Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
990/2015 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal for failure to examine evidence outside appeal grounds under Article 522 of Civil Procedure Code.

Geschäftsnummer 990/2015
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal filed by six firefighters against a Third Instance Court decision. The appellants argued the lower court failed to consider specific documents and witness testimony from previous proceedings. The court ruled that the Third Instance Court correctly limited its review to the specific grounds raised in the appeal, excluding evidence not formally challenged.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 520, 522, 559 of the Civil Procedure Code; An appeal must be limited to the specific grounds raised, preventing the appellate court from examining evidence or facts not explicitly challenged in the appeal.

Schlagwörter

KI-generiert
Civil Procedure Code Appeal grounds limitation Evidence examination scope Third Instance Court Dismissal of appeal Drohung gegen Behörden und Beamte Verletzung der Pflicht zur Dienstleistung Straftaten gegen die Amts- und Berufspflicht

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 522 of the Civil Procedure Code
Article 520 of the Civil Procedure Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 240 of the Civil Procedure Code
Article 106 of the Civil Procedure Code

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Case 261/2012 of the Supreme Court
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 990 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 990/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προε- δρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1.Ε. Π. του Σ., 2.Α. Π. του Α., 3.Λ. Α. του Γ., 4. Ν. Σ. του Θ., 5.Σ. Τ. του Σ. και 6.Α. Μ. του Δ., απάντων εργαζομένων στην 131 Σμηναρχία Μάχης, Αεροδρόμιο Ακτίου, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευτυχίου-Δημητρίου Καλαμίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Γεωργίας Καπόρη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 129/2013 Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 28-11-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 31-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση των Ε. Π. κλπ κατά του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 129/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, έτσι ώστε να είναι εφικτή η διαπίστωση της εμβέλειάς τους (ΑΠ 261/2012).

Περαιτέρω, οι κατά το άρθρο 520 παρ.1 ΚΠολΔ λόγοι της έφεσης αποτελούν παράπονα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα της αποφάσεως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, διότι το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (ΚΠολΔ 522), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως και όχι μόνο με βάση τα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος, που συνδέονται με αυτή (ΑΠ 577/2013, ΑΠ 283/2013).

Είναι δε ορισμένος ο λόγος εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων όταν με αυτόν αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια ότι δέχθηκε την αγωγή "κατά κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών", διότι και με αυτή τη συνοπτική διατύπωση σαφώς πλήττεται η ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων (ΑΠ 531/1969).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.8 του ίδιου Κώδικα, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της παρατιθέμενης διατάξεως, θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως (ΑΠ 817/2014, ΑΠ 1701/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην αγωγή που άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, μαζί με άλλους είκοσι έξη εργαζόμενους στο ΥΠΕΘΑ, οι αναιρεσείοντες, αναφερόμενοι αντίστοιχα ως 11ος, 12ος, 13ος, 27ος, 28ος και 29ος ενάγοντες, ιστορούν ότι προσλήφθηκαν από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου αρχικά, οι οποίες έχουν ήδη μετατραπεί σε αορίστου χρόνου, ως πυροσβέστες οι τρεις πρώτοι και ως οδηγοί πυροσβεστικών οχημάτων οι υπόλοιποι τρεις και με βάση αυτές εργάσθηκαν για την κάλυψη των αναγκών της 131 Σμηναρχίας Μάχης, εκτός των άλλων και κατά τα έτη 2007 και 2008.

Ότι τα καθήκοντά τους συνίσταντο στην παροχή υπηρεσιών στον τομέα της πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και διάσωσης σε όλο το χώρο του αεροδρομίου του Ακτίου και σε όλες τις πτήσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται όχι μόνο οι στρατιωτικές πτήσεις αρμοδιότητας του ΥΠΕΘΑ, αλλά και οι εθνικές και διεθνείς πολιτικές πτήσεις αρμοδιότητας της ΥΠΑ.

Ότι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 34 και 34α του ν. 2682/1999, χορηγήθηκε στο προσωπικό της ΥΠΑ, μεταξύ των οποίων και οι εργαζόμενοι στον τομέα πυρόσβεσης αυτής (ΥΠΑ), μηνιαίο επίδομα, υπολογιζόμενο με βάση τα ποσά που αποδίδονται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την ασφάλεια των πτήσεων (EUROCONTROL) στον τηρούμενο ειδικό λογαριασμό ως τέλη διαδρομής και τέλη τερματικής παροχής.

