Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
98/2022 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against eviction judgment due to insufficient evidence of debt acknowledgment.

Geschäftsnummer 98/2022
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance eviction judgment, remanding the case for retrial. The appellant argued that the lower court failed to properly establish the acknowledgment of debt under Article 260 of the Civil Code, as the evidence was vague regarding the amount, the specific act of acknowledgment, and the recipient of the statement. The court agreed that these procedural defects prevented a valid finding of debt acknowledgment, necessitating a new trial to clarify the facts.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 260, 559(19), 580(3) of the Civil Code; A judgment based on an insufficiently proven acknowledgment of debt, lacking specific details on the amount, the act of acknowledgment, and the recipient, is void and requires remittal for retrial.

Schlagwörter

KI-generiert
acknowledgment of debt Article 260 Civil Code insufficient evidence remittal for retrial eviction judgment procedural defect debt recognition Missbrauch von Lohnabzügen

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 260 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 35 of the Civil Code
Article 62(a) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 98 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 98/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτη Χατζηφώτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χας Α. Π., 2) Ε. Π. - Ζ. του Α., που δεν παραστάθηκαν και 3) Η. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στανέλλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) η Μ. χα Α. Π. (1η ως άνω) απεβίωσε στις 4-11-2017 και κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς τα τέκνα της Η. Π. και Ε. Π. - Ζ. του Α., 3ο και 2η των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, με την δε από 6-11-2007 ιδιόγραφη διαθήκη της κατέλπιπε κληρονόμο της την εγγονή της Α. Ζ. του Σ., β) η Ε. Π. - Ζ. του Α. (2η ως άνω) απεβίωσε στις 12-1-2020 και κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς και κληρονόμους της τα τέκνα της Α. Ζ. και Α. Ζ. και γ) τη βιαίως διακοπείσα δίκη, ως προς τη Μ. χα Α. Π. συνεχίζουν πλέον οι νόμιμοι κληρονόμοι της Α. Ζ. του Σ., Α. Ζ. του Σ. και Η. Π. του Α. (3ος ως άνω), ως προς δε την Ε. Π. - Ζ. του Α., τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της Α. Ζ. του Σ. και Α. Ζ. του Σ., εκπροσωπούμενοι όλοι από τον ίδιο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2015 αγωγή του Η. Π. του Α. και των ήδη αποβιωσασών Μ. χας Α. Π. και Ε. Π. - Ζ. του Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 309/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 62 εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).

Εξάλλου κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ.δ ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ.

ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι αν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και, συνεπώς, δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης, πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ, διαφορετικά αν, κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (κατάθεσης, κατ` άρθρο 495 παρ. 1ΚΠολΔ) ο αναιρεσίβλητος έχει αποβιώσει, η αίτηση που ασκήθηκε εναντίον του απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ.

α, 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, οπότε η αναίρεση παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτηση της όμως, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, θα είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σ` αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΑΠ 717/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη από 12-2-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 32/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων σε συνδυασμό με τα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και δη: Α α) το από 5-11-2017 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Μ. Π. του Χ., (πρώτης αναιρεσίβλητης), εκδοθέν από το Ληξιαρχείο Δ.Ε. ..., β) το με αριθμό 140/20-4-2021 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης, γ) την από 6-11-2007 ιδιόγραφη διαθήκη, προκύπτει ότι η ως άνω πρώτη αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 4-11-2017, δηλαδή μετά την συζήτηση στο ακροατήριο της προσβαλλομένης απόφασης (4-10-2017) και μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο της κατέλιπε την εγγονή της Α.

Ζ. του Σ. και της Ε.. Β) α) το από 13-1-2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ε. Π. - Ζ. του Α. (δεύτερης αναιρεσίβλητης), εκδοθέν από το Ληξιαρχείο Δ.Ε. ..., β) το με αριθμό πρωτ. 599/16-1-2020 Πιστοποιητικό Εγγυτέρων Συγγενών του Γραφείου Δημοτολογίου του Δήμου ..., προκύπτει ότι η ως άνω δεύτερη αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 12-1-2020, δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης (16-2-2018) και κατέλιπε μόνους πλησιεστέρους συγγενείς της τα τέκνα της Α.

Ζ. του Σ. και Α. Ζ. του Σ.. Οι ανωτέρω νόμιμοι κληρονόμοι της πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, εκπροσωπήθηκαν νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ο οποίος, παραδεκτά, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δήλωσε τους θανάτους των ως άνω αναιρεσιβλήτων και ότι συνεχίζεται η βιαίως διακοπείσα δίκη ως προς τις αποβιώσασες από τους ως άνω κληρονόμους, καίτοι η από 12-2-2020 ένδικη αναίρεση στρεφόταν κατά των προαναφερόμενων πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που είχαν ήδη αποβιώσει πριν από την άσκηση της (αναιρέσεως), αφού δεν αποδείχθηκε γνώση του θανάτου τους από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 109/2019).

