Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
989/2022 KI-generiert

Supreme Court partially allows appeal on lawyer fees, remands case for further trial on one party.

Geschäftsnummer 989/2022
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding lawyer fees. The court found that while the second appellant's arguments were inadmissible, the first appellant's claim for a specific fee amount was not fully supported by the lower court's reasoning. Consequently, the case was remanded for further examination by a different judge to determine the exact entitlement of the first appellant.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 495(3) and 35(2) of the Code of Civil Procedure; The appeal is partially admissible when the lower court's reasoning fails to substantiate the dismissal of a specific monetary claim, necessitating remittal for further fact-finding on that portion.

Schlagwörter

KI-generiert
lawyer fees legal services partial remittal appeal admissibility legal costs monetary claim remittal for retrial Herabsetzung der Verfahrenskosten

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 35(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 989 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 989/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσείουσες: 1)Δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Ε. Τ. του Κ., κατοίκου .... Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από την Ε. Τ. (δεύτερη αναιρεσείουσα) ως διαχειρίστρια εταίρος της και η δεύτερη αυτοπροσώπως για τον εαυτό της ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (πρώην "...) και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και Παναγιώτη Γιαννόπουλο, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1586/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 9/2/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκαν από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 5 (διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 9.2.2021 με αριθ. κατάθ. 1215/126/12.2.2021 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1586/21.3.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί υπόθεσης με αντικείμενο αξιώσεις δικηγορικής αμοιβής των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, οι αναιρεσείουσες προέβησαν στην επισύναψη του υπ' αριθ. 36662396595104090021/2021 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά, όμως, ως περιουσιακή διαφορά από αμοιβή δικηγόρου, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στους αναιρεσείουσες, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 484/2019).

Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ` άρθρο 73 του ιδίου κώδικα, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης.

Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης, όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης και να είναι άμεσο και ατομικό του διαδίκου, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης (ΑΠ 39/2020, ΑΠ744/2019, ΑΠ 706/2017, ΑΠ 1663/2010).

Επί απλής, δε, ομοδικίας ο κάθε ομόδικος ασκεί και αυτοτελώς αναίρεση (ΑΠ 399/2020) καθότι η θέση κάθε διαδίκου είναι ανεξάρτητη έναντι των υπολοίπων κατ' αρθρο 75 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 458/2020) και συνεπώς το έννομο συμφέρον για την άσκησή της πρέπει να υφίσταται ξεχωριστά για κάθε ομόδικο. Το δικαίωμα κάθε διαδίκου, να ασκήσει ένδικο μέσο, λόγω της δικονομικής του φύσης, δεν υπόκειται κατά την άσκηση του, στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, στον οποίο εμπίπτει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 2009/2017, ΑΠ 189/2016, ΑΠ 948/2015 ΑΠ 1542/2014, ΑΠ 1697/2013).

Τέλος, με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως".

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης κατά την έρευνα του παραδεκτού της ένδικης από 9 Φεβρουαρίου 2021 αίτησης αναίρεσης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : Με την από 8 Ιουνίου 2016 με αριθ. καταθ. 29046/92/13.06.2016 αγωγή οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ισχυρίσθηκαν ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία υπό την νέα επωνυμία "...") δυνάμει του με αριθμ. .../12.12.2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Βασ.

Γαβριέλλη-Αναγνωσταλάκη, που κυρώθηκε με το άρθρο 52 του Ν.3220/2004, εξαγόρασε από το Ελληνικό Δημόσιο το ενεργητικό της πτωχευμένης εταιρίας "....", συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης των μεταλλείων Κασσάνδρας, Σκουριών, Στρατωνίου και Ολυμπιάδας. Ότι με το άρθρο 5 της παραπάνω σύμβασης, ορίσθηκε η δεύτερη από αυτές (ενάγουσες) ως πληρεξούσια δικηγόρος, αντίκλητος και νομική σύμβουλος της εναγομένης.

Ότι με την από 11.05.2004 σύμβαση, που συνήφθη μεταξύ της εναγομένης ως εντολέως και της δεύτερης από αυτές και του συνεργάτη της δικηγόρου Π. Σ. ως εντολοδόχων, προβλέφθηκε ως δικηγορική αμοιβή τους :α) ποσό 320.000 ευρώ ως κατ' αποκοπή αμοιβή για τις υπηρεσίες τους για όλη τη διετή περίοδο ισχύος του, καταβαλλόμενο σε διμηνιαίες ισόποσες δόσεις, β) ποσό 250.000 ευρώ ως "bonus" αν επιτυγχανόταν η αδειοδότηση της επένδυσης και γ) διακριτή αμοιβή με χρονοχρέωση 150 ευρώ ανά ώρα για τις περιγραφόμενες στην επισυναπτόμενη από 19.4.2004 προσφορά υπηρεσίες, οι οποίες εξαιρούνταν από την κατ' αποκοπή αμοιβή και συμφωνήθηκε να αμείβονταν με χρονοχρέωση.

Ότι η διάρκεια της εν λόγω σύμβασης προβλέφθηκε αρχικά ως διετής, η οποία παρατάθηκε, αυτοδίκαια, μετά τη διετία και κατέστη αορίστου χρόνου και πάντως μέχρι την επίτευξη αδειοδότησης των ως άνω μεταλλείων. Ότι στην ανωτέρω συμφωνία υποκαταστάθηκε το έτος 2005 η πρώτη από αυτές δικηγορική εταιρεία (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), διαχειρίστρια της οποίας είναι η δεύτερη από αυτές (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα).

Ότι το έτος 2012, εισήλθε στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης η εταιρία "...", Γενικός Σύμβουλος της οποίας είναι ο Δικηγόρος Α. Φ., ο οποίος στις αρχές του έτους 2012 κατέστη και μέλος του Δ.Σ της εναγομένης. Ότι η εναγομένη, τους απέστειλε, όπως και σε άλλους δικηγόρους, την από 14.10.2015 επιστολή, σχετικά με τους όρους υπό τους οποίους πλέον θα καθοριζόταν η αμοιβή τους, κατά παράβαση των ως άνω συμφωνηθέντων.

