Supreme Court refers first appeal ground to Plenary for re-examination due to narrow majority vote.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece referred the first ground of the appeal to the Plenary Assembly for re-examination because the lower court's decision was adopted by a narrow majority. The appellant argued that the first instance court failed to examine specific claims regarding the validity of the expropriation and the recognition of a third party as the entitled recipient of compensation. The Court determined that while the first ground required fresh deliberation due to the vote count, the remaining grounds were inadmissible or unfounded based on procedural rules and the nature of the finality of the first-instance judgment.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 17 para. 4 of the Constitution 1975; Art. 563 para. 2b of the Code of Civil Procedure: When a judgment is adopted by a narrow majority, the case must be referred to the Plenary Assembly for re-examination of the specific grounds requiring such review.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 990 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 990/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χορομίδη, με δήλωση του άρθρου ... παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου ... παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Σεπτεμβρίου 2000 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 2434/2001 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Οκτωβρίου 2003 αίτησή του και τους από 18 Αυγούστου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανάγνωσε την από 10 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου και να απορριφθούν οι λοιποί κύριοι και πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος 1975 "η ορισθείσα αποζημίωσις καταβάλλεται υποχρεωτικώς το βραδύτερον εντός ενός και ημίσεος έτους από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, επί απευθείας δε αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, από της δημοσιεύσεως της περί τούτου αποφάσεως του δικαστηρίου, άλλως η απαλλοτρίωσις αίρεται αυτοδικαίως".
Το δε ν.δ. 797/1971 ορίζει : α) στο άρθρο 7 παρ. 1 ότι "συντέλεσις της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, επιφέρουσα κτήσιν της κυριότητας ή του συσταθέντος επί αλλοτρίου πράγματος εμπραγμάτου δικαιώματος παρά του υπέρ ου η τοιαύτη απαλλοτρίωσις, επέρχεται από της εις τον δικαιούχον καταβολής της προσδιορισθείσης προσωρινώς ή οριστικώς αποζημιώσεως, κατά τα άρθρα 18 και επόμενα του παρόντος, ή από της δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως της γενομένης εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το άρθρο 8 του παρόντος καταθέσεως της αποζημιώσεως ταύτης", β) στο άρθρο 8 παρ. 5 ότι "το Δημόσιον και το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, καταβαλόντα την αποζημίωσιν εις τους δικαστικώς αναγνωρισθέντας δικαιούχους, απαλλάσσονται πάσης υποχρεώσεως και ευθύνης έναντι οιουδήποτε τρίτου διεκδικητού ή εμφανίζοντος εαυτόν ως εν όλω ή εν μέρει αληθή δικαιούχον, διατηρουμένης μόνης της έναντι των τελευταίων ευθύνης του εισπράξαντος την αποζημίωσιν", γ) στο άρθρο 9 παρ. 3 ότι "συντελεσθείσης της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, παν εμπράγματον δικαίωμα επί του απαλλοτριωθέντος οιουδήποτε τρίτου, μετασχόντος ή μη, έτι και μη προσκληθέντος εις την δίκην περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, τρέπεται εφεξής εις ενοχικήν αξίωσιν επί της παρακατατεθείσης αποζημιώσεως ή κατά του οπωσδήποτε εισπράξαντος την αποζημίωσιν....", δ) στο άρθρο 11 παρ. 1 εδ.
