Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
98/2023 KI-generiert

Supreme Court partially annuls labor dispute verdict regarding collective agreement scope and salary increases.

Geschäftsnummer 98/2023
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court partially annulled the First Instance Court of Appeal's decision in a labor dispute concerning the scope of a collective agreement and salary adjustments. The court found the lower court erred in applying the collective agreement to non-member employees and failed to apply the 2011 salary increase clause, which favored the employees. However, the court rejected the request to restore the case to its previous state because the plaintiff failed to specify the exact amounts paid under the annulled portion, rendering the restitution request inadmissible.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 7, 8, 11, 16 of Law 1876/1990; Article 22 of the Constitution: A collective agreement applies only to members of the respective organizations unless extended by the Minister of Labor. Articles 577, 579 of the Code of Civil Procedure: Partial annulment requires precise identification of amounts paid for restitution to be admissible.

Schlagwörter

KI-generiert
collective agreement scope labor dispute annulment salary increase clause partial annulment restitution inadmissibility non-member employees legal costs allocation

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 7 para. 1 of Law 1876/1990
Article 8 para. 2 of Law 1876/1990
Article 11 of Law 1876/1990
Article 16 para. 3 of Law 1876/1990
Article 22 para. 2 of the Constitution
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 579 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 216 and 217 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 98 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 98/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... με τον διακριτικό τίτλο ... (πρώην: α) ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και διατηρεί υποκατάστημα στο Χαλάνδρι Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γάτσιου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Γ. του Θ. και 2) Σ. Ο. του Ε., κατοίκων Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 5422/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1804/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-1-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 11.1.2021 και με αριθμό κατάθεσης 106/11/2021 αίτηση αναίρεσης κατά της 1804/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) γι' αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11, 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η συλλογική σύµβαση εργασίας ισχύει µόνο έναντι των µελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, εκτός εάν επεκτάθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, οπότε η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά, δηλαδή πέραν από τους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύµβαση αυτή αφορά και οι οποίοι θα μπορούσαν µε τις δραστηριότητές τους να είναι µέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της.

Ενόψει τούτων, η ιδιότητα του µέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω σσε, αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής.

Το στοιχείο όμως αυτό, ενόψει της κανονιστικής φύσεως των σσε, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του. Τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική η ομοιοεπαγγελματική σσε, που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του (ΑΠ 1561/2011).

Αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει την ιδιότητα του ιδίου ή του ενάγοντος εργαζομένου, ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τη σσε, ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, με τις νόμιμες έγγραφες προτάσεις του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του (άρθρο 224 εδ.

β ΚΠολΔ) , και να αποδείξει ότι ο ίδιος και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΑΠ 1728/2020). Περαιτέρω, σύμφωνα με την "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων" (ΑΚ 361) οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007).

Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την παρεχόμενη εργασία του την αμοιβή που προβλέπεται από την εκάστοτε ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει σσε, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη σσε, ή αν η σσε θέτει προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός.

Για το κύρος της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου. Σε μια τέτοια περίπτωση, αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης σσε, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και οι συλλογικές ρυθμίσεις προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 692/2014, 248/2020, 1243/2020).

Η παραπομπή είναι δυνατόν να γίνεται είτε σε ισχύουσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σσε είτε σε κάθε σσε που ισχύει διαδοχικά για συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων, με την έννοια ότι όσο διαρκεί η ατομική σύμβαση εργασίας παρακολουθεί και προσαρμόζεται στις μεταβολές που επέρχονται στις συλλογικές ρυθμίσεις μέσω διαδοχικών συλλογικών συμβάσεων (δυναμική παραπομπή), ακόμη και αν οι μεταβολές επιβάλλουν ρυθμίσεις δυσμενέστερες κατά περιεχόμενο από αυτές που ίσχυαν κατά τη σύναψη της ατομικής σύμβασης εργασίας, επειδή οι κανονιστικοί όροι της σσε επενεργούν έξωθεν στην ατομική σύμβαση, υποκαθιστώντας τους όρους της ατομικής σύμβασης, για όσο χρόνο ισχύει η συλλογική σύμβαση και μέχρι την αντικατάστασή της με νεότερη συλλογική σύμβαση και δεν ενσωματώνονται σε αυτή, δεν αποτελούν δηλαδή περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως (ΑΠ 692/2014, 874/2018, 904/2020).

