Supreme Court dismisses appeal due to defendant's procedural absence and rejects statute of limitations argument.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment because the opposing public entity failed to appear or be properly represented during the hearing. The appellants argued that the lower court erred by failing to examine their defense regarding the extension of the statute of limitations from two to five years. The court rejected this claim, ruling that the second-instance court had already addressed and rejected the defense, and that the specific claims fell under a two-year limitation period rather than the five-year period cited by the appellants.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 576(1) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine a case ex officio if the respondent fails to appear, and if the respondent was not properly summoned, the hearing is inadmissible. Furthermore, the Supreme Court rejects an appeal argument based on the statute of limitations if the lower court has already examined and rejected the defense on that issue.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 990 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 990/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Π. Α. του Γ., συζ. Ι. Α., και 2)Γ. Μ. του Α., κατοίκων Χανίων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Κοντονάσιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΧΑΝΙΩΝ", το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/5/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 122/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/6/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις, δε, επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ούτε υποβλήθηκε η, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση. Από την προσκομιζόμενη, μετ' επικλήσεως, από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 10932Γ/14.12.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κρήτης Γ.
Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 14 Ιουνίου 2021 με αριθμ. κατάθ. 19/15.6.2021 αίτησης για αναίρεση της με αριθ. 122/26.7.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Κατόπιν τούτου, εφόσον το αναιρεσίβλητο κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (εργατικές διαφορές). Στη προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 14.6.2021 με αριθμ. κατάθ. 19/15.6.2021 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 122/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που έκρινε επί υπόθεσης με αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, οι αναιρεσείοντες προέβησαν στην επισύναψη του υπ' αριθ. 37917614295107280006/2021 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.
Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στους αναιρεσείοντες, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 484/2019).
Με την κρινόμενη από 14 Ιουνίου 2021 με αριθμ. κατάθ. 19/15.6.2021 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 122/26.7.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 30.4.2018 με αριθμ.
κατάθεσης ΕΦ62/30.4.2018 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 50/18.3.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 13.5.2013 με αριθ. καταθ. ΜΤ363/13.5.2013 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου.
Με την ως άνω αγωγή τους οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι με την υπ' αριθμ. 2429/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υποχρεώθηκε το εναγόμενο ΝΠΔΔ να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες τους ως εργάτες γενικών καθηκόντων, μετά τη λήξη των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας τους ορισμένου χρόνου μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί τακτικής αγωγής τους, ότι ακολούθως με την υπ' αριθ. 178/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που εκδόθηκε επί της από 7.1.2004 αγωγής τους, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 281/2008 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, αναγνωρίσθηκε ότι αυτοί συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από 1.2.2001 η πρώτη και από 27.12.2001 ο δεύτερος από αυτούς και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, ότι η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, καθότι με την υπ' αριθμ. 120/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου κατ' αυτής και ότι το εναγόμενο παρά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων δεν αποδέχεται την εργασία τους και αρνείται να τους καταβάλει τους μισθούς τους.
Ζητούσαν, δε, α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει για μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από το Μάιο του έτους 2005 έως το Μάιο του έτους 2013 στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 85.387,16 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 76.897,72 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει για μισθούς υπερημερίας από το μήνα Ιούνιο του έτους 2013 έως το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2014 στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 880,28 ευρώ το μήνα και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 722,76 ευρώ το μήνα με το νόμιμο τόκο.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του (50/2018) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο να καταβάλει για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως και 31.5.2013 στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 57.218,20 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 51.529,40 ευρώ για με το νόμιμο τόκο και αναγνώρισε ότι υποχρεούται να καταβάλει για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.6.2013 έως 31.1.2014 στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 7.042,24 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 6.342,08 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ενώ απέρριψε το αίτημα των εναγόντων για καταβολή μισθών υπερημερίας για τα έτη 2005 και 2006 κατά μερική παραδοχή της ένστασης παραγραφής του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ, ως κατ' ουσία βάσιμης.
Επί της από 30.4.2018 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 122/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσία την από 13.5.2013 αγωγή απέρριψε αυτή κατ' ουσία στο σύνολό της, με το σκεπτικό ότι όλες οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του Ν.Δ/τος 496/1974.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με την παρ.3 του άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 204), ορίζεται ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών", και με την παρ.6 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "χρηματική αξίωσις κατά του ν.π.