α' ότι "αναγκαστική απαλλοτρίωσις, μη συντελεσθείσα κατά εν άρθρω 7 παρ. 1 του παρόντος οριζόμενα, εντός ενός και ημίσεος έτους από της εκδόσεως της προσδιοριζούσης προσωρινώς ή οριστικώς την αποζημίωση δικαστικής αποφάσεως, θεωρείται ως αυτοδικαίως ανακληθείσα", ε) στο εδάφιο β' της ίδιας παραγράφου ότι "ανακληθείσης αυτοδικαίως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, λόγω μη εμπροθέσμου καταβολής της οριστικώς προσδιορισθείσης αποζημιώσεως, ο υπέρ ου η τοιαύτη απαλλοτρίωσις δικαιούται εις επίσχεσιν του απαλλοτριωθέντος μέχρις επιστροφής της τυχόν καταβληθείσης προσωρινής αποζημιώσεως", στ) στην παρ. 3 του άρθρου αυτού ότι "η κατά τις παρ. 1 και 2 του παρόντος αυτοδικαίως επερχομένη ανάκλησις αναγκαστικής απαλλοτριώσεως θεωρείται μη γενομένη εις ην περίπτωσιν, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της εκπνοής των εν ταις παραγράφοις ταύταις προθεσμιών, ο καθ' ου η απαλλοτρίωσις υποβάλλει εις την Διεύθυνσιν Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφον δήλωσιν, περί του ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρησιν της απαλλοτριώσεως", ζ) στην παρ. 4 εδ.
α' του ίδιου άρθρου ότι "ανακληθείσης αυτοδικαίως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, η κηρύξασα ταύτην αρχή υποχρεούται όπως εντός διμήνου εκδώσει πράξιν, βεβαιούσαν την επελθούσαν ανάκλησιν και δημοσιευομένην δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως" και η) στο εδάφιο β' της άνω παραγράφου ότι "παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης, δύναται πας ενδιαφερόμενος να ζητήση, κατά την υπό των άρθρων 19 έως και 22 του παρόντος οριζομένην ειδικήν διαδικασίαν περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, την έκδοσιν δικαστικής αποφάσεως, βεβαιούσης την ανάκλησιν, καλουμένου εις την δίκην του υπέρ ου η αναγκαστική απαλλοτρίσις και του Δημοσίου".
Από τις διατάξεις αυτές, που εφαρμόζονται εν προκειμένω λόγω του χρόνου κηρύξεως της επίμαχης απαλλοτριώσεως, συνάγεται ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως με μόνη την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των δέκα οκτώ μηνών, μοναδική δε εξαίρεση της συνταγματικής αυτής ρυθμίσεως αποτελεί η παρεχόμενη από το άρθρο 11 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971 δυνατότητα στον καθού η απαλλοτρίωση να καταστήσει ανίσχυρη την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση με την, εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας, υποβολή στο Υπουργείο Οικονομικών έγγραφης δηλώσεως για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως (τέτοια δυνατότητα δεν προβλέπεται στον ν. 2882/2001).
Μετά την παρέλευση άπρακτης και της εν λόγω ανατρεπτικής προθεσμίας, η απαλλοτρίωση αίρεται οριστικώς ως προς τη νομική κατάσταση του ακινήτου, το οποίο έτσι απαλλάσσεται από το βάρος της απαλλοτριώσεως. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να ασκήσει όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το ακίνητό του, δεν παρέχεται όμως σ' αυτόν η δυνατότητα να διατηρήσει την απαλλοτρίωση.
Αλλά ούτε και η αρχή, με πράξη της οποίας κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, μπορεί να προβεί σε ενέργειες συντελέσεως της απαλλοτριώσεως. Μετά την αυτοδίκαιη άρση, η απαλλοτρίωση καθίσταται νομικώς ανύπαρκτη και δεν μπορεί να ισχυροποιηθεί (αναβιώσει) με τη δημόσια κατάθεση της αποζημιώσεως από τον υπόχρεο και με την είσπραξη αυτής από τον δικαιούχο, αφού οι ενέργειες αυτές αναφέρονται σε μη υπάρχουσα πλέον απαλλοτρίωση (σχετ.
Ολ. ΣτΕ 2645/1976, 200/1972). Η τυχόν είσπραξη της αποζημιώσεως, γενόμενη χωρίς νόμιμη αιτία και παρέχουσα στον υπερού η απαλλοτρίωση το δικαίωμα επισχέσεως του ακινήτου μέχρι την επιστροφή της αποζημιώσεως (σχετ. άρθρο 11 παρ. 1 β' ν.δ. 797/1971), δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενέχουσα (σιωπηρή) παραίτηση από το δικαίωμα επικλήσεως της αυτοδίκαιης άρσεως της απαλλοτριώσεως.