Από τη διάταξη του άρθρου 260 του Α.Κ., που ορίζει ότι "η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο", συνάγεται ότι για τη διακοπή της παραγραφής αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή, από την οποία να προκύπτει σαφώς ότι αυτός (οφειλέτης), γνωρίζοντας την εναντίον του αξίωση του δικαιούχου, θεωρεί ότι αυτή υφίσταται, κατά το χρόνο της ενεργείας ή της συμπεριφοράς του, κατά τρόπο που να μη θεωρείται αναγκαία η έγερση της σχετικής αγωγής από τον δανειστή. Ενέργειες δε, που συνιστούν αναγνώριση (εκτός βεβαίως από την ρητή τοιαύτη) είναι, μεταξύ των άλλων, η πληρωμή τόκων, η παροχή ασφαλείας της αξιώσεως, η μερική καταβολή και η μερική προσφορά του χρέους (ΑΠ 1491/2017, ΑΠ 997/2015). Δεν εξετάζεται αν η ενέργεια του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξιώσεως ή σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 873 Α.Κ., ούτε απαιτείται η ενέργεια αυτή να υποβληθεί σε κάποιον τύπο ή να γίνει δεκτή από τον δανειστή.

Συνεπώς, αρκεί κάθε ενέργεια του υπόχρεου έναντι του δικαιούχου, αναγνωριστική του υποστατού της υποχρεώσεώς του είτε ρητή είτε σιωπηρή, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται πριν από την συμπλήρωση της παραγραφής, έναντι του δανειστού και όχι έναντι τρίτου προσώπου, δηλαδή, η τέτοια ενέργεια του οφειλέτη πρέπει να απευθύνεται προς τον δανειστή και να περιέρχεται σ' αυτόν και όχι σε τρίτο (βλ.

ΑΠ 997/2015, 1052/2013, 251/2013, 794/2012, 1043/2010, 1693/2007). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.

Ειδικότερα, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999, Ολ.ΑΠ 13/1995, ΑΠ 478/2018, ΑΠ 794/2012).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 892/11).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχή σχετικού λόγου της από 20-1-2016 εφέσεως του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος [ήτοι, περί λύσεως της συμβάσεως μισθώσεως εν τοις πράγμασι την 3-12-2007, οπότε κατεστράφησαν ολοσχερώς οι εγκαταστάσεις του μισθίου, λόγω πυρκαγιάς στο μίσθιο, η χρήση του οποίου παραδόθηκε από τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα στους αναιρεσίβλητους, μη έχοντος πλέον καμία επαφή ή σχέση με αυτό (μίσθιο) και συνεπώς λόγω μη οφειλομένων έκτοτε μισθωμάτων], εξαφάνισε την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 309/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, ακολούθως δε, διακρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της από 26-2-2015 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων δέχθηκε αυτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσία ως προς τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή κονδύλια, που αφορούσαν οφειλόμενα μισθώματα μέχρι την προαναφερθείσα ημέρα καταστροφής του μίσθιου καταστήματος.

Για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής:" Δυνάμει του από 28-01-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού οι ενάγοντες εξεμίσθωσαν στον εναγόμενο ένα ισόγειο κατάστημα επιφανείας 208,33 τ.μ., το οποίο κείται στην ... και επί της οδού ....με σκοπό να το χρησιμοποιήσει ως κέντρο διασκεδάσεως, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.000.000 δραχμών (2.934,70 ευρώ) ...

αναπροσαρμοζόμενου το μισθώματος κατά 8% για έκαστο μισθωτικό έτος. Ο εκκαλών α) κατά το πέμπτο μισθωτικό έτος, ήτοι από την 28-1-2004 έως την 27-1-2005 όφειλε να καταβάλει 45.161,04 ευρώ (3.763,42 ευρώ Χ 12 μήνες), ενώ κατέβαλε το ποσόν των 32.884,34 ευρώ και συνεπώς υπολείπεται το ποσόν των 12.276,70 ευρώ, β) κατά το έκτο μισθωτικό έτος, ήτοι από την 28-1-2005 έως την 28-1-2006 όφειλε να καταβάλει ..., ενώ κατέβαλε ...