Ότι το επίδομα αυτό δεν λαμβάνουν οι ίδιοι, παρότι εργάζονται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες με αυτές των υπαλλήλων που λαμβάνουν το ένδικο επίδομα, κατά παράβαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 Συν.). Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι και οι ίδιοι δικαιούνται να λάβουν το επίδομα αυτό, καθώς επίσης και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα εκ των εναγόντων ποσό 16.690,74 ευρώ, που αντιστοιχεί στο σύνολο του επιδόματος αυτού για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως και 31.12.2008, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 17/2011 οριστική απόφασή του δέχθηκε ότι όλοι οι ενάγοντες, δηλαδή και οι αναιρεσείοντες, εργάζονταν και κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (έτη 2007 και 2008), με βάση τις επικαλούμενες συμβάσεις εργασίας στον τομέα της πυρόσβεσης στο αεροδρόμιο του Ακτίου, εξυπηρετώντας τις πτήσεις τόσο των πολεμικών όσο και των πολιτικών αεροσκαφών που χρησιμοποιούσαν το αεροδρόμιο αυτό και δικαιούνται, κατ’ εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, το αναφερόμενο στην αγωγή επίδομα που καταβαλλόταν στο προσωπικό της ΥΠΑ και με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την αγωγή στο σύνολό της και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 16.690,74 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης το αναιρεσίβλητο άσκησε, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, έφεση, ζητώντας με αυτή την εξαφάνισης της [τότε] εκκαλουμένης απόφασης και, ακολούθως, την απόρριψη της αγωγής, μεταξύ άλλων και για το λόγο ότι "δεν εκτίμησε ορθά τα πραγματικά περιστατικά".

Με αυτή τη συνοπτική διατύπωση σαφώς, κατά ορισμένο τρόπο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω, πλήττεται η ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση με τις προτάσεις, που κατατέθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά τη συζήτηση, επί της έδρας, με τις οποίες σύμφωνα με το άρθρο 674 ΚΠολΔ είχε τη δυνατότητα, στην προκειμένη διαδικασία των εργατικών διαφορών, να ασκήσει παραδεκτά πρόσθετους λόγους εφέσεως (ΑΠ 602/2011, ΑΠ 1908/2008, ΑΠ 54/2005), το αναιρεσείον, εξειδικεύοντας το λόγο αυτό, εκθέτει ότι "τα έγγραφα που προσήγαγαν και επικαλέσθηκαν πρωτοδίκως και η κατάθεση του μάρτυρά τους αλυσιτελώς προσήχθησαν και πλημμελώς εκτιμήθηκαν από την εκκαλουμένη, καθόσον εν προκειμένω δεν υπήρχε ουδεμία παράβαση της αρχής της ισότητας εκ της μη χορηγήσεως στους [τότε] εφεσιβλήτους του επιμάχου επιδόματος που λαμβάνουν οι συνάδελφοι τους της ΥΠΑ".

Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, ως προς το λόγο αυτό, όσον αφορά τους αναιρεσείοντες, τα εξής: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως (το εναγόμενο δεν εξέτασε μάρτυρα ανταποδείξεως) στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα με αριθ. 261/2009 πρακτικά αυτού, που ελήφθη στα πλαίσια προγενέστερης σχετικής δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων επί της από 23.2.2009 (με αυξ.

αριθ. κατ. 22/2009) αγωγής, η οποία με την με αριθ. 261/2009 απόφαση απορρίφθηκε ως αόριστη και η οποία (κατάθεση) λαμβάνεται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από όλα τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν αρχικά με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας / Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες της 131 Σμηναρχίας Μάχης που εδρεύει στο Άκτιο.

Με τη με αριθ. 397/2005 απόφαση του Μον. Πρωτ. Λευκάδας αναγνωρίστηκε ότι ο χαρακτήρας της συμβάσεως εργασίας που συνέδεε καθένα εξ αυτών ήταν της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με τις ακόλουθες αποφάσεις του Ειδικού Γραμματέως του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας αποφασίστηκε η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας αυτών από ορισμένου σε αορίστου χρόνου :

Α) Με τη με αριθ. Φ. 471.11/ΑΔ 561284 Σ 358/20.2.2001 απόφαση αποφασίστηκε η μετατροπή των συμβάσεων των 11ου, 12ου, 13ου, 27ου, 28ου και 29ου εξ αυτών σε αορίστου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται σε έργα υποδομής του ΝΑΤΟ και ειδικότερα για τη συντήρηση έργων του ΝΑΤΟ, όσο και για την κάλυψη αναγκών για την υποστήριξη εθνικών έργων και όχι στον τομέα της πυρασφάλειας και της πυρόσβεσης στο αεροδρόμιο του Ακτίου όπως αβάσιμα ισχυρίζονται.

