Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
990/2024 KI-generiert

Supreme Court partially allows appeal on labor contract classification, remands case for further examination.

Geschäftsnummer 990/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court partially allowed the OTET's appeal against the Athens Court of First Instance's dismissal of a labor dispute. The court found the lower court's rejection of the claimant's argument regarding the abuse of right under Article 281 of the Civil Code was legally unfounded. Consequently, the judgment was annulled in part regarding damages, and the case was remanded to the same court for further proceedings.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court established that the mere passage of time does not constitute an abuse of right, and the lower court's refusal to recognize such abuse was not arbitrary or contrary to good faith principles.

Schlagwörter

KI-generiert
labor contract classification abuse of right civil code article 281 appeal annulment remittal to court good faith principles contract duration unentgeltliche Tätigkeit

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 147 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 paragraph 1, 3 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 990 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 990/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Mαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Τ.Ε.) Α.Ε.", που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Κίσσα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 311/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2992/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 15-9-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 15.9.2023 και με αριθμό εκθ. κατάθ. 7247/723/15.9.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμ. 2992/16.6.2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 14.4.2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 21267/1420/15.4.2021) έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 311/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσία η από 6.6.2019 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 49298/1224/2019) αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευση της(άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση της ένδικης από 6.6.2019 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 49298/1224/2019) αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την εν λόγω αγωγή, ο ενάγων [αναιρεσίβλητος] ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία [αναιρεσείουσα] την 19.11.2012 για να παρέχει την εργασία του σε αυτή με την ειδικότητα του πολιτικού μηχανικού με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χαρακτηρισθείσα κατ' επίφαση, ως σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου.

Ότι παρέσχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι την ... συνεχώς και αδιαλείπτως δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων, οι οποίες χαρακτηρίσθηκαν, ως συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου, ενώ υπέκρυπταν σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς εργαζόταν με πλήρες ωράριο, τελών σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τους προϊσταμένους του, υπαλλήλους της εναγομένης, υπό τον άμεσο έλεγχο και τις υποδείξεις τους και αντί συνολικής αμοιβής για κάθε μία από τις εν λόγω συμβάσεις, καταβλητέας σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις κατά τα εκτεθέντα στην αγωγή.

Ότι από την ως άνω πρόσληψή του η εναγομένη μέσω των αρμοδίων υπαλλήλων της διαβεβαίωνε αυτόν ότι πρόκειται να συναφθεί μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι καίτοι εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, ουδέποτε υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων η εν λόγω σύμβαση παρά τις σχετικές οχλήσεις του ενάγοντος προς την εναγομένη και παρά τας περί αντίθετες διαβεβαιώσεις αυτής.

Ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης απέβλεπε με την εκμετάλλευση της ανάγκης του για εργασία, στο να αποφύγει την καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας και την εφαρμογή των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με συνέπεια να προσβληθεί η ηθική και η αξιοπρέπειά του και ότι εξ αιτίας της ως άνω παράνομης και καταχρηστικής συμπεριφοράς της εναγομένης ο ενάγων εξαναγκάσθηκε σε αποχώρηση από την εργασία του την ....

Υπό το ως άνω ιστορικό ο ενάγων ζήτησε, κύρια από τη σύμβαση εργασίας του, και επικουρικά κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, α) να αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 6.980 ευρώ ως επίδομα εορτών (δώρο) Πάσχα για το χρονικό διάστημα των ετών 2013 έως και 2018, το ποσό των 14.774 ευρώ ως επίδομα εορτών (δώρο) Χριστουγέννων για το χρονικό διάστημα των ετών 2012 έως και 2018, το ποσό των 6.155 ευρώ ως επίδομα αδείας δια το χρονικό διάστημα των ετών 2014 έως και 2018, καθώς και το ποσό των 13.906,66 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, όπως τα μερικότερα αυτά χρηματικά κονδύλια εξειδικεύονται στην αγωγή, και συνολικά να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 41.815,66 ευρώ, νομιμότοκα, αφ' ότου κάθε μερικότερο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 311/2020 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη η ένδικη αγωγή ως προς την κυρία αυτής βάση. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 14.4.2021 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 2992/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έκανε δεκτή εν μέρει την από 6.6.2019 αγωγή κατά την κύρια βάση της, υποχρεώνοντας την εναγομένη [αναιρεσείουσα] να καταβάλλει στον ενάγοντα [αναιρεσίβλητο] τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.

Η υποχρέωση, μάλιστα, του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 725/2022,420/2021, 953/2020).

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, η οποία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 725/2022, 420/2021, 953/2020, 677/2017).

Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η παρακράτηση από τον εργοδότη φόρου ελευθέρων επαγγελματιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ' αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών ή η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών, ή η παρακράτηση από τον εργοδότη φόρου ελευθέρων επαγγελματιών (ΑΠ 57/2023, 522/2022, 573/2018, 1110/2017).

Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, δεν καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 57/2023, 522/2022, 1110/2017, 44/2017).

Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ή μίσθωσης έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, 13/2017, 8/2011).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349 - 351 ΑΚ, 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεως προς επίτευξη των σκοπών της.

Έχει, δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά για αυτή κριτήρια (ΟλΑΠ 25/2003). Δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση διάταξης νόμου ή της ατομικής σύμβασης εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής.

Είναι δε βλαπτική για τον εργαζόμενο η μεταβολή των εργασιακών όρων όχι μόνον όταν προκαλεί υλική ζημία, αλλά και όταν επιφέρει ηθική βλάβη, πράγμα που συμβαίνει, ενόψει και του κατ' εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα της σχέσης εργασίας, και στην περίπτωση συμπεριφοράς του εργοδότη (ή του προσώπου που τον αντιπροσωπεύει στην διεύθυνση της επιχειρήσεως του) βάναυσης ή προσβλητικής της προσωπικότητας του εργαζομένου, προς την οποία ο εργοδότης οφείλει σεβασμό, μεταξύ άλλων και ως εκδήλωση της υποχρέωσης πρόνοιας που υπέχει έναντι του μισθωτού του.

Η ηθική ζημία του μισθωτού υφίσταται έστω και αν η ανοίκεια συμπεριφορά του εργοδότη δεν εκπορεύεται από δόλια προαίρεση του τελευταίου για βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας ή για εξαναγκασμό του εργαζόμενου σε αποχώρηση από την υπηρεσία. Αρκεί το ότι η συμπεριφορά αυτή δημιούργησε τέτοιες συνθήκες ώστε, κατά αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, να μην είναι πλέον δυνατή η παροχή της εργασίας του μισθωτού με πνεύμα αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας, ή επέφερε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητα του εργαζόμενου, ώστε η εξακολούθηση της εργασίας του στο χώρο επιχείρησης του εργοδότη να αποβαίνει αδύνατη ή εκτάκτως δυσχερής (ΑΠ 269/2020, 1322/2020, 258/2019, 173/2016, 195/2015, 1138/2010).