Ότι αυτές με την από 18.12.2015 επιστολή τους προς το Δ.Σ. της εναγομένης ανέφεραν ότι ο Γενικός Σύμβουλος αυτής τους απέστειλε στις 15.12.2015 ηλεκτρονικό μήνυμα, με το οποίο τους ανακάλεσε, εκτός από την ειδική εντολή για το ζήτημα των αρχαιοτήτων, και τη γενική εντολή που είχαν αυτές πλέον των δέκα ετών, ζητώντας να ενημερωθούν κατά πόσο η δήλωση αυτή συνιστά επίσημη θέση της εταιρείας, οπότε στην περίπτωση αυτή θα παραδώσουν τους φακέλους που χειρίζονται, αφού προηγουμένως τακτοποιηθεί ο εξοφλητικός λογαριασμός για τις υπηρεσίες τους.

Ότι σε απάντηση της ως άνω επιστολής ο πρόεδρος του Δ.Σ. της εναγομένης τους απέστειλε την από 5.1.2016 επιστολή με την οποία επισημοποιήθηκε η ανάκληση της εντολής τους. Ότι, η ως άνω από 5.1.2016 ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη και έγινε με σκοπό τη ματαίωση της συμβατικής εκκαθάρισης της αμοιβής τους και της καταβολής της συμφωνημένης αμοιβής (bonus).

Ότι η εναγόμενη παρά την ως άνω ανάκληση, αρνείται αδικαιολόγητα, να ανακαλέσει τη χορηγηθείσα προς τη δεύτερη από αυτές πληρεξουσιότητα, με την οποία ορίστηκε αυτή αντίκλητος της τελευταίας στη συναφθείσα με το Δημόσιο σύμβαση, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό την προσωπικότητά της .Ότι η εναγομένη με την από 9.2.2016, επιστολή της, απαντώντας στις προηγηθείσες, από 11.1.2016 και 31.1.2016, επιστολές της δεύτερης από αυτές, με τις οποίες η τελευταία ζητούσε την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής, την απείλησε με την έγερση αποζημιωτικών αγωγών, προσβάλλοντας τη φήμη του νομικού προσώπου της πρώτης από αυτές δικηγορικής εταιρείας, όσο και την προσωπικότητα, την τιμή και την υπόληψη και την επαγγελματική φήμη της δεύτερης από αυτές και ότι για το λόγο αυτό υπέστησαν ηθική βλάβη.

Με βάση το ως άνω ιστορικό οι ενάγουσες ζήτησαν μετά από παραδεκτή μερική μετατροπή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του καταψηφιστικού αιτήματος της πρώτης ενάγουσας σε έντονο αναγνωριστικό α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 2.159.081,50 ευρώ για οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές πλέον ΦΠΑ και κάθε άλλης νόμιμης προσαύξησης νομιμοτόκως, σύμφωνα με τον επισυναπτόμενο στην αγωγή πίνακα, ως εκκαθάριση της αμοιβής της, ως εξής :

αα) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 1.1.2016 για την κατ' αποκοπή αμοιβή της βάσει του άρθρου 3 του από 11.5.2004 συμφωνητικού ποσό αμοιβής 1.600.000 ευρώ (320.000 ευρώ ανά διετία Χ 5 διετίες) και για την πρόσθετη αμοιβή της βάσει του άρθρου 6 του ίδιου ως άνω συμφωνητικού ποσό 250.000 ευρώ και συνολικό ποσό 1.850.000 ευρώ και μετ' αφαίρεση του καταβληθέντος από την εναγόμενη ποσού 97.600 ευρώ, το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό ύψους 1.752.400 ευρώ, ββ) ποσό 401.000 ευρώ που αποτελεί την αμοιβή της για την αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής προς διεξαγωγή διαιτησίας, γγ) ποσό 4.371,50 ευρώ για την αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής στην υπόθεση επιβολής προστίμου, σύμφωνα με τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή εκθέσεις ελεγκτών περιβάλλοντος, δδ) ποσό 100 ευρώ βάσει χρονοχρέωσης στις 4.12.2015, εε) ποσό 1.210 ευρώ για τις αναφερόμενες εργασίες του χρονικού διαστήματος από 20.1.2016 έως 29.1.2016, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση με το νόμιμο τόκο, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα ως αποζημίωση το ποσό των 438,35 ευρώ την ημέρα για το χρονικό διάστημα από 5.1.2016, άλλως από 9.2.2016, άλλως από 15.03.2016 και μέχρι την κοινοποίηση δήλωσης ανάκλησης της δοθείσας σ'αυτήν πληρεξουσιότητας προς το Ελληνικό Δημόσιο και το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση με το νόμιμο τόκο.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την με αριθμ. 36/2017 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών α) απέρριψε την από 8.6.2016 αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τα αιτήματα της πρώτης ενάγουσας για καταβολή δικηγορικής αμοιβής για τη διεξαγωγή διαιτησίας ύψους 401.000 ευρώ και προσφυγών κατά των εκθέσεων ελεγκτών περιβάλλοντος-επιβολής προστίμου ύψους 4.371,50 ευρώ και β) έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς τα λοιπά αιτήματα και δέχθηκε εν μέρει αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς το αγωγικό αίτημα αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 100 ευρώ για αμοιβή με χρονοχρέωση στις 4.12.2015, πλέον ΦΠΑ νομιμοτόκως και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμα τα λοιπά αγωγικά αιτήματα που είχε κρίνει ως νόμιμα.