Όταν, όμως, με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης σσε, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν µε μεταγενέστερη σσε, που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που µε συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας.

Για να καταστούν όμως, συγκεκριμένοι όροι σσε και όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη σσε και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών σσε, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη σσε (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε µε την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμοστεί η εκάστοτε ισχύουσα σσε (ΟλΑΠ 461/1970, ΑΠ 251/2012, 256/2016, 1041/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117-118 του ίδιου Κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα µε τον νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολούμενου µε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού, µε την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες οφειλόμενες από τον εργασιακή σύμβαση αμοιβές ή προσαυξήσεις, όπως προσαυξήσεις αμοιβής νυχτερινής εργασίας, αμοιβή υπερεργασίας, υπερωριακής εργασίας κ.τλ., πρέπει να διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 1561/2011).

Στην περίπτωση δε που με όρο της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών η εφαρμογή των όρων συλλογικής σύμβασης εργασίας, η οποία χωρίς τον όρο αυτό της ατομικής σύμβασης, δεν θα είχε έδαφος εφαρμογής, πρέπει (αλλά και αρκεί) για το ορισμένο της ως άνω αγωγής να γίνεται μνεία στο αγωγικό δικόγραφο της συνομολόγησης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών του πιο πάνω όρου της ατομικής σύμβασης εργασίας (ΑΠ 1561/2021).

Τέλος, η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική θεμελίωση αυτής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος ή, αν αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος. Στην προκείμενη περίπτωση πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για την παραδοχή της ότι η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, επειδή σε αυτή γίνεται αναφορά στη συμφωνία των διαδίκων να εφαρμοστεί η συλλογική σύμβαση εργασίας συγκεκριμένου κλάδου, αναφέρεται ο χρόνος κατάρτισης της εκάστοτε σύμβασης εργασίας, ο εκάστοτε συμφωνηθείς μισθός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, οι όροι της παροχής και ο χρόνος για τον οποίον οφείλονται.

Από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν σε αυτήν ότι προσλήφθηκαν από την εταιρεία ..., όπως ήταν η αρχική ονομασία της αναιρεσείουσας, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης, για να εργαστούν ως φύλακες και ότι όσον αφορά την αμοιβή της προσφερόμενης εργασίας τους είχε συμφωνηθεί με τη σύμβαση να τούς καταβάλλει η αναιρεσείουσα τις νόμιμες αποδοχές με βάση την κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας της παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, με την ειδικότητα του προσωπικού ασφαλείας, ή τις διαιτητικές αποφάσεις που καθόριζαν τις αποδοχές των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας με την παραπάνω ειδικότητα, ανάλογα με την προϋπηρεσία τους και τα επιδόματα που προβλέπονται από τις σσε και δα του κλάδου.

Επομένως η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα σκέψη που προπαρατέθηκε, και το κρίσιμο στοιχείο της ειδικότερης συμφωνίας για παραπομπή των όρων των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσίβλητων στην εκάστοτε ισχύουσα συλλογική ρύθμιση περιεχόταν στην αγωγή συνάγεται από την αναφορά "τις σσε και δα", που αναφέρεται αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες κλαδικές σσε και όχι σε μια συγκεκριμένη.

Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της αναίρεσης για παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίον η αναιρεσιβαλλομένη έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν, είναι αβάσιμος. Αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη παρά το νόμο απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας ότι στην αγωγή δεν εξειδικεύονται επαρκώς τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά (559 αριθ. 14 ΚΠολΔ), επειδή οι αναιρεσίβλητοι, μετά τη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πως η τελευταία ως μη μέλος της αντίστοιχης εργοδοτικής οργάνωσης δεν δεσμεύεται από την εθνική κλαδική σσε της 8.4.2009, η οποία δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική, δεν συμπλήρωσαν, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, την επιγενόμενη αοριστία της αγωγής τους που προέκυψε από την ως άνω δήλωση.

