Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
991/2007 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against appellate court dismissal of vague notice of appeal due to failure to cite evidence.

Geschäftsnummer 991/2007
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a notice of appeal. The appellant argued that the lower court improperly rejected a specific ground claiming payment orders were forged, while the respondent contended the facts were too vague. The court ruled that the lower court erred by declaring the ground inadmissible for vagueness when the notice clearly stated the factual basis for the claim.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 559(11) KPolD; Art. 559(14) KPolD: An appeal is admissible if the court of first instance took into account evidence not submitted, and a ground of appeal is admissible if the notice of appeal clearly and specifically sets out the facts supporting the claim, even if the opposing party did not explicitly cite them in their submissions.

Schlagwörter

KI-generiert
notice of appeal admissibility vagueness in legal notice evidence not cited appellate review standard payment order validity forged documents claim KPolD procedural law

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 559(11) KPolD
Art. 106 KPolD
Art. 237(1)(b) KPolD
Art. 346 KPolD
Art. 453(1) KPolD
Art. 559(14) KPolD

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
OLAP 30/1997
OLAP 9/2000

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 991 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 991/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρουμάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κ ατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπόμπορα.

Του αναιρεσίβλητου: ........, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοδόσιο Καμπανέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26123/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 336/2004 μη οριστική,936/2005 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-1-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 18-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του δεύτερου, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περίπτ. β΄ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ.β', 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (Ολ.ΑΠ 30/1997, Ολ.ΑΠ 9/2000).

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του έγγραφο, του οποίου δεν έγινε επίκληση, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ.11 λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, την από 15-10-2003 ένορκη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε άλλη δίκη (μεταξύ των αυτών διαδίκων) κατάθεση του ........., που περιέχεται στα με αριθ. 4873/2002 πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου. 'Οπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της από 11-8-2003 έφεση και των από 5-1-2003 και 8-3-2003 προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, καθώς και των από 9-1-2004 και 3-3-2005 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, δεν γίνεται με αυτές επίκληση των παραπάνω 4873/2002 πρακτικών και της περιεχόμενης σε αυτά ένορκης κατάθεσης του .......... 'Ετσι το Εφετείο, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που κανένας από τους διαδίκους δεν είχε επικαλεσθεί και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 ΚΠολΔ.

όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του. Πρέπει επομένως κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Το δικόγραφο της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου (άρθρα 118, 199 ΚΠΟλΔ) και τους λόγους της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι (άρθρα 216, 217 ΚΠολΔ) ώστε να δύναται ο καθ'ού να αμυνθεί και το Δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της από 4-6-2002 ένδικης ανακοπής, όπως προκύπτει από την κατ΄άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της και την ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, ο ανακόπτων και τώρα αναιρεσείων προέβαλε ότι όλες οι επιταγές, στις οποίες στηρίχθηκε η έκδοση της ανακοπτόμενης με αριθμό 384/2002 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, είναι πλαστογραφημένες, γιατί ο καθ'ού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητος έθεσε την 28-12-2001 στις επίδικες επιταγές, οι οποίες είχαν παραδοθεί σε αυτόν χωρίς ημερομηνία έκδοσης, ως τέτοια ημερομηνία (έκδοσης) την 24-12-2001, χωρίς την έγκριση του και κατά παράβαση της συμφωνίας τους ότι η ημερομηνία έκδοσης έπρεπε να συμπληρωθεί μετά από έγκριση του, όταν και εφόσον θα αποφάσιζαν από κοινού τη μη παραπέρα ανανέωση, αλλά τη λήξη και είσπραξη του δανείου, χάριν καταβολής του οποίου είχαν εκδοθεί οι επιταγές αυτές. 'Ότι στις 28-12-2001 ο αναιρεσίβλητος του ανακοίνωσε ότι προέβη στην συμπλήρωση (κατά την ημερομηνία έκδοσης) των επιταγών, την εμφάνιση και σφράγιση τούτων από την Τράπεζα και την κατάθεση μήνυσης εναντίον του για έκδοση ακάλυπτων επιταγών, εξ αιτίας της επερχόμενης την 1-1-2002 αλλαγής του νομίσματος από δραχμές σε ευρώ και του φόβου του να αχρηστευθούν από το λόγο αυτό οι επίδικες επιταγές που είχε εις χείρας του και ήταν σε δραχμές.

Και ότι μετά την ανακοίνωση αυτή επακολούθησε έντονο επεισόδιο μεταξύ τους, κατά το οποίο αυτός (αναιρεσείων) εδήλωσε ότι δεν θα καταβάλλει ούτε δραχμή και θα προσφύγει στη δικαιοσύνη, ο δε αναιρεσίβλητος ανταπάντησε ότι αν δεν συνεχίσει να του καταβάλλει τα ποσά των επιταγών στο σύνολό τους, θα καταφύγει και αυτός στις δικαστικές αρχές, με αποτέλεσμα, να διακοπεί έκτοτε κάθε επαφή μεταξύ τους.

Από όσα παραπάνω εκτίθενται, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της ανακοπής και το αίτημα αυτής για ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός της ανακοπής περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το αίτημα της ανακοπής για ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής.

Επομένως το Εφετείο που απέρριψε τον λόγο αυτόν της ανακοπής ως αόριστο, με τη σκέψη ότι τα εκτιθέμενα σε αυτόν περιστατικά, δεν συνδέονται με κάποιο συγκεκριμένο αίτημα του ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσείοντα, υπέπεσε και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο εκήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας και γιαυτό ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το τρίτο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί και κατά παραδοχή του λόγου αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 936/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 7 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