Σε αρμονία προς την άνω διαπίστωση ευρίσκεται και η προβλεπόμενη στο άρθρο 11 παρ. 4 εδ. α' του ν.δ. 797/1971 υποχρέωση της κηρύξασας την απαλλοτρίωση αρχής να εκδώσει, εντός διμήνου από την οριστική άρση της απαλλοτριώσεως, βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα άρση. Η έκδοση της πράξεως αυτής επιβάλλεται από λόγους χρηστής διοικήσεως και ασφάλειας του δικαίου, αλλά και προκειμένου να εκλείψει κάθε αμφιβολία ως προς το κύρος της απαλλοτριωτικής πράξεως, γεγονός που υπηρετεί όχι μόνο το συμφέρον του ιδιοκτήτη, αλλά και το δημόσιο συμφέρον.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 26, 27 του ν.δ. 797/1971, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία αναγνωρίζεται ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, δημιουργεί δεδικασμένο, που αναπτύσσει τη δεσμευτική του ενέργεια ως προς το δικαίωμα του τελευταίου να εισπράξει την αποζημίωση από τον υπόχρεο, όχι όμως και ως προς το δικαίωμα κυριότητας επί του απαλλοτριούμενου ακινήτου.
Σύμφωνα έτσι και με τις ρυθμίσεις των άρθρων 8 παρ. 5 και 9 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971, αν ο αναγνωρισθείς δικαιούχος εισπράξει την αποζημίωση, η απαλλοτρίωση διατηρεί την ισχύ της και έναντι του πραγματικού κυρίου του ακινήτου, ο οποίος, ανεξαρτήτως του αν είχε ή όχι μετάσχει ή κλητευθεί στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, δεν μπορεί να επικαλεσθεί τα εκ της κυριότητας απορρέοντα δικαιώματά του έναντι του υπερού η απαλλοτρίωση, αλλά έχει μόνο ενοχική αξίωση κατά του εισπράξαντος την αποζημίωση.
Την ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής μπορεί να επιδιώξει με βάση τις ανωτέρω νομοθετικές ρυθμίσεις, σε συνδυασμό και με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν και όταν ο εισπράξας την αποζημίωση είχε εμφανισθεί στην περί αναγνωρίσεως δικαιούχων δίκη, κατά την οποία, επικαλούμενος ανύπαρκτα δικαιώματα επί του απαλλοτριούμενου ακινήτου πέτυχε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημιώσεως.
Η εν λόγω συμπεριφορά, άλλωστε, τυποποιείται ως αξιόποινη πράξη στο άρθρο 30 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971. Ωστόσο, το δικαίωμα κυριότητας επί του ακινήτου τρέπεται σε ενοχική αξίωση επί της αποζημιώσεως, μόνο εφόσον συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, εφόσον δηλαδή καταβληθεί η αποζημίωση στον δικαιούχο ή δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η γενόμενη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατάθεσή της ή εκδοθεί το οικείο χρηματικό ένταλμα πληρωμής εντός δέκα οκτώ μηνών από την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως περί του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως.
Μετά την παρέλευση άπρακτης της δεκαοκτάμηνης αυτής προθεσμίας, η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εκτός αν υποβληθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 11 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971 έγγραφη δήλωση εντός ενός έτους από την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας. Σύμφωνα με το άνω άρθρο, το δικαίωμα υποβολής της εν λόγω δηλώσεως παρέχεται μόνο στον καθού η απαλλοτρίωση, δηλαδή στον ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενη ακινήτου, ο οποίος μπορεί να εκτιμήσει αν το συμφέρον του εξυπηρετείται με την αποδέσμευση της ιδιοκτησίας του από την απαλλοτρίωση ή με την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτριώσεως.
