Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
990/2020 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against lower court's property ownership ruling due to insufficient grounds.

Geschäftsnummer 990/2020
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against the First Instance Court's final judgment regarding property ownership. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning and misallocated the burden of proof, but the court found the appellate decision well-founded and logically consistent. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(19), 559(10), 559(13) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on sufficient, non-contradictory reasoning that allows for proper review of substantive law application, and the burden of proof was correctly allocated based on the evidence presented.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal admissibility insufficient grounds burden of proof property ownership legal reasoning civil procedure costs allocation

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553(1)(b), 556, 558, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Articles 1094, 1033, 1041, 1045, 974 of the Civil Code
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 990 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 990/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Νίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Χριστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2015 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2017 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 11/2019 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-6-2019 αίτησή του . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου, ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 10/6//2019 (με αριθμό κατάθεσης 10/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 11/ 2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παράγραφος 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (η οποία έλαβε χώρα στις 14 151 2019, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 10/6/ 2019).

Συνεπώς, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553 παράγραφος 1 β, 556, 558 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελής πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση η παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά.

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 13 του άρθρου 559ΚΠολΔ, κατά τον οποίο "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης", ιδρύεται επί εσφαλμένης κατανομής του "αντικειμενικού" βάρους αποδείξεως, ήτοι εκείνο που προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση των θεμελιωτικών της αξίωσης του πραγματικών γεγονότων.

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ) αποδείξεως του αντιθέτου (αρνητικού) ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από τον αντίδικο του (ενάγοντα) αποδείξεις (ΑΠ 319/2009, ΑΠ 1567/2009, ΑΠ 683/2010).

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής περιστατικά: "Στις 28-8-2008, απεβίωσε στην ... ο πατέρας του ενάγοντος, Α. Μ. του Γ. και Α. (βλ. την υπ' αριθμ. 63/26/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων) και κατέλειπε την από 20-3-2008 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 1722/6-3-2009 πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 691/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Με τη διαθήκη αυτή ο αποβιώσας πατέρας εγκατέστησε τον ενάγοντα γιο του κληρονόμο του, σε όλη την κληρονομιαία περιουσία, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το κάτωθι λεπτομερώς περιγραφόμενο ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο, εκτάσεως 97,58 τ.μ., μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής και αποθήκης, κείμενο εντός σχεδίου πόλεως της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...

του Νομού ... και ήδη της Δημοτικής Κοινότητας ... του ..., της Περιφερειακής Ενότητας ... της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας και ειδικότερα επί της συμβολής των ...,.."Το συγκεκριμένο όμως ακίνητο έχει καταχωριστεί στις αρχικές εγγραφές του κτηματολογικού γραφείου ... κατά ένα μέρος αυτού, (εμβαδού 61,58 τ.μ.) ως τμήμα του με αριθμ.

ΚΑΕΚ 460231148011/0/0 γεωτεμαχίου συνολικής έκτασης 126,00 τ.μ... και φέρεται κατά τις κτηματολογικές εγγραφές ότι ανήκει κατά ποσοστό 16,67% εξ αδιαιρέτου στον αποβιώσαντα Α. Μ., πατέρα του ενάγοντος και κατά ποσοστό 83,33% εξαδιαιρέτου σε άγνωστο ιδιοκτήτη. Κατά το άλλο μέρος του, (εκτάσεως 36,04τ.μ.) το κληρονομιαίο ακίνητο έχει καταχωριστεί στις αρχικές εγγραφές του κτηματολογικού γραφείου ...

ως τμήμα του με αριθμ . ΚΑΕΚ 460231148003/0/0 γεωτεμαχίου συνολικής έκτασης 279,30 τ.μ... και φέρεται κατά τις κτηματολογικές εγγραφές να ανήκει στο Μ. Κ.... Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. 7878/30-12-1972 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ..., Α. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 216 και με αριθμό 19981 (βλ.

το από 10-6-1999 πιστοποιητικό μεταγραφής της Υποθηκοφύλακα ...), περιήλθε στην κυριότητα του Α. Μ. του Γ., πατέρα του ενάγοντος, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, ένα ακίνητο εκτάσεως 97,58 τ.μ., μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής και αποθήκης, κείμενο εντός σχεδίου πόλεως της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... του Νομού ...

και ήδη της Δημοτικής Κοινότητας ... του ..., της Περιφερειακής Ενότητας ... της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας και συγκεκριμένα επί της συμβολής των ..., λόγω αγοράς από την αληθινή κυρία αυτού, Β. Μ. του Γ., θεία του ενάγοντος. Στην τελευταία (Β. Μ.), αδελφή του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, περιήλθε το παραπάνω ακίνητο κατά το ως άνω ποσοστό, δυνάμει της υπ' αριθμ. 7859/22-12-1972 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου συμβολαιογράφου ..., Α.

Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 193 και αριθμό 18448, με την οποία η τελευταία αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 29-6-1967 πατρός της, Γ. Μ., ο οποίος κατέλειπε την από 12-4-1965 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Λαμίας και κηρύχθηκε κυρία με τα υπ' αριθμ. 67/2-2-1968 πρακτικά και την ταυτάριθμη απόφαση.

Κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό κυριότητας, ήτοι 5/6 εξ' αδιαιρέτου, το επίδικο οικόπεδο, μετά των επ' αυτού κτισμάτων, περιήλθε στον πατέρα και δικαιοπάροχο του ενάγοντος, Α. Μ. του Γ., με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού από το έτος 1965, οπότε και του παραχωρήθηκε άτυπα η νομή του από τον πατέρα Γ.

Μ. του Α., και μέχρι και το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή της ... (9-2-2006), ήτοι για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, ασκούσε επ' αυτού όλες τις αρμόζουσες σε κύριο διακατοχικές πράξεις, ειδικότερα το χρησιμοποιούσε ως εποχική του κατοικία, το συντηρούσε και επισκεύαζε αυτό, το αξιοποιούσε οικονομικά με την εκμίσθωση σε τρίτους του καταστήματος και της συνεχόμενης με αυτό αποθήκης.

Στον ανωτέρω δικαιοπάροχο του, Γ. Μ. του Α., το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Α. Μ. του Γ. κατά το έτος 1914, ενώ στον τελευταίο είχε περιέλθει ομοίως με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του Γ. Μ. από το έτος 1880, στον οποίο επίσης περιήλθε άτυπα από το έτος 1825, από τον δικό του πατέρα, όλοι δε οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, άμεσοι και απώτεροι, μέχρι μεν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), το φρόντιζαν και το συντηρούσαν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, δηλαδή έχοντας την πεποίθηση ότι, ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων, μετά δε την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει την επ' αυτού κυριότητα, ασκώντας όλες τις αρμόζουσες στους κυρίους, νομείς και κατόχους διακατοχικές πράξεις, το φρόντιζαν και το συντηρούσαν προβαίνοντας σε δαπάνες επισκευής και συντήρησης, κατοικούσαν σε αυτό με τις οικογένειες τους, κατά καιρούς και εποχικά προέβαιναν στην οικονομική του αξιοποίηση με την εκμίσθωση σε τρίτους κυρίως του ισόγειου χώρου του καταστήματος αυτού και περιστασιακά και της διώροφης κατοικίας, αφού μέχρι και σήμερα ουδέποτε υπήρξε κάποια αμφισβήτηση του χαρακτήρα του οικοπέδου ή του δικαιώματος κυριότητάς τους επ' αυτού.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ως άνω ακίνητο δεν είναι καταγεγραμμένο, εντοπισμένο, γνωστό δημόσιο κτήμα (βλ. το με αρ. πρωτ. 1102/61234/8- 4-2015 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων - Διεύθυνση Δασών ... της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας), καθώς στο έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών αναφέρεται ότι η επίδικη έκταση είχε διαχρονικά μη δασική μορφή και ότι μέχρι σήμερα δεν έχει κηρυχθεί αναδασωτέα ούτε έχει εκδοθεί καμία πράξη διοικητικής αποβολής σε βάρος των ιδιοκτητών της και, σε κάθε περίπτωση, ότι η εν λόγω έκταση είναι μη δασικού χαρακτήρα και δεν εμπίπτει στις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας (παρ. 6° του Ν. 998/79).

Άλλωστε, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ανήκε μέχρι την επανάσταση του 1821 στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή ότι καταλήφθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο κατά το έτος 1830, με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ούτε ότι είχε περιέλθει στο εναγόμενο ως ιδιωτικό δάσος ή λιβάδι ή βοσκότοπος ή ως αποτελούσα κατά το έτος 1837 αδέσποτη έκταση, ή δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση οποιασδήποτε διακατοχικής πράξης επί της επίδικης έκτασης εκ μέρους του εναγομένου, το οποίο, σημειωτέον, δεν εξέτασε μάρτυρα.

Σε κάθε δε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι οι ως άνω αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος ασκούσαν επ' αυτού φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη τουλάχιστον επί 30 χρόνια μέχρι τις 11-9-1915, δηλαδή για χρονικό διάστημα που ήταν επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία επί δημοσίου κτήματος.

Συνεπώς, αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου ήταν ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Α. Μ. του Γ., μέχρι το χρόνο θανάτου του, πλην όμως, αυτό κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης αποτυπώθηκε εσφαλμένα στα οικεία τηρούμενα στο Κτηματολογικό Γραφείο ... κτηματολογικά βιβλία, όπως προεκτέθηκε, με αποτέλεσμα τμήμα αυτού 61,58 τ.μ.

