Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
990/2009 KI-generiert

Supreme Court reverses appeal court ruling on insurance subrogation where driver's blood alcohol level exceeded legal limit despite procedural flaws.

Geschäftsnummer 990/2009
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court reversed the appeal court's decision to dismiss the insurance company's claim for subrogation against the insured driver. The lower court incorrectly found the driver not intoxicated despite his blood alcohol level of 0.73 per mille, which clearly exceeded the 0.50 per mille legal limit. The court held that the appeal court erred in law by disregarding the definitive police report and applying the statutory intoxication threshold incorrectly, thus violating the principle of freedom of contract regarding insurance clauses.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 361 of the Civil Code; Art. 11 of Law 489/1976; Art. 42 of Law 2094/1992; The court established that an insurance company may exercise subrogation rights against the insured when the insured causes damage while intoxicated, and the appellate court must strictly apply the statutory blood alcohol limit without disregarding definitive police reports.

Schlagwörter

KI-generiert
insurance subrogation intoxication threshold blood alcohol limit freedom of contract appellate error civil liability statutory interpretation Verletzung von Sicherheitsbestimmungen

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 361 of the Civil Code
Art. 11 of Law 489/1976
Art. 42 of Law 2094/1992
Ministerial Decision 13782 Φ. 705 11/4δ/26-11/1977
Ministerial Decision 1330 Φ. 705 11/470/1-4-1985

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 990 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 990/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μουσά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Κόκκινο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2297/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6297/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/2/2008 αίτησή του και τους από 19/1/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 13/2/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του τρίτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων, καθώς και του δεύτερου λόγου του κυρίου δικογράφου και του πρώτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) προκύπτει η δυνατότητα των μερών στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων να συμφωνήσουν περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, όπως αυτές προβλέπονται από την Κ4/585/1978 ΑΥΕ, αλλά και άλλες που μπορούν να συμφωνηθούν ως απαλλακτικές ρήτρες (όροι).

Κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του ν 489/1976, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει στον παθόντα τρίτο ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση. Όμως επιτρέπεται να συμφωνηθεί μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλομένου, ότι σε τέτοια περίπτωση δικαιούται να στραφεί κατά του αντισυμβαλλομένου και του ασφαλισμένου και να αξιώσει απ' αυτούς να του καταβάλουν κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο.

Η έγκυρη συνομολόγηση τέτοιου όρου παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του αντισυμβαλλόμενου-ασφαλισμένου αξιώνοντας απ' αυτόν να του καταβάλει όσα πλήρωσε στον παθόντα τρίτο. (ΑΠ 2227/2007, 779/2007). Μια από τις περιπτώσεις συμφωνίας για απαλλαγή του ασφαλιστή είναι και η προβλεπόμενη από την παράγραφο 8 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, όταν η ζημιά προξενείται σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ (ΑΠ 1749/2006, 613/2006, 124/2004).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 42 παράγραφος 1 του Ν 2094/1992 (ΚΟΚ), ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος (23-5-1998) "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό, ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών", ενώ κατά την παράγραφο 3 εδ α' του άρθρου αυτού "έλεγχος για τη διαπίστωση της μέθης του οδηγού γίνεται υποχρεωτικά σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος, επί δε σωματικής βλάβης, γίνεται, εφόσον υπάρχουν ενδείξεις χρήσης οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών με τη χρησιμοποίηση κάθε κατάλληλου επιστημονικού μέσου".

Τέλος, κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου του ανωτέρω νόμου "με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, ως και το απαιτούμενο ποσοστό οινοπνεύματος στον οργανισμό για να θεωρηθεί ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση αυτών".

Με την 13382/Φ705.11/4δ/25-11-1977 κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης όπως τροποποιήθηκε με την όμοια 1330 Φ. 705. 11) 4ξθ/1-4-1985, που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 42 του Ν 614/1977 (προηγούμενος ΚΟΚ) και η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ με την παράγραφο 7 του άρθρου 112 Ν 2092/1992, εφόσον δεν περιέχει διατάξεις αντίθετες προς το νόμο αυτόν και επομένως ίσχυε υπό το κράτος του τελευταίου ως άνω ΚΟΚ (Ν 2094/1992), ο οποίος εφαρμόζεται στο ένδικο ατύχημα, καθορίζονται οι διατυπώσεις διαπίστωσης της μέθης και ορίζεται ότι "η μεγίστη επιτρεπομένη συγκέντρωσις οινοπνεύματος εν τω αίματι πέραν της οποίας το άτομον υπέχει ευθύνην, είναι η των 0,50%.