Δεν στοιχειοθετείται όμως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 από την άρνηση του εργοδότη, μετά τη λήξη της διάρκειας της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στο πλαίσιο της οποίας ο εργαζόμενος παρείχε εν τοις πράγμασι εξαρτημένη εργασία, να καταρτίσει με τον τελευταίο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τους ίδιους κατά τα λοιπά όρους παροχής των υπηρεσιών του εργαζομένου και από την εμμονή αυτού (εργοδότη) η με τους ίδιους όρους παροχή των υπηρεσιών του εργαζομένου σύμβαση να καταρτισθεί ως σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένης διάρκειας, όπως συνέβαινε και στο προηγούμενο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του εργαζομένου, καθότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει "μεταβολή" των όρων εργασίας του εργαζομένου και μάλιστα επί τα χείρω, αφού αυτοί παραμένουν οι ίδιοι.

Και μάλιστα ανεξαρτήτως του ότι η κατάρτιση ή μη σύμβασης με ορισμένο περιεχόμενο (άρθ. 361 του ΑΚ) , πλην ορισμένων εξαιρέσεων (π.χ. προστασίας καταναλωτή κλπ) στηρίζεται στη φυσική ευχέρεια κάθε προσώπου, που έχει την ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας να καταρτίζει με τρίτους συμβάσεις ή να αποκρούει την κατάρτισή τους, η οποία συνιστά από τη φύση της έκφανση του από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος δικαιώματος για ανάπτυξη της προσωπικότητας και ελεύθερης επαγγελματικής και οικονομικής δράσης, μη υποκείμενη στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ (ΟλΑΠ 33/1987, ΑΠ 602/2005).

Αλλά ούτε αυτή καθ' εαυτή η άρνηση κατάρτισης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη συνιστά εκ των πραγμάτων προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, ανεξαρτήτως του αν λόγω της εν λόγω διαφωνίας κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, εφόσον αυτή (άρνηση) δεν συνοδεύεται από άλλα περιστατικά προσβλητικά της προσωπικότητας του εργαζομένου (φραστικές διενέξεις, ύβρεις, προπηλακισμούς, αμφισβήτηση των ικανοτήτων του μισθωτού) κλπ, ούτε άλλωστε είναι ικανή από μόνη της να επιφέρει ηθική μείωση της προσωπικότητας του εργαζομένου έναντι των συναδέλφων του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ ΑΠ 1/2022, 3/2020, 27/1998). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, 9/2016, 1/1999).

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, 15/2006).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλομένης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Ο ενάγων [και ήδη αναιρεσίβλητος], πτυχιούχος πολιτικός μηχανικός από του έτους 2000 προσελήφθη υπό της εναγομένης ανωνύμου εταιρείας [και ήδη αναιρεσείουσας] την 19.11.2012, εις ηλικία 26 ετών, καταρτισθείσης προς τούτο μεταξύ των διαδίκων της ....2012 συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, ήτοι διαρκείας από 19.11.2012 μέχρι 18.7.2013 και από 19.8.2013 μέχρι 18.12.2013.

Αντικείμενο της εργασίας του ενάγοντος ήτο η παροχή υπηρεσιών διαχειρίσεως αιτημάτων, ελέγχου τεκμηριώσεως και τυποποίησεως των δομικών και Η/Μ έργων της Διευθύνσεως Λειτουργικής Υποστηρίξεως και Ελέγχου. Ειδικώτερον, η ως άνω εργασία του περιελάμβανε τον έλεγχο των αιτημάτων και την καταχώριση των αιτήσεων προμηθείας δια τα δομικά και Η/Μ έργα πανελλαδικώς, την επίβλεψη τυποποιήσεως των προτύπων τιμολογίων και των αντιστοίχων άρθρων, την επιθεώρηση της ομοιογενείας των τεχνικών προδιαγραφών κατασκευής των δομικών και Η/Μ έργων, την ευθύνη δια την διεξαγωγή των δημοπρασιών, την δημοπράτηση και σύνταξη των συμβατικών τευχών δια τα εν λόγω έργα της εναγομένης (όροι, τεχνικαί προδιαγραφαί εκτελέσεως έργων και λοιπά), την δημιουργία συγκριτικών απολογιστικών αναφορών δια τα εκτελεσμένα δομικά και Η/Μ έργα.

Η μηνιαία αμοιβή του ωρίσθη στο ποσό των 1.650 ευρώ και η συνολική του (αμοιβή) στο ποσό των 19.800 ευρώ, ήτοι 1.650 ευρώ μηνιαίως επί 12 μήνας. Από της ως άνω ημεροχρονολογίας προσλήψεως του ο ενάγων παρείχε στην εναγομένη τας ως άνω συμφωνηθείσας υπηρεσίας του, και παρελθούσης της ως άνω ημεροχρονολογίας (18.12.2013) λήξεως της εργασιακής συμβάσεώς του, εξηκολούθησε να παρέχη τας αυτάς συμφωνηθείσας υπηρεσίας, τη συναινέσει της εναγομένης, μέχρι της 8.1.2014, ότε κατηρτίσθη μεταξύ των διαδίκων η ... (δευτέρα) σύμβασις εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας από 19.12.2013 μέχρι 18.10.2014.

Το δε αντικείμενο εργασίας του ενάγοντος εταυτίζετο προς αυτό της προγενεστέρας από 21.11.2012 (πρώτης) εργασιακής συμβάσεως. Η δε μηνιαία αμοιβή του ενάγοντος ωρίσθη στο ποσό των 1.950 ευρώ και η συνολική του (αμοιβή) στο ποσό των 19.500 ευρώ, ήτοι 1.950 ευρώ μηνιαίως επί 10 μήνας. Μετά την λήξη της ως άνω (δευτέρας) συμβάσεως κατηρτίσθη μεταξύ των διαδίκων η ... (τρίτη) σύμβασις εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας από ...