Όπως, όμως, ήδη αναφέρθηκε, η βάση της αγωγής είναι η ατομική συμφωνία των διαδίκων που παραπέμπει στην υφιστάμενη συλλογική, δηλαδή η εκούσια και όχι η υποχρεωτική δέσμευσή τους από αυτήν και επομένως η υποχρεωτική ή μη ισχύς της ανωτέρω σσε ουδεμία επιρροή είχε επί του αναγκαίου περιεχομένου της αγωγής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο, δηλαδή δέσμευση από την αναγνωριζόμενη στην απόφαση έννομη συνέπεια παράγεται από την τελεσιδικία της απόφασης. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (ΟλΑΠ 1/2005), το οποίο μπορεί να ανατραπεί μόνο με την άσκηση των έκτακτων ένδικων μέσων κατά της απόφασης από την οποία παράγεται.

Το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε προβληθεί με την αγωγή με βάση τη συγκεκριμένη ιστορική αιτία και τη συνακόλουθη νομική αιτία, των οποίων έγινε επίκληση, δηλαδή, το ίδιο νομικό γεγονός, το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό κλπ της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Για να εξεταστεί, αν υπάρχει από τελεσίδικη απόφαση που προηγήθηκε δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, με βάση ορισμένη ιστορική αιτία, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (ΟλΑΠ 15/1998).

Η ύπαρξη, εξάλλου, ή η ανυπαρξία της καλυπτόμενης από το δεδικασμένο έννομης σχέσης αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του ασκούμενου με τη δεύτερη αγωγή δικαιώματος (ΑΠ 1358/2010). Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για παράβαση του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα επειδή δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη 483/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία απέρριψε την από 21.6.2016 και με αριθμό κατάθεσης 5269/2016 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας.

Από την επισκόπηση της απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης με το σκεπτικό ότι "ότι οι ενάγοντες που θέτουν ως βάση των μισθολογικών τους αξιώσεων συγκεκριμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική σσε, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρουν στο αγωγικό δικόγραφο ότι οι ίδιοι και ο εναγόμενος εργοδότης τους τυγχάνουν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατήρτισαν τη σσε αυτή, πλην όμως εάν ο τελευταίος προβάλει σχετική ειδική αμφισβήτηση, υποχρεούνται, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις τους, να επικαλεσθούν (και να αποδείξουν) το στοιχείο αυτό και ότι παρότι η εναγομένη προέβαλε παραδεκτά, με τις έγγραφες προτάσεις της και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, την ένσταση μη δέσμευσης (μη εφαρμογής) από την από 8.4.2009 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της Χώρας για τα επίδικα έτη 2011 και 2012, καθ` όσον οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι ήταν μέλη της συμβληθείσας εργατικής οργάνωσης ούτε επιστηρίζουν την αγωγή τους σε ειδική συμφωνία (κατ' άρθρο 361 ΑΚ) περί εφαρμογής της ανωτέρω κλαδικής σσε, η οποία δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική, επικαλούμενη ότι ούτε η ίδια ούτε οι ενάγοντες ήταν μέλη των συμβληθεισών εργοδοτικών και εργατικών, αντιστοίχως, συνδικαλιστικών οργανώσεων, εν τούτοις οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της κρινόμενης αγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 118 αριθμ. 4 και 224 του ΚΠολΔ ούτε βεβαίως απέδειξαν τα παραπάνω στοιχεία.".

Δηλαδή το εξοπλισμένο με τελεσιδικία πόρισμα της ως άνω απόφασης στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι ενάγοντες σε εκείνη την αγωγή δεν στήριξαν τις από τη σύμβαση εργασίας αξιώσεις τους ούτε στην εκ του νόμου υποχρεωτική εφαρμογή της από 8.4.2009 σσε ούτε στη συμβατική δέσμευση της αναιρεσείουσας από παραπομπή σε αυτήν με άτυπο όρο της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας κατ' άρθρο 361 ΑΚ.

