Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
990/2014 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against trademark infringement judgment due to lack of standing and procedural defects.

Geschäftsnummer 990/2014
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Jay Tea International against a lower court ruling in a trademark dispute involving Japan Tobacco and Jugo Tabak. The court found the appellant lacked standing to challenge the specific trademark rights held by the defendants and rejected arguments regarding procedural delays. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the first respondent.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; A party lacking standing to challenge a specific trademark right cannot successfully appeal a judgment upholding that right, and procedural delays must be substantiated to justify a hearing postponement.

Schlagwörter

KI-generiert
trademark infringement standing to sue appeal admissibility procedural delay legal costs Monte Carlo trademark civil procedure Erzeugnisse aus Drittländern

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 990 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 990/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της υπό εκκαθέριση τελούσης εταιρείας με την επωνυμία "JAY TEA INERNATIONAL CO" (Τζέϊ Τι Ιντερνατιοναλ), που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα,η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μπρέγιαννο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "JAPAN TOBACCO INC" (Τζαπάν Ταμπάκο Ινκ), που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Εταιρείας με την επωνυμία "JUGO - TABAK INTERNATIONAL doo" (Γιούγκο Ταμπάκ ΕΠΕ), πρώην "JIT doo", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, από τις οποίες η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Πολυζωγόπουλο και Σπυρίδωνα Αλεξανδρή, ενώ δεν παρέστη και δεν εκπροσωπήθηκε η δεύτετη αναιρεσίβλητη.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.

Οι πληρεξούσιοι της πρώτης αναιρεσίβλητης, αφού έλαβαν το λόγο, δεν συναίνεσαν στο αίτημα αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με την παρουσία και της γραμματέως και απέρριψε το αίτημα της αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Φεβρουαρίου 2003 κοινή αγωγή της αναιρεσείουσας και της δεύτερης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5993/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3466/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας κηρύχθηκε με την 472/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου απαράδεκτη κατά τη δικάσιμο της 4.2.2013, επαναφέρθηκε δε προς συζήτηση με την από 25 Απριλίου 2013 κλήση της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 4 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1-3 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004? 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Μάλιστα αν ο απολειπόμενος διάδικος είναι αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το παραδεκτό της συζήτησης ερήμην αυτού η επίδοση σ' αυτόν απλής κλήσης για συζήτηση, αλλά απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 743/1993? 442/2004? 1915/2008? 1062/2010? 734/2014). Περαιτέρω κατά το άρθρ. 134§§1&3 ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα πρωτοδικών, στην περιφέρεια του οποίου γίνεται η εκτέλεση..., ο δε εισαγγελέας, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος υποχρεούται να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίον γίνεται η επίδοση.

Με την παράδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα θεωρείται κατά το άρθρ. 136§1 του ίδιου Κώδικα ότι συντελέστηκε η επίδοση, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και παραλαβής του από το πρόσωπο που αφορά. Πρόκειται, δηλαδή, για πλασματική επίδοση, η οποία όμως δεν αρκεί όταν με διατάξεις διεθνών συμβάσεων προβλέπεται πραγματική επίδοση σε πρόσωπα που διαμένουν ή έχουν την έδρα τους στο εξωτερικό.

Στις περιπτώσεις αυτές ισχύουν παράλληλα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ για την πλασματική επίδοση οι διατάξεις των διεθνών συμβάσεων και είναι έτσι αναγκαία και η πραγματική επίδοση κατά τους όρους των οικείων διεθνών συμβάσεων (ΑΠ 993/1994? 1406/1996? 1439/1998? 433/2001? 66/2011? 1818/2012), οι οποίες, κατά το άρθρ. 28§1 του Συντάγματος, έχουν αυξημένη τυπική ισχύ αφότου κυρωθούν με νόμο και υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης της ελληνικής νομοθεσίας.