μέχρι ... Αντικείμενο της εργασίας του ενάγοντος ήτο η παροχή υπηρεσιών στα θέματα διαχειρίσεως και ελέγχου αιτημάτων των τεχνικών έργων ΤΠΝΕ-ΗΜ και η επίβλεψις της αναπτύξεως του δικτύου προσβάσεως νέας γενεάς (NGA) στας αστικάς περιοχάς Αθηνών - Θεσσαλονίκης και ειδικώτερον, ο έλεγχος των αιτημάτων και η καταχώρισις των αιτήσεων προμηθείας των ως άνω τεχνικών έργων πανελλαδικώς, η ευθύνη δια την διεξαγωγή των δημοπρασιών, η δημοπράτησις και σύνταξις των συμβατικών τευχών δια τα εν λόγω έργα της εναγομένης, η υποβολή αιτήσεων/έκδοσις αδειών εκσκαφής, διελεύσεως, καταλήψεως οδοστρώματος, η επίλυσις τεχνικών προβλημάτων κατά την κατασκευή αυτών των έργων, ο έλεγχος των αναδόχων (εργολάβων) των ανωτέρω έργων ως προς την εκτέλεση αυτών των έργων.

Η μηνιαία αμοιβή του ενάγοντος ωρίσθη στο ποσό των 2.200 ευρώ και η συνολική του (αμοιβή) στο ποσό των 19.800 ευρώ, ήτοι 2.200 ευρώ μηνιαίως επί 9 μήνας. Ακολούθως, την 26.6.2015 κατηρτίσθη μεταξύ των διαδίκων η ....2015 (τετάρτη) σύμβασις εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας από ... μέχρι ... Αντικείμενο της εργασίας του ενάγοντος ήτο το αυτό της προγενεστέρας (τρίτης) συμβάσεως και επιπλέον, η επίβλεψις του έργου της αναπτύξεως ευρυζωνικών υποδομών εις αγροτικάς ("λευκάς") περιοχάς της ελληνικής επικρατείας.

Η μηνιαία αμοιβή του ενάγοντος ωρίσθη στο ποσό των 2.200 ευρώ και η συνολική του (αμοιβή) στο ποσό των 19.800 ευρώ, ήτοι 2.200 ευρώ μηνιαίως επί 9 μήνας. Την ... κατηρτίσθη μεταξύ των διαδίκων η ....2016 (πέμπτη) σύμβασις εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας από ... μέχρι ..., έχουσα ως αντικείμενο εργασίας του ενάγοντος το αυτό της προγενεστέρας (τετάρτης) συμβάσεως, η δε μηνιαία αμοιβή του ενάγοντος ωρίσθη στο ποσό των 2.200 ευρώ και η συνολική του (αμοιβή) στο ποσό των 19.800 ευρώ, ήτοι 2.200 ευρώ μηνιαίως επί 9 μήνας.

Εν συνεχεία, κατηρτίσθησαν μεταξύ των διαδίκων διαδοχικώς: η από ... (έκτη) σύμβασις εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας από ... μέχρι ..., αντί μηνιαίας αμοιβής 2.980 ευρώ και συνολικής αμοιβής 17.880 ευρώ, ήτοι 2.980 ευρώ μηνιαίως επί 6 μήνας, η από ... (έβδομη) σύμβασις εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας από ... μέχρι ..., αντί μηνιαίας αμοιβής 2.980 ευρώ και συνολικής αμοιβής 17.880 ευρώ, ήτοι 2.980 ευρώ μηνιαίως επί 6 μήνας και η από ... (όγδοη) σύμβασις εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας από ...

μέχρι ..., αντί μηνιαίας αμοιβής 2.980 ευρώ και συνολικής αμοιβής 19.370 ευρώ, ήτοι 2.980 ευρώ μηνιαίως επί 6,5 μήνας. Το δε αντικείμενο εργασίας του ενάγοντος εις εκάστη των ανωτέρω (έκτη, έβδομη, όγδοη) συμβάσεων εταυτίζετο προς αυτό της προγενεστέρας από ... (πέμπτης) εργασιακής συμβάσεως; Τελικώς, την ... κατηρτίσθη μεταξύ των διαδίκων η από ... (ενάτη) σύμβασις εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας από ...

μέχρι ..., έχουσα ως αντικείμενο εργασίας του ενάγοντος την παροχή υπηρεσιών εις θέματα διαχειρίσεως και ελέγχου έργων και υποστηρίξεως συνεργατών (Consolidation). Η δε μηνιαία αμοιβή του ενάγοντος ωρίσθη στο ποσό των 2.980 ευρώ και η συνολική του (αμοιβή) στο ποσό των 14.900 ευρώ, ήτοι 2.980 ευρώ μηνιαίως επί 5 μήνας. Από της προσλήψεώς του στην εναγομένη εταιρεία ενετάχθη στην Υποδιεύθυνση Βελτιστοποιήσεως και Ελέγχου Τεχνικών Έργων Σταθερής (επωνομασθείσα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, Υποδιεύθυνση Τεχνικών Έργων NGA και Υποστηρίξεως Σταθερής και Κινητής, Υποδιεύθυνση Υποστηρίξεως Συνεργατών Consolidation), υπαγομένη στην Διεύθυνση Λειτουργικής Υποστηρίξεως και Ελέγχου, (επωνομασθείσα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, Διεύθυνση Υλοποιήσεως Υποδομών Σταθερής και Κινητής, Διεύθυνση Βελτιστοποιήσεως και Ελέγχου Έργων Σταθερής και Κινητής).

Προς εκπλήρωση των εργασιακών του υποχρεώσεων ο ενάγων απησχολείτο μονίμως και συνεχώς στας εγκαταστάσεις της εναγομένης στην Παιανία Αττικής, καθ' όλη την διάρκεια του ωραρίου εργασίας του προσωπικού της, ήτοι επί οκτάωρο ημερησίως κατά τας εργασίμους ημέρας εκάστης εβδομάδος, χρησιμοποιώντας την υλικοτεχνική υποδομή της εναγομένης, ενώ μετέβαινε, κατ' εντολήν των ως άνω υπαλλήλων αυτής, στον εκάστοτε τόπο εκτελέσεως των αναληφθεισων υπό της εναγομένης εταιρείας εργασιών προς έλεγχο και παρακολούθηση αυτών, ούτως ώστε να εκτελούνται συμφώνως προς τους κανόνας της τέχνης και της επιστήμης.

Υπέκειτο δε στον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης και δη, υπεχρεούτο να συμμορφώνεται, κατά τρόπο δεσμευτικό, προς τας εντολάς και οδηγίας των υπαλλήλων της εναγομένης, Χ. Δ., Διευθυντού της ως άνω Διευθύνσεως Λειτουργικής Υποστηρίξεως και Ελέγχου, και του Κ. Κ., Προϊσταμένου της ως άνω Υποδιευθύνσεως Βελτιστοποιήσεως και Ελέγχου Τεχνικών Έργων Σταθερής.