βεβαιωθείσα δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως ή δια την οποίαν εξεδόθη τίτλος πληρωμής, υπόκειται εις παραγραφήν πέντε ετών, αρχομένην από της τελεσιδικίας ή εκδόσεως του τίτλου πληρωμής αντιστοίχως". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης (παρ. 6), έναρξη νέας παραγραφής από την τελεσιδικία δικαστικής απόφασης, που αναγνωρίζει χρηματική αξίωση κατά του Δημοσίου, επέρχεται μόνον ως προς την συγκεκριμένη χρηματική αξίωση, στην οποία αφορά η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, και όχι και ως προς άλλες χρηματικές αξιώσεις, περί των οποίων δεν έκρινε η απόφαση αυτή, έστω και αν είναι παρόμοιες με την κριθείσα ή αν έχουν γεννηθεί εκ της αυτής αιτίας (ΑΠ 46/2017, ΣτΕ 4024/2010, που έκριναν επί παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 90 παρ. 6 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού...").
Περαιτέρω με το άρθρο 49 του ως άνω Νομοθετικού Διατάγματος ορίζεται ότι "η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ` ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις", με το άρθρο 51 αυτού ορίζεται ότι "Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.
διακόπτεται μόνον: α) Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον ή εις διαιτητάς, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων του δικαστηρίου ή των διαιτητών. β) Δια της υποβολής προς το ν.π. αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας δια την αναγνώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως, Αρχής.
Εν περιπτώσει μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δευτέρας αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφήν. γ) Δια της εκδόσεως τίτλου πληρωμής" και, τέλος, με το άρθρο 52 εδ. γ ορίζεται ότι "η παραγραφή λαμβάνεται υπ` όψιν αυτεπαγγέλτως υπό των δικαστηρίων".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η παραγραφή αξίωσης κατά Ν.Π.Δ.Δ. λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άνω άρθρο 51 του Ν.Δ/τος 496/1974 τρόπους, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΑΠ 198/2021, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 533/2018).
Η τελευταία (αντένσταση διακοπής της παραγραφής), για να είναι παραδεκτή, πρέπει κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, να περιέχει σαφώς το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και να καταλήγει σε συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής (ΟλΑΠ 472/1983ΑΠ 212/2019, ΑΠ 1785/2013, ΑΠ 1372/2010, ΑΠ 624/2003). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019 ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017). Ακόμη, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ.β του νόμου αυτού, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019).
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 884/2017, ΑΠ 259/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 76/2016).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991) έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 1377/2012, ΑΠ 527/2008), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2017).
Τέλος αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 του ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1439/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 159/2018, ΑΠ 605/2015, ΑΠ 354/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "...Με την υπ' αριθμ. 178/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 281/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί της με αριθ.
καταθ. 7/9.1.2004 αγωγής των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) κατά του εναγομένου (ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ) και έγινε τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 121/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που απέρριψε την υπ' αριθ. καταθ. 106/2008 έφεση του εναγομένου κατ' αυτής έγιναν δεκτά με δύναμη δεδικασμένου τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού χρόνου ως εποχιακοί υπάλληλοι και απασχολήθηκαν αποκλειστικά ως καθαριστές των χώρων του Σταδίου.
Συγκεκριμένα η πρώτη προσελήφθη για χρονικό διάστημα από την 1.2.2001 έως την 30.9.2001 και ο δεύτερος από 27.12.2001 έως την 27.8.2002. Μετά τη λήξη των εν λόγω συμβάσεων, αυτές ανανεώθηκαν για την πρώτη ενάγουσα με τις από 11.2.2002 (και έως την 11.10.2002) και 5.5.2003 (έως και την 1.1.2004) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και για το δεύτερο ενάγοντα με την από 5.5.2003 (και έως την 5.1.2004) σύμβαση ομοίως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.(...) Ακολούθως η ως άνω απόφαση, κατά παραδοχή της υπ' αριθ.
καταθ. 7/9.1.2004 αγωγής, αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο με ισχύουσες μέχρι την ημέρα δημοσίευσής της (6.6.2008) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 1.2.2001 η πρώτη των εναγόντων και από την 27.12.2001 ο δεύτερος των εναγόντων (...). Παρά ταύτα το εναγόμενο δεν επαναπροσέλαβε τους ενάγοντες και δεν αποδέχθηκε τις κανονικά προσφερόμενες υπηρεσίες τους με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερο και όφειλε να καταβάλει στους ενάγοντες μισθούς υπερημερίας από τον Ιανουάριο του έτους 2008 έως και τον Ιανουάριο του 2014 που ανέρχονται στο ποσό των 880,28 ευρώ μηνιαίως για την πρώτη ενάγουσα και στο ποσό των 792,76 ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα , δεδομένου ότι, όπως έκρινε ανεκκλήτως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, εφόσον η κρίση του αυτή δεν προσβάλλεται με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, επαναπροσέλαβε (το εναγόμενο) τους ενάγοντες την 1.2.2014.
Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, όλες οι αξιώσεις των εναγόντων για την καταβολή των μισθών τους μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 27.4.2017 είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του ΝΔ 496/1974, όπως βάσιμα υποστηρίζει το εναγόμενο με την παραδεκτά προβληθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις προτάσεις του και με προφορική δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, ένστασή του διετούς παραγραφής κατά την προαναφερόμενη διάταξη, την οποία επαναφέρει με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσής του, εξετάζεται δε και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Ειδικότερα οι αξιώσεις των εναγόντων που γεννήθηκαν από 1.1.2008 έως 31.12.2008 παραγράφηκαν την 31.12.2010, αυτές που γεννήθηκαν από 1.1.2009 έως 31.12.2009 παραγράφηκαν την 31.12.2011, αυτές που γεννήθηκαν από 1.1.2010 έως 31.12.2010 παραγράφηκαν την 31.12.2012, αυτές που γεννήθηκαν από 1.1.2011 έως 31.12.2011 παραγράφηκαν την 31.12.2013, αυτές που γεννήθηκαν από 1.1.2012 έως 31.12.2012 παραγράφηκαν την 31.12.2014, αυτές που γεννήθηκαν από 1.1.2013 έως 31.12.2013 παραγράφηκαν την 31.12.2015 και η αξίωσή τους για καταβολή μισθού υπερημερίας για τον Ιανουάριο του 2014 παραγράφηκε την 31.12.2016.
Τούτο, δε, διότι δεν προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από τους ενάγοντες με αντένσταση διακοπτικό της διετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών τους γεγονός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 51 του ΝΔ 496/1974, ούτε και γεγονός που να επέφερε επιμήκυνση της παραγραφής από διετία σε πενταετία κατά το άρθρο 48 παρ.6 του ιδίου ως άνω Ν.Δ/τος, αλλά ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτείνουν τέτοια αντένσταση οι ενάγοντες ως εφεσίβλητοι, αν και δικαιούνται προς τούτο κατ' άρθρο 527 παρ.1 του ΚΠολΔ προς αντίκρουση της έφεσης.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ενάγοντες δεν προέβαλαν με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους αντένσταση διακοπής της παραγραφής των επιδίκων αξιώσεών τους ή επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής, αφού τέτοια δήλωση δεν έχει καταχωρισθεί στα ως άνω πρακτικά.
Εξάλλου όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεών τους και των προτάσεών τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως, ούτε προβάλλεται κατ' έφεση ορισμένως αντέφεση (ενν. αντένσταση) περί διακοπής ή επιμήκυνσης της παραγραφής προς απόκρουση της παραδεκτώς προβληθείσας από το εναγόμενο και εκκαλούν ένσταση παραγραφής των αγωγικών τους αξιώσεων.
Και ναι μεν όπως από τα δικόγραφα αυτά προκύπτει, οι ενάγοντες εφεσίβλητοι απλώς ανέφεραν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αναφέρουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι αντίγραφο της ένδικης αγωγής τους επέδωσαν στον εναγόμενο στις 17.6.2013 και αντίγραφο της αίτησης κλήσης για επαναφορά της αγωγής τους για συζήτηση μετά τη ματαίωση της κατά τη δικάσιμο της 12.11.2015 επέδωσαν στις 30.6.2016, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 6390Η/ 17.6.2013 και 1722Θ/30.6.2016 εκθέσεις επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Ι.
Γ. αντίστοιχα, τις οποίες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως και επαναπροσκομίζουν, πλην, όμως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη του τα παραπάνω γεγονότα ως διακοπτικά της διετούς παραγραφής, ελλείψει σχετικού αιτήματος (βλ. άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ) των εναγόντων εφεσίβλητων και ούτε και οι ίδιοι διατείνονται ότι πρότειναν τα γεγονότα αυτά παραδεκτώς και νομίμως με αντένσταση.