Το συμφέρον εκείνου που, χωρίς να είναι ο πραγματικός κύριος του απαλλοτριούμενου ακινήτου, αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημιώσεως δεν συναρτάται προς αυτή καθεαυτή την αποδέσμευση ή μη του ακινήτου από το βάρος της απαλλοτριώσεως, αλλά περιορίζεται μόνο στην επιδίωξη εισπράξεως της μεγαλύτερης δυνατής αποζημιώσεως.
Όμως, σκοπός της ρυθμίσεως του άρθρου 11 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971 δεν είναι η προστασία του εν λόγω συμφέροντος του αναγνωρισθέντος δικαιούχου, αλλά η εξυπηρέτηση του ως άνω συμφέροντος του πραγματικού ιδιοκτήτη. Ως εκ τούτου, η εκ μέρους του αναγνωρισθέντος δικαιούχου υποβολή, έστω και εμπροθέσμως, της ανωτέρω δηλώσεως δεν έχει ως έννομη συνέπεια τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως.
Πολύ περισσότερο δεν επάγεται την εν λόγω συνέπεια η καταβολή σ' αυτόν της αποζημιώσεως μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης από το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, έστω και αν εγίνετο δεκτό ότι χωρεί παραίτηση, ρητή ή και σιωπηρή, από το δικαίωμα επικλήσεως της αυτοδίκαιης άρσεως της απαλλοτριώσεως.
Ειδικότερα, αν μετά την αυτοδίκαιη άρση εισπράξει την αποζημίωση τρίτος, ο οποίος πέτυχε με απατηλή συμπεριφορά να αναγνωρισθεί δικαιούχος, χωρίς ο πραγματικός κύριος του απαλλοτριούμενου ακινήτου να έχει λάβει γνώση της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως ή να έχει μετάσχει ή κλητευθεί στις δίκες για τον καθορισμό (προσωρινό η οριστικό) της αποζημιώσεως ή για την αναγνώριση δικαιούχων, τότε, κατά μείζονα λόγο, η αυτοδικαίως αρθείσα απαλλοτρίωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ισχυροποιηθείσα, αφού στην περίπτωση αυτή δεν νοείται παραίτηση του πραγματικού κυρίου από το δικαίωμα να ζητήσει τη δικαστική βεβαίωση της αυτοδίκαιης άρσεως της απαλλοτριώσεως.
Εν προκειμένω, στην από 18-9-2000 αίτησή του ο αναιρεσείων εκθέτει τα εξής : Με τη νομίμως δημοσιευθείσα (ΦΕΚ Δ' 327/1978) ΟΕ 6370/111/5-6-1978 απόφαση του Νομάρχη Σερρών, όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την ΟΕ 8046/
ΙΙΙ/27.7.1978 απόφασή του, κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα υπέρ του Δημοσίου, για δημόσια ωφέλεια και ειδικότερα για τη διαπλάτυνση της επαρχιακής ..., εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 49.950 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνετο και ένα τμήμα εμβαδού 1236 τ.μ. μείζονος εδαφικής εκτάσεως εμβαδού 3.375 τ.μ., η οποία, κατόπιν των αναφερόμενων στην αίτηση διαδοχικών τίτλων, είχε περιέλθει στους Χ.
και Ε. Α., λόγω πωλήσεως, δυνάμει του ...69/22.6.1977 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σερρών Μ. Θ.. Για το απαλλοτριωθέν τμήμα καθορίσθηκε προσωρινώς και οριστικώς η αποζημίωση με τις 6/26.1.1980 και 96/16.11.1981 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και του Εφετείου Θεσσαλονίκης αντιστοίχως. Με το 15025/22.6.1982 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, η καθορισθείσα αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Σερρών την 22.6.1982, δηλαδή με την παρέλευση ενός και ημίσεος έτους από τη δημοσίευση στις 26.1.1980 της ως άνω αποφάσεως του προσωρινού καθορισμού, ενώ η δημοσίευση για την εν λόγω κατάθεση έγινε στο ΦΕΚ Δ' 368/30.7.1982.