Ειδικώτερον, στο εν λόγω τμήμα εργασίας (ήτοι στην ως άνω Υποδιεύθυνση), στο οποίο ο ενάγων είχε τοποθετηθή από της προσλήψεώς του υπό της εναγομένης, παρείχον την εργασία των οκτώ (8) υπάλληλοι της εναγομένης υπό την ειδικότητα των πολιτικών μηχανικών, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, οι οποίοι εξετέλουν τα καθήκοντά των υπό τας οδηγίας, εντολάς και την επίβλεψη των εντεταλμένων προς τούτο ως άνω υπαλλήλων της εναγομένης, Χ.

Δ. και Κ. Κ., οι οποίοι προέβαινον στην άσκηση του απαιτουμένου ελέγχου και εποπτείας επί των ανωτέρω εργαζομένων στο εν λόγω τμήμα εργασίας. Το δε κύριο αντικείμενο εργασιών της ως άνω υποδιευθύνσεως αρχικώς ήτο η σύνταξις των τευχών δημοπρατήσεως των ανατεθεισών στην εναγομένη εταιρεία έργων και ο έλεγχος των εργολάβων, οι οποίοι ανελάμβανον τα έργα αυτά.

Επιπροσθέτως, αντικείμενο εργασιών της ως άνω Υποδιευθύνσεως ήτο από του έτους 2014 η επίβλεψις των απαιτουμένων δια την τοποθέτηση οπτικών ινών (έργα "νέας γενιάς" NGA) εργασιών, από του έτους 2015 η εποπτεία των εργασιών δια το ευρυζωνικό δίκτυο και δια την τοποθέτηση των οπτικών ινών εις απομακρυσμένα χωριά της ημεδαπής ("λευκαί περιοχαί") και από του έτους 2018 η άμεσος επίβλεψις στην Αττική και η εποπτεία καθ' άπασα την ελληνική επικράτεια των εργασιών δια την τοποθέτηση των οπτικών ινών εντός της οικίας εκάστου των πελατών της εναγομένης.

Περαιτέρω απεδείχθη ότι, ο ενάγων από της προσλήψεώς του στην εναγομένη εταιρεία ενετάχθη στην οργανωτική δομή της ως άνω Υποδιευθύνσεως ως υπάλληλος της εναγομένης [βλ. το προσκομιζόμενο υπό του ενάγοντος ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail), με αποστολέα αυτού του μηνύματος τον ανωτέρω Κ. Κ., ημερομηνία αποστολής 20.11.2012 και θέμα: "Δημιουργία νέου υπαλλήλου Δ.

Π."], έχοντας συγκεκριμένας αρμοδιότητας, κατανεμημένας και προσδιορισμένας υπό των ανωτέρω εντεταλμένων υπαλλήλων της εναγομένης, Χ. Δ. και Κ. Κ., και υπό την ιδιότητα αυτών ως Προϊσταμένων του ενάγοντος. Συγκεκριμένως, οι ανωτέρω ιεραρχικοί Προϊστάμενοι του ενάγοντος ανέθετον εις αυτόν συγκεκριμένη εργασία ως προς το συγκεκριμένο αναληφθέν υπό της εναγομένης έργο και εντός του πλαισίου του εκάστοτε αντικειμένου εργασιών την ως άνω Διευθύνσεως και Υποδιευθύνσεως και έδιδον εις αυτόν, ως υπεύθυνο (εποπτεύοντα μηχανικό), δεσμευτικάς εντολάς και οδηγίας δια την επιτόπια επιστασία και έλεγχο των εν εξελίξει έργων, καλύπτοντας τοιουτοτρόπως παγίας και διαρκείς ανάγκας της εναγομένης.

Πλέον συγκεκριμένως, στον ενάγοντα ανετέθη, υπό τας εντολάς και οδηγίας των ανωτέρω ιεραρχικώς Προϊσταμένων του, από του έτους 2012 μέχρι του έτους 2014 η ευθύνη δια την διεξαγωγή των δημοπρασιών, την δημοπράτηση και την σύνταξη των συμβατικών τευχών των αναληφθεισών υπό της εναγομένης έργων και ο έλεγχος των εργολάβων, οι οποίοι ανελάμβανον τα έργα αυτά, από του έτους 2014 η επίβλεψις της τοποθετήσεως οπτικών ινών στην περιοχή της Αττικής, απο του έτους 2015 η εποπτεία των δομικών εργασιών στας "λευκάς περιοχάς" της Βορείου Ελλάδος και από του έτους 2018 η επίβλεψις των εργασιών στην περιοχή του Διοικητικού Μεγάρου της εναγομένης εις Αμαρούσιο Αττικής.

Η ανατεθείσα στον ενάγοντα εργασία δεν απετέλει κεχωρισμένο έργο, αλλ' αντιθέτως, απετέλει μέρος του εκάστοτε αντικειμένου εργασιών της ως άνω Διευθύνσεως και Υποδιευθύνσεως, καθώς η παρεχομένη υπό του ενάγοντος εργασία προσδιωρίζετο υπό του εκάστοτε αντικειμένου εργασιών της εν λόγω Διευθύνσεως και Υποδιευθύνσεως [βλ.

την προσκομιζόμενη υπό του ενάγοντος ηλεκτρονική αλληλογραφία (e-mail) μεταξύ αυτού και των ως άνω Προϊσταμένων του Χ. Δ. και Κ. Κ. και δη, το σχετ. υπ' αριθμ. 51 ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) ως προς την ένταξη του ενάγοντος στο οργανόγραμμα της ανωτέρω Υποδιευθύνσεως, τα σχετ. υπ' αριθμ. 15, 20α, 20β, 20γ, 20δ, 20ε, 20στ, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 40, 41, 42, 44, 45, 46 ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mail), ως προς την εκάστοτε ανατεθείσα στον ενάγοντα και υπό τας εντολάς και οδηγίας των ως άνω Προϊσταμένων αυτού συγκεκριμένη εργασία].

Περαιτέρω, η εναγομένη ήλεγχε τα προαναφερθέντα χρονικά όρια της εργασίας του ενάγοντος δια της χορηγήσεως εις αυτόν ηλεκτρονικού δελτίου καταγραφής στοιχείων (κάρτας), την οποία ο ενάγων εχρησιμοποίει ("κτυπούσε") κατά την προσέλευσή του και κατά την αποχώρησή του εκ του χώρου της εργασίας του, η δε ως άνω κάρτα ελειτούργει και ως κάρτα εισόδου (προσβάσεως) αυτού στας περίκλειστας εγκαταστάσεις της εναγομένης, ένθα ούτος παρείχε την εργασία του, ελεγχομένου ως ανακριβούς του ισχυρισμού της εναγομένης, ότι η ως άνω κάρτα ελειτούργει μόνο ως κάρτα εισόδου [βλ.