Πραγματική επίδοση προβλέπει και η από 18.6.1959 διμερής Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας "περί αμοιβαίων δικαστικών σχέσεων", η οποία κυρώθηκε με το ν.δ/γμα 4009/1959 (Φ.Ε.Κ. 238 Α'/5.11.1959) και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την έναρξη εφαρμογής του ΚΠολΔ (άρθρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ). Σύμφωνα έτσι με όσα στη διμερή αυτή Σύμβαση ορίζονται, οι αιτήσεις δικαστικής αρωγής υποβάλλονται δια των αντίστοιχων Υπουργείων Δικαιοσύνης... (άρθρ. 7) και η επίδοση διενεργείται κατά το δίκαιο του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση επίδοσης ή κατ' ειδικό τύπο ύστερα από αίτηση του κράτους αποστολής..., αποδεικνύεται δε είτε με αποδεικτικό παραλαβής, το οποίο πρέπει να φέρει την ημερομηνία παραλαβής και τις υπογραφές του αποστολέα και του προσώπου στο οποίο επιδόθηκε το έγγραφο..., είτε με βεβαίωση του δικαστηρίου προς το οποίο δόθηκε η δικαστική παραγγελία, η οποία πιστοποιεί τον τρόπο και την ημερομηνία της επίδοσης (άρθρ. 16).

Οι πράξεις που αποδεικνύουν τη διενέργεια της επίδοσης διαβιβάζονται στο κράτος που ζήτησε την επίδοση μέσω της προβλεπόμενης στο άρθρ. 7 οδού, σε περίπτωση δε μη εκτέλεσης της επίδοσης το δικαστήριο που τη ζήτησε ειδοποιείται χωρίς αργοπορία για τους λόγους που δεν εκτελέστηκε (άρθρ. 14). Η παραπάνω διμερής Σύμβαση δεν επηρεάζεται και εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την από 15.11.1965 Διεθνή Σύμβαση της Χάγης, η οποία προβλέπει πραγματική επίσης επίδοση σε πρόσωπα γνωστής διαμονής ή έδρας στο εξωτερικό αναφορικά με δικαστικές και εξώδικες πράξεις σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.

Σχετικά ορίζει το άρθρ. 25 της εν λόγω Σύμβασης, η οποία κατά τα άρθρ. 26 και 27 αυτής τέθηκε σε ισχύ στην Ελλάδα από 18.9.1983, οπότε και κυρώθηκε με το ν. 1334/1983, ότι με την επιφύλαξη των άρθρ. 22 και 24 της Σύμβασης, δεν θίγονται, κατά τα λοιπά, οι συμβάσεις, τις οποίες τα συμβαλλόμενα στη Σύμβαση αυτή μέρη έχουν συνάψει ή θα συνάψουν για ρυθμιζόμενα από τη Σύμβαση θέματα (ΑΠ 298/1997).

Συνεπώς για την πρόοδο της δίκης ερήμην διαδίκου που διαμένει ή εδρεύει στη Σερβία και δικάζεται στην Ελλάδα απαιτείται εκτός από την πλασματική επίδοση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου ή της κλήσης στον εισαγγελέα κατά το άρθρ. 134 ΚΠολΔ και πραγματική επίδοση κατά τα οριζόμενα στην παραπάνω διμερή Σύμβαση, διαφορετικά η συζήτηση της υπόθεσης κηρύσσεται απαράδεκτη, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 15§2 της από 15.11.1965 Σύμβασης της Χάγης.

Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, που συμπληρωματικά εφαρμόζεται και στις διμερείς διεθνείς συμβάσεις, κάθε συμβαλλόμενο κράτος έχει την ευχέρεια να δηλώσει κατά το άρθρ. 21 της Σύμβασης (σχετική η από 23.11.1989 δήλωση της Ελλάδας) ότι παρά την έλλειψη βεβαίωσης που να αποδεικνύει νόμιμη κατά τη Σύμβαση αυτή επίδοση, δεν εμποδίζεται η πρόοδος της δίκης και η έκδοση απόφασης ερήμην του διαδίκου τον οποίο αφορά η επίδοση, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις, δηλαδή:

α) το δικόγραφο διαβιβάστηκε προς επίδοση με τρόπο προβλεπόμενο στη Σύμβαση, β) από τη διαβίβαση του επιδοτέου δικογράφου έχει παρέλθει προθεσμία, την οποία ο δικαστής αξιολογεί σε κάθε περίπτωση χωριστά και η οποία είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, παρ' όλες τις επίμονες ενέργειες προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους στο οποίο απευθύνθηκε η αίτηση επίδοσης.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι με την υπ' αριθ. 472/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 3466/30.6.2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κηρύχθηκε απαράδεκτη κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 4.2.2013 και η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 4.11.2013 δυνάμει της από 25.4.2013 κλήσης της πρώτης των αναιρεσιβλήτων.