Αλλά ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες αναφέροντας στην αγωγή τους ότι κατά του εναγομένου άσκησαν την υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 7/9.1.2004 αγωγή τους επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 178/2008 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Χανίων, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι η σχέση που τους συνδέει με το εναγόμενο είναι σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατέστη δε η απόφαση αυτή τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 121/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που απέρριψε την κατ' αυτής έφεση του εναγομένου, προτείνουν καθυποφορά ένσταση διακοπής της διετούς παραγραφής ή επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής σε πενταετία από την τελεσιδικία της προαναφερόμενης απόφασης, διότι οι αναφορές αυτές, όπως προκύπτει από το κείμενο της αγωγής τους γίνονται απλώς και μόνο διηγηματικώς, χωρίς οι ίδιοι να διατείνονται ότι προτείνουν αντένσταση διακοπής της παραγραφής ή επιμήκυνσης του χρόνου αυτής, ούτε και διατυπώνεται με την αγωγή αίτημα απόρριψης για την αιτίαση αυτή της ένστασης παραγραφής.
Συνεπώς η αγωγή, εφόσον οι αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων έχουν όλες παραγραφεί, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία ως παραγεγραμμένη...". Κατόπιν τούτων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσία την από 13.5.2013 αγωγή των εναγόντων απέρριψε αυτή στο σύνολό της κατ' ουσία.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το μοναδικό εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα δεν δέχθηκε την παραδεκτώς προβληθείσα κατ' άρθρο 527 παρ.1 του ΚΠολΔ με τις από 6.5.2019 προτάσεις τους που υπέβαλαν προς το Εφετείο ως εφεσίβλητοι, προς αντίκρουση της προβληθείσας με τους δύο πρώτους λόγους έφεσης του εκκαλούντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ένσταση παραγραφής, αντένστασή τους περί διακοπής της παραγραφής και επιμήκυνσης της από διετία σε πενταετία.
Ότι ειδικότερα με τις ως άνω προτάσεις τους εξέθεταν ότι "...Στην αγωγή μας (ενν. από 13.5.2013 αγωγή) αναφέρουμε: Ότι άσκησαν (ενν. ασκήσαμε) την από 7.1.2004 με αριθ. 7/9.1.2014 αγωγή μας με αντικείμενο την αναγνώριση της έννομης σχέσης από την οποία απορρέουν οι ένδικες αξιώσεις μας, το περιεχόμενο της οποίας αναλυτικά εκθέτουμε.
Ότι η ως άνω αγωγή μας έγινε δεκτή με την με αριθμ. 178/2008 απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 281/2008 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, η οποία έχει εξοπλισθεί με δύναμη δεδικασμένου και έχει καταστεί πλέον αμετάκλητη. Επομένως εφόσον η γενεσιουργός έννομη σχέση των ενδίκων αξιώσεων έχει κριθεί τελεσιδίκως, υπόκεινται σε παραγραφή πέντε (5) ετών οι απαιτήσεις μας, αρχόμενη από την τελεσιδικία της απόφασης (βλ.
Βαθρακοκοίλη ΕΡΝΟΜΑΚ αρ. 268). Προβάλλεται επομένως η ένσταση διακοπής της παραγραφής, στηριζόμενη στην υπό στοιχείο IV μείζονα σκέψη της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν συντρέχει λόγος παραγραφής. Έτσι ο πρώτος και δεύτερος λόγος της έφεσης του αντιδίκου πρέπει να απορριφθούν.", ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όφειλε να κρίνει, κατά παραδοχή της ως άνω αντένστασής τους, ότι υπήρχε επιμήκυνση της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών τους για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 και εφεξής από διετή σε πενταετή από το τέλος του οικονομικού έτους που προέκυψαν, ότι την παραγραφή αυτών διέκοψε η άσκηση της από 13.5.2013 αγωγής τους η οποία κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο στις 17.6.2013, η οποία, κατόπιν ματαίωσής της στη δικάσιμο στις 12.11.2015, επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την υπ' αριθ. 120/29.6.2016 κλήση τους, η οποία κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο στις 30.6.2016 και ότι αυτό (Εφετείο) μη δεχόμενο την ως άνω παραδεκτώς προταθείσα από αυτούς αντένσταση διακοπής και επιμήκυνσης της παραγραφής υπέπεσε στην εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τη διακοπή της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών τους με τις επιδόσεις στο αναιρεσίβλητο α) στις 17.6.2013 της από 13.5.2013 με αριθ. καταθ. 363/13.5.2013 αγωγής τους και β) στις 30.6.2016 της υπ' αριθ. 120/29.6.2016 κλήσης τους, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι τον ως άνω ισχυρισμό τους (αντένσταση) περί διακοπής της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών τους με τις ως άνω επιδόσεις της αγωγής και της κλήσης τους προέβαλαν παραδεκτά ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας και ειδικότερα ότι προέβαλαν παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τον επανέφεραν παραδεκτά με τις προτάσεις τους ως εφεσίβλητοι ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατ' άρθρο 240 του ΚΠολΔ, ή ότι τον προέβαλαν παραδεκτά για πρώτη φορά ως εφεσίβλητοι στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' άρθρο 527 του ιδίου Κώδικα.
Σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος καθότι από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου α) της από 13.5.2013 με αριθ. καταθ.363/13.5.2013 αγωγής των εναγόντων, β) των με αριθμ. 50/2018 πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, γ) των από 26.4.2017 προτάσεων των εναγόντων ενώπιον του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δ) των από 6.5.2019 προτάσεων αυτών ως εφεσίβλητων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι δεν είχε υποβληθεί από τους αναιρεσείοντες αντένσταση περί διακοπής της διετούς παραγραφής του άρθρου 48 παρ.3 του Ν.Δ/τος 494/1974, με τις επιδόσεις της από 13.5.2013 αγωγής και της από 29.6.2016 κλήσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 51 του ως άνω Ν.Δ/τος.
Και ναι μεν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως ενάγοντες και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως εφεσίβλητοι ανέφεραν απλώς ότι αντίγραφο της ένδικης αγωγής τους και αντίγραφο της αίτησης-κλήσης για επαναφορά της αγωγής τους για συζήτηση, μετά τη ματαίωση της κατά τη δικάσιμο στις 12.11.2015, επέδωσαν στις 17.6.2013 και 30.6.2016, αντίστοιχα, στο αναιρεσίβλητο, επικαλούμενοι τις υπ' αριθμ. 6390Η/17.6.2013 και 1722Θ/30.6.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Χανίων Ι.
Γ., πλην όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το Εφετείο, ελλείψει αιτήματος (βλ. άρθρο 262 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), δεν μπορούσε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως τα παραπάνω διακοπτικά της διετούς παραγραφής (των αγωγικών αξιώσεων των αναιρεσειόντων) του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1974 γεγονότα (επιδόσεις αγωγής και κλήσης), που ούτε και ίδιοι, άλλωστε, διατείνονται ότι πρότειναν παραδεκτώς και νομίμως με αντένσταση (ΑΠ 593/2015).
Περαιτέρω και καθό μέρος με τον ως άνω λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την παράλειψή της να εξετάσει τον παραδεκτά και νόμιμα προβληθέντα ισχυρισμό τους (αντένσταση) περί επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής από δύο (2) έτη σε πέντε (5) έτη, κατ' άρθρο 48 παρ.6 του Ν/Δτος 496/1974, ο λόγος αυτός κατά το ως άνω μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε με την αιτιολογία ότι αυτοί ως εφεσίβλητοι δεν είχαν προβάλλει παραδεκτά με τις προτάσεις τους αντένσταση διακοπής παραγραφής ή επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής (5ο - 6ο φύλλα).
Σε κάθε δε περίπτωση ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι οι αγωγικές αξιώσεις τους υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή της παρ.6 του άρθρου 48 του ως άνω Ν.Δ/τος είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, στην πενταετή παραγραφή της παραγράφου 6 του άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974 υπόκειται μόνο συγκεκριμένη χρηματική αξίωση για την οποία εκδόθηκε τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ενώ δεν υπόκεινται σ'αυτή (πενταετή παραγραφή) αλλά στη διετή παραγραφή της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου άλλες χρηματικές αξιώσεις που δεν κρίθηκαν με την απόφαση αυτή, έστω και αν είναι παρόμοιες με την κριθείσα, ή έχουν γεννηθεί εκ της αυτής αιτίας (ΑΠ 46/2017, ΣτΕ 4024/2010), όπως στην προκειμένη περίπτωση, όπου οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων, που ασκήθηκαν με την από 13.5.2013 αγωγή τους, για καταβολή μισθών υπερημερίας για τα αναγραφόμενα σ'αυτή χρονικά διαστήματα, υπόκεινται στη διετή παραγραφή της παρ.3 και όχι στην πενταετή παραγραφή της παρ. 6 του ως άνω άρθρου (48), έστω και αν έχουν γεννηθεί, λόγω της αναγνώρισης, με την με αριθμ. 178/2008 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) συνδέονται με το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ.
με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, ζήτημα καταδίκης των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου δεν ανακύπτει στην ένδικη υπόθεση, λόγω της δικονομικής απουσίας του τελευταίου (ΑΠ 1446/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στους αναιρεσείοντες.
Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2021 και με αριθ. κατάθ. 19/15.6.2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 122/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