την προσκομιζόμενη υπό του ενάγοντος ηλεκτρονική αλληλογραφία (e-mail) μεταξύ αυτού και του ως άνω Κ. Κ., σχετ. υπ' αριθμ. 18α, 18β, 18γ, 18δ, 19α, 19β, 19γ, 19δ, 19ε, 19στ, ως προς τον έλεγχο υπό της εναγομένης του χρονικού ορίου εργασίας του ενάγοντος]. Επίσης, ο ενάγων δεν ηδύνατο να απουσιάση εκ της ως άνω εργασίας του κατά το θέρος εκάστου έτους δι' αναψυχή αυτού άνευ σχετικής αδείας προς τούτο, τούτης εγκριθείσης υπό των ως άνω Προϊσταμένων του [βλ.

το προσκομιζόμενο υπό του ενάγοντος σχετ. υπ' αριθμ. 13 ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail), με αποστολέα τον ως άνω Κ. Κ. και παραλήπτη τον ενάγοντα]. Έτι περαιτέρω, στας προαναφερθείσας μηνιαίας αποδοχάς του ενάγοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα περιελαμβάνετο και η εκάστοτε αναλογούσα μηνιαίως ασφαλιστική εισφορά, ήτοι είχε ενταχθή στον μηνιαίο μισθό του ενάγοντος το αναλογούν μηνιαίο ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, καθώς αυτή η ασφαλιστική εισφορά κατεβάλλετο υπο του ιδίου του ενάγοντος στο ασφαλιστικό του ταμείο [βλ.

το προσκομιζόμενο υπό του ενάγοντος σχετ. υπ' αριθμ. 52 ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail), με αποστολέα τον ως άνω Κ. Κ. και παραλήπτη τον ενάγοντα], ελεγχομένου ως ανακριβούς του - κατατείνοντα προς απόδειξη του είδους ης συνδεούσης τους διαδίκους εννόμου σχέσεως ως ανεξαρτήτων υπηρεσιών - ισχυρισμού της εναγομένης περί καταβολής στον ενάγοντα μηνιαίων αποδοχών υψηλοτέρων των αντιστοίχων, των καταβαλλομένων στους, υπό την αυτή ως του ενάγοντος ειδικότητα, υπαλλήλους της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Τα ανωτέρω απεδείχθησαν εκ του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, μεταξύ του οποίου και η κατάθεσις της μάρτυρος αποδείξεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Α. Π., δεν αναιρούνται δε εξ αντιθέτων αποδεικτικών στοιχείων, ούτε δε εκ της καταθέσεως του μάρτυρος ανταποδείξεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Χ. Θ., αλλά και ούτε εκ της, μετ' επικλήσεως προσκομιζομένης υπό της εναγομένης, ....2019 ενόρκου βεβαιώσεως Χ.

Δ., καθώς τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μάρτυρος ανταποδείξεως και ενόρκως βεβαιούντος) κρίνονται ήκιστα πειστικά ως προς την συνδέουσα τους διαδίκους έννομο σχέση, διότι ο ανωτέρω μάρτυς και ενόρκως βεβαιών κατά τον χρόνο της εμμαρτύρου καταθέσεως και λήψεως της εν λόγω ενόρκου βεβαιώσεως, αντιστοίχως, παρείχον την εργασία των στην εναγομένη και συνεπώς, υπήρχε σχέσις εξαρτήσεως αυτών υπό της εναγομένης εργοδότριας.

Η ανωτέρω κρίσις του Δικαστηρίου δεν αναιρείται εκ της ιδιότητος του ενάγοντος ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανωνύμου κατασκευαστικής εταιρείας υπό την επωνυμία "Π. ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ-ΕΚΜΕΤΑΜΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (Π. Α.Ε.) και ως διαχειριστού της επιχειρήσεως εκμεταλλεύσεως χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων υπό την επωνυμία "ΛΕΣΒΟΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΧΩΡΩΝ ΣΤΑΘΜΕΥΣΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και διακριτικό τίτλο "ΛΕΣΒΟΣ ΠΑΡΚΙΝΓΚ ΕΠΕ" και τούτο διότι, το Δικαστήριο προβαίνει στον χαρακτηρισμό της συνδεούσης τους διαδίκους συμβατικής σχέσεως συμφώνως προς τα αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά.

Εις πάσα δε περίπτωση, δεν απεδείχθη, ότι ο ενάγων υπό την ως άνω ιδιότητά του εδραστηριοποιείτο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ως ελεύθερος επαγγελματίας - πολιτικός μηχανικός, καθώς η ανωτέρω εταιρεία Π. Α.Ε ήτο ανενεργής (αδρανής) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ουδείς εργαζόμενος απησχολείτο εις αυτήν (βλ.

τους υπ' αριθμ. σχετ. 58α-58ε προσκομιζομένους υπό του ενάγοντος ισολογισμούς της ως ανω εταιρείας), στην δε εταιρεία "ΛΕΣΒΟΣ ΠΑΡΚΙΝΓΚ ΕΠΕ", η οποία εκμεταλλεύεται έναν (1) χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων (πάρκινγκ), ουσιαστικώς (εν τοίς πράγμασι) διαχειριστής αυτής ήτο ο πατέρας του ενάγοντος Ν. Π., και ο ενάγων τυπικώς, διαχειριστής αυτής και άνευ απολήψεως οικονομικών απολαβών εξ αυτής (βλ.

τας υπ' αριθμ. σχετ. ... και ... προσκομιζομένας υπό του ενάγοντος φορολογικάς δηλώσεις αυτού και βεβαιώσεις της εναγομένης εργοδοτρίας περί των αποδοχών του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα). Ως εκ τούτου, ελέγχονται ως αβάσιμα τα υποστηριχθέντα υπό της εναγομένης - προς επίρρωση του ισχυρισμού της, ότι συνεδέετο μετά του ενάγοντος δια συμβάσεων μισθώσεως έργου - ότι ο ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εδραστηριοποιείτο ως ελεύθερος επαγγελματίας (πολιτικός μηχανικός) και δη, στας προαναφερθείσας επιχειρήσεις.

Επομένως, αι ανωτέρω χαρακτηριζόμεναι υπό της εναγομένης συμβάσεις μισθώσεως έργου υπέκρυπτον εξηρτημένη εργασία αορίστου χρόνου και η συνδέουσα τους διαδίκους έννομος σχέσις ήτο σύμβασις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι έργου, διότι υπήρχε νομική εξάρτησις του ενάγοντος παρά της εναγομένης, εκδηλωθείσα δια του δικαιώματος της εναγομένης να ασκή έλεγχο και εποπτεία στην εργασία αυτού και να δίνη εντολάς και οδηγίας ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής αυτής, μετ' αντιστοίχου υποχρεώσεως συμμορφώσεως του ενάγοντος.