Αντίγραφο της κλήσης αυτής, καθώς και της αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκαν με επιμέλεια της εν λόγω αναιρεσίβλητης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εμπρόθεσμα κατά το άρθρ. 568§4 ΚΠολΔ (βλ. τις υπ' αριθ. …/19.7.2013 και …/2.8.2013 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …), προκειμένου τα αντίγραφα αυτά να διαβιβάζονταν ακολούθως στις σερβικές αρχές με σκοπό την επίδοσή τους στην εδρεύουσα στη … δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, καλούμενη να παραστεί στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την παραπάνω δικάσιμο της 4.11.2013.

Πράγματι τα ως άνω αντίγραφα, συνοδευόμενα και από επίσημη μετάφρασή τους στη σερβική γλώσσα, διαβιβάστηκαν στις 16.5.2013 και 28.6.2013 στο Πρώτο Πρωτοδικείο του Βελιγραδίου, πλην επιστράφηκαν ανεπίδοτα, διότι, όπως αναγράφεται στις σχετικές από 29.7.2013 και 2.9.2013 βεβαιώσεις του Δικαστηρίου αυτού, που συντάχθηκαν κατά το άρθρ. 14§2 της εφαρμοζόμενης για τις επιδόσεις μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας ως άνω διμερούς Σύμβασης, τα προς επίδοση έγγραφα δεν έπρεπε να σταλούν απευθείας στο Δικαστήριο αυτό, αλλά στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Διοίκησης της Δημοκρατίας της Σερβίας.

Με δεδομένες τις ως άνω βεβαιώσεις δεν τίθεται πλέον θέμα εφαρμογής του άρθρ. 15§2 της από 15.11.1965 Σύμβασης της Χάγης, αφού αυτό αποσκοπεί να καλύψει την έλλειψη βεβαίωσης ως προς την επίδοση και όχι την άρνηση εκτέλεσης της επίδοσης, η οποία περιορίστηκε έτσι στη συγκεκριμένη περίπτωση μόνο στην πλασματική επίδοση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, κατ' εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό και με αυτές των άρθρ. 228§2, 498§§1&2 ΚΠολΔ, πρέπει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης να κηρυχθεί μεν απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ως προς την οποία, άλλωστε, δεν υπάρχουν στην αίτηση αναίρεσης λόγοι που να την αφορούν και όπως προκύπτει από τα άρθρ. 558 και 566 ΚΠολΔ, απαράδεκτα απευθύνθηκε και κατ' αυτής, αφού αυτή στις δίκες στον πρώτο και δεύτερο βαθμό υπήρξε ομόδικος και όχι αντίδικος της αναιρεσείουσας, ώστε να νομιμοποιείται παθητικά στο πλαίσιο της κρινόμενης ήδη αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1362/2007? 180 και 181/2011), να προχωρήσει όμως η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, αφού μεταξύ των αναιρεσιβλήτων υφίσταται εν τέλει σχέση απλής και όχι αναγκαίας ομοδικίας. 2.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3466/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 17.3.2008 έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε ως προς αυτή κατά το εκκληθέν μέρος της την υπ' αριθ. 5993/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε αντίστοιχα ως προς την ίδια την από 24.2.2003 κοινή αγωγή της αναιρεσείουσας και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, η οποία (αγωγή) με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε μεν ως αόριστη κατά της ερημοδικασθείσας δεύτερης των εναγομένων εταιρείας με την επωνυμία "…" (ήδη μη διαδίκου), έγινε όμως δεκτή κατά τις δυο πρώτες βάσεις της ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να κατασκευάζει στην Ελλάδα, με αποκλειστικό σκοπό την εξαγωγή τους στη Σερβία και στο Μαυροβούνιο, τσιγάρα, επιθέτοντας σ' αυτά το σήμα "ΜΟΝΤΕ ΚΑΡΛΟ".

Η αίτηση αναίρεσης, σε σχέση ειδικότερα με την πρώτη αναιρεσίβλητη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ακολούθως ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), με συμμετοχή στη σύνθεση του Δικαστηρίου και του Εισηγητή, η οποία (συμμετοχή) δεν είναι αντισυνταγματική ούτε αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης (άρθρ. 6§1 της ΕΣΔΑ), όπως άλλωστε και η σύνταξη εισήγησης (άρθρ. 571 ΚΠολΔ), αν ληφθεί υπόψη ότι ο Εισηγητής απλώς εισηγείται στην υπόθεση και ακολούθως συναποφασίζει με τα λοιπά μέλη του δικάζοντος Τμήματος του Αρείου Πάγου, χωρίς δέσμευση από την εισήγησή του, από την οποία μπορεί ελεύθερα να αποκλίνει.