Από της ποσότητος ταύτης και μέχρι των 0,80 δέον να απαγγέλλεται κατηγορία εφ' όσον και εξ άλλων συμπτώσεων (κατάστασις, τρόπος οδηγήσεως κλπ) εξάγονται συμπεράσματα υπάρξεως μέθης. Από 0,80 και άνω υφίσταται πλήρης απόδειξις". Η ενεργοποίηση της ρήτρας απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρο 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ επέρχεται όταν διαπιστώνεται οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος και η επίδραση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει όταν η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα είναι από 0,50 0/00 και άνω, δηλαδή είναι τουλάχιστον 0,51 0/00 (ΑΠ 769/2007, 523/2007).

Και ναι μεν η παράβαση της ως άνω διάταξη ς του άρθρου 42 παρ. 5 του ν. 2094/1992 (ΚΟΚ), με την οποία προσδιορίζεται η διαδικασία, που πρέπει να τηρηθεί, για να διαπιστωθεί στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, αν ο δράστης του από την επόμενη παράγραφο στου ίδιου άρθρου προβλεπόμενου αδικήματος βρίσκοταν, κατά την τέλεση αυτού, υπό την επίδραση οινοπνεύματος, μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα, ως παραβίαση διάταξης, που καθορίζει την υπεράσπιση του υπαιτίου στην ποινική δίκη.

Ωστόσο, στα πλαίσια της πολιτικής δίκης και ειδικότερα της ειδικής διαδικασίας των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του ( άρθρο 681 Α Κ.Πολ.Δ), κατά την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, η διαπίστωση της μέθης του εμπλακέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού μπορεί να στηριχθεί και στην επιστημονική έκθεση για την περιεκτικότητα σε οινόπνευμα στο αίμα αυτού έστω και αν δεν τηρήθηκε πλήρως η από την ισχύουσα υπουργική απόφαση διαγραφόμενη διαδικασία, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως καταθέσας μαρτύρων, σοβαρή παραβατική οδηγική συμπεριφορά και άλλες ενδείξεις.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμό 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 23-5-1998 και περί ώρα 5.20', ο εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο, για την αστική του ευθύνη από τις κατά τη λειτουργία του ζημίες προς τρίτους, στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της λεωφόρου ..., στην..., με κατεύθυνση από ... προς .... Στο ύψος του οικοδομικού αριθμού ..., η οδός αυτή είναι ευθεία σε μήκος 500 περίπου μέτρων και έχει συνολικό πλάτος ασφάλτινου οδοστρώματος 8 μέτρων.

Είναι διπλής κατευθύνσεως και αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μία για κάθε αντίθετη κατεύθυνση, που χωρίζονται με διπλή συνεχή κατά μήκος γραμμή. Όταν ο εναγόμενος έφτασε στο ύψος αυτό, όπου ο τεχνητός φωτισμός (ήταν ακόμη νύκτα) δεν ήταν καλός, πραγματοποίησε, ενώ εκινείτο με ταχύτητα 90 περίπου χιλιομέτρων την ώρα, που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων την ώρα (κατοικημένη περιοχή) δυνατή πέδηση για να αποφύγει την πρόσκρουσή του επί του προπορευόμενου, επί της ίδιας οδού και επί της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας, με ταχύτητα 37 χιλιομέτρων την ώρα, υπ' αριθ ...ΙΧΦ αυτοκινήτου.

Παρά την πέδησή του όμως αυτή, προσέκρουσε, με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του, στο οπίσθιο μέρος του φορτηγού αυτοκινήτου, τη στιγμή που ο οδηγός του ... πραγματοποιούσε, ενώ είχε αρχίσει η πέδηση του εναγομένου, πέδηση και του φορτηγού αυτοκινήτου. ...Έτσι πρέπει να γίνει δεκτό ότι το φορτηγό ως άνω αυτοκίνητο είχε ανοιγμένη και φορτωμένη σε οριζόντια θέση την οπίσθια πόρτα του, Έχοντας, όμως, την οπίσθια πόρτα του ανοιγμένη στη θέση αυτή, δεν ήταν, ενόψει και του μεγέθους της πόρτας, εύκολα και από μεγάλη απόσταση ορατά, από τους κινούμενους πίσω του οδηγούς οχημάτων, τα φώτα θέσης στο πίσω μέρος του.

Ενόψει αυτού και του ότι κατά τον ως άνω χρόνο ήταν νύκτα και ο τεχνητός φωτισμός της επί της οποίας εκινείτο, κατά το χρόνο αυτό, ως άνω οδού δεν ήταν καλός, δεν ήταν εύκολα από μεγάλη απόσταση ορατό, από τους κινούμενους πίσω του οδηγούς οχημάτων, το φορτηγό αυτό αυτοκίνητο. Όπως προαναφέρεται, το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου άφησε επί του οδοστρώματος ίχνη πεδήσεως 37,50 μέτρων.