Ούτος παρείχε την εργασία του εις κανονικό ωράριο εργασίας, όπως και το τακτικό προσωπικό της εναγομένης, η οποία κατέβαλλε τον μισθό του εις ισοπόσους μηνιαίας δόσεις, καλύπτοντας ο ενάγων παγίας και διαρκείς ανάγκας αυτής και τελώντας υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των ως άνω Προϊσταμένων της προαναφερθείσης Διευθύνσεως και Υποδιευθύνσεως, καθ' όσον η εναγομένη απέβλεπε στην παροχή της εργασίας του ενάγοντος, ο οποίος ετέλει εις νομική και προσωπική εξάρτηση υπό των ως άνω οργάνων της εναγομένης, υπό την έννοια ότι, δια την εκτέλεση της εργασίας του ελάμβανε δεσμευτικάς εντολάς και οδηγίας από τους ανωτέρω Προϊσταμένους του, οι οποίοι ήσκουν εποπτεία και έλεγχο εις αυτόν κατά την εκτέλεση της εργασίας του.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δια της εκκαλουμένης αποφάσεως του οποίου εκρίθη ότι, η συνδέουσα τα διάδικα μέρη έννομος σχέσις είχε τον χαρακτήρα της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και δη, μισθώσεως έργου, και όχι αυτόν της εξηρτημένης εργασίας, και μετά ταύτα απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, και συνεπώς, εκτιμωμένου κατ' ορθή κρίση ως ενιαίου των τριών λόγων της κρινομένης εφέσεως, δέον όπως γίνη αυτός δεκτός και ως κατ' ουσίαν βάσιμος. (...).

Απεδείχθη ότι κατά την διάρκεια της επιδίκου εργασιακής σχέσεως και δη, μετά την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων της προρρηθείσης ....2012 (πρώτης) συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, οσάκις επεραιούτο χρονικώς εκάστη των ως άνω καταρτισθεισών μεταξύ των διαδίκων (δευτέρας έως και ενάτης) συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η εναγομένη δια των αρμοδίων οργάνων της, μεταξύ των οποίων και ο προαναφερθείς υπάλληλος της εναγομένης Χ.

Δ., καίτοι εξέφραζε στον ενάγοντα την ικανοποίησή της δια την παρασχεθείσα υπ' αυτού εργασία και την επιθυμία της δια την ανανέωση της σχέσεως εργασίας, είχε την απαίτηση, προκειμένου να προβή στην ανανέωση της εργασιακής σχέσεως, η μέλλουσα να καταρτισθή, σύμβασις να χαρακτηρισθή ως σύμβασις ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου.

Ο ενάγων διεμαρτύρετο προς τούτο, διώκοντας την κατάρτιση συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προέβαινε όμως στην εκάστοτε υπογραφή των ανωτέρω (δευτέρας έως και ενάτης) συμβάσεων εργασίας, πειθόμενος στας επαναληφείσας, προ της καταρτίσεως εκάστης των ως άνω συμβάσεων, διαβεβαιώσεις της εναγομένης ότι, η νομική αυτή μορφή της συμβάσεως (ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου) πρόκειται να είναι η τελευταία και ότι άμα τη λήξει της χρονικής διαρκείας της μελλούσης να καταρτισθή συμβάσεως, εσκόπευε να καταρτισθή μεταξύ αυτών νέα σύμβασις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Κατά δε την λήξη της ως άνω από ... (ενάτης) συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας από ... μέχρι ..., η εναγομένη απήτησε εκ νέου, προκειμένου να υπογραφή νέα σύμβασις, να χαρακτηρισθή αυτή ως σύμβασις ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου. Τότε ο ενάγων διαμαρτυρόμενος δια την ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης απεχώρησε την ...

εκ της επιδίκου εργασιακής σχέσεως και δεν επανήλθε. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα κρίνεται ότι, η προαναφερομένη συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγόμενης εταιρείας κατά την εκτέλεση της εργασίας του ενάγοντος, αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της επιδίκου συμβάσεως εργασίας, κατά τα εκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη, διότι προσεβλήθη η ηθική και η αξιοπρέπεια του ενάγοντος και εδημιούργησε (η προαναφερομένη συμπεριφορά της εναγόμενης εταιρείας) τοιαύτας συνθήκας, ούτως ώστε κατά την καλή πίστη και την αντικειμενική κρίση, ήταν πλέον αδύνατος στον ενάγοντα η εξακολούθησις της παροχής της εργασίας του στην ως άνω επιχείρηση της εναγομένης εταιρείας επί πνεύματι αμοιβαίας κατανοήσεως και συνεργασίας και, ως εκ τούτου, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας αυτού.

Ο δε ενάγων δεν απεδέχθη την μεταβολή αυτή, αλλά εθεώρησε αυτή δικαιολογημένως ως, επισυμβάσα την ..., άτακτο καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, και συνεπακολούθως, ως απόλυση κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 Ν.2112/1920. Ως εκ τούτου, εξηναγκάσθη εις αποχώρηση εκ της εργασίας του εξ αιτίας της ανωτέρω προσβλητικής συμπεριφοράς της εναγομένης, καθώς εκλονίσθη ανεπανόρθωτα η σχέσις εμπιστοσύνης και καλής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, ενώ υπέστη και ηθική μείωση η προσωπικότης του ενάγοντος έναντι των τρίτων συναδέλφων του, υπαλλήλων της εναγομένης, λόγω της προπεριγραφείσης καταχρηστικής και παρανόμου συμπεριφοράς της εναγομένης εργοδότριας.

Η τοιαύτη αποχώρησις του ενάγοντος δεν ήτο οικειοθελής, όπως αβασίμως ισχυρίσθη η εναγομένη κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό στο δικαστήριο τούτο, αλλά, όπως απεδείχθη, εξ αιτίας της ανωτέρω καταχρηστικής και παρανόμου συμπεριφοράς της εναγομένης εργοδότριας, ήτο δικαιολογημένη η αποχώρησις του ενάγοντος εκ της εργασίας του.