Μετά την επελθούσα στις 26.7.1981 αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως, οι ως άνω συγκύριοι Χ. και Ε. Α., με το ...31/25.5.1983 νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σερρών Α. Δ., πώλησαν την, περιλαμβάνουσα το απαλλοτριωθέν τμήμα, μείζονα έκταση στον αναιρεσείοντα, ο οποίος, αφού έλαβε τη 1910/25.10.1983 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Σερρρών με το συνημμένο σ' αυτή τοπογραφικό διάγραμμα, ανήγειρε στην εδαφική αυτή έκταση "πολυτελή διώροφη οικοδομή εμβαδού 400 τ.μ.
αξίας 160.000.000 δρχ.", την οποία έκτοτε χρησιμοποιεί ως κατοικία του. Εν τω μεταξύ, επί της από 26.1.1981 αιτήσεως τρίτων ενδιαφερομένων δικαιούχων, που ασκήθηκε πριν και συζητήθηκε μετά τη συμπλήρωση της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, εκδόθηκε η 434/1981 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, από την οποία προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση που έγινε τη 17.11.1981 για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στο ακροατήριο η, μη έχουσα καμία σχέση με το απαλλοτριωθέν εδαφικό τμήμα, Α.
Τ., η οποία, με προφορική δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, άσκησε παρέμβαση και ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημιώσεως για το άνω εδαφικό τμήμα, ισχυρισθείσα ψευδώς ότι το τμήμα τούτο με τη μείζονα έκταση είχε περιέλθει σ' αυτή από κληρονομία του πατέρα της Ν. Κ., δυνάμει της 2860/29.6.1965, νομίμως δημοσιευθείσας, δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Σερρών Α.
Τ. και ότι στον πατέρα της είχε παραχωρηθεί με βάση τον ...85/1957 τίτλο κυριότητας της ΑΤΕ. Εξαπατώντας έτσι το δικαστήριο, με την προσκόμιση και των άνω τίτλων, πέτυχε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημιώσεως, την οποία, ανερχόμενη στο ποσό των 140.800 δρχ., εισέπραξε τη 18.10.1982 από το αναιρεσίβλητο Δημόσιο.
Αναφέρει ακόμη ο αναιρεσείων ότι αυτός και οι άμεσοι δικαιοπάροχοί του, αγνοώντας την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, δεν μετείχαν ούτε κλητεύθηκαν στις δίκες για τον καθορισμό της αποζημιώσεως και για την αναγνώριση των δικαιούχων. Κατόπιν αυτών, ο αναιρεσείων ζήτησε να βεβαιωθεί η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως.
Με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση, ανταποκρινόμενη πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των προεκτεθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι νόμιμη. Ωστόσο, το εφετείο απέρριψε την αίτηση ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι οι ανωτέρω ενέργειες της Α. Τ., ήτοι η άσκηση της παρεμβάσεως, η μη προβολή της αυτοδίκαιης άρσεως της απαλλοτριώσεως και η είσπραξη της καθορισθείσας αποζημιώσεως τη 18.10.1982, είχαν ως συνέπεια τη συντέλεση έκτοτε της απαλλοτριώσεως, ανεξαρτήτως αν η αναγνωρισθείσα δικαιούχος ήταν ή όχι η πραγματική κυρία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Με την κρίση του αυτή το εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. απορρέων πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώθηκε με τον πρώτο υπό στοιχεία 1Α και 1Β λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, είναι βάσιμος.
