Supreme Court dismisses appeal for inadmissible failure to restate abuse of right argument at second instance.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a lease dispute. The appellant argued that the lower court failed to examine new facts raised on appeal concerning the abuse of right under Article 281 of the Civil Code. The court ruled this appeal inadmissible because the abuse of right claim was not properly restated or argued before the Court of First Instance, violating procedural requirements.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 559(11)(c) C.P.D.; Art. 527 C.P.D.: An appeal is inadmissible if the grounds raised before the appellate court do not correspond to those properly argued before the court of first instance.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 991 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 991/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. Ε., κατοίκου ... οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπουρνόζο.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Θ. του Α., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ζέππου - Χαρλαύτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Νοεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1097/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1106/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 17 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. 'Οσον αφορά τη δικαστική ομολογία, αυτή λαμβάνεται μεν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως αλλά για να δημιουργηθεί ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος για το ότι δεν ελήφθη υπόψη η ομολογία αυτή, πρέπει να έχει γίνει επίκλησή της από τον ωφελούμενο διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται από τον αναιρεσείοντα μισθωτή στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του την επικαλεσθείσα με την έφεση προς απόδειξη του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού του περί μη συνδρομής της επανειλημμένης δυστροπίας στο πρόσωπό του, δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας στην αγωγή της περί τμηματικών καταβολών εκάστου μηνιαίου μισθώματος εντός πάντοτε του ίδιου μηνός. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα προς θεμελίωση της αγωγής ιστορούμενα στο δικόγραφο αυτής πραγματικά περιστατικά δεν συγκροτούν την έννοια του αποδεικτικού μέσου της δικαστικής ομολογίας.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 661 του Κ.Πολ.Δ., η καταβολή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο, όλων των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων που οφείλονται έως την ημέρα της συζήτησης και των δικαστικών εξόδων που ορίζονται αμέσως από το δικαστή, καταργεί τη δίκη για την απόδοση της χρήσης του μισθίου για καθυστέρηση μισθωμάτων από δυστροπία.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται αν υπάρχει επανειλημμένη καθυστέρηση από δυστροπία. Επανειλημμένη δυστροπία, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, υπάρχει όταν ο μισθωτής καθυστερεί την καταβολή μισθωμάτων σε περισσότερες από μία περιπτώσεις κατά τρόπο που προσδίδει εμμονή του στη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτού για πληρωμή του μισθώματος (ΑΠ 1576/2000).
Η επανειλημμένη δυστροπία του μισθωτή με την παραπάνω έννοια αποτελεί αόριστη νομική έννοια, ο αναιρετικός έλεγχος της οποίας εκτείνεται στην εξακρίβωση αν επήλθε ψευδής ερμηνεία αυτής, δηλαδή στη μη ορθή εξειδίκευσή της ακόμα και αν βασίζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ατομικής περίπτωσης και αν έγινε εσφαλμένη υπαγωγή.
Επομένως εφόσον ο αναιρετικός έλεγχος χωρεί μέσω του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος πρότασης) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού.
Στη προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων μισθωτής με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 661 Κ.Πολ.Δ., απέρριψε τον, με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, προβαλλόμενο αρνητικό της αγωγής της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας περί απόδοσης της χρήσης του μισθίου λόγω καθυστέρησης των μισθωμάτων από επανειλημμένη δυστροπία ισχυρισμό περί μη συνδρομής στο πρόσωπό του του στοιχείου της επανειλημμένης δυστροπίας και συνακόλουθα δεν κατάργησε τη δίκη επί της πιο πάνω αγωγής παρά την, μέχρι τη συζήτηση αυτής, καταβολή όλων των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων.
Όμως με το περιεχόμενο αυτό ο διαληφθείς αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος γιατί στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι πλήρεις παραδοχές του Εφετείου, σύμφωνα με τις οποίες εκείνο εξειδικεύοντας την αόριστη νομική έννοια της επανειλημμένης δυστροπίας δέχθηκε συνδρομή της τελευταίας.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 262 παρ. 1 και 281 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και το παραδεκτό σε σχέση με το χρόνο προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό να προβάλλονται σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικος κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, δεκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 19.11.2003 αγωγή της ζήτησε, πλην των άλλων, την απόδοση της χρήσης του μισθίου λόγω επανειλημμένης δυστροπίας ως προς την καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων.
Την αγωγή αυτή αρνήθηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων και πρότεινε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις του την καταλυτική αυτής ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, συνιστάμενη στο ότι κατέβαλε ήδη όλα τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα και με την αποβολή του από το μίσθιο, για την αξιοποίηση του οποίου δαπάνησε μεγάλο χρηματικό ποσό, θα στερηθεί την εκμετάλλευσή του, από την οποία συντηρεί την οικογένειά του.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 9319/2003 απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση εκ του άρθρου 281 Α.Κ. και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο ηττηθείς αναιρεσείων, ο οποίος, με πρόσθετο λόγο που άσκησε με τις προτάσεις, επανέφερε νομότυπα την ως άνω ένσταση, ισχυριζόμενος, προς θεμελίωση αυτής, τα εξής νέα περιστατικά:
α) ότι το μίσθιο κατάστημα κατά το χρόνο της εκμίσθωσής του απ' αυτόν εχρησιμοποιείτο ως αποθήκη και ο ίδιος το διαμόρφωσε σε ζαχαροπλαστείο πολυτελούς κατασκευής, προβαίνοντας σε δαπάνες που επαυξάνουν την αξία του, β) ότι υπήρξε πράγματι οικονομική του δυσχέρεια για την καταβολή των μισθωμάτων, καθόσον το μίσθιο κατάστημα λειτουργεί πλήρως μόνο τη θερινή περίοδο και γ) ότι η αναιρεσίβλητη ανεξάρτητα από τις διαμαρτυρίες της, επέδειξε μακρά ανοχή στον τρόπο και χρόνο καταβολής των μισθωμάτων που δημιούργησε την πεποίθηση σ' αυτόν ότι δεν θα προβεί σε έγερση αγωγής απόδοσης του επίδικου μισθίου λόγω καθυστέρησης των μισθωμάτων από επανειλημμένη δυστροπία.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ως ουσιαστικά αβάσιμη, με βάση τα θεμελιωτικά αυτής περιστατικά που προβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό, χωρίς να υπεισέλθει, όπως διαφαίνεται, για τον σχηματισμό της κρίσης του, στην ουσιαστική έρευνα των προβαλλομένων για πρώτη φορά με την έφεση νέων θεμελιωτικών της ένστασης πραγματικών περιστατικών.
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. παραπονείται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι κατέληξε στην απορριπτική της ένστασης κρίση, χωρίς να ερευνήσει τα θεμελιωτικά αυτής και για πρώτη φορά με την έφεση προβαλλόμενα νέα πραγματικά περιστατικά. 'Όμως ο διαληφθείς λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο περί καταχρηστικής άσκησης από την Α.Κ. 281 του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας για απόδοση του μισθίου ισχυρισμός προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο, το πρώτον, κατά τρόπο παραδεκτό δηλαδή συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. και ήταν νόμιμος. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-1-2005 αίτηση του Κ. Μ., για αναίρεση της 1106/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
-Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