Επομένως, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα αποζημίωση απολύσεως, αφού κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα η συμπεριφορά της συνιστά έκτακτη καταγγελία της επιδίκου συμβάσεως εργασίας και ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 13.906,66 ευρώ, ήτοι 2.980 ευρώ ο μεικτός μηνιαίος μισθός του ενάγοντος τον τελευταίο μήνα προ της, γενομένης την ..., καταγγελίας της επιδίκου συμβάσεως + 496,66 ευρώ (προσαύξησις 1/6 των επιδομάτων εορτών και αδείας) = 3.476,67 ευρώ επί τέσσαρας (4) μήνας [λόγω προϋπηρεσίας συμπληρωμένων έξι (6) ετών, άρθρο 1 παρ.

ΙΑ.12, περ. 2 Ν.4093/2012] = 13.906,66 ευρώ. Συμφώνως δε προς την διάταξη του άρθρου 74 παρ. 3 του Ν.3863/2010 "Όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών.

Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη με αριθμό 2992/2023 απόφαση δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσιβλήτου, και μετά από εξαφάνιση της με αριθμό 311/2020 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε κατ' ουσία την αγωγή αναιρεσιβλήτου, επιδικάζοντας σε αυτόν τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά, και ειδικότερα Α) για επίδομα (Δώρο) Πάσχα από το έτος 2014 έως το έτος 2018 το ποσό των 6.155 ευρώ, Β) για επίδομα ( Δώρο) Χριστουγέννων από το έτος 2014 έως το έτος 2018, το ποσό των 12.560 ευρώ, Γ) για επίδομα αδείας από το έτος 2014 έως το έτος 2018 το ποσό των 6.155 ευρώ και Δ) για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 13.906,66 ευρώ, κρίνοντας ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους μεταξύ τους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, [από προφανή παραδρομή γίνεται μνεία στην απόφαση για κατάρτιση διαδοχικών "συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου" αντί της αναφοράς σε κατάρτιση διαδοχικών "συμβάσεων ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένης διάρκειας], τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ενώ εξ άλλου, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς ουσιώδες ζήτημα της συνδέουσας τα διάδικα μέρη σχέσης και της ύπαρξης ή όχι εξάρτησης και δέσμευσης του αναιρεσιβλήτου κατά την παροχή των υπηρεσιών του στην αναιρεσείουσα με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα και καταφάσκουν ότι η σχέση που συνέδεε τον αναιρεσίβλητο με την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με τις υποστηρίζουσες την ανωτέρω κρίση εξής παραδοχές, ήτοι:

α) ότι ο αναιρεσίβλητος από την πρόσληψή του στην αναιρεσείουσα εταιρεία ήτοι καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 19.11.2012 έως ... εντάχθηκε στην Υποδιεύθυνση Τεχνικών Έργων NGA και Υποστηρίξεως Σταθερής και Κινητής, Υποδιεύθυνση Υποστηρίξεως Συνεργατών Consilidation και απασχολείτο μόνιμα και σταθερά στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας στην Παιανία, β) ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας επί οκτάωρο, χρησιμοποιώντας την υλικοτεχνική υποδομή της αναιρεσείουσας, και εκτελούσε την ανατειθέμενη σε αυτόν εργασία του κατ' εντολή των υπαλλήλων της [αναιρεσείουσας], γ) ότι υπέκειτο στον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας και ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται κατά τρόπο δεσμευτικό στις εντολές και οδηγίες των εντεταλμένων υπαλλήλων της προαναφερθείσας Υποδιεύθυνσης της αναιρεσείουσας όπως και οι υπόλοιποι οκτώ (8) υπάλληλοι, πολιτικοί μηχανικοί αυτής, δ) ότι από την πρόσληψή του ο αναιρεσίβλητος ήταν ενταγμένος στην οργανωτική δομή της ως άνω Υποδιεύθυνσης, με συγκεκριμένες αρμοδιότητες και καθοριζόμενες από τους ιεραρχικά Προϊσταμένους [Χ.

Δ. και Κ. Κ.], υπό τις δεσμευτικές εντολές και οδηγίες για την επιτόπια επιστασία και έλεγχο των σε εξέλιξη έργων, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσείουσας, ε) ότι κατά την προσέλευσή του και την αποχώρησή του "κτυπούσε κάρτα" ήτοι υπήρχε ο έλεγχος των χρονικών ορίων παροχής εργασίας και επιπλέον η άδεια αναψυχής έπρεπε να εγκριθεί από τους Προϊσταμένους του.

Δεν απαιτείτο δε για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, η περαιτέρω μνεία σε τι συνίστατο ο έλεγχος και η εποπτεία της αναιρεσείουσας επί των παρεχομένων από τον αναιρεσίβλητο υπηρεσιών και σε τι ακριβώς συνίσταντο οι εντολές και οδηγίες που δίδονταν σ' αυτόν, εφ' όσον τα ανωτέρω αφορούσαν προφανώς το αντικείμενο εργασιών της Υποδιεύθυνσης, στην οποία είχε ενταχθεί και απασχολείτο ο αναιρεσίβλητος και το οποίο (αντικείμενο εργασιών) (σε συνδυασμό με το αντικείμενο των συμβάσεων που είχαν καταρτισθεί), διαλαμβάνονται με επάρκεια και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε συνιστά αντίφαση η παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο μονίμως στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας στην Παιανία Αττικής με την παραδοχή της μετάβασης αυτού κατόπιν σχετικής εντολής των προϊσταμένων του στους τόπους εκτέλεσης εργασιών προς έλεγχο και παρακολούθησή τους.

Ούτε εξ άλλου η ιδιότητα του αναιρεσίβλητου ως διευθύνοντος συμβούλου ανενεργούς ανώνυμης εταιρείας ή διαχειριστή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, της οποίας εν τοις πράγμασι διαχειριστής ήταν στενό συγγενικό του πρόσωπο, εμποδίζει τη λειτουργία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων.

Κατά τα λοιπά η αναιρεσείουσα ουσιαστικά επικαλείται ως αναιρετικές πλημμέλειες, πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεών της ως προς τη φύση της συνδέουσας τους διαδίκους έννομης σχέσης, που δεν ιδρύουν την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ παραλλήλως υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττει την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Αντιθέτως, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και κατ' επίφαση ήταν σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ότι κατά τη λήξη της από ... (ένατης) σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από ... έως ..., η αναιρεσείουσα απαίτησε εκ νέου να υπογραφεί νέα σύμβαση, χαρακτηριζόμενη ως σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να εξαναγκασθεί αυτός σε αποχώρηση, και ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της επίδικης σύμβασης εργασίας, η οποία είναι αντίθετη στην καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προρρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 έως 351, Α.Κ., 7 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281ΑΚ.

