Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects claim for equal public sector benefits.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal on procedural grounds because the respondent failed to appear at the hearing despite valid summons. On the merits, the Court rejected the claim for equal benefits, ruling that extending a specific allowance to the plaintiff violated statutory conditions and the principle of legality. Consequently, the lower court's decision was annulled, but the case was remanded for a new trial where the plaintiff's claim would be dismissed.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 14 of Law 3016/2002: The Supreme Court must examine sua sponte the legality of summons if the respondent is absent; a specific public allowance is granted only upon strict statutory conditions, and extending it without legal basis violates the principle of legality and equality.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 990 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 990/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Κατσιμίχα, ο οποίος ανακάλεσε την προηγηθείσα δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας.
Εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος (εναγομένου) η 428/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Την αναίρεσή της ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2013 (ημερομηνία κατάθεσης) αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 16-5-2016 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη, Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγείται κυρίως μεν την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης, άλλως δε την αναίρεση κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα .../30-5-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε. Γ., ακριβές αντίγραφο της από 20-9-2013 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόσκληση του αναιρεσείοντος, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού, Δημήτριο Κατσιμίχα, προς την αναιρεσίβλητη για να παρασταθεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 20-9-2016, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7-3-2017), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.
Αυτή, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της ως άνω, μετ’ αναβολή δικασίμου, ούτε κατέθεσε κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, σαν να ήταν παρούσα, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για την προκείμενη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση γι’ αυτήν (ΚΠολΔ 226 παρ.4 εδ.
α’ , γ’ και δ’ , 568 παρ.4, 576 παρ.2).
2. Σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ.1 στοιχ. β’ εδ. β’ ΚΠολΔ, "Κατά των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην, έφεση επιτρέπεται από τη δημοσίευσή τους". Και σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τους χρόνους που ενδιαφέρουν στην ένδικη υπόθεση, "Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεση είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναιρέσεως 428/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας δημοσιεύθηκε την 1-7-2010. Κατά συνέπεια, η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως εναντίον της εξέπνευσε δια της παρελεύσεως της 1-7-2013, διότι μέχρι της εν λόγω ημέρας δεν είχε λάβει χώρα επίδοση αυτής.
3. Σύμφωνα με το άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ, "Αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής [ερημοδικίας] είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Εξ αυτού συνάγεται ότι εάν δεν έχει επιδοθεί η ερήμην απόφαση, η δυνατότητα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας εναντίον της είναι χρονικώς απεριόριστη. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναιρέσεως 428/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας είχε εκδοθεί ερήμην του τότε εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", στη δικονομική θέση του οποίου, μετά την κατάργησή του, έχει υπεισέλθει ήδη ο αναιρεσείων ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...". Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε μεν την 1-7-2010, αλλά επιδόθηκε μόλις την 24-7-2013 (βλ. τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο που προσκομίζει ο αναιρεσείων). Κατά συνέπεια, η προθεσμία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας άρχισε την επομένη της επιδόσεως ημέρα και, χωρίς να υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου (ΚΠολΔ 147 παρ.2), εξέπνευσε δια της παρελεύσεως της 8-9-2013.
4.Η ένδικη, χρονολογούμενη από 19-9-2013, αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Κρωπίας την 20-9-2013. Κατά την ημέρα εκείνη και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα (βλ. παραπάνω, αρ.2 και αρ.3) η προσβαλλόμενη 428/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας δεν υπέκειτο ούτε σε έφεση ούτε σε ανακοπή ερημοδικίας. Ήταν, συνεπώς, τελεσίδικη και υπέκειτο σε αίτηση αναιρέσεως (ΚΠολΔ 321 και 553 παρ.1). Λόγω του ότι μετά την άπρακτη πάροδο της καταχρηστικής προθεσμίας της εφέσεως είχε επακολουθήσει η επίδοση της εν λόγω αποφάσεως, η αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να κατατεθεί εντός τριάντα ημερών από την εκπνοή της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Η προθεσμία αυτή έληγε (ΚΠολΔ 147 παρ.2, 564 παρ.1) την 8-10-2013. Επομένως, η ένδικη αίτηση είναι παραδεκτή.
5.Με την από 1-6-2009 αγωγή (χρονολογούμενη από 26-5-2009) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι, συνδεόμενη από 14-6-2006 με το εναγόμενο ΚΑΠΗ, στη θέση του οποίου, καταργηθέντος, υπεισήλθε ήδη ο αναιρεσείων ΟΤΑ, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, είχε προσφέρει τις υπηρεσίες της σ’ αυτό και κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι 31-5-2009, υπαγόμενη μισθολογικά στις διατάξεις του ν. 3205/2003.
Κατόπιν αυτού, ζητεί να υποχρεωθεί ο εργοδότης να καταβάλει σ’ αυτήν το συνολικώς αιτούμενο ποσό των 5.896 ευρώ, λόγω μη συνυπολογισμού στις ήδη καταβληθείσες αποδοχές αυτής της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Την αξίωσή της στηρίζει κυρίως μεν στην υποχρέωση εφαρμογής και ως προς αυτήν των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που καθιερώνονται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, λόγω του ότι η χορήγηση της ειδικής παροχής είχε επεκταθεί με την έκδοση μεγάλου αριθμού κοινών υπουργικών αποφάσεων σε ποικίλες κατηγορίες εργαζομένων στο Δημόσιο και τους ΟΤΑ, επικουρικώς δε στην υποχρέωση αποζημίωσης αυτής που ανακύπτει, κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, λόγω της παρανόμου παραλείψεως των οργάνων του εναγομένου να προκαλέσουν την έκδοση κοινής υπουργικής αποφάσεως για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και σ’ αυτήν και στο συνυπολογισμό της κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας της.