3. Κατά το άρθρ. 1§1 του ν. 2239/1994 "περί σημάτων", που αποτελεί ενσωμάτωση κατά βάση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988, θεωρείται σήμα κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή (και) τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων.

Συνεπώς κυρίαρχο στοιχείο στην έννοια του σήματος είναι η διακριτική δύναμη, που οφείλει να έχει το σήμα προκειμένου να γίνει δεκτό και να καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο σημάτων κατά το άρθρ. 14 του ίδιου νόμου. Το σήμα, δηλαδή, οφείλει πρωταρχικά να επιτελεί διακριτική λειτουργία, με την οποία στενά συνδεδεμένη είναι η λειτουργία προέλευσης που ακολούθως αναπτύσσει, έτσι ώστε τα σηματοδοτούμενα προϊόντα ή υπηρεσίες να εμφανίζονται πλέον ως προϊόντα ή υπηρεσίες συγκεκριμένης επιχείρησης και να αποφεύγεται αντίστοιχα ο κίνδυνος σύγχυσης με άλλη επιχείρηση, είτε αυτός αφορά την προέλευση των προϊόντων ή υπηρεσιών είτε την ταυτότητα των επιχειρήσεων ως προς τους φορείς τους ή ως προς την ύπαρξη μεταξύ τους οργανωτικής σχέσης ή οικονομικής συνεργασίας.

Κατά την έννοια αυτή ο κίνδυνος σύγχυσης, δηλαδή παραπλάνησης υπολογίσιμου μέρους του καταναλωτικού κοινού, ανάγεται σε κεντρική ιδέα για την παραδοχή, αλλά και για την προστασία του σήματος, αφού κατά μεν το άρθρ. 4§1εδ(β) του ν. 2239/1994, σήμα δεν γίνεται δεκτό εάν, λόγω της ταυτότητας με προγενέστερο σήμα και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών ή της ομοιότητας με προγενέστερο σήμα και της ταυτότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών ή της ομοιότητας με προγενέστερο σήμα και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού (λόγος σχετικού απαραδέκτου), κατά δε το άρθρ. 18§3 του ίδιου νόμου, ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές σημεία, τα οποία αποτελούν παραποίηση ή απομίμηση του σήματός του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παραπάνω άρθρ. 4§1.

Μολονότι έτσι δεν γίνεται ως προς την προστασία του σήματος ευθεία αναφορά στην ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης, όπως αντίθετα γίνεται με το άρθρ. 5§1 της Οδηγίας 89/104/ ΕΟΚ, ωστόσο με παραπομπή στο ως άνω άρθρ. 4§1 του ν. 2239/1994 ο κίνδυνος αυτός, στο μέτρο που αποτελεί λόγο απαραδέκτου για την καταχώρηση σήματος, ανάγεται αντίστροφα σε προϋπόθεση για την προστασία υφιστάμενου σήματος.

Αναφορά στον κίνδυνο σύγχυσης δεν γίνεται και στην περίπτωση της λεγόμενης διπλής ταυτότητας μεταξύ σημείων (ενδείξεων) και προϊόντων ή υπηρεσιών, που αποτελεί επίσης λόγο απαράδεκτου για την καταχώρηση σημείου ως σήματος και κατ' επέκταση προστασίας υφιστάμενου σήματος, αφού το άρθρ. 4§1(α) του ν. 2239/1994 ορίζει σχετικά ότι σημείο δεν γίνεται δεκτό προς καταχώρηση, εάν ταυτίζεται με προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, για τα οποία το σήμα έχει δηλωθεί, ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα, ενώ αντίστοιχα και το άρθρ. 5§1(α) της ως άνω Κοινοτικής Οδηγίας ορίζει ότι ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του, σημείο πανομοιότυπο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρηθεί.