Επομένως η νεότερη αγωγή στην οποία ιστορείται για πρώτη φορά ότι συμφωνήθηκε με όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας να έχουν σε αυτήν εφαρμογή, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, οι όροι της από 8.4.2009 κλαδικής σσε εισάγει προς κρίση νέο στοιχείο που δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της προηγούμενης απόφασης και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών διαφορετικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση (νόμου, συλλογικής συμβάσεως, ατομικής συμβάσεως, κανονισμού).

Με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωσε αρχικά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2329 /1955 (που ίσχυσε μέχρι την 8.5.1990) και στη συνέχεια το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΟλΑΠ 1/2007).

Επίσης, οι όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (άρθρο 7 παρ. 3 Ν. 1876/1990). Οι όροι εργασίας όμως που ρυθμίζονται με σσε ή δα ή από το νόμο, μπορούν να τροποποιούνται με νεότερη σσε του αυτού είδους και πεδίου ισχύος ή νεότερο νόμο, τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, διότι κατά τη διαδοχή δεν ισχύει η αρχή της προστασίας, αλλά η αρχή της τάξεως, με εξαίρεση μόνο την περίπτωση κατά την οποία με ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της σσε ή του ευνοϊκότερου νόμου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920, κάθε μονομερής μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, που βλάπτει υλικά ή ηθικά το μισθωτό, του παρέχει το δικαίωμα, αν δεν αποδεχθεί τη μεταβολή να τη θεωρήσει ως άτυπη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει από τον εργοδότη τη νόμιμη αποζημίωση για απροειδοποίητη καταγγελία της συμβάσεως ή να εμμείνει στους αρχικούς όρους της συμβάσεως, αξιώνοντας την τήρησή τους.

Ο εργοδότης όμως μπορεί να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της παροχής εργασίας, ακόμη και σε βάρος του μισθωτού, όταν το δικαίωμα αυτό παρέχεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου ή συλλογικής συμβάσεως ή διαιτητικής αποφάσεως ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως (ΑΠ 831/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 6/28.2.2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012" (ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012), η οποία κείται εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης του νόμου (ΟλΣτΕ 2307/2014, ΑΠ 876/2018): "1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2.

Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.2.2013. 3. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α' 27). 4.

Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου, που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (Α' 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις". Στόχος των προαναφερομένων ρυθμίσεων είναι να προωθήσουν την προσαρμογή των μισθολογικών και των μη μισθολογικών όρων της σσε στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, με απώτερο σκοπό να αυξηθεί με τον τρόπο αυτό η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να μειωθεί η ανεργία.

Με τις ως άνω διατάξεις, αφενός, επιβάλλεται η ex lege λήξη την 14η Φεβρουαρίου 2013 των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, αφετέρου, ρυθμίζονται οι έννομες συνέπειες της λήξης ή της καταγγελίας μίας σσε. Σύμφωνα με το έως το 2012 ισχύον δίκαιο οι κανονιστικοί όροι σσε που έληξε ή καταγγέλθηκε εξακολουθούσαν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο (άρθρ. 9 παρ. 4 Ν. 1876/1990).

Μετά την πάροδο του εξαμήνου (παράταση) άρχιζε μία δεύτερη περίοδος πλασματικής επιβίωσης των όρων της συλλογικής σύμβασης εργασίας, η φάση της μετενέργειας, κατά την οποία οι όροι της σσε αποβάλλουν μεν την αναγκαστική (όχι την άμεση) ισχύ τους, εξακολουθούν, όμως, να επηρεάζουν τη σύμβαση εργασίας, μέχρι η σύμβαση να τροποποιηθεί.

Επομένως, κατά τη διάρκεια της μετενέργειας ο εργοδότης δεν είναι δυνατόν να τροποποιήσει μονομερώς τους όρους της σσε που μετενεργεί, αλλά η τροποποίηση μπορεί να γίνει μόνον με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου. Προϋπόθεση όμως γι' αυτό είναι η ιδιότητα του εργοδότη και του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συνήψαν τη συλλογική σύμβαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 8 ιδίου νόμου (ΑΠ 493/2019).