να καταχωριστεί ως τμήμα του με ΚΑΕΚ 460231148011/0/0 γεωτεμαχίου, ευρύτερης εκτάσεως 126,00 τ.μ., με φερόμενο ιδιοκτήτη το Ελληνικό Δημόσιο κατά ποσοστό 83,33% εξ αδιαιρέτου και τον κληρονομούμενο κατά ποσοστό 16,67% εξ αδιαιρέτου και τμήμα αυτού 36,04 τ.μ. να καταχωριστεί ως τμήμα του με ΚΑΕΚ 460231148003/0/0 μείζονος εκτάσεως γεωτεμαχίου 279,30 τ.μ.

Όμως, οι ανωτέρω αρχικές εγγραφές είναι ανακριβείς και προσβάλλουν το υφιστάμενο επί των πιο πάνω ακινήτων κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας του Αντωνίου Μαμάνδρα, ο οποίος απεβίωσε στις 28-8-2008, καταλείποντας την από 20-3-2008 ιδιόγραφη διαθήκη του με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο επί του συγκεκριμένου ακινήτου τον ενάγοντα γιο του, κατά τα προεκτεθέντα, ο οποίος δεν αποποιήθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά (βλ.

το με αριθμό 6143/2016 πιστοποιητικό της γραμματέως του Ειρηνοδικείου ... και το με αριθμό πρωτ. 15678/7-11-2016 πιστοποιητικό της γραμματέως του Πρωτοδικείου ...) και ως εκ τούτου, ως καθολικός διάδοχος του, έχει άμεσο έννομο συμφέρον για τη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη και να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα οικεία κτηματολογικά βιβλία που τηρούνται στο Κτηματολογικό Γραφείο ..., ώστε από το με ΚΑΕΚ 460231148011/0/0 γεωτεμάχιο συνολικής έκτασης 126,00 τ.μ., να αποσπαστεί το επίδικο ακίνητο εμβαδού 61,58 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο ως άνω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με τα αριθμητικά στοιχεία 22-23- 24-13-18-20-26-27-22, καθώς και από το με ΚΑΕΚ 460231148003/0/0 γεωτεμάχιο συνολικής έκτασης 279,30 τ.μ.

να αποσπαστεί τμήμα αυτού εμβαδού 36,04 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο ίδιο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα αριθμητικά στοιχεία 24-25-19-20-18-13-24, να δημιουργηθεί για αυτό νέο κτηματολογικό φύλλο με ξεχωριστό ΚΑΕΚ και να καταχωριστεί ως αποκλειστικός κύριος του τελευταίου ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Α.

Μ. του Γ., με τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία κατά πλήρη κυριότητα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί αναγνωρίσεως της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του επί του επίδικου ακινήτου και διορθώσεως των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα οικεία κτηματολογικά βιβλία.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1094, 1033, 1041, 1045 και 974 του ΑΚ, που εφαρμόστηκαν και, ειδικότερα, διαλαμβάνει τις συγκεκριμένες πράξεις νομής επί του επίδικου, που διενεργούσαν οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος (καθώς και τα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία ο καθένας από αυτούς ασκούσε τις πράξεις αυτές, για αυτό ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου και, ειδικότερα, για την επί του επίδικου ακινήτου κτήση της κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία δια της ασκήσεως απ' αυτόν και τους απώτερους δικαιοπαρόχους του των περιγραφόμενων ως άνω πράξεων νομής, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρας αποδείξεως, καθώς και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από αυτά.

Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και για αυτό πρέπει ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή, ως αληθινού, του αγωγικού ισχυρισμού περί κτήσεως της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από τον άμεσο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου δια χρησικτησίας, χωρίς απόδειξη, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Τέλος, ο πρώτος από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας έχει προεκτεθεί, προκύπτει ότι το Εφετείο ορθώς κατένειμε το (αντικειμενικό) βάρος αποδείξεως ως προς τον προαναφερόμενο αγωγικό ισχυρισμό, αφού αυτός κρίθηκε αποδεδειγμένος εξαιτίας επάρκειας των προσκομισθεισών από τον ενάγοντα και όχι εξαιτίας της ανεπάρκειας των αντίθετων αποδείξεων που προσκομίστηκαν από τον εναγόμενο.

Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος, αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (αρθ 176, 183, 191 παράγραφος 2ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παράγραφος 1 του νόμου 3693/ 1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την 13 4423/1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10/6/ 2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της 11/ 2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 29 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 28 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 2 της 990/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Ε.Λ.