Δύο μέλη του Δικαστηρίου, ήτοι οι Αρεοπαγίτες Δημήτριος Κυριτσάκης και Αχιλλέας Νταφούλης έχουν τη γνώμη ότι ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος. Και τούτο, γιατί, όπως συνάγεται από τις εκτεθείσες διατάξεις, η επερχόμενη, εξαιτίας της μη έγκαιρης καταβολής της αποζημιώσεως, αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως αποσκοπεί μόνο στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, έτσι ώστε η δέσμευση της ιδιοκτησίας του με την απαλλοτρίωση να μην παραμένει επί μακρό χρόνο εκκρεμής και μετέωρη, γι' αυτό και μπορεί να προταθεί μόνο από τον ίδιο. 'Ετσι, αν, μετά την παρέλευση της ειρημένης δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, ο καθού η απαλλοτρίωση εισπράξει την αποζημίωση, δεν επέρχεται η ανωτέρω συνέπεια της αυτοδίκαιης άρσεως της απαλλοτριώσεως, έστω και αν δεν υποβληθεί η περί διατηρήσεως αυτής δήλωση στο Υπουργείο Οικονομικών, αφού η υποβολή της, απαιτούμενη για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της διαπιστωτικής πράξεως περί ανακλήσεως της απαλλοτριώσεως, δεν είναι αναγκαία στην εν λόγω περίπτωση, όπου η είσπραξη της αποζημιώσεως ενέχει σαφή εκδήλωση της βουλήσεως του δικαιούχου να μην ασκήσει το δικαίωμα να καταστήσει ανίσχυρη την απαλλοτρίωση, επικαλούμενος την αυτοδίκαιη άρση της (σχετ.
Ολ. ΑΠ 1332/1985, 556/1981). Εξάλλου, αν ο αναγνωρισθείς δικαιούχος εισπράξει την αποζημίωση μετά την πάροδο του άνω δεκαοκταμήνου, η απαλλοτρίωση διατηρεί την ισχύ της και έναντι του πραγματικού κυρίου, ο οποίος, και αν ακόμη δεν μετείχε ή δεν κλητεύθηκε στη δίκη περί καθορισμού της αποζημιώσεως ή περί αναγνωρίσεως δικαιούχων, δεν μπορεί να επικαλεσθεί την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως, αλλά έχει μόνο ενοχική αξίωση κατά του εισπράξαντος την αποζημίωση.
ΙΙ. Ο, περί ελλείψεως νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, υπαγόμενος στη ρύθμιση του αριθμού 19 και όχι των αριθμών 17 και 18 - του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, διότι το εφετείο δεν προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως ούτε διετύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αίτηση ως μη νόμιμη, γεγονός που αποκλείει την ίδρυση του λόγου τούτου (Ολ. ΑΠ 44/1990). Ως προς την αιτίασή του για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 17 παρ. 4γ' του Συντάγματος και 11 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971, ταυτίζεται με τον πρώτο λόγο και συνεπώς παρέλκει η εκ νέου εξέτασή του.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στο εφετείο η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 434/1981 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία η Α. Τ. αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημιώσεως. Όμως, το εφετείο δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, αλλά απέρριψε την αίτηση ως μη νόμιμη, και ως εκ τούτου δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα, άρα ούτε την εν λόγω απόφαση. Επομένως, ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του αν οι δικαστικές αποφάσεις αποτελούν ή όχι έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως.
IV. Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση ότι παρέλειψε να αποφανθεί επί της εκ μέρους του αναιρεσείοντος αντικρούσεως ως αβάσιμου και καταχρηστικού του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, ότι η απαλλοτρίωση "δεν ανεκλήθη αυτοδικαίως την 26.7.1981 διότι έλαβε χώραν πληρωμή της αποζημιώσεως την 18.10.1982". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, πέραν της παντελούς αοριστίας του, που καθιστά ανέφικτη οποιαδήποτε αξιολόγησή του, στηρίζεται επί της ανακριβούς προϋποθέσεως, ότι για τη διαμόρφωση της απορριπτικής του κρίσεως το εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου.