Με τη νέα διάταξη της προαναφερόμενης Π.Υ.Σ. η παράταση της κανονιστικής ισχύος των όρων της σσε που έληξε ή καταγγέλθηκε περιορίζεται από 6 σε 3 μήνες. Αν δεν επιτευχθεί η σύναψη νέας σσε κατά το διάστημα του τριμήνου, τότε με τη λήξη του τριμήνου αρχίζει η φάση της μετενέργειας με περιορισμένο εύρος, οπότε ο εργοδότης οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει μόνον το βασικό μισθό και τέσσερα (4) επιδόματα, ωρίμανσης (δηλαδή αρχαιότητας στην υπηρεσία), τέκνων, εκπαίδευσης και επικίνδυνης εργασίας που όριζε η λήξασα ή καταγγελθείσα σσε.

Αντιθέτως, ο εργοδότης δεν οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει τα λοιπά επιδόματα και μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η σσε, όπως π.χ. πρόσθετους μισθούς (π.χ. 15ος και 16ος μισθός), bonus ή πριμ, διορθωτικά επιδόματα, επιδόματα εξομάλυνσης, επιδόματα παρουσίας κ.ο.κ. Επομένως, με τη νέα ρύθμιση τροποποιούνται ουσιαστικά οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 και 5 του Ν. 1876/1990 και η μετενέργεια της σσε εντοπίζεται στον βασικό μισθό και στα τέσσερα, παραπάνω αναφερόμενα, επιδόματα, ενώ δεν καταλαμβάνει πλέον τις λοιπές μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η λήξασα ή καταγγελθείσα σσε (ΑΠ 1041/2021).

Περαιτέρω, με το άρθρο 37 ν. 4024/2011 προστέθηκε εδάφιο στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 του ν. 1876/1990 που ορίζει ότι "Όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας και πάντως δεν επιτρέπεται να περιέχει όρους εργασίας δυσμενέστερους για τους εργαζόμενους από τους όρους εργασίας εθνικών συλλογικών συμβάσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του νόμου αυτού." Με τη ρύθμιση αυτή, που ίσχυσε κατά ένα μέρος του επίδικου διαστήματος που αντιστοιχεί στις μη παραγεγραμμένες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων, δόθηκε προβάδισμα στην επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση έναντι της κλαδικής με μόνο όριο τη διατήρηση των όρων εργασίας που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες εθνικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Με την από 2.5.2012 επιχειρησιακή σσε που κατατέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας Αγίας Παρασκευής την 2.5.2012 προβλέφθηκε στο άρθρο 2 αυτής ότι "ο βασικός μισθός και ημερομίσθια των ανωτέρω αναφερόμενων ειδικοτήτων καθορίζεται σύμφωνα με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τις κατηγορίες και υπό τη διάκριση μεταξύ υπαλλήλων και εργατοτεχνιτών, όπως εκάστοτε ισχύει, ανεξαρτήτως από την ενδεχόμενη μελλοντική αύξηση ή μείωση της, για όλη τη χρονική περίοδο ισχύος της παρούσας επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας", ενώ στο άρθρο 3 της ίδιας σύμβασης ορίζεται ότι "με την παρούσα ΣΣΕ καταργείται το σύνολο των επιδομάτων που προβλέπονται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες ΣΣΕ των ανωτέρω ειδικοτήτων και χορηγούνται πλέον τα επιδόματα που προβλέπονται από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και κατά το ποσό ή ποσοστό που σε αυτή προβλέπεται.

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 1876/1990, εφόσον ο εργοδότης δεσμεύεται από επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, οι κανονιστικοί όροι της διέπουν υποχρεωτικά και τις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων της συγκεκριμένης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Συνακόλουθα, από την ημερομηνία της κατάθεσής της η νέα επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας εφαρμόζεται στις υφιστάμενες σχέσεις εργασίας που ρυθμίζονταν από την ισχύουσα εθνική κλαδική σύμβαση εργασίας, εκτός αν με ειδικό όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας είχε συμφωνηθεί ότι θα εφαρμόζονται σε αυτήν οι όροι της συγεκριμένης κλαδικής σσε.

Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του νόμου (559 αριθ. 1 και 19) και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 4, 6 παρ. 2, 7, 10 και 11 παρ. 2 ν. 1876/1990, ν. 4046/2012, ΠΥΣ 6/2012 και 37 παρ. 5 ν. 4024/2011, ΕΚΣΣΕ 2007-2008 και της από 2.5.2012 επιχειρησιακής σσε σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 659 ΑΚ, με την αιτίαση αφενός ότι δεν εφήρμοσε τις διατάξεις που όφειλε να εφαρμόσει, αλλά διαφορετικές που δεν είχαν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση και αφετέρου ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περί εφαρμογής της από 8.9.2009 εθνικής κλαδικής συλλογικής σύμβασης στην ατομική σύμβαση εργασίας των αναιρεσιβλήτων.

Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι για το ως άνω κρίσιμο ζήτημα δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση της ως αποδεδειγμένο το γεγονός ότι η με την αρχική επωνυμία εργοδότρια των αναιρεσιβλήτων, η οποία μετονομάστηκε στην αναιρεσείουσα, όπως αυτό προκύπτει από σχετική ανακοίνωση στο ΓΕΜΗ, και η οποία είχε ως εμπορική δραστηριότητα την παροχή υπηρεσιών ασφαλείας, αναλαμβάνοντας μέσω μειοδοτικών διαγωνισμών τη φύλαξη των εγκαταστάσεων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, προσέλαβε το έτος 2008 και 2001, αντίστοιχα, τους δυο αναιρεσιβλήτους, κατόχους των σχετικών αδειών εργασίας και έγγαμους με ένα και δυο τέκνα, αντίστοιχα, με έγκυρες προφορικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, για να εργαστούν ως φύλακες με πλήρες ωράριο και καθεστώς πενθήμερης εβδομάδας εργασίας.

Ότι οι διάδικοι, κατά το επίδικο διάστημα, δεν ήταν μέλη των αντίστοιχων συνδικαλιστικών- εργοδοτικών οργανώσεων, με αποτέλεσμα να μη δεσμεύονται από κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας που δεν κηρύχθηκαν υποχρεωτικές. Σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της ενσωμάτωσης των όρων της από 8.4.2009 κλαδικής σσε, στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων, το δικαστήριο δέχθηκε ότι "Μεταξύ των διαδίκων, οι οποίοι κατά το επίδικο διάστημα δεν ήταν μέλη των αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, με αποτέλεσμα να μη δεσμεύονται από κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που δεν κηρύχθηκαν υποχρεωτικές, συμφωνήθηκε να αμείβονται, σύμφωνα με τους προβλεπόμενους από την εθνική κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της Χώρας και συγκεκριμένα για το επίδικο έτος 2012, σύμφωνα με τους προβλεπόμενους από την με ημερομηνία 8.4.2009 αντίστοιχη κλαδική συλλογική σύμβαση, οι δε ειδικές αυτές συμφωνίες τους (άρθρο 361 ΑΚ) περί εφαρμογής της ανωτέρω ΚΣΣΕ, στην οποία έγινε παραπομπή με τις ατομικές τους συμβάσεις, απέκτησαν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη, χωρίς να απαιτείται για το κύρος τους η τήρηση συγκεκριμένου τύπου.

Στην κρίση αυτή καταλήγει το δικαστήριο, συνεκτιμώντας με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τις από 26.2.2008 και 6.8.2001 έγγραφες γνωστοποιήσεις των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας των εναγόντων, όπου αναγράφεται ότι οι ενάγοντες οι οποίοι προσλήφθηκαν στην εναγομένη για να εργάζονται πέντε ημέρες και σαράντα ώρες την εβδομάδα ως φύλακες, θα αμείβονταν, ο μεν πρώτος κατά τα οριζόμενα στην ΕΓΣΣΕ τον πρώτο χρόνο και τα υπόλοιπα έτη σύμφωνα με την κλαδική ΣΣΕ και ο δεύτερος κατά τα οριζόμενα στην ΣΣΕ παροχής υπηρεσιών ασφαλείας".