Επομένως. έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή των 11ου, 12ου, 13ου, 24ου, 25ου και 26ου των εναγόντων, ως αβάσιμη κατ’ ουσία και να γίνει δεκτή η αγωγή των λοιπών εκ των εναγόντων ως βάσιμη και κατ’ ουσία. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε την αγωγή των ανωτέρω με αριθ. 11, 12, 13, 24, 25 και 26 εκ των εναγόντων ως βάσιμη και κατ’ ουσία, αναγνώρισε ότι αυτοί δικαιούνται την ανωτέρω αποζημίωση και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα τούτων 16.690,74 ευρώ νομιμοτόκως, δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο και έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται το εκκαλούν με την έφεσή του και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και κατ’ ουσία, να εξαφανιστούν οι διατάξεις με τις οποίες έγινε δεκτή η αγωγή των ανωτέρω εναγόντων, καθώς και η διάταξη περί δικαστικής δαπάνης και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να αναδικαστεί η αγωγή αυτών και να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, στις οποίες από προφανή παραδρομή, οι τρεις τελευταίοι αναιρεσείοντες αναφέρονται ως "24, 25 και 26 εκ των εναγόντων", ενώ στο διατακτικό αναφέρονται με τη σωστή κατά την αγωγή και το προοίμιο της αποφάσεως αρίθμηση, δηλαδή ως 27ος, 28ος και 29ος, δέχθηκε την έφεση κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος της που αναφερόταν σ’ αυτούς, εξέτασε στη συνέχεια την αγωγή κατά το μέρος της αυτό, την απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ουδόλως δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, συγκεκριμένα δε ότι έλαβε υπόψη της λόγο εφέσεως που δεν προτάθηκε, είναι αβάσιμος.

2.Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/2013).

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, βέβαια, αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει, όμως, εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ’ έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα, που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, όπου υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 139/2014).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά από τη γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 801/2014, ΑΠ 478/2014, ΑΠ 87/2013), αρκεί να γίνεται αναμφίβολα (αδίστακτα) βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από αυτά, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 801/2014, 773/2014, 478/2014, 87/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται το παράπονο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι είχαν επικαλεσθεί νομίμως με τις πρωτόδικες και εφετειακές προτάσεις τους και προσκομίσει στα δικαστήρια (Πρωτοδικείο και Εφετείο) τις υπ’ αριθ. 521/2008 (ο πρώτος αναιρεσείων), 513/2008 (ο δεύτερος αναιρεσείων), 529/2008 (ο τρίτος αναιρεσείων), 525/2008 (ο τέταρτος αναιρεσείων), 520/2008 (ο πέμπτος αναιρεσείων) και 519/2008 (ο έκτος αναιρεσείων) βεβαιώσεις της 131 Σμηναρχίας Μάχης (τμήματος πολιτικού προσωπικού), υπογεγραμμένες από τον Προϊστάμενο του τμήματος αυτού (Ι.

Σ.), ως και την υπ’ αριθ. πρωτ. Φ479/ΑΔ 168/3041/Σ. 1015/16-9-2004 βεβαίωση του Διοικητού της άνω Σμηναρχίας Μάχης, από τις οποίες (βεβαιώσεις) αποδεικνύεται ότι όλοι οι αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν την 6-11-1995 στην Πολεμική Αεροπορία, με την ειδικότητα του πυροσβέστη (οι τρεις πρώτοι) και του οδηγού ειδικών οχημάτων (οι τρεις τελευταίοι), ότι από την πρόσληψή τους όλοι (οι αναιρεσείοντες) ήταν τοποθετημένοι και υπηρετούσαν στο τμήμα πυρασφάλειας και ότι εκτελούσαν το ίδιο έργο με τους μονίμους υπαλλήλους της ΥΠΑ, δηλαδή παρείχαν υπηρεσίες πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και διάσωσης για όλες τις πτήσεις (στρατιωτικές αλλά και εθνικές και διεθνείς πολιτικές πτήσεις αρμοδιότητος της ΥΠΑ).