V. Με τον δεύτερο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει ότι το εφετείο αφενός μεν, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παρατιθέμενων στο δικόγραφο τούτο διατάξεων του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ, του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής και του ν.δ. 797/1971, έκρινε ότι με τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφασή του ενέργειες της Α. Τ. δεν επήλθε άρση της απαλλοτριώσεως, αφετέρου δε διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση, ταυτίζεται με τον πρώτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου και είναι, ως εκ τούτου, περιττή η διερεύνησή του, ως προς δε τη δεύτερη αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι η αίτηση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
VI. Με τον τρίτο λόγο του ίδιου δικογράφου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζεται στο εφετείο, ότι κατά παράβαση του άρθρου 11 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971 δέχθηκε τη μη άρση της απαλλοτριώσεως εξαιτίας της ως άνω συμπεριφοράς της Α. Τ. και ότι εσφαλμένως παρέλειψε να δεχθεί τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, άλλως να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, ότι, μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης από το άρθρο 11 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971 ετήσιας προθεσμίας για την υποβολή δηλώσεως περί διατηρήσεως της απαλλοτριώσεως, επήλθε έκπτωση από το δικαίωμα για διατήρηση αυτής. Ο λόγος αυτός, υπαγόμενος στη ρύθμιση του αριθμού 1 - και όχι των αριθμών 8 και 14 - του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά μεν το πρώτο μέρος, ταυτίζεται με τον πρώτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου και παρέλκει η εκ νέου εξέτασή του, κατά δε το δεύτερο μέρος, είναι αβάσιμος, διότι η παρέλευση άπρακτης της άνω ετήσιας προθεσμίας δεν αποκλείει τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως με τη ρητή ή σιωπηρή προς τούτο δήλωση της βουλήσεως του καθού η απαλλοτρίωση (Ολ. ΑΠ 556/1981).
VII. Με τον τέταρτο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου υποστηρίζεται ότι το εφετείο έπρεπε να δεχθεί ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών παρά το νόμο, με την 434/1981 απόφασή του, δεν απέρριψε το αίτημα της Α. Τ. για την αναγνώρισή της ως δικαιούχου, αφού η άσκηση της παρεμβάσεώς της στη δίκη εκείνη δεν έγινε σύμφωνα με τις οριζόμενες στο άρθρο 18 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 διατυπώσεις. Ο λόγος αυτός, του οποίου επιχειρείται η στήριξη στο άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, διότι το αντικείμενο της δίκης στο εφετείο δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι ο έλεγχος των σφαλμάτων της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 6 του ν.δ. 797 797/1971 δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο. Ομοίως, είναι απαράδεκτος και ο πέμπτος λόγος του δικογράφου αυτού, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 7, 8, 14 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση ότι δεν ερεύνησε αν τηρήθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών η νόμιμη διαδικασία για την αναγνώριση της Α. Τ. ως δικαιούχου της αποζημιώσεως.
VIII. Με τον έκτο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 9, 14 και 19 Κ.Πολ.Δ., διατείνεται ότι το εφετείο αφενός μεν, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 8 παρ. 5, 18 παρ. 4-6, 22 παρ. 1-4 και 27 παρ. 1, 2 και 4 του ν.δ. 797/1971, δέχθηκε τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, περί του ότι η απαλλοτρίωση συντελέσθηκε νομίμως και το ίδιο κατέστη κύριο του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, αφετέρου δε παρέλειψε να αποφανθεί επί του ισχυρισμού εκείνου (αναιρεσείοντος), περί καταχρηστικής προβολής των άνω ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου. Όμως, η αίτηση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με βάση μόνο το περιεχόμενό της, χωρίς να ληφθεί υπόψη κανένας ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος συνεπώς αυτός στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως. Κατ' ακολουθίαν και δεδομένου ότι, ως προς τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, η απόφαση ελήφθη με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθεί η εκδίκαση της υποθέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 563 παρ. 2β' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την εκδίκαση της υποθέσεως, ως προς τον πρώτο λόγο της από 11-10-2003 αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώθηκε με τον πρώτο υπό στοιχεία 1Α' και 1Β' λόγο του από 18-8-2005 πρόσθετου αναιρετηρίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