και συνεπώς υπολείπεται το ποσόν των 28.273,88 ευρώ γ) κατά το έβδομο μισθωτικό έτος ..ήτοι έως την 27-1-2007 όφειλε ....υπολείπεται το ποσόν των 19.675, 92 ευρώ, δ) κατά το όγδοο μισθωτικό έτος, ήτοι από την 28-1-2007 έως την καταστροφή του εξοπλισμού της επιχειρήσεώς του, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, όφειλε να καταβάλει ... και συνεπώς υπολείπεται το ποσόν των 34.108,2 ευρώ, ήτοι εν συνόλω υπολείπεται το ποσό των 94.334,7 ευρώ.

Όπως προελέχθη την 3-12-2007 και ώρα και ώρα 08.14 π.μ. εξερράγη πυρκαγιά στο μίσθιο κατάστημα, σύμφωνα δε με το από 4-12-2007 απόσπασμα της Π.Υ. ... "..Από την πυρκαγιά κάηκαν καναπέδες, ξύλινο μπαρ, ταμειακές μηχανές, μίκτης, ηχεία, ενισχυτές πικ-απ μουσικής φωτιστικά"... Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη η καταστροφή αυτή, ανυπαίτια ούσα...επέφερε τη λύση της συμβάσεως μισθώσεως, απαλλασσομένου του μισθωτή έκτοτε από την υποχρέωση καταβολής του μισθώματος.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ως άνω καταστροφή επέφερε και την οικονομική καταστροφή του εναγομένου, ο οποίος την ίδια ημέρα διέκοψε τις εργασίες ... Ο εναγόμενος λόγω πλέον των οικονομικών δυσχερειών δεν κατέβαλε τα ως άνω υπολειπόμενα μισθώματα, πλην όμως την 21-5-2009 και την 28-11-2010 ανεγνώρισε την οφειλή του με την υπόσχεση να καταβάλει τα υπολειπόμενα μισθώματα μέχρι την 31-11-2011, με συνέπεια την διακοπή της παραγραφής (άρθρο 260 ΑΚ), όπως ορθώς εδέχθη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκανε δεκτή ως βάσιμη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής.

Συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως...". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός νομίμως επανέφερε την απορριφθείσα πρωτοδίκως ένσταση παραγραφής της επίδικης απαιτήσεως, δεχόμενο ως βάσιμη κατ'ουσία την αντένσταση διακοπής της παραγραφής που είχαν παραδεκτά προτείνει οι ενάγοντες, όπως ομοίως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν μη επαρκείς αιτιολογίες ως προς την ως άνω βασιμότητα του ισχυρισμού των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί διακοπής της παραγραφής, λόγω αναγνωρίσεως από τον υπόχρεο της ιδίας απαιτήσεως, εις τρόπον ώστε να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 260 του Α.Κ., την οποία παρεβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε και συγκεκριμένα, μόνη η παραδοχή ότι: "αναγνώρισε την οφειλή του με την υπόσχεση να καταβάλει τα υπολειπόμενα μισθώματα" (φύλλο 3ο προσβαλλομένης) δεν αρκεί για την στοιχειοθέτηση της αναγνώρισης κατά το άρθρο 260 ΑΚ της οφειλής.

Τούτο διότι : α) δεν διευκρινίζεται η ενέργεια ή η συμπεριφορά του εναγομένου, με την οποία αυτός αναγνώρισε την αξίωση των εναγόντων κατ'άρθρο 260 ΑΚ, αφού μόνη η παραδοχή "υποσχέθηκε να καταβάλει" δεν αρκεί, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη της παρούσης, β) δεν προσδιορίζεται το ακριβές ποσό της οφειλής, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι αναγνώρισε ο εναγόμενος, ώστε να μπορεί να κριθεί με ασφάλεια ότι αυτός ήταν σε πλήρη επίγνωση των αξιώσεων των εναγόντων, αφού ανεπαρκώς εκτίθεται ότι "αναγνώρισε την οφειλή του με την υπόσχεση να καταβάλει τα υπολειπόμενα μισθώματα", και τέλος, γ) δεν αναγράφεται το πρόσωπο προς το οποίο αυτός απευθύνθηκε, ήτοι δεν αναγράφεται εάν η αναγνώριση έγινε προς όλους τους ενάγοντες ή σε κάποιον εξ αυτών ή σε τρίτο πρόσωπο που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των εναγόντων και ότι η εν λόγω ενέργεια -αναγνώριση οφειλής- περιήλθε στους ενάγοντες, όπως απαιτεί η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., ως προς την απόρριψη του άνω ισχυρισμού, είναι βάσιμος. Κατόπιν της παραδοχής του προαναφερόμενου λόγου της αναίρεσης, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης στο σύνολό της, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αυτής, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 517/2020).

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνηση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που κατέθεσε και προτάσεις (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ ε'ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθμ. 32/2108 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο που κατέθεσε.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