Ενόψει αυτού και της απόστασης των τριάντα (30) περίπου μέτρων που διήνυσε το αυτοκίνητό του κατά το ένα τουλάχιστον δευτερόλεπτο του χρόνου αντιδράσεώς του, λαμβανομένης υπόψη και της απόστασης των 15-20 μέτρων που διήνυσε το φορτηγό αυτοκίνητο προς της κατά τα άνω πεδήσεώς του και επ' αυτού προσκρούσεως του αυτοκινήτου του εναγομένου, έπεται ότι ο τελευταίος είδε το προπορευόμενό του φορτηγό από την απόσταση των 40 περίπου μέτρων, δηλαδή όση και η απόσταση που κατά τον ΚΟΚ (άρθρα 64 παρ. 1) έπρεπε να φωτίζεται μπροστά του το οδόστρωμα από τα φώτα διασταυρώσεως (μεσαία) του αυτοκινήτου του.

Με τα δεδομένα, όμως, αυτά, η κατά τα άνω αντίδρασή του κρίνεται φυσιολογική. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι αν ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου δεν είχε ανοιγμένη την οπίσθια πόρτα αυτού και δεν πραγματοποιούσε την πέδηση που κατά τα άνω πραγματοποίησε, θα μπορούσε να αποφευχθεί η πρόσκρουση του αυτοκινήτου του εναγομένου επί της οπίσθιας πλευράς αυτού (φορτηγού), αφού θα μπορούσε να το αντιληφθεί ο εναγόμενος από μεγαλύτερη αυτής που το αντελήφθη απόσταση και θα αντιδρούσε ομαλά ή δεν θα εισχωρούσε το αυτοκίνητό του κάτω από την ανοιγμένη σε οριζόντια θέση οπίσθια πόρτα του φορτηγού αυτοκινήτου, εξαιτίας της οποίας (ανοιγμένης πόρτας) συμπιέστηκε το εμπρόσθιο μέρος του σαλονιού του αυτοκινήτου του εναγομένου και τραυματίστηκαν, αυτός μεν και οι συνεπιβαίνοντες στα πίσω καθίσματά του ...

και ... ελαφρά, η δε συνεπιβαίνουσα στη θέση του συνοδηγού ...θανάσιμα. Κατά την υπ' αριθμ. πρωτ ...έκθεση εξετάσεως αίματος της αρμόδιας υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας, στον οργανισμό του εναγομένου βρέθηκε η ύπαρξη οινοπνεύματος σε ποσοστό των 0,73 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος. Το ποσοστό όμως αυτό δεν είναι βέβαιο, γιατί δεν προκύπτει η τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στην υπ' αριθμ ...

κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας Τάξεως, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ ...5 απόφαση των ίδιων υπουργών και εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 5 του άρθρου 42 του ΚΟΚ του 1992 (ν 2094), που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου του εν λόγω ατυχήματος. Κυρίως, δεν προκύπτει αν τηρήθηκαν οι απαραίτητες για τη δημιουργία βεβαιότητας διατυπώσεις της λήψης του αίματος, από τον εναγόμενο, από ιατρό δια φλεβοκεντήσεως, μετ' αντισηψία του δέρματος με αντισηπτικό που να μη περιέχει (προς αποφυγή επηρεασμού του αποτελέσματος) αλκοόλη ή αιθέρα και αν ανακοινώθηκε στον εναγόμενο το ως άνω αποτέλεσμα της εξετάσεως του ενός από τα δύο φιαλίδια του ληφθέντος αίματος, για να μπορέσει να ζητήσει, σε περίπτωση αμφισβητήσεώς του, εντός του προβλεπομένου τριμήνου από της λήψεως του αίματος, την εξέταση του τυχόν φυλαχθέντος αντιδείγματος.

Βέβαια, στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο μπορεί, για να οδηγηθεί στην κρίση ότι ένας οδηγός τελούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, να στηριχθεί σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως είναι οι μαρτυρικές καταθέσεις και διάφορα άλλα έγγραφα, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Πρέπει, όμως, από τα στοιχεία αυτά να προκύπτει ότι ο οδηγός τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, λόγω πχ του τρόπου ομιλίας, της εκπεμπόμενης οσμής του τρόπου βάδισης, του τρόπου οδήγησης κα. Τέτοια αποδεικτικά στοιχεία δεν προσκομίζονται στην προκειμένη περίπτωση. Αναφέρεται, βέβαια, στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας ότι από τον εναγόμενο "ελήφθη ποσότητα αίματος για αλκοτέστ λόγω ενδείξεων κατανάλωσης αλκοόλ".