Με τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη στηρίχθηκε σε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη μη εφαρμογή της επιχειρησιακής σσε που την καθιστούν εν μέρει αναιρετέα. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι κατά το χρόνο πρόσληψης των αναιρεσιβλήτων που προηγήθηκε της θέσης σε ισχύ της επίμαχης κλαδικής σσε, συμφωνήθηκε ατύπως και προφορικά να ρυθμίζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας του πρώτου από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας για τον πρώτο χρόνο και στη συνέχεια αμφοτέρων από τις κλαδικές σσε και ότι αυτό προκύπτει και από τις ομοίως προγενέστερες της σσε γνωστοποιήσεις στους αναιρεσιβλήτους των όρων εργασίας τους, δέχεται δηλαδή δυναμική παραπομπή, σύμφωνα με την οποία οι όροι των διαδοχικά ισχυουσών σσε θα επενεργούν εξωτερικά στην ατομική σύμβαση εργασίας, στη συνέχεια δέχεται ότι συμφωνήθηκε συγκεκριμένα οι αποδοχές του έτους 2012 να ρυθμίζονται ειδικώς από την 8.4.2009 κλαδική συλλογική σύμβαση, δηλαδή να ενσωματώνονται στην ατομική σύμβαση εργασίας τους, χωρίς να εξηγεί πως και σε ποιο χρονικό σημείο η πρώτη άτυπη συμφωνία περί δυναμικής παραπομπής αντικαταστάθηκε με νεότερη περί στατικής παραπομπής με συνέπεια η εξέλιξη της από 8.4.2009 κλαδικής σσε και η αντικατάστασή της από την από 2.5.2012 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση να μην επηρεάζει τους όρους αμοιβής και εργασίας τους, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 5 του ν. 4024/2011, όχι όμως και τις λοιπές διατάξεις (ν. 4046/2012 και ΠΥΣ 6/2012), αφού κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της δέχθηκε ότι οι εκάστοτε συλλογικές ρυθμίσεις ενσωματώνονταν βάσει της ειδικής προφορικής συμφωνίας στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων και επομένως η από 8.4.2009 κλαδική σσε δεν ρύθμιζε κατά τρόπο στατικό τους όρους αμοιβής και εργασίας τους, διότι αυτοί διαμορφώθηκαν διαδοχικά μέσω των κλαδικών σσε των ετών 2010 και 2011 και τελικώς αντικαταστάθηκαν με την από 2.5.2012 επιχειρησιακή σσε, χωρίς να τίθεται ζήτημα αυτοδίκαιης λήξης, πλασματικής παράτασης ή μετενέργειας αυτών με τη συνακόλουθη μεταβολή των μισθολογικών τους όρων σύμφωνα με την ΠΥΣ 6/2012.

Σημειωτέον ότι η αντιφατικότητα του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης ως προς τη διατήρηση της ισχύος της κλαδικής σσε στις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων και μετά τη θέση σε ισχύ της επιχειρησιακής σσε δεν αίρεται από την παραδοχή της ότι στην από 3.5.2012 έγγραφη παράταση και τροποποίηση της σύμβασης ανάθεσης φύλαξης των εγκαταστάσεων του ΑΠΘ, με αριθμό 283, που υπογράφηκε μεταξύ του ανωτέρω ΝΠΔΔ και της εναγομένης, στην οποία ανατέθηκε η φύλαξη του, ορίστηκε ότι η εναγομένη οι οποία ήταν υποχρεωμένη να απασχολεί 240 εργαζόμενους όφειλε επιπλέον να τους υπάγει στην από 12.11.2010 ΕΓΣΣΕ με παράλληλη όμως διατήρηση για το ίδιο απασχολούμενο προσωπικό, όπως ήταν οι ενάγοντες κάθε άλλης παροχής που είχε ήδη λάβει η δικαιούται να λαμβάνει βάσει προϋφισταμένων συλλογικών ρυθμίσεων όπως η ΚΣΣΕ, βάσει της οποίας καρπώθηκε και το προβλεπόμενο μισθολογικό κόστος, διότι η δήλωση αυτή αφενός δεν υποκαθιστά τους όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας όσων απασχολούσε η αναιρεσείουσα, αφετέρου η πλέον πρόσφατη προϋφιστάμενη συλλογική σύμβαση ήταν η από 2.5.2012 επιχειρησιακή σσε, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας οι αμοιβές και τα επιδόματα του προσωπικού της ρυθμίζονταν από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, τα δε επιδόματα που προβλέπονταν από την κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας καταργούνταν.