Ωστόσο η παράλειψη αυτή δεν σημαίνει αντίστοιχη απεξάρτηση από τον κίνδυνο σύγχυσης, αλλά αντίθετα στην περίπτωση της διπλής ταυτότητας ο κίνδυνος αυτός είναι δεδομένος κατά την αντίληψη του νομοθέτη και τεκμαίρεται αμάχητα ως απόλυτος κίνδυνος, που συνεπάγεται απόλυτη προστασία κατά το Προοίμιο, σκέψη 10, της Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ (ΔΕΚ 20.3.2003, LJT Diffusion S.A./Sadas Vertbauder S.A., C-291/2000, σκέψεις 50, 51, Συλλ 2003.I-2799).

Πανομοιότυπο, κατά την ορολογία της Κοινοτικής Οδηγίας, είναι το σημείο που αναπαράγει χωρίς τροποποίηση ή προσθήκη όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το σήμα ή όταν θεωρούμενο αυτό στο σύνολό του παρουσιάζει διαφορές τόσο αμελητέες, ώστε να περνούν απαρατήρητες από το μέσο καταναλωτή. Αντίστοιχα κατά την ορολογία του ν. 2239/1994 παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη μεν προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία όμως, λόγω της οπτικής ή και ηχητικής εντύπωσης που προκαλεί η όλη παράσταση, είναι δυνατόν, ανεξάρτητα από επί μέρους ομοιότητες και διαφορές, να προκαλέσει σύγχυση στο κοινό με μέτρο τον μέσο άπειρο και όχι εξειδικευμένο χρήστη (ΑΠ 1227/2008? 1660/2008).

Εξ άλλου κατά τα άρθρ. 2 και 18§1 του ν. 2239/1994 η καταχώρηση του σήματος παρέχει έκτοτε στο σηματούχο το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης του και ιδίως, κατά την ενδεικτική αναφορά του νόμου, δικαιούται αυτός να επιθέτει το σήμα στα προϊόντα ή εμπορεύματα και στις υπηρεσίες που προορίζεται να διακρίνει, στα περικαλύμματα και στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες, στις κάθε είδους διαφημίσεις και έντυπο υλικό, καθώς και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα.

Ως χρήση του σήματος κατά την παρ. 2(β) του αυτού άρθρ. 18 του ν. 2239/1994 και την αντίστοιχη διάταξη του άρθρ. 5§3(γ) της Κοινοτικής Οδηγίας θεωρείται και η επίθεση του σήματος σε προϊόντα ή στη συσκευασία τους στην Ελλάδα με προορισμό αποκλειστικά την εξαγωγή τους σε άλλη χώρα. Πρόκειται για αυτόνομη εξουσία που επιφυλάσσει ο νόμος στο σηματούχο, οπότε και χωρίς τον κίνδυνο σύγχυσης, που κατ' αρχήν αποκλείεται στην περίπτωση αυτή στο πλαίσιο των εσωτερικών συναλλαγών, δικαιούται αυτός στο πλαίσιο αντίστοιχα της εσωτερικής έννομης τάξης (αρχή της εδαφικότητας), της προστασίας του άρθρ. 26 του ν. 2239/1994.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη εταιρεία JAPAN TOBBACO INK (πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία εδρεύει στην …, ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την παραγωγή και την εμπορία παντός είδους καπνικών προϊόντων...

Με την από 17.4.2000 σύμβαση μεταξύ αυτής και της αμερικάνικης εταιρείας R.J.REYNOLDS TOBACCO COMPANY απέκτησε... και το σήμα MONTE CARLO, προς διάκριση καπνικών προϊόντων σε διάφορες χώρες, πλην της Αμερικής. Στην Ελλάδα κατατέθηκε από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης το σήμα MONTE CARLO και MONTE CARLO με απεικόνιση στις 26.4.1991 και 10.6.1991 αντίστοιχα και αναγνωρίστηκε με τις υπ' αριθ. 7479/1995 και 7478/1995 αποφάσεις της ΔΕ Σημάτων, έλαβαν δε τα παραπάνω σήματα τους αριθμούς αντίστοιχα 103820 και 104427 προς διάκριση προϊόντων κλάσης 34, δηλαδή καπνικών προϊόντων, ενώ η ίδια έγινε δικαιούχος από 11.11.2000 κατόπιν μεταβίβασης του σήματος σ' αυτή.