Ειδικότερα, υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τούτο, διότι με βάση τις παραδοχές της απόφασης, η άρνηση της αναιρεσείουσας-εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειας της ένατης σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (...) να καταρτίσει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τον αναιρεσίβλητο-εργαζόμενο α) δεν στοιχειοθετεί βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του αναιρεσιβλήτου κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν.2112/1920, καθ' όσον δεν υπάρχει μεταβολή των όρων εργασίας του επί τα χείρω εφ' όσον οι όροι της προτεινομένης σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών παρέμειναν οι ίδιοι, όπως και στην προηγούμενη σύμβαση και β) δεν συνιστά εκ των πραγμάτων προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, εφ' όσον δεν υφίστανται περιστατικά προσβλητικά της προσωπικότητάς του, η άρνηση της αναιρεσείουσας για κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με τον αναιρεσίβλητο δεν επιφέρει από μόνη της ηθική μείωση της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου.

Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της θεμελίωσης του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, για το είδος και τον τρόπο της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης [αναιρεσείουσας] καθώς και για την επιλογή του ενάγοντος [αναιρεσιβλήτου] να ασκήσει το εκλεκτικό του δικαίωμα από το άρθρο 7 του Ν.2112/1920 και να θεωρήσει την βλαπτική αυτή μεταβολή της σύμβασης εργασίας του ως καταγγελία αυτής εκ μέρους της εναγομένης [αναιρεσείουσας], ανεπαρκή αιτιολογία που δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αφού δεν στοιχειοθετείται βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του αναιρεσιβλήτου κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν.2112/1920 μόνο από την άρνηση του εργοδότη μετά τη λήξη της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών να καταρτίσει με τον αναιρεσίβλητο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ούτε συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικά με μονομερή βλαπτική μεταβολή και αποζημίωση απόλυσης, είναι βάσιμος και κατά τούτο πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Εξάλλου, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησης του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή.

Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (ΟλΑΠ 6/2016, 10/2012, 5/2011, 7/2002, 8/2001).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ή την ένσταση ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 721/2022, 351/2021, 76/2019, 247/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις της πρότεινε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, την οποία επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου, με λόγο έφεσης. Για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής ισχυρίστηκε, ότι ο ενάγων [αναιρεσίβλητος], καθ' όλο το διάστημα της εργασιακής σχέσης τους δεν διαμαρτυρήθηκε ως προς το νομικό καθεστώς της εργασίας του και για τα οφειλόμενα προς αυτόν επιδόματα εορτών και αδείας.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση αυτή με την ακόλουθη σκέψη: "Η εναγομένη-εφεσίβλητος δια των προτάσεών της στο δικαστήριο αυτό επαναφέρει παραδεκτώς τον, επικουρικώς, προβληθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό της περί καταχρηστικής ασκήσεως κατ' άρθρο 281 Α.Κ.

της ενδίκου αγωγής. Ειδικώτερον, η εναγομένη ισχυρίζεται επικουρικώς ότι, ο ενάγων καταχρηστικώς ασκεί το δικαίωμά του, αφού ούτος καθ' όλο το διάστημα της επιδίκου εργασιακής σχέσεως ουδέποτε διεμαρτυρήθη ως προς το νομικό καθεστώς της εργασίας του και δια οφειλόμενα προς αυτόν επιδόματα εορτών και αδείας και εξ αυτής της επί μακρόν χρονικό διάστημα συμπεριφοράς του ενάγοντος, προηγηθείσης της ασκήσεως της ενδίκου αγωγής του, και της διαμορφωθείσης κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα καταστάσεως, εδημιουργήθη εις αυτήν η εύλογος πεποίθησις ότι, ο ενάγων ουδεμία αξίωση έχει εκ της επιδίκου εργασιακής σχέσεως και δεν πρόκειται να προβάλει αξιώσεις κατά της εναγομένης, απορρέουσας εκ της εργασίας του ενάγοντος, ούτως ώστε η μεταγενεστέρα άσκησις δια της ενδίκου αγωγής δικαιώματός του, τείνει εις ανατροπή της ήδη δημιουργηθείσης καταστάσεως και πρόκειται να επιφέρη, εν όψει και του αιτουμένου δια της ενδίκου αγωγής χρηματικού ποσού, τον κίνδυνο της προκλήσεως δυσμενών οικονομικών συνεπειών στην εναγομένη εταιρεία.

Ότι, ως εκ τούτου, η άσκησις δια της ενδίκου αγωγής του δικαιώματος του ενάγοντος υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 Α. Κ. και είναι καταχρηστική. Ο εν λόγω, επικουρικώς προβαλλόμενος, ισχυρισμός της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως της ενδίκου αγωγής, επειδή καθ' όλη την διάρκεια της επιδίκου εργασιακής σχέσεως ουδέποτε διεμαρτυρήθη ο ενάγων ως προς το νομικό καθεστώς της εργασίας του και δια οφειλόμενα προς αυτόν επιδόματα εορτών και αδείας, δημιουργώντας τοιουτοτρόπως στην εναγομένη ευλόγως την πεποίθηση ότι, ούτος δεν πρόκειται να προβάλη τας ενδίκους αξιώσεις του, και επειδή η δια της ενδίκου αγωγής άσκησις του δικαιώματος πρόκειται να επιφέρη τον κίνδυνο δυσμενών οικονομικών συνεπειών στην εναγομένη εταιρεία, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς τα ως άνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν την κατά το άρθρο 281 Α.Κ.

καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.". Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο με την κρίση του ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου δεν ασκείται καταχρηστικά λόγω του μεσολαβήσαντος μακρού χρόνου προς άσκηση αυτής [αγωγής], απορρίψαν ούτω τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου της διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Υπό τις ως άνω παραδοχές, ο ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το σκέλος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και απορρίψεως του ισχυρισμού ως μη νόμιμου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο αυτός ως άνω λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο με το να απορρίψει την ανωτέρω ένσταση ως μη νόμιμη δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα εκτιθέμενα προς θεμελίωση της ενστάσεως πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, δεν κρίνονται ικανά να δημιουργήσουν ευλόγως στην αναιρεσείουσα την πεποίθηση ότι αυτός δεν πρόκειται να προβάλλει τις ένδικες αξιώσεις του και δεν καθιστούν για την αναιρεσείουσα αδικαιολόγητη και ιδιαίτερα επαχθή, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, την άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια να μην πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και να δικαιολογείται έτσι η απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ως άνω ένστασης.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της αποζημίωσης και σύμφωνα προς τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται εν μέρει την από 15.9.2023 και με αριθμό εκθ. καταθ. 7247/723/15.9.2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2992/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2992/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