Δεν προσδιορίζεται, όμως, σε τι συνίσταντο οι ενδείξεις αυτές, λαμβανομένου υπόψη και του ότι αν αφορούσαν τον τρόπο οδήγησης του εναγομένου, από τον τρόπο αυτόν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται σχετικά παραπάνω, δεν προέκυπτε τούτο, αφού, μη έχοντας ο εναγόμενος τη δυνατότητα προσπεράσματος, ενόψει του ότι εκινούντο επί της μίας και μοναδικής ως προς την κατεύθυνσή τους λωρίδας κυκλοφορίας, του προπορευόμενού του φορτηγού ως άνω αυτοκινήτου, αντέδρασε όπως θα αντιδρούσε και κάθε οδηγός που δεν θα τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, με πέδηση, ευθύς μόλις μπορούσε, κατά τα προαναφερόμενα, να αντιληφθεί το προπορευόμενο αυτοκίνητο, ενώ η παρ' αυτού κατά τα άνω υπέρβαση του επιτρεπομένου ανωτάτου ορίου ταχύτητας δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο των οδηγών που τελούν υπό την επίδραση οινοπνεύματος.

Όσον αφορά, άλλωστε, το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον εναγόμενο υπ' αριθμ πρωτ ...πιστοποιητικό του Νοσοκομείου "...", κατά το οποίο ο εναγόμενος "προσήλθε (σ' αυτό) κατόπιν αναφερομένου τροχαίου ατυχήματος σε ημέρα γενικής εφημερίας στα εξωτερικά ιατρεία της Α' Χειρουργικής κλινικής 23-5-98 σε κατάσταση μέθης", δεν είναι πειστικό γιατί, εκτός του ότι την προηγούμενη ημέρα (1-10-1998) είχε εκδοθεί άλλο πιστοποιητικό του ίδιου νοσοκομείου, το υπ' αριθμ πρωτοκ ..., υπογραφόμενο από άλλον ιατρό (επί του ιδίου σχετικού...

της τροχαίας...), το οποίο δεν ανέφερε τίποτα περί μέθης του εναγομένου, το πιστοποιητικό αυτό (υπ' αριθ πρωτ ...)εκδόθηκε μετά την πάροδο τεσσάρων και πλέον μηνών από της εξετάσεως του εναγομένου στο προαναφερόμενο νοσοκομείο, χωρίς να προκύπτει γιατί προέκυψε η ανάγκη εκδόσεώς του, αφού είχε εκδοθεί την προηγούμενη ημέρα άλλο και είχε εκδοθεί ήδη (από 11-6-1998) η προαναφερόμενη έκθεση εξέτασης του αίματος του εναγομένου, δεν προσδιορίζεται στο πιστοποιητικό αυτό (υπ' αριθ πρωτ 15482/2-10-1998) πως διαπιστώθηκε η κατάσταση της μέθης του.

Αφού, κατ' ακολουθίαν αυτών, δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος τελούσε κατά το χρόνο του εν λόγω ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη αγωγή". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος ασφαλισμένος της να της καταβάλει τα ποσά που υποχρεώθηκε η ίδια να καταβάλει στους συγγενείς της θανούσας στο ένδικο ατύχημα, επειδή αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και ενεργοποιήθηκε έτσι η συμβατική ρήτρα απαλλαγής της.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 42 του Ν 2094/1992 και της υπ' αριθ. 13782 Φ. 705. 11/4δ/26-11/1977 Υπουργικής Απόφασης όπως τροποποιήθηκε με την όμοια 1330 Φ. 705 11/470/1-4-1985 με την έννοια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, διότι , ενώ αφού δέχεται ότι βρέθηκε, σύμφωνα με τη σχετική εξέταση της αρμόδιας υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας, στον οργανισμό του αναιρεσιβλήτου οινόπνευμα σε ποσοστό 0,73 χιλιοστά του γραμμαρίου, δηλαδή κατά πολύ ανώτερο του κατώτερου ανεκτού των 0,50 0/00, πάνω από το οποίο θεωρείται ότι τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος, στη συνέχεια έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος σε κατάσταση μέθης, θεωρώντας ως μη βέβαιο το αναφερόμενο στην ανωτέρω έκθεση εξέτασης ποσοστό περιεκτικότητας σε οινόπνευμα στο αίμα του, επειδή δεν τηρήθηκε πλήρως η διαγραφόμενη από την πιο πάνω υπουργική απόφαση διαδικασία παρόλο μάλιστα που δέχεται τη συνδρομή και άλλων ενδείξεων κατανάλωσης αλκοόλ από καθοριζόμενα έγγραφα.

Το Εφετείο, επομένως υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων του κύριου και του προσθέτου δικογράφου.

ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6297/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8-5-2009.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