης προκειμένου η θετική για την αξία των προϊόντων της γνώμη των καταναλωτών να μεταφερθεί συνειρμικά και στη δική του επιχείρηση (image transfer) ή πολύ περισσότερο για να εκληφθεί η επιχείρησή του ως μέλος δήθεν του δικτύου διανομής της ξένης επιχείρησης (παρασιτικός ανταγωνισμός), όπως αυτό ενδέχεται να συμβεί με την επιλεκτική, αλλά οπωσδήποτε συχνή, προσφορά στο καταναλωτικό κοινό προϊόντων της επιχείρησης αυτής.

Η εσφαλμένη στην αντίληψη των καταναλωτών διασύνδεση μιας επιχείρησης με ανταγωνιστική επιχείρηση μπορεί να οφείλεται και σε ανακριβείς γνωστοποιήσεις ή ανακοινώσεις που γίνονται δημόσια ως εκδήλωση ενεργητικής συμπεριφοράς (παραπλανητική διαφήμιση), οπότε πρόκειται για παράνομο ανταγωνισμό κατά την έννοια των άρθρ. 3 ή 13 του ν. 146/1914, ενώ η σιωπή εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση μόνον όταν υπάρχει υποχρέωση από ειδική διάταξη νόμου ή κατά την καλή πίστη για ενημέρωση ως προς την έλλειψη διασύνδεσης.

Όμως και άλλες συμπεριφορές, οι οποίες δεν έχουν τα χαρακτηριστικά καθαυτό γνωστοποίησης ή ανακοίνωσης, ενδέχεται να είναι αθέμιτες και συνεπώς απαγορευμένες κατά το άρθρ. 1 του ν. 146/1914, εφόσον με τη μορφή κυρίως της άμεσης ή έμμεσης παρασιτικής διαφήμισης οδηγούν σε σύγχυση τους καταναλωτές, προσβάλλοντας τις αρχές της αλήθειας και της αντικειμενικότητας.

Στο πλαίσιο αυτό και η έλλειψη συμμόρφωσης ή η ελλιπής συμμόρφωση με υποχρεώσεις από το ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, εφόσον παράλληλα επιδρά αρνητικά στη λειτουργία της αγοράς, συνιστά επίσης περίπτωση αθέμιτου ανταγωνισμού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη με την αγωγή αυτή ότι έχει την άδεια αποκλειστικής χρήσης του σήματος SINGER στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια και ότι στην ίδια περιοχή είναι αποκλειστική διανομέας των προϊόντων με το σήμα αυτό και μάλιστα μετέχει σε διεθνές κλειστό δίκτυο επιλεκτικής διανομής των ίδιων προϊόντων, στο οποίο μετέχει και η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ως αποκλειστική διανομέας των προϊόντων SINGER στην Αυστρία και στην Ελβετία, έχοντας όλα τα μέλη του δικτύου την υποχρέωση έναντι της παραγωγού εταιρείας να μην εξάγουν τα προϊόντα SINGER σε περιοχή άλλη από αυτή για την οποία τους παραχωρήθηκε το δικαίωμα της αποκλειστικής διανομής των προϊόντων, πρόβαλε αξιώσεις άρσης και παράλειψης στο μέλλον των πράξεων αθέμιτου και παράνομου ανταγωνισμού, που κατά τους ισχυρισμούς της μετήλθαν σε βάρος της οι αναιρεσίβλητες, καθώς και συναφείς κατ' αυτών αξιώσεις της αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της για την ίδια αιτία, επικαλούμενη ειδικότερα ότι οι αναιρεσίβλητες διατάραξαν ανεπίτρεπτα το κλειστό δίκτυο επιλεκτικής διανομής των προϊόντων SINGER με σκοπό να την ανταγωνισθούν αθέμιτα και να αποκτήσουν έτσι σε βάρος της αντίστοιχο περιουσιακό όφελος, αφού η μεν πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά παράβαση συμβατικής υποχρέωσής της, δέχθηκε να εξαγάγει στην Ελλάδα ραπτομηχανές με το σήμα SINGER, η δε δεύτερη αναιρεσίβλητη, για λογαριασμό της οποίας εξήχθησαν οι ραπτομηχανές, τις εισήγαγε και τις διέθεσε στην ελληνική αγορά χωρίς να είναι η ίδια μέλος του κλειστού δικτύου επιλεκτικής διανομής των προϊόντων SINGER, μ' αποτέλεσμα από τη διάθεση των ως άνω ραπτομηχανών, που αναγγέλθηκε με διαφημιστικό φυλλάδιο στις 18.1.2009 ως ιδιαίτερα ευνοϊκή προσφορά και έγινε στις 22.1.2009 από τα εκπτωτικά καταστήματα (discounter supermarkets) της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην ιδιαίτερα χαμηλή των 99,99 ευρώ για κάθε ραπτομηχανή αντί της κανονικής τιμής των 289 ευρώ, δηλαδή λειτούργησε ως διαφήμιση "κράχτης" και για τα λοιπά είδη των καταστημάτων αυτών, να δημιουργηθεί η εσφαλμένη εντύπωση στο καταναλωτικό κοινό ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη ήταν δήθεν μέλος του δικτύου διανομής της αναιρεσείουσας και ότι συνεπώς θα καλύπτονταν από τις παρεχόμενες από το δίκτυο αυτό υπηρεσίες εξυπηρέτησης και οι ραπτομηχανές, που η δεύτερη αναιρεσίβλητη, εκμεταλλευόμενη τη μεγάλη επιχειρηματική φήμη της αντιδίκου της, συγχρόνως όμως υποβαθμίζοντας τη φήμη των προϊόντων SINGER, διέθεσε στους καταναλωτές, τους οποίους, ωστόσο, δεν ενημέρωσε, όπως όφειλε, για το ότι η ίδια δεν θα παρείχε μετά των πώληση των ραπτομηχανών υπηρεσίες εξυπηρέτησης (after sales service).