Ως προς το προγενέστερο, όμως, επίδικο χρονικό διάστημα ο ίδιος λόγος αποδεικνύεται αβάσιμος. Τούτο επειδή ισχύ είχε η από 1.9.2011 κλαδική σσε με αναδρομική εφαρμογή από 1.1.2011, η οποία, ως τριετούς ισχύος θα έληγε την 31.12.2013 εάν δεν την αντικαθιστούσε η από 2.5.2012 επιχειρησιακή σσε και συνεπώς δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 της ΠΥΣ 6/2012, επομένως ούτε οι βασικές αποδοχές των αναιρεσιβλήτων μειώθηκαν ούτε τα επιδόματά τους καταργήθηκαν σύμφωνα με τις προβλέψεις της παραγράφου 4 της ως άνω ΠΥΣ.

Παραλλήλως, με το άρθρο 1 παρ.1.1 του Παραρτήματος Α της κσσε 2010 ορίζεται ότι οι κατώτατες αποδοχές όλων των μισθολογικών κλιμακίων που καλύπτει η παρούσα Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του Α' παραρτήματος καταβάλλονται με τους ίδιους όρους όπως η προϊσχύουσα κσσε. όπως είχαν διαμορφωθεί την 31.12.2009 αμετάβλητες, έως ότου κατατεθούν, συμφωνηθούν και προσαρτηθούν τα νέα κλιμάκια, ενώ με την κσσε του 2011 και συγκεκριμένα με το άρθρο 2 παρ. 6 ορίστηκε ότι "οι βασικοι? μισθοι? των εργαζομε?νων τους οποι?ους καλυ?πτει η παρου?σα κσσε, ο?πως αυτοι? ε?χουν διαμορφωθει? ε?ως την 30.6.2011, αυξα?νονται απο? 1.7.2011 κατα? 1,6% συ?μφωνα με την εγσσε", δηλαδή η μεν πρώτη κσσε ταυτιζόταν κατά περιεχόμενο με την εφαρμοσθείσα από το δικαστήριο του έτους 2009, ενώ η δεύτερη είχε ευνοϊκότερο περιεχόμενο για τους αναιρεσιβλήτους και επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη, με τη μη εφαρμογή τους, δεν ήχθη κατ' αποτέλεσμα σε συμπέρασμα επιβλαβές για την αναιρεσείουσα.

Συνακόλουθα η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει και για το χρονικό διάστημα που αφορά στις εν γένει αποδοχές των αναιρεσιβλήτων από την 2.5.2012 και μετά και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβλήθηκε αίτημα με το αναιρετήριο ή με το δικόγραφο των προτάσεων, ή με αυτοτελές δικόγραφο, (που κατατίθενται τα δύο τελευταία στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης), διατάσσει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη εκτέλεση.

Επί επιδικάσεως με την προσβαλλόμενη απόφαση περισσότερων κονδυλίων, η αίτηση πρέπει, κατά τα άρθρα 216 και 217 ΚΠολΔ, να προσδιορίζει αναλυτικά τα ποσά που καταβλήθηκαν και την αιτία του καθενός, ώστε, επί μερικής αναιρέσεως, να μπορεί να προσδιοριστεί το αποδοτέο ποσό. Άλλως, σε περίπτωση αναίρεσης εν μέρει, η αίτηση θα απορριφθεί ως αόριστη (ΑΠ 1423/2010, 1158/2017).

Δεν αποκλείεται όμως η υποβολή της κατά τρόπο ορισμένο στο δικαστήριο της παραπομπής (ΑΠ 1392/2018). Στην προκείμενη περίπτωση η νομοτύπως υποβληθείσα από την αναιρεσείουσα αίτηση επαναφοράς αναφέρεται στο συνολικό ποσό που καταβλήθηκε σε κάθε αναιρεσίβλητο και με τον τρόπο αυτό καθίσταται αδύνατη η διάκριση μεταξύ αυτών που καταβλήθηκαν σε εκτέλεση του αναιρεθέντος τμήματος και σε εκτέλεση του μη αναιρεθέντος, για το οποίο το αίτημα θα απορριπτόταν ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Επομένως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 1804/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τρακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