Η διάρκεια των παραπάνω σημάτων παρατάθηκε για μια δεκαετία, που άρχισε από 26.4.2001 και 10.6.2001 αντίστοιχα. Η εναγομένη με το σήμα αυτό πωλεί καπνικά προϊόντα στην Ελλάδα μόνο στα καταστήματα αφορολόγητων ειδών (duty free) και σε εφοδιαστές πλοίων (ship chandlers). Το μήνα Μάϊο του έτους 2002 εντοπίστηκαν στο λιμάνι KOPER της Σλοβενίας 16 containers με τσιγάρα, που έφεραν το σήμα MONTE CARLO, είχαν προορισμό το Μαυροβούνιο και όπως διαπιστώθηκε, ανήκαν στην πρώτη ενάγουσα εταιρεία JAY TEA INTERNATIONAL CO (αναιρεσείουσα).

Τα εμπορεύματα αυτά, κατόπιν παρέμβασης της εναγομένης, η οποία ήταν δικαιούχος του σήματος στη Σλοβενία, δεσμεύθηκαν και κατασχέθηκαν με αποφάσεις της εκεί Τελωνειακής Υπηρεσίας. Ακολούθως η πρώτη ενάγουσα υπέβαλε αίτηση στον Υπουργό Οικονομικών της Σλοβενίας για ακύρωση των παραπάνω αποφάσεων, με το αιτιολογικό ότι τα εμπορεύματα αυτά είχαν προορισμό την Γιουγκοσλαβία, όπου η ίδια είχε αποκτήσει νομίμως το δικαίωμα χρήσης του σήματος MONTE CARLO.

Η αίτησή της απορρίφθηκε, ενώ η αγωγή και η έφεση που άσκησε ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων της Λιουμπλιάνα απορρίφθηκαν και αυτές. Η εναγομένη μετά το γεγονός αυτό... διαπίστωσε ότι τα τσιγάρα δεν ήταν γνήσια και παρήχθησαν στο εργοστάσιο της εταιρείας "..." (δεύτερης εναγομένης)..., στην οποία η πρώτη ενάγουσα είχε αναθέσει με σύμβαση την παραγωγή για λογαριασμό της, έναντι αμοιβής, τσιγάρων και ειδών καπνού.

Σ' αυτά ετοποθετείτο το επίμαχο σήμα και ακολούθως εξάγονταν στη Γιουγκοσλαβία, ενώ την επίβλεψη των εργασιών αυτών... είχε αναθέσει στην κυπριακή εταιρεία EDRA TRADING Ltd...Κατόπιν ενεργειών της εναγομένης δεσμεύθηκαν στο Ε' Τελωνείο Πειραιώς, στις 17.8.2002, δυο εμπορευματοκιβώτια με τσιγάρα παραγωγής της ελληνικής εταιρείας, ως προϊόντα παραποίησης και απομίμησης, και η τελευταία σταμάτησε την παραγωγή τους.

Ακολούθως, όταν η πρώτη εναγομένη άσκησε σε βάρος της εταιρείας … αγωγή με αίτημα να απαγορευτεί η χρήση του σήματος MONTE CARLO και η παραγωγή και διάθεση τσιγάρων με το σήμα αυτό, επιτεύχθηκε μεταξύ των τότε διαδίκων συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και υπογράφτηκε το από 28.5.2003 πρακτικό, που επικυρώθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου.

Με το πρακτικό αυτό η ελληνική εταιρεία αναγνώρισε το δικαίωμα της αντιδίκου της στο εν λόγω σήμα και υποσχέθηκε ότι θα παύσει την παραγωγή τσιγάρων με αυτό το σήμα... Τελικά μετά από δικαστικές ενέργειες και την έκδοση α) της υπ' αριθ. 107/2003 απόφασης του ΠολΠρΑθηνών, με την οποία ανακλήθηκε η υπ' αριθ. 774/2003 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του ΜονΠρΑθηνών, που απαγόρευε την παραγωγή από την εταιρεία … τσιγάρων με το εν λόγω σήμα, β) της υπ' αριθ. 635/2003 απόφασης του ΜονΠρΠειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της εναγομένης για καταστροφή των δεσμευμένων στο Ε' Τελωνείο Πειραιώς τσιγάρων και γ) της υπ' αριθ. 29920/2002 πράξης του ΣΔΟΕ, με την οποία βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρξε διαφυγή δασμών και φόρων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 24193/2003 απόφαση της αρμόδιας Τελωνειακής Διεύθυνσης, με την οποία αποδεσμεύθηκαν τα ως άνω δυο εμπορευματοκιβώτια.