6.Επί της αγωγής εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου η 428/2010 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας. Με αυτήν η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατά παραδοχή της κυρίας βάσεως αυτής και επιδικάσθηκε το συνολικό ποσό των 5.104 ευρώ. Ειδικότερα, το ειρηνοδικείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατά το ένδικο χρονικό διάστημα συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου.
Ότι υπαγόταν στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, ήτοι στις διατάξεις του ν. 3205/2003. Ότι κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας της εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος δεν έλαβε την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των αμειβόμενων σύμφωνα με τις ως άνω μισθολογικές διατάξεις.
Ότι η χορήγηση της ειδικής παροχής δεν συναρτάται με καμιά άλλη προϋπόθεση, όπως τις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας ή τα πρόσωπα των εργαζόμενων. Ότι η μη χορήγησή της στην ενάγουσα συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για παροχή εργασίας ίσης αξίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος).
Ότι η υποχρέωση χορήγησης της ειδικής παροχής εξακολουθούσε να υφίσταται και μετά την, δια του άρθρου 28 παρ.4 του ν. 3205/2003, κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, διότι το ποσό της παροχής διατηρήθηκε ως προσωπική, μισθολογική διαφορά ενός εκάστου δικαιούχου, μειούμενη μόνο από μελλοντικές χορηγήσεις, προβλεπόμενες από την ίδια διάταξη (άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/2003).
Ότι το επίδομα ειδικής απασχόλησης που καταβάλλεται στους εργαζόμενους στην τοπική αυτοδιοίκηση (άρθρα 8 παρ.10 του ν. 2470/1997, 30 παρ.2 του ν. 2768/1999 και 6 παρ.1 του ν. 3146/2003) δεν παρεμποδίζει τη χορήγηση της ένδικης ειδικής παροχής, διότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες παροχής εργασίας και, ως καταφανώς διαφορετικού είδους, δεν επιδέχεται συμψηφισμό με αυτήν κατά το άρθρο 14 του ν. 3016/2002.
Ότι, ομοίως, δεν επιδέχεται συμψηφισμό η καταβολή εξόδων κίνησης στους ίδιους εργαζόμενους, διότι και αυτή, αν και γίνεται σε μηνιαία βάση, δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος και αντιμετωπίζεται ως αποζημίωση για την κάλυψη δαπανών. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το ειρηνοδικείο έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη πληροί την προϋπόθεση της υπαγωγής της στο ενιαίο μισθολογικό σύστημα των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και δικαιούται την ένδικη ειδική παροχή (για 29 μήνες επί 176 ευρώ=5.104 ευρώ, όχι, όμως, στα επιδόματα εορτών και αδείας), διότι για τη χορήγησή της, σύμφωνα με τα τότε κρατούντα νομολογιακά δεδομένα, τα οποία ακολούθησε, δεν απαιτούνταν η συνδρομή ουδεμιάς ετέρας προϋποθέσεως.
7. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003. Πράγματι, κατά την αληθινή έννοια των ως άνω διατάξεων, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (δήθεν προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη την προϋπόθεση της υπαγωγής αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.
Αντιθέτως, αποτελεί ειδική παροχή για την οικονομική ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και εκδώσουν κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων με τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002.
Μια από τις προϋποθέσεις αυτές είναι το να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες με το ποσό των 176 ευρώ. Στην προκείμενη περίπτωση όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχε η εν λόγω αναγκαία κατά νόμο προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής στην αναιρεσίβλητη, αφού αυτή, ως εργαζόμενη ιδιωτικού δικαίου σε ΚΑΠΗ υπαγόμενο στον ήδη αναιρεσείοντα ΟΤΑ, λάμβανε πρόσθετες μισθολογικές παροχές, οι οποίες υπερέβαιναν το ποσό των 176 ευρώ (άρθρα 8 παρ.8 και 13 του ν. 2470/1997, 8 παρ.6 και 12 του ν. 3205/2003, 5 παρ.3 του ν. 2685/1999 και 131 του π.δ. 351/2003).
Πέραν αυτού, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση ούτε της δημόσιας διοίκησης γενικά αλλά ούτε και του αναιρεσείοντος ΟΤΑ ειδικότερα για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής στην αναιρεσίβλητη για μόνο το λόγο ότι η χορήγηση αυτής είχε επεκταθεί προηγουμένως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων.
Διότι η επέκταση της χορήγησης χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων είχε γίνει καθ’ υπέρβαση της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης, ήτοι παρανόμως, ισότητα δε στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 932/2015, πρβλ. ΟλΣτΕ 95/2013). Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
8.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά την αναίρεση, εν όψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α’ ), να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή και να απορριφθεί ως μη νόμιμη και κατά τις δύο νομικές βάσεις αυτής, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (βλ. παραπάνω αρ.6) και κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν περιστατικά, ούτε παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ισονομίας διαπιστώνεται ούτε παρανομία των οργάνων του εναγομένου κατά την παράλειψη της χορήγησης της ένδικης, ειδικής παροχής στην ενάγουσα. Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων και των εντεύθεν επί σειράν ετών διακυμάνσεων της νομολογίας, οι οποίες μόνον εσχάτως ήρθησαν με την ως άνω απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ολόκληρης της δίκης (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 428/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας.
Δικάζοντας εκ νέου, απορρίπτει την από 1-6-2009 αγωγή στο σύνολό της.
Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 30η Μαΐου 2017.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