Το Εφετείο έκρινε μη νόμιμες τις σχετικές από τον αθέμιτο ανταγωνισμό ως άνω αξιώσεις της αναιρεσείουσας και απέρριψε ως προς αυτές την ένδικη αγωγή της, που είχε με την πρωτόδικη απόφαση απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το ίδιο κεφάλαιο, διαλαμβάνοντας μεταξύ άλλων στην παραδεκτά επισκοπούμενη απόφασή του και τις ακόλουθες αιτιολογίες: "Η παράλληλη εισαγωγή από τη δεύτερη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη) των ένδικων ραπτομηχανών, των οποίων την αποκλειστική εισαγωγή και αντιπροσώπευση στην Ελλάδα έχει η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) και οι οποίες δεν φέρονται ποσώς ως μη γνήσιες, αλλά προέρχονται από την ίδια κατασκευάστρια εταιρεία, δεν αποτελεί αυτή καθ' εαυτή, όπως και η διάθεσή τους στην ελληνική αγορά, εκτός του επιλεκτικού δικτύου διανομής, ανταγωνιστική συμπεριφορά, που αντίκειται στα χρηστά ήθη, ώστε να είναι δυνατή η απαγόρευσή της κατά τη διάταξη του άρθρ. 1 του ν 146/1914, δεδομένου, περαιτέρω, ότι και οι επικαλούμενες συνθήκες διαθέσεως αυτών στην ελληνική αγορά από τη δεύτερη εναγομένη δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν ανταγωνιστική συμπεριφορά, που αντίκειται στις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού..., ούτε και αδικοπρακτική συμπεριφορά...

Ειδικότερα, η παράλληλη εισαγωγή του προϊόντος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί με βάση το στοιχείο της διαφημίσεως ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, δεδομένου ότι προκειμένου περί προϊόντος παγκοσμίως κυκλοφορούντος η συμβολή της γενόμενης από έναν έκαστο των αποκλειστικών διανομέων διαφημίσεως, προστιθέμενη στη σωρεία των παραλλήλων ανά τον κόσμο διαφημίσεων, στερείται κάθε αυτοτέλειας και η επιβολή του προϊόντος δεν μπορεί να αποδίδεται στον αποκλειστικό αντιπρόσωπο, μάλιστα δε σε κάθε περίπτωση και κατά το μέτρο, κατά το οποίο ήθελε εμφανίσει κάποιος το γεγονός αυτό ως οφειλόμενο στη διαφημιστική δραστηριότητα του αποκλειστικού αντιπροσώπου, ο τελευταίος ενεργεί τη διαφήμιση με δικό του κίνδυνο και δεν μπορεί να απαιτηθεί να περιορίζονται τα αποτελέσματά της μόνο σ' αυτόν, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον έμπορο εκείνο, ο οποίος εισάγει για πρώτη φορά στην αγορά νέο προϊόν και δεν μπορεί να απαιτήσει να μην πωλούν αυτό άλλοι έμποροι.