Με την επίθεση από την εταιρεία … του σήματος MONTE CARLO στα πακέτα των τσιγάρων και των ειδών καπνού, τα οποία παρήγαγε αυτή για λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας... και τα οποία προορίζονταν για εξαγωγή, προσβλήθηκε το δικαίωμα της εναγομένης στο παραπάνω σήμα. Ειδικότερα η εταιρεία ... χρησιμοποίησε χωρίς τη θέληση της δικαιούχου εταιρείας το ίδιο σήμα σε προϊόντα, για τα οποία το σήμα είχε δηλωθεί από τη δικαιούχο εταιρεία, τεκμαιρομένου έτσι του κινδύνου συγχύσεως και επιπλέον προέβη σε εξαγωγή των προϊόντων αυτών, δικαιώματα που ανήκαν αποκλειστικά στην εναγομένη.

Εξάλλου η εναγομένη είχε το δικαίωμα να απαγορεύσει την επίθεση του σήματός της και την εξαγωγή των παραπάνω προϊόντων, έστω και αν αυτά προορίζονταν για την αγορά της πρώην Γιουγκοσλαβίας, αφού είναι διαφορετικό ζήτημα και δεν ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν το εν λόγω σήμα προσβάλλεται ή όχι στην πρώην Γιουγκοσλαβία, όπου εξήχθησαν τα προϊόντα, χώρα στην οποία κυκλοφορεί η εναγομένη τσιγάρα με το ίδιο σήμα.

Από τα έγγραφα που προσκομίζονται προκύπτει ότι η πρώτη ενάγουσα, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, φερόταν ότι είχε δικαίωμα χρήσης του σήματος αυτού στην Γιουγκοσλαβία, δικαιούχος του οποίου φερόταν η δεύτερη ενάγουσα. Ειδικότερα δικαιούχος του σήματος... ήταν η εταιρεία COURTIN INTERNATIONAL TRADING, με δικαίωμα προτεραιότητας από 18.12.2001, η οποία το μεταβίβασε στη δεύτερη ενάγουσα εταιρεία, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ.

Ζ-2001-1804 (44631) 12.7.2002 απόφαση του Ιδρύματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας της πρώην Γιουγκοσλαβίας..., στην οποία γίνεται μνεία ότι το δικαίωμα χρήσης του σήματος έχει ήδη μεταβιβασθεί στην πρώτη ενάγουσα από την εταιρεία COURTIN INTERNATIONAL TRADING από 4.1.2002 για δέκα χρόνια. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι η εταιρεία αυτή υπέβαλε στις 13.9.2002 αιτήσεις στην ελληνική ΔΕ Σημάτων για διαγραφή του σήματος της εναγομένης στην Ελλάδα, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους με τις υπ' αριθ. 1501 και 1502/2004 αποφάσεις της.

Όμως και η εναγομένη φερόταν ως δικαιούχος στη Γιουγκοσλαβία του σήματος MONTE CARLO με στοιχεία IR 748152 α, το οποίο της μεταβιβάστηκε από την εταιρεία REGIE MONEGASQUE DES TABACS ET ALUMETTES, με δικαίωμα προτεραιότητας από 12.12.2000 για προϊόντα κλάσης 34. Ωστόσο το αν προσβάλλεται και ποιού το δικαίωμα επί του σήματος αυτού στην πρώην Γιουγκοσλαβία, δεν ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη την ένδικη αγωγή, αφού προηγουμένως εξαφάνισε ως προς αυτή κατά το εκκληθέν μέρος της την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά, δεχόμενο ειδικότερα το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη αυτή, αντίθετα προς το αιτητικό της ένδικης αγωγής, έχει δικαίωμα προστασίας του σήματος MONTE CARLO για προϊόντα της κλάσης 34 που παράγονται στην Ελλάδα, έστω και αν αυτά προορίζονται μόνο για εξαγωγή στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς αντίστοιχα 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη αναιρεσιβλήτη εταιρεία με την επωνυμία "JUGO TABAK INTERNATIONAL doo" τη συζήτηση της από 12.12.2011 αίτησης της εταιρείας με την επωνυμία "JAY TEA INTERNATIONAL Co" για αναίρεση της υπ' αριθ. 3646/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία ""JAPAN TOBACCO INC".

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Mαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