Ότι, επίσης, επικαλέσθηκαν στα άνω δικαστήρια (Πρωτοδικείο και Εφετείο) την κατάθεση του εξετασθέντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυρα και προσκόμισαν το οικείο (περιέχον την κατάθεση αυτή) πρακτικό του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ότι ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι υπηρετούσαν και παρείχαν υπηρεσίες στον τομέα της πυρασφάλειας και κάλυπταν τόσο τις πτήσεις των πολεμικών αεροσκαφών, όσο και τις πτήσεις (εθνικές και διεθνείς) των πολιτικών αεροσκαφών, αρμοδιότητας της ΥΠΑ, το Εφετείο, όμως, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες απασχολούντο κατά τον ένδικο χρόνο σε έργα υποδομής του ΝΑΤΟ και ειδικότερα στη συντήρηση έργων του ΝΑΤΟ, όσο και στην κάλυψη αναγκών για την υποστήριξη εθνικών έργων και δεν απασχολούντο στον τομέα της πυρασφάλειας και πυρόσβεσης στο αεροδρόμιο του Ακτίου και με την αιτιολογία αυτή δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την αγωγή ως προς αυτούς τους έξι ενάγοντες - αναιρεσείοντες ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Ότι με αυτά, που δέχθηκε το Εφετείο καταλείπονται τουλάχιστον αμφιβολίες αν αυτό έλαβε υπόψη τα ανωτέρω με επίκληση προσαχθέντα έγγραφα, ως και την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα, αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού τους, ότι οι αναιρεσείοντες εργάζονταν και παρείχαν υπηρεσίες στο αεροδρόμιο του Ακτίου στον τομέα της πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και διάσωσης για όλες τις πτήσεις (πολεμικές, αλλά και εσωτερικές και διεθνείς πολιτικές πτήσεις, αρμοδιότητας της ΥΠΑ) , ενώ αν πράγματι είχε λάβει υπόψη του τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα το Εφετείο θα αγόταν στην ουσιαστική κρίση ότι και αυτοί, όπως και οι υπόλοιποι ενάγοντες, απασχολούντο και παρείχαν υπηρεσίες στο αεροδρόμιο του Ακτίου στον τομέα της πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και διάσωσης για όλες τις πτήσεις (πολεμικές και πολιτικές, αρμοδιότητας της ΥΠΑ) και θα απέρριπτε την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και ως προς αυτούς (αναιρεσείοντες).

Από την επισκόπηση, όμως, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλέσθηκαν ορισμένα και ειδικά ενώπιον του Εφετείου τα έξη πρώτα έγγραφα, που ισχυρίζονται ότι δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο εκείνο κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δηλαδή τις υπ’ αριθ. 521/2008, 513/2008, 529/2008, 525/2008, 520/2008 και 519/2008 βεβαιώσεις της 131 Σμηναρχίας Μάχης.

Ειδικότερα, στις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου, ουδεμία νύξη γίνεται περί των εγγράφων αυτών εξατομικευμένα, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους, παρά μόνο, γενική αναφορά περί επίκλησης και προσαγωγής των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλων των εγγράφων και δικογράφων που είχαν προσκομιστεί μετ’ επικλήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και σε άλλο σημείο των προτάσεών τους οι αναιρεσείοντες αναφέρουν ότι "προσκομίζουν και επικαλούνται αντίγραφα βεβαιώσεων προϋπηρεσίας τους, όπου βεβαιώνεται η ειδικότητα με την οποία εργάζονται στην 131 Σμηναρχία Μάχης και η απασχόλησή τους στο τμήμα πυρασφάλειας και η μεταβολή της εργασίας τους από ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου σε ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας".

Επομένως, εφόσον δεν γίνεται επίκληση των εγγράφων αυτών στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση είτε ειδική (εξατομικευμένη) είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων αυτών, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, δεν υπέπεσε σε σφάλμα το Εφετείο με το να μη τα λάβει υπόψη.

Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει περαιτέρω ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση να απορρίψει με την προσβαλλομένη απόφασή του ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή κατά το μέρος, που αυτή ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες, έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα με αριθ. 261/2009 πρακτικά αυτού, που ελήφθη στα πλαίσια προγενέστερης σχετικής δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων επί της από 23-2-2009 (με αριθ.

κατ. 22/2009) αγωγής, η οποία με την με αριθ. 261/2009 απόφαση απορρίφθηκε ως αόριστη και η οποία (κατάθεση) λαμβάνεται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και όλα τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη βεβαίωση, αυτή που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την υπ’ αριθ.

πρωτ. Φ479/ΑΔ 168/3041/Σ.1015/16-9-2004 βεβαίωση του Διοικητού της 131 Σμηναρχίας Μάχης, ενώ ρητά και ειδικά γίνεται μνεία ότι ελήφθη υπόψη και η κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που περιέχεται στα πρακτικά του δικαστηρίου αυτού (πρωτοβαθμίου). Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα και την κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την αιτίαση ότι, από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς την ειδικότητα υπό την οποία απασχολήθηκαν οι αναιρεσείοντες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, προβάλλεται απαραδέκτως, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.

3.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-11-2013 αίτηση των Ε. Π., Α. Π., Λ. Α., Ν. Σ., Σ. Τ. και Α. Μ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, περί αναιρέσεως της 129/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2015. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Ιουλίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