Ομοίως, η παράλληλη εισαγωγή του προϊόντος δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη και δεν είναι πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού με την έννοια της διατάξεως του άρθρ. 1 του ν. 146/1914 ούτε από το γεγονός ότι ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος διατηρεί ίδιο δίκτυο παροχής υπηρεσιών επισκευής του προϊόντος (service), καθόσον το δίκτυο αυτό αποτελεί ιδία πρόσθετη επιχείρηση, η οποία μερικές φορές είναι περισσότερο αποδοτική από εκείνη της πωλήσεως του προϊόντος και επιπλέον οι υπηρεσίες επισκευής ουδέποτε είναι αποκλειστικές, αφού υπάρχει παράλληλα μεγάλος αριθμός ελεύθερων επιχειρήσεων επισκευής, όπου καταφεύγουν κατά βούληση οι κάτοχοι του προϊόντος.

Επίσης, οι συνθήκες διαθέσεως του ένδικου προϊόντος αποκλείουν εξ αντικειμένου την επικαλούμενη σύγχυση του καταναλωτικού κοινού, περί του εάν τα καταστήματα της δεύτερης εναγομένης είναι ενταγμένα στο δίκτυο επιλεκτικής διανομής της ενάγουσας, δεδομένου, ειδικότερα, ότι, όπως αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, από τα καταστήματα της ενάγουσας, προορισμένα για τη διάθεση προϊόντων οικιακής χρήσεως, που συνήθως διατίθενται από όμοια καταστήματα (super markets), η άπαξ εκάστοτε διάθεση ανομοιογενών των συνήθως πωλούμενων προϊόντων, όπως αυτή των ένδικων ραπτομηχανών, που διατέθηκαν στη συγκεκριμένη ημερομηνία της 22.1.2009, προδήλως δεν μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση των καταναλωτών περί του ότι τα συγκεκριμένα καταστήματα είναι ενταγμένα στα δίκτυα διανομής των κατασκευαστών των εκάστοτε προβαλλόμενων και πωλούμενων με τον προαναφερόμενο, εξαιρετικό, τρόπο προϊόντων και εν προκειμένω σ' αυτό της ενάγουσας.

Εξ άλλου η γνώση της υπάρξεως υπέρ άλλου εισαγωγέα ρήτρας αποκλειστικότητας δεν μπορεί να θεωρηθεί στοιχείο, το οποίο καθιστά την παράλληλη εισαγωγή του προϊόντος αντίθετη στα χρηστά ήθη και εντεύθεν αντιτιθέμενη στη διάταξη του άρθρ. 1 του ν. 146/1914, καθόσον η αντίθεση αυτή προς τα χρηστά ήθη, με την έννοια της εν λόγω διατάξεως, κρίνεται αντικειμενικά, αφού ο νόμος δεν απαιτεί πταίσμα και συνεπώς ούτε ο δόλος ούτε η αμέλεια ούτε, έστω, η απλή γνώση των περιστατικών έχουν στην προκειμένη περίπτωση σημασία για το ανήθικο της πράξεως, μάλιστα δε ο νόμος, απαιτεί βέβαια σκοπό ανταγωνισμού, πλην όμως αυτό αποτελεί ιδία προϋπόθεση, πέραν της αντικειμενικώς κρινομένης αντιφάσεως της πράξεως προς τα χρηστά ήθη, και ανάγεται στην ύπαρξη δόλου ως προς τον ανταγωνιστικό σκοπό της πράξεως.

Τελικά η εισαγωγή και διάθεση γνήσιων εμπορευμάτων από τρίτο πρόσωπο, το οποίο δεν είναι μέλος του δικτύου επιλεκτικής διανομής, είναι πλήρως θεμιτή ανταγωνιστική συμπεριφορά, εφόσον δεν συντρέχουν άλλες ειδικές περιστάσεις, που θα μπορούσαν να καταστήσουν τη διάθεση αυτή κατ' εξαίρεση αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, όπως απόκτηση του προϊόντος με απατηλή ή με απειλές εξώθηση του επιλεκτικού διανομέα να αθετήσει τη σύμβαση επιλεκτικής διανομής και να παραδώσει τούτο εκτός δικτύου, γεγονότα τα οποία δεν επικαλείται η ενάγουσα ότι συμβαίνουν στην παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι μόνον οι περιστάσεις αυτές, κατ' εξαίρεση, είναι σε θέση να θεμελιώσουν τον αθέμιτο χαρακτήρα της παράλληλης εισαγωγής και της διαθέσεως εκτός δικτύου του επιλεκτικού προϊόντος.

Τέλος, μόνο το γεγονός ότι μέλος διεθνούς δικτύου επιλεκτικής διανομής, όπως εν προκειμένω είναι η πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσίβλητη), παραβίασε τη συμβατική υποχρέωσή του να μη διαθέτει προϊόντα εκτός του γεωγραφικού χώρου δραστηριοποιήσεώς του, αφορά τις εσωτερικές σχέσεις του με τον παραγωγό και μόνο, ο οποίος και οφείλει να εξασφαλίζει ότι κανένας άλλος, που προμηθεύεται το προϊόν απ' αυτόν, επιτρέπεται να εφοδιάζει παράλληλο εισαγωγέα έμπορο για τη χώρα, στην οποία αναφέρεται η αποκλειστικότητα, ο δε τρόπος κτήσεως του προϊόντος από τον παράλληλο εισαγωγέα αντίκειται στα χρηστά ήθη, όταν ο τελευταίος συντελεί με τη συμπεριφορά του στην παραβίαση της συμφωνίας αποκλειστικής διαθέσεως κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο τρόπο".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή αναφορικά με τις προβαλλόμενες αξιώσεις της αναιρεσείουσας από τον επικαλούμενο αθέμιτο σε βάρος της ανταγωνισμό των αναιρεσιβλήτων, ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 1, 3, 7§12, 13 του ν. 146/1914 και 9γ§2, 9δ§1(ε) και 9ε§§1&2 του ν. 2551/1994, αφού, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν: (α) η διατάραξη από τις αναιρεσίβλητες εταιρείες της σύμβασης αποκλειστικής διανομής της αναιρεσείουσας και του διεθνούς κλειστού δικτύου επιλεκτικής διανομής των προϊόντων SINGER, στο οποίο αυτή και η πρώτη αναιρεσίβλητη είναι μέλη, συνιστά από την πλευρά μεν της πρώτης αναιρεσίβλητης απλή παράβαση συμβατικής υποχρέωσής της έναντι της εταιρείας παραγωγής των προϊόντων SINGER, που δεν είχε ως στόχο να ανταγωνισθεί η ίδια ή η δεύτερη αναιρεσίβλητη την αναιρεσείουσα, από την πλευρά δε της δεύτερης αναιρεσίβλητης η εισαγωγή των ραπτομηχανών SINGER δεν είναι αθέμιτη, έστω και αν αυτή γνώριζε ότι αποκλειστική διανομέας των προϊόντων αυτών για την Ελλάδα και τα Βαλκάνια ήταν η αναιρεσείουσα, η οποία μάλιστα είχε επενδύσει σημαντικά ποσά στη δημιουργία και στην ανάπτυξη δικού της δικτύου διανομής στον ελληνικό χώρο, εφόσον κατά τα λοιπά δεν γίνεται με την ένδικη αγωγή επίκληση ειδικών περιστάσεων, με βάση τις οποίες η εισαγωγή των ραπτομηχανών από την δεύτερη αναιρεσίβλητη στην Ελλάδα να μπορεί να χαρακτηρισθεί κατ' εξαίρεση ως αθέμιτη, όπως προπάντων θα ήταν απειλές ή παραπλανητικές από μέρους της δηλώσεις προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, ώστε αυτή να συμφωνήσει στην εξαγωγή των ραπτομηχανών στην Ελλάδα, (β) η φύση της εμπορικής δραστηριότητας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που έχει ως κύριο αντικείμενο την πώληση ειδών διατροφής μέσω των διαφόρων καταστημάτων της (super markets) και η ευκαιριακή διάθεση των ραπτομηχανών για μια μόνο φορά από τα καταστήματά της στην Ελλάδα, όπως άλλωστε και διαφημίστηκε στις 18.1.2009, δηλαδή ως εξαιρετική προσφορά στην ιδιαίτερα χαμηλή τιμή των 99,99 ευρώ για κάθε ραπτομηχανή, με την οποία αυτή δεν απέβλεπε στην απόκτηση οικονομικού προβαδίσματός της στη σχετική εσωτερική αγορά και ούτε αντικειμενικά μπορούσε να λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση, αποτελούν παράγοντες που απέκλειαν επίσης αντικειμενικά τον κίνδυνο υποβάθμισης της φήμης των ραπτομηχανών SINGER ως προϊόντων ποιότητας, αλλά και τον κίνδυνο παραπλάνησης των καταναλωτών, ώστε αυτοί να θεωρήσουν εσφαλμένα τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ως μέλος του δικτύου διανομής της πρώτης αυτών, που θα κάλυπτε συνεπώς με τις υπηρεσίες του δικτύου της και τις προσφερόμενες από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ραπτομηχανές και (γ) η διαφήμιση από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη της σχετικής με τις ραπτομηχανές προσφοράς της ναι μεν μπορεί να αποτέλεσε και διαφήμιση "κράχτη", που παρέσυρε αρκετούς από όσους με αφορμή την προσφορά της επισκέφθηκαν τα καταστήματά της, ώστε να αγοράσουν και άλλα από τα πωλούμενα στα καταστήματά της είδη, όμως στην περίπτωση αυτή η διαφήμιση "κράχτης" δεν συνιστά μορφή παρασιτικού ανταγωνισμού σε βάρος της ίδιας της αναιρεσείουσας, αλλά αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά σε βάρος όσων εμπορεύονταν τότε όμοια είδη με αυτά που συνήθως πωλούνται στα καταστήματα της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός.

2. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998? ΑΠ 1967/2006).

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981? ΑΠ 874/1996? 1452/2007).

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 16§2 του ν. 2339/1994, που ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο (ήδη ισχύει το άρθρ. 132 του ν. 4072/2012), με έγγραφη συμφωνία, που καταχωρείται μετά από απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων στα βιβλία σημάτων, επιτρέπεται η αποκλειστική ή μη χρήση του σήματος για μέρος ή το σύνολο των καλυπτόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών και για το σύνολο ή τμήμα του ελληνικού εδάφους, με τον όρο ότι η χρήση του σήματος δεν δημιουργεί κινδύνους παραπλάνησης του κοινού ούτε αντίκειται στο δημόσιο συμφέρον, κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου τις αγωγές παράλειψης και αποζημίωσης με έγγραφη συναίνεση του δικαιούχου έχει αυτοτελώς και ο αδειούχος χρήσης σήματος.

Στο πλαίσιο των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρ. 19§4 του ίδιου ν. 2339/1994, γίνεται δεκτό ότι η απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, που ενέκρινε την παραχώρηση άδειας χρήσης του σήματος, αποτελεί όρο ενεργοποίησης της σχετικής συμφωνίας, η οποία μέχρι τότε είναι συνεπώς μετέωρη, δηλαδή για την εγκυρότητα της άδειας χρήσης του σήματος είναι αναγκαία, ως τυπική προϋπόθεση, η ύπαρξη απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, ενώ κατά την αντίθετη άποψη είναι νόμιμη και η άτυπη άδεια χρήσης του σήματος, που σημαίνει ότι κατά την άποψη αυτή η απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων έχει δηλωτικό απλώς χαρακτήρα και αρκεί για τη χρήση του σήματος από τρίτο μόνη η συναίνεση του σηματούχου [βλ.

Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων (2007) σ. 261 - 262]. Επομένως, με βάση την πρώτη άποψη, στοιχείο αναγκαίο της ιστορικής βάσης της αγωγής, με την οποία ο ενάγων, επικαλούμενος ότι είναι δικαιούχος άδειας αποκλειστικής χρήσης σήματος προβάλλει αξιώσεις παράλειψης της προσβολής του σήματος ή και αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη από την προσβολή του, είναι η αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο εγκριτικής για την άδεια χρήσης του σήματος απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, ενώ σε κάθε περίπτωση, δηλαδή στο πλαίσιο και των δυο απόψεων, αναγκαία προϋπόθεση, που πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της σχετικής αγωγής, είναι η ύπαρξη έγγραφης συναίνεσης του δικαιούχου για την άσκηση ειδικά της αγωγής.

Με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση επικυρώθηκε η πρωτόδικη οριστική απόφαση, που απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή κατά το κεφάλαιο των προβαλλόμενων με την αγωγή αυτή αξιώσεων της αναιρεσείουσας από την επικαλούμενη παράνομη από μέρους της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων προσβολή του καταχωρημένου στην Ελλάδα υπ' αριθ. 118823 αλλοδαπού λεκτικού σήματος SINGER, του οποίου αυτή (αναιρεσείουσα) έχει κατά τους ισχυρισμούς της την άδεια της αποκλειστικής χρήσης του στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια, διότι, όπως και στην εφετειακή απόφαση αναφέρεται, δεν εκτίθεται στην ένδικη αγωγή ότι η έγγραφη συμφωνία για παραχώρηση της άδειας χρήσης του ως άνω σήματος από τη δικαιούχο του σήματος στην αναιρεσείουσα καταχωρήθηκε μετά από απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων στα βιβλία σημάτων, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι η αναιρεσείουσα έχει την αναγκαία για την άσκηση της αγωγής έγγραφη συναίνεση της δικαιούχου του σήματος αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "KSIN Luxembourg II S.ar.l".

Η ύπαρξη τέτοιας συναίνεσης είναι στοιχείο αναγκαίο, κατά τα προεκτεθέντα, για την πληρότητα της ένδικης αγωγής, η έλλειψη του οποίου καθιστά την αγωγή αυτή απορριπτέα ως αόριστη κατά το σχετικό κεφάλαιό της, είτε γίνει δεκτό είτε όχι ότι υπό το καθεστώς του ν. 2239/1994 είναι ισχυρή και άτυπη άδεια χρήσης του σήματος.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός, με τον οποίο προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι με εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου έκρινε αόριστη την ένδικη αγωγή κατά το ως άνω κεφάλαιό της. 3.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 224 ΚΠολΔ, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρ. 4 του ν. 2915/2001, είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής, επιτρέπεται όμως στον ενάγοντα με τις προτάσεις του, που κατατίθενται κατά το άρθρ. 237§1 του ίδιου Κώδικα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται έτσι η βάση της αγωγής του.

Μεταβολή της βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρ. 111 ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή και αντικαθίσταται με άλλη η ιστορική βάση της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994? ΑΠ 389/2010? 43/2010? 1525/2013).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει η αναιρεσείουσα την αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε σε πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού έκρινε αόριστη και απορριπτέα την ένδικη αγωγή της κατά τις αξιώσεις της ως δικαιούχου χρήσης σήματος χωρίς να λάβει υπόψη της προηγουμένως τον ισχυρισμό της ότι είναι δικαιούχος χρήσης όχι μόνον του υπ' αριθ. 118823 αλλοδαπού λεκτικού σήματος SINGER, αλλά και του κοινοτικού σήματος SINGER, που είναι καταχωρημένο με αριθμό 005867759 στη βάση δεδομένων του Ευρωπαϊκού Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά.

Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί απλή συμπλήρωση της ένδικης αγωγής, αλλά μεταβολή της αντίστοιχης βάσης της και απαράδεκτα συνεπώς προβλήθηκε για πρώτη φορά με την προσθήκη της αναιρεσείουσας στις πρωτόδικες προτάσεις της, αφού με τον ισχυρισμό αυτό οι αξιώσεις της ως δικαιούχου χρήσης σήματος επιχειρείται ανεπίτρεπτα να στηριχθούν όχι πλέον στην προσβολή του υπ' αριθ. 118823 αλλοδαπού λεκτικού σήματος SINGER, αλλά του κοινοτικού σήματος SINGER, που είναι όμως διαφορετικό σήμα.

Είναι έτσι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. 4. Από τις διατάξεις του άρθρ. 533 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η πρωτόδικη οριστική απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 16/1990? ΑΠ 157/2002? 1103/2011? 1320/2011).

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β και 9γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, που περιέχονται στον τέταρτο λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης και έτσι άφησε αδίκαστο το λόγο αυτό, με τον οποίο προσβάλλεται η σχετική με το κεφάλαιο του ανταγωνισμού ουσιαστική κρίση της πρωτόδικης απόφασης.

Όμως με την εφετειακή απόφαση εξαφανίστηκε κατά το κεφάλαιο αυτό η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε κατά το ίδιο κεφάλαιο η ένδικη αγωγή, όχι πλέον ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως είχε προηγουμένως απορριφθεί με την πρωτόδικη απόφαση, αλλά ως μη νόμιμη. Με το δεδομένο αυτό είναι αλυσιτελής η επίκληση πλημμελειών αναφορικά με ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος της πρωτόδικης απόφασης σε σχέση με το ως άνω κεφάλαιό της και οι οποίοι, άλλωστε, λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν κατά την αξιολόγηση της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμης κατά το ίδιο κεφάλαιο.

Επομένως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο κατ' ορθή εκτίμηση αποδίδονται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8β και όχι και 9γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με το υπ' αριθ. 3273590/2012 διπλότυπο είσπραξης και για το οποίο γίνεται αναφορά στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 160/19.7.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Εξ άλλου η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.7.2012 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "…." για αναίρεση της υπ' αριθ. 866/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε με το υπ' αριθ. 3273590/ 2012 διπλότυπο είσπραξης και για το οποίο γίνεται αναφορά στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 160/ 19.7.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