Επί της από 25.5.2017 με αριθ. καταθ. 539309/502291/25.5.2017 έφεσης των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμ. 1586/21.3.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία το λόγο έφεσης της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά το μέρος που με αυτή είχαν απορριφθεί ως μη νόμιμα τα αγωγικά κονδύλια καταβολής αμοιβής για τη διεξαγωγή διαιτησίας ύψους 401.000 ευρώ και προσφυγών κατά των εκθέσεων ελεγκτών περιβάλλοντος-επιβολής προστίμου ύψους 4.371,50 ευρώ, β) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία το λόγο έφεσης των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος που είχε απορρίψει το αγωγικό κονδύλιο της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ύψους 100.000 ευρώ για κάθε ενάγουσα ως κατ' ουσία αβάσιμο, γ) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία το λόγο έφεσης της δεύτερης αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσης αυτής ύψους 438,35 ευρώ την ημέρα και δ) στο πλαίσιο του κατ' αρθ. 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία λόγους έφεσης της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας που αφορούσαν τα απορριφθέντα ως κατ' ουσία αβάσιμα αγωγικά κονδύλια αα) επιδίκασης αμοιβής της πρώτης ενάγουσας ύψους 1.210 ευρώ για εξωδικαστικές ενέργειες κατά το χρονικό διάστημα από 20.1.2016 έως 29.1.2016, το οποίο έκρινε, αυτεπαγγέλτως, ως μη νόμιμο και ββ) επιδίκασης αμοιβής ύψους 1.752.400 ευρώ το οποίο έκρινε, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας.

Κατόπιν των ανωτέρω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση ως προς τη δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς τα κονδύλια εκκαθάρισης αμοιβής ύψους 1.752.400 ευρώ και εκκαθάρισης αμοιβής και εξόδων του χρονικού διαστήματος από 20.1.2016 ως 29.1.2016 ύψους 1.210 ευρώ, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή ως προς τα κονδύλια αυτά απέρριψε το πρώτο (ύψους 1.752.400 ευρώ) ως αόριστο και το δεύτερο (ύψους 1.210 ευρώ) ως μη νόμιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία παραδεκτά με τις από 1.2.2022 προτάσεις της που κατατέθηκαν στην Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 1.2.2022 (άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ) ισχυρίζεται ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα δικηγόρος στερείται έννομου συμφέροντος ως προς την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για το λόγο ότι με αυτή δεν προσβάλλει τις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες απορρίφθηκαν οι αξιώσεις της για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Επίσης η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκησή της αίτησης αναίρεσης και της πρώτης αναιρεσείουσας ως αντιφάσκουσας με την προηγούμενη συναλλακτική πρακτική που είχε υιοθετήσει δεδομένου ότι ζητεί την επιδίκαση δικηγορικών αμοιβών για ενέργειες για τις οποίες συνομολογεί ότι έχει εκδώσει παραστατικά και ότι έχει εισπράξει τις νόμιμες αμοιβές και ότι ως εκ τούτου ασκεί καταχρηστικά και σε αντίθεση με τις αρχές της δικονομικής καλής πίστης το ως άνω δικαίωμά της.

Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της ένδικης αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι και με τους πέντε (5) σε αριθμό λόγους αναίρεσης προβάλλονται αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς απορριφθέντα αγωγικά κονδύλια αμοιβών-εξόδων και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, ενώ δεν προσάπτονται με κανένα από τους ως άνω λόγους αναίρεσης αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα απορριφθέντα ως κατ' ουσία αβάσιμα αγωγικά κονδύλια της δεύτερης αναιρεσείουσας για επιδίκαση αποζημίωσης ύψους 438,35 ευρώ την ημέρα και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ύψους 100.000 ευρώ, ούτε επικαλείται με την αίτηση, αλλά ούτε και προκύπτει από αυτή άμεσο και ατομικό συμφέρον για την άσκησή της.

Συνακόλουθα πρέπει η υπό κρίση από 9.2.2021 και με αριθ. κατάθ. 1215/126/12.2.2021 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, καθότι ακόμη και αν ευδοκιμήσουν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα, που είναι απλή και όχι αναγκαία ομόδικος με την πρώτη αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι οι ως άνω απορριφθείσες αγωγικές αξιώσεις της δεύτερης αναιρεσείουσας για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση είναι διακριτές από αυτές της πρώτης αναιρεσείουσας και δεν συντρέχει μεταξύ των αναιρεσειουσών καμία από τις οριζόμενες στο άρθρο 76 παρ.1 του ΚΠολΔ περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας.

Αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι δεν υφίσταται έννομο συμφέρον της πρώτης αναιρεσείουσας για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, καθότι η τελευταία με τους λόγους αυτής δικαιολογεί άμεσο και ατομικό συμφέρον για την άσκησή της, ως ηττηθείσα διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Το δικαίωμα, δε, της πρώτης αναιρεσείουσας για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, λόγω της δικονομικής του φύσης, δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε υπόκειται σε περιορισμό από τη διάταξη του άρθρου 116 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι οι διάδικοι οφείλουν να τηρούν κατά τη διεξαγωγή της δίκης τους κανόνες των χρηστών ηθών, της καλής πίστης και του καθήκοντος αληθείας και να συμβάλλουν με την εν γένει δικονομική τους συμπεριφορά στην ταχεία επίλυση της διαφοράς.

Συνεπώς ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα η κρινόμενη από 9.2.2021 και με αριθ. κατάθ. 1215/126/12.2.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με αριθ. 1586/21.3.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αριθ.4 και 216 παρ.1α του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 131/2020).

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία) και ελέγχεται, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, δηλαδή, εάν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση, κυριαρχικώς, του δικογράφου της αγωγής, όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό της περιεχόμενο, έκρινε το δικόγραφο ορισμένο και την αγωγή παραδεκτή, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο των στοιχείων, τα οποία απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, θεωρώντας ότι αυτά τα στοιχεία εκτίθενται, με επάρκεια ή, αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 18/2020).

Εξάλλου σε περίπτωση αγωγής στην οποία σωρεύονται περισσότερες απαιτήσεις του ενάγοντος κατά του εναγόμενου δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής η αναγραφή των ποσών που ο ενάγων έλαβε από τον εναγόμενο χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο, διότι οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν κατά το άρθρο 416 του ΑΚ ένσταση εξόφλησης εκ μέρους του εναγομένου, η δε αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής του συνόλου του ληφθέντος από τον εναγόμενο ποσού ενέχει καθ' υποφοράν άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου περί περαιτέρω καταβολών και δεν καθιστά αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την αγωγή, στην οποία αναφέρονται συνολικές μόνο καταβολές έναντι των αγωγικών αξιώσεων, χωρίς επιμερισμό των καταβολών κατά κονδύλιο (ΑΠ 966/2018, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 424/2018, ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 1291/1994).

Και τούτο διότι οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του ενάγοντος από διάφορες αιτίες που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν και κατά συνέπεια δεν διώκεται από τον ενάγοντα (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 1004/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Εσφαλμένο αιτιολογικό υφίσταται, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω κι αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο 'Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει (ΑΠ 583/2020, ΑΠ 1773/2014, ΑΠ 1724/2010).

Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 8/1993, ΑΠ 1259/2020, ΑΠ 1624/2008) εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 1259/2020, ΑΠ 1067/2020).

Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.

Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή, και τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης.

Η ιστορική αιτία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε, από μόνα τους, αυτά καθεαυτά, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο. Με άλλες λέξεις, το δεδικασμένο δεν καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς λαμβανόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από το δικανικό συλλογισμό της πρώτης απόφασης.

Τα ανωτέρω ισχύουν, και όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης αξίωσης. Κατά το άρθρο 331 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υφίσταται για προδικαστικό ζήτημα που κρίνεται παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος. Ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται ετέρα έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού ζητήματος της δίκης.

Το δεδικασμένο του άρθρου 331 του ΚΠολΔ δεν αφορά ούτε πραγματικά περιστατικά, ούτε βέβαια αξιολογικές κρίσεις (ΑΠ 108/2019). Ούτε επίσης καλύπτονται από το δεδικασμένο τα κριθέντα πλεοναστικώς ζητήματα (ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 907/2019, ΑΠ 1137/2006 ), ούτε δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσης του επί του δικαζομένου δικαιώματος (ΑΠ 918/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 8 Ιουνίου 2016 αγωγή η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, όπως προεκτέθηκε, ζητούσε, λόγω ανάκλησης στις 5.1.2016 της εντολής εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, μεταξύ των άλλων αγωγικών αιτημάτων και την επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής ύψους 1.752.400 ευρώ, που προκύπτει από το άθροισμα α) κατ' αποκοπή αμοιβής, βάσει του άρθρου 3 του από 11.5.2004 συμφωνητικού παροχής νομικών υπηρεσιών και συμβουλών, ύψους 320.000 ευρώ τη διετία και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 1.1.2016 ποσού 1.600.000 ευρώ (320.000 ευρώ Χ 5 διετίες), και β) πρόσθετης αμοιβής (bonus) ύψους 250.000 ευρώ που είχε συμφωνηθεί ως δικηγορική αμοιβή για την περίπτωση επίτευξη της αδειοδότησης του έργου των μεταλλείων Κασσάνδρας (έργου Ολυμπιάδος, Έργου Σκουριών και Έργου Στρατωνίων) βάσει του άρθρου 6 του από 11.5.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, συνολικού ύψους 1.850.000 ευρώ (1.600.000 + 250.000) και από την αφαίρεση του καταβληθέντος από την εναγόμενη ποσού των 97.600 ευρώ (1.850.000 - 97.600 = 1.752.600 ευρώ).

Επί του ως άνω αγωγικού αιτήματος η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, σε σχέση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, τα εξής : "...Περαιτέρω, όσον αφορά το αιτούμενο από την πρώτη ενάγουσα κονδύλιο των 1.752.400 ευρώ που αποτελεί κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, την καταβλητέα προς αυτήν αμοιβή γενικής εντολής που περιλαμβάνει την κατ' αποκοπή αμοιβή της για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 1.1.2016 και την πρόσθετη αμοιβή της ύψους 250.000 ευρώ, η αγωγή τυγχάνει προεχόντως απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας διότι δεν παρατίθενται, όπως απαιτείται για το ορισμένο και την πληρότητα του δικογράφου, τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν ειδικότερα τα εναπομείναντα ποσά μετά την αφαίρεση του ποσού των 97.600 ευρώ, που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αντιστοιχεί στην καταβληθείσα για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα στην πρώτη ενάγουσα αμοιβή επί εργασιών που αμείβονται εντός της κατ' αποκοπήν αμοιβής, την οποία παρόλα αυτά την υπολογίζει με βάση το σύστημα της χρονοχρέωσης για κάθε εργασία ξεχωριστά, από το συνολικό ποσό των 1.850.000 ευρώ εκ των οποίων ποσό 1.600.000 ευρώ αντιστοιχεί κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή στην κατ' αποκοπή αμοιβή που αιτείται η πρώτη ενάγουσα για το αμέσως παραπάνω αναφερόμενο χρονικό διάστημα (1.1.2006 έως 1.1.2016) και ποσό 250.000 ευρώ στην πρόσθετη αμοιβή αυτής, πλην όμως μετά την ανωτέρω αφαίρεση (ήτοι από το ποσό των 1.850.000 ευρώ αυτό του ποσού των 97.600 ευρώ) δεν προσδιορίζεται στην αγωγή ποιο ποσό τελικά ζητά η πρώτη ενάγουσα ως κατ' αποκοπή αμοιβή για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 1.1.2016 και ποιο ποσό ως πρόσθετη αμοιβή, άλλως εάν όλο το αιτούμενο ποσό των 1.752.400 ευρώ το ζητά ως αμοιβή της για εργασίες που αμείβονται κατ' αποκοπήν, είναι επίσης ανεπίδεκτο δικανικής εκτίμησης καθόσον στο ποσό αυτό καταλήγει υπολογίζοντας και την πρόσθετη αμοιβή που κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή θα λάμβανε σε περίπτωση αδειοδότησης του ...".

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ότι η από 8.6.2016 αγωγή ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς το ως άνω αγωγικό της αίτημα, να αναγνωρισθεί δηλαδή η υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης να καταβάλει για δικηγορική αμοιβή στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό 1.752.400 ευρώ, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα κατά νόμο ήσαν αναγκαία για το ορισμένο του ως άνω αγωγικού αιτήματος (άρθρα 111 παρ.2, 118 αριθ.4 και 216 παρ.1α του ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, αφού η μη αναφορά στην αγωγή για ποια διακριτή αμοιβή του ως άνω κονδυλίου καταβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη στην πρώτη αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία το επί μέρους ποσό των 97.600 ευρώ και πιο συγκεκριμένα αν καταβλήθηκε για την κατ' αποκοπή αμοιβή ύψους 1.600.000 ευρώ ή για την πρόσθετη αμοιβή ύψους 250.000 ευρώ, δεν αποτελούσε κατά νόμο αναγκαίο στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, καθότι το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από το άθροισμα των ως άνω επίδικων αξιώσεων της πρώτης αναιρεσείουσας ύψους 1.850.000 ευρώ (1.600.000 + 250.000), από το οποίο (συνολικό άθροισμα) η πρώτη αναιρεσείουσα αφαιρεί το ως άνω καταβληθέν ποσό των 97.600 ευρώ, το οποίο δεν διώκεται από αυτήν, αλλά το απομένον υπόλοιπο ποσό των 1.752.400 ευρώ (1.850.000 - 97.600).

Σε κάθε, δε, περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του δικογράφου της από 8.6.2016 αγωγής προκύπτει ότι η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα αφαιρεί το ως άνω ποσό των 97.600 ευρώ από την αιτούμενη κατ' αποκοπή αμοιβή ύψους 1.600.000 ευρώ (σελ. 208) και ακολούθως απλώς στο μαθηματικό υπολογισμό της καταβλητέας αμοιβής αφαιρεί από το άθροισμα των επί μέρους αιτουμένων αμοιβών συνολικού ύψους 1.850.000 ευρώ (1.600.000 + 250.000) το ποσό των 97.600 ευρώ (σελ. 236), χωρίς, όμως, ο ως άνω μαθηματικός υπολογισμός να δημιουργεί αοριστία του ως άνω αγωγικού κονδυλίου, όπως εσφαλμένα κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση.

Επομένως με το να αποφανθεί αντιθέτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, και συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης της πρώτης αναιρεσείουσας. Η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ισχυρίζεται : α) Ότι ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος γιατί δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης το περιεχόμενο της από 8.6.2016 αγωγής.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν αναγκαία η παράθεση της ιστορικής βάσης της αγωγής που αφορούσε το ως άνω αγωγικό κονδύλιο προκειμένου σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα αυτής, αφού το ως άνω σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει από μόνη την ως άνω περί αοριστίας παραδοχή αυτής.

β) Ότι ανεξαρτήτως των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αοριστία του ως άνω αγωγικού κονδυλίου, αυτό ήταν αόριστο και για τους εκτιθέμενους σ' αυτές (προτάσεις) λόγους και ότι ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης με αντικατάσταση αιτιολογιών, κατ' άρθρο 578 του ΚΠολΔ.

Ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθότι για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης για αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει ο ισχυρισμός αυτός να έχει προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στα δικαστήρια της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 131/2020 ΑΠ 1914/2014), στην προκειμένη, δε, υπόθεση η αναιρεσίβλητη δεν προσέβαλε με επικουρική αναίρεση την κρίση της προσβαλλομένης απόφασης περί αοριστίας του ως άνω αγωγικού κονδυλίου με την επίκληση άλλων λόγων αοριστίας αυτού και υπό την προϋπόθεση ότι οι λόγοι αυτοί (αοριστίας) είχαν προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο ουσίας.

Σε κάθε, δε, περίπτωση, για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, όταν, δηλαδή, το αιτιολογικό της απόφασης είναι εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της είναι ορθό, το σφάλμα ως προς τις αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν μπορεί να στηριχθεί σε διαφορετικές παραδοχές από αυτές που διαλαμβάνονται σ' αυτή, στην προκειμένη, δε, περίπτωση η μόνη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ως άνω κονδύλιο, αφορούσε την προαναφερθείσα περί αοριστίας αυτού (εσφαλμένη) αιτιολογία της, χωρίς δηλαδή να αναφέρονται σ' αυτή και άλλες παραδοχές από τις οποίες να προκύπτει (τυχόν) αοριστία του ως άνω αγωγικού κονδυλίου για άλλους λόγους, οπότε και στην περίπτωση που συντρέχουν τέτοιοι λόγοι, εφόσον δεν προκύπτουν από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η ως άνω διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ.

γ) Ότι ο λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά το ως άνω αγωγικό κονδύλιο που έκρινε αόριστο με την επάλληλη αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε παράταση της από 11.5.2004 σύμβασης για το χρονικό διάστημα από το έτος 2006 έως το έτος 2016, κρίση που ανάγεται στην ουσία του ζητήματος και η οποία παράγει ουσιαστικό δεδικασμένο που δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας το ως άνω αγωγικό κονδύλιο ύψους 1.752.400 ευρώ και μάλιστα αυτεπαγγέλτως εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση που το είχε απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμο, από δε την ως άνω απόρριψη παράγεται δεδικασμένο περί του ως άνω δικονομικού ζητήματος, που περιορίζεται, δηλαδή, μόνο στην απόρριψη της αγωγής ως προς το ως άνω κονδύλιο ως απαράδεκτης, και ως εκ τούτου η διαφορά, ως προς το κονδύλιο αυτό μπορεί να εισαχθεί ξανά στο δικαστήριο για ουσιαστική κρίση (ΑΠ 85/2018, ΑΠ 817/2013, ΑΠ 135/2012) και συνεπώς δεν υπήρξε από την προσβαλλόμενη απόφαση σιωπηρή κατ' ουσία απόρριψη του ως άνω κονδυλίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη.

Επιπρόσθετα, δε, η επί της ουσίας παραδοχή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου περί μη παράτασης αυτοδικαίως του από 11.5.2004 διετούς διαρκείας συμφωνητικού (σύμβασης) παροχής νομικών συμβουλών και υπηρεσιών, που συνήψε με την αναιρεσίβλητη η δεύτερη αναιρεσείουσα, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η πρώτη αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία, μετά τη λήξη τη ισχύος του (15ο, 16ο και 24ο φύλλα), ήταν πλεοναστική.

Και τούτο διότι η ως άνω παραδοχή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε στα πλαίσια εξέτασης λόγων έφεσης των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που αφορούσαν άλλα κεφάλαια, πέραν δηλαδή των αιτουμένων αμοιβών από 1.600.000 και 250.000 ευρώ αντίστοιχα. Και είναι μεν αληθές ότι η πρωτοβάθμια απόφαση εξετάζοντας κατ' ουσία τα αγωγικά κονδύλια δικηγορικής αμοιβής της πρώτης ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας που είχε κρίνει ορισμένα και νόμιμα, δέχθηκε ότι δεν είχε παραταθεί αυτοδικαίως η ως άνω από 11.5.2004 σύμβαση, ότι αυτή είχε χρονικό ορίζοντα διετίας από τη δημοσίευση του κυρωτικού νόμου της σύμβασης της αναιρεσίβλητης με το Δημόσιο και ίσχυσε για το χρονικό διάστημα από 29.1.2004 έως 28.1.2006 και κατόπιν τούτου απέρριψε τα αγωγικά κονδύλια δικηγορικής αμοιβής της πρώτης αναιρεσείουσας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 1.1.2016 ύψους 1.600.000 ευρώ (320.000 ευρώ Χ 5 διετίες) και πρόσθετης αμοιβής (bonus) ύψους 250.000 ευρώ ως κατ' ουσία αβάσιμα (22η σελίδα αυτής).

Πλην όμως, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμα τα ως άνω αγωγικά κονδύλια, και στη συνέχεια απέρριψε, αυτεπαγγέλτως, ως αόριστο, όπως προεκτέθηκε, το αγωγικό κονδύλιο ύψους 1.752.400 ευρώ, που προέκυπτε από το άθροισμα των ως άνω επίδικων αξιώσεων της πρώτης αναιρεσείουσας ύψους 1.850.000 ευρώ (1.600.000 + 250.000) μετ' αφαίρεση του καταβληθέντος ποσού ύψους 97.600 ευρώ, και εξέτασε μόνο την ουσιαστική βασιμότητα της διακριτής, από τις ως άνω αγωγικές αξιώσεις δικηγορικών αμοιβών της πρώτης αναιρεσείουσας, αξίωσης αποζημίωσης της δεύτερης αναιρεσείουσας ύψους 438,35 ευρώ την ημέρα και τις αγωγικές αξιώσεις αμφοτέρων των αναιρεσειουσών για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, οι οποίες στηρίζονταν κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους σε αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης σε βάρος τους με βάση το περιεχόμενο των από 14.10.2015 και από 9.2.2016 επιστολών αυτής προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα ατομικά και ως διαχειρίστρια της πρώτης αναιρεσείουσας, η ως άνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί μη παράτασης της ως άνω από 11.5.2004 διετούς σύμβασης, μετά τη λήξη της, ήταν πλεοναστική και δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του απορριπτικού διατακτικού αυτής ως προς το κατ' ουσία εξετασθέν ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (αλλά και ως προς τα ως άνω κατ' ουσία εξετασθέντα αγωγικά κονδύλια αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης της δεύτερης αναιρεσείουσας).

Συνακόλουθα δεν δημιουργείται δεδικασμένο, από την ως άνω πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, δηλαδή, το από 11.5.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό διετούς διάρκειας δεν παρατάθηκε αυτοδικαίως, ως προδικαστικό ζήτημα, κατ' άρθρο 331 του ΚΠολΔ, σε σχέση με το απορριφθέν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως αόριστο ως άνω αγωγικό κονδύλιο ύψους 1.752.400 ευρώ και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της περί ύπαρξης δεδικασμένου ως προδικαστικού ζητήματος, ώστε να μη καταλείπεται στάδιο δίκης στο δικαστήριο της παραπομπής προκειμένου να διερευνήσει εκ νέου το ως άνω ζήτημα κατ' ουσία, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Με το άρθρο 77 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α 208/27.9.2013), που κατά το άρθρο 166 παρ.3 αυτού ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (27.9.2013) ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που υπάρχει γραπτή συμφωνία για αμοιβή και ανακληθεί η εντολή προς τον δικηγόρο, εάν η ανάκληση είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται σε άμεση εκτέλεση όλων των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη συμφωνία.

Εάν η ανάκληση είναι δικαιολογημένη, ο εντολέας υποχρεούται στην καταβολή των δαπανών και της αμοιβής του δικηγόρου για τις μέχρι την ανάκληση εργασίες του, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα". Αντίστοιχα, στο άρθρο 78 του ιδίου κώδικα ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που υπάρχει συμφωνία για αμοιβή και ο δικηγόρος δεν εκτελέσει την εντολή που του ανατέθηκε, εάν η μη εκτέλεση είναι αδικαιολόγητη, δικαιούται μόνο την είσπραξη των δαπανών που πραγματοποίησε, όχι όμως και την αμοιβή που συμφωνήθηκε γραπτά ή την αμοιβή όπως ορίζεται από τις πιο πάνω διατάξεις.

Εάν η μη εκτέλεση είναι δικαιολογημένη, δικαιούται να εισπράξει τις δαπάνες που πραγματοποίησε και την ανάλογη αμοιβή προς τις υπηρεσίες που έχει προσφέρει". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι σε περίπτωση οριστικής διακοπής της συνεργασίας του δικηγόρου με τον εντολέα πελάτη του, ανεξάρτητα ως προς το αν η ανώμαλη εξέλιξη επήλθε με πρωτοβουλία του εντολέα (ανάκληση της εντολής) ή του δικηγόρου (μη εκτέλεση της εντολής), οι συνέπειες ως προς την υποχρέωση του πρώτου και το αντίστοιχο δικαίωμα του δεύτερου για δαπάνες και αμοιβή είναι εξαρτημένες από το αν η σχετική πρωτοβουλία υπήρξε δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη (ΑΠ 1614/2018).

Αν η ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στο δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή του, αν δε αυτή είναι δικαιολογημένη, έχει υποχρέωση να καταβάλει στον δικηγόρο τις δαπάνες που αυτός έχει πραγματοποιήσει προς εκτέλεση της εντολής και μέχρι την ανάκληση αυτής, καθώς και την αμοιβή αυτού για τις μέχρι τότε ενέργειές του (ΑΠ 1373/2007).

Η ανάκληση της εντολής ενεργεί ex nunc και όχι ex tunc (ΑΠ 1040/2020, ΑΠ 1800/2017, ΑΠ 810/2003). Στην περίπτωση που ο εντολέας ανακάλεσε την εντολή και αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εντολοδόχου του δικηγόρου, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του δικηγόρου κατ` άρθρο 57 ΑΚ ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια άρθρων 914 και 932 ΑΚ, εκτός εάν η ανάκληση έγινε με πρόθεση και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητας του δικηγόρου ή σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις κατά κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρο 281 του ΑΚ (ΑΠ 945/2019, ΑΠ 328/2003).

Περαιτέρω με το άρθρο 70 παρ.4 του ως άνω Κώδικα ορίζεται ότι "Για τη σύνταξη πρόσκλησης για υποβολή της διαφοράς σε διαιτησία ή αίτησης περί διαιτησίας, η αμοιβή προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα με βάση το ποσό του αντικειμένου της διαφοράς", ενώ με την παρ.6 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Για τη σύνταξη υπομνημάτων ή προτάσεων, την παράσταση και γενικά για τη διεξαγωγή της διαδικασίας, τις ενέργειες του δικηγόρου ενώπιον διαιτητικού οργάνου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που αφορούν τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων".

Εξάλλου με το άρθρο 63 παρ.1 του ιδίου κώδικα ορίζεται ότι "Η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ως εξής: i. Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω...". Αντίστοιχες διατάξεις για τις αμοιβές των δικηγόρων για σύνταξη αίτησης περί διαιτησίας και σύνταξης κυρίας αγωγής περιέχονταν στα άρθρα 123 παρ.1 και 100 αντίστοιχα του προηγούμενου Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954).

Κατά τους ορισμούς και την έννοια των εν λόγω διατάξεων, στις οποίες γίνεται λόγος "για τη σύνταξη", το δικαίωμα του δικηγόρου να απαιτήσει την προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις αμοιβή προϋποθέτει ολοκληρωμένη την ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η εν λόγω αξίωσή του και ειδικότερα διατύπωση από το δικηγόρο του περιεχομένου του οικείου διαδικαστικού εγγράφου και υπογραφή του από τον ίδιο (ΟλΑΠ 9/2008, ΑΠ 1264/2017).

Η νομική αυτή παραδοχή δεν αναιρείται από το άρθρο 80 του Κώδικα Δικηγόρων που ορίζει ότι "Η υπογραφή εγγράφου από δικηγόρο παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα είσπραξης πλήρους αμοιβής για τη σύνταξη του εγγράφου σύμφωνα με τον Κώδικα" (αντιστοίχου περιεχομένου διάταξη περιλαμβανόταν στο άρθρο 173 του προηγούμενου Κώδικα Δικηγόρων).

Το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή κατά τις άνω διατάξεις προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η καταβολή αμοιβής, κατά τα προεκτεθέντα, διότι μόνον αφού τελειωθεί η ενέργεια του δικηγόρου διασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή (Ολ ΑΠ 9/2008, ΟλΑΠ 14/2008, ΑΠ 1264/2017), θεωρείται δε, ειδικώς ως προς την άσκηση αγωγής, ότι έχει ολοκληρωθεί και τελειωθεί η προς τούτο εντολή του εντολέα πελάτη, από τη χρονική στιγμή κατά την οποία ο εντολοδόχος δικηγόρος συντάξει το δικόγραφο της αγωγής και καταθέσει αυτό στην γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται (ΟλΑΠ 14/2008, ΑΠ 1264/2017).

Εξάλλου, με το άρθρο 7 της κυρωθείσας με το άρθρο 52 του Ν. 3220/2004 (Α 15) με αριθμ. .../12.12.2003 σύμβασης μεταβίβασης του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας "..." που συνήφθη μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, με αντικείμενο την πώληση εκ μέρους του Δημοσίου προς την ως άνω εταιρεία του συνόλου των ως άνω στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας "..." (που είχαν περιέλθει στην κυριότητά του δυνάμει της υπ'αριθμ. .../12.12.2003 σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού της ως άνω συμβολαιογράφου, που συνήφθη μεταξύ του Δημοσίου και της εταιρείας "..." και κυρώθηκε με το άρθρο 51 του ως άνω νόμου), ορίζεται, μεταξύ των άλλων, τα εξής "...Κάθε διαφορά σχετικά με την ερμηνεία ή και εφαρμογή της παρούσας συμβάσεως θα επιλύεται με διαιτησία εφαρμοζομένων των αντιστοίχων διατάξεων του ΚΠολΔικ.

Η υποβολή της διαφοράς σε διαιτησία γίνεται έγγραφα και περιέχει συνοπτική περιγραφή της διαφοράς και κοινοποιείται στο άλλο μέρος. Το έγγραφο υποβολής της διαφοράς σε διαιτησία περιέχει υποχρεωτικά τον ορισμό διαιτητού για λογαριασμό του προσφεύγοντος...". Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 42/2020, ΑΠ 531/2014).

Για να είναι ορισμένος ο ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 763/2018) και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και στην περίπτωση που το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 772/2018,) δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή, για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η απόρριψη του αγωγικού αιτήματος ως µη νόμιμου συνιστά ή όχι παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ΑΠ 700/2011, ΑΠ 699/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη αναιρεσείουσα με το δεύτερο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι απορρίπτοντας το αγωγικό κονδύλιο αμοιβής για παρασχεθείσες υπηρεσίες που διενήργησε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης το χρονικό διάστημα από 20.1.2016 έως 29.1.2016 ύψους 1.210 ευρώ ως μη νόμιμο, εσφαλμένα παραβίασε τις διατάξεις των 92 παρ.1, 98, 170 του Ν.Δ 3024/1954 και των αντιστοίχων διατάξεων των άρθρων 57 παρ.1, 58 παρ.1 και 3, 59 παρ.1 και 77 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), καθότι οι αμοιβές αυτές που έγιναν μετά την επικαλούμενη από αυτή με το δικόγραφο της αγωγής ανάκληση της γενικής εντολής εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης αφορούσαν παρεπόμενες ενέργειες αναφορικά με ολοκληρωθείσες κατά τα λοιπά υποθέσεις που χειρίσθηκαν δικηγόροι αυτής (πρώτης αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας) και ότι νομιμοποιείτο να προβεί στις ενέργειες αυτές.

Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος καθότι δεν διαλαμβάνεται στην αίτηση αναίρεσης η ιστορική βάση της αγωγής ως προς το ως άνω αγωγικό κονδύλιο το οποίο κρίθηκε ως μη νόμιμο από την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι "αφού κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτής, η πρώτη ενάγουσα προέβη στις αναγραφόμενες στην αγωγή ενέργειες μετά την ανάκληση της χορηγηθείσας σ' αυτήν εντολής, συνεπώς δεν έχουν έρεισμα στο νόμο (είτε στον Αστικό Κώδικα, είτε στον Κώδικα Δικηγόρων)" (8ο φύλλο), ώστε από τη σύγκριση του περιεχομένου της αγωγής με την ως άνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η απόρριψη του αγωγικού αυτού κονδυλίου ως μη νομίμου συνιστά ή όχι παραβίαση των αναφερομένων στον αναιρετικό λόγο διατάξεων των άρθρων 57 παρ.1, 58 παρ.1-3, 59 παρ 1-3 και 77 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) που είναι εφαρμοστέες ενόψει του ως άνω χρονικού διαστήματος (από 20.1.2016 έως 29.1.2016) που φέρεται ότι διενεργήθηκαν από την πρώτη αναιρεσείουσα οι ενέργειες αυτής για υποθέσεις της αναιρεσίβλητης.

Ακολούθως και με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι κρίνοντας την αγωγική της αξίωση για καταβολή δικηγορικής αμοιβής ποσού 401.000 ευρώ για σύνταξη δικογράφου προσφυγής σε διαιτησία σε σχέση με την αδειοδότηση των μεταλλείων Κασσάνδρας, αμοιβή που προσδιορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου του επενδυτικού έργου ύψους 755.000.000 ευρώ, ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι δεν εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι κατατέθηκε η αίτηση διαιτησίας, έσφαλε παραβιάζοντας ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 70 παρ.4, 77 εδ.α και 80 του νέου Κώδικα Δικηγόρων, καθότι αυτή (πρώτη αναιρεσείουσα) σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή της και όπως συμπληρώθηκε αυτή με τις πρωτόδικες προτάσεις της, συνέταξε τελικά και προσκόμισε δικόγραφο προσφυγής στη διαιτησία το οποίο δεν οριστικοποιήθηκε προκειμένου να γίνει έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας για το λόγο ότι ο οικονομικός σύμβουλος της αντιδίκου της δεν προσκόμισε για να προσαρτηθούν στο δικόγραφο της προσφυγής τα αναγκαία οικονομικά στοιχεία.

Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι, επίσης, απορριπτέος ως αόριστος καθότι δεν διαλαμβάνεται στην αίτηση αναίρεσης η ιστορική βάση της αγωγής ως προς το ως άνω αγωγικό κονδύλιο το οποίο κρίθηκε ως μη νόμιμο από την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι δεν εκτίθεται στην αγωγή ότι κατατέθηκε αίτηση διαιτησίας "με αποτέλεσμα να μην υφίσταται η απαιτούμενη προϋπόθεση της ολοκληρωμένης ενέργειας για την αναζήτηση της αμοιβής" ώστε από τη σύγκριση του περιεχομένου της αγωγής με την ως άνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η απόρριψη του ως άνω κονδυλίου ως μη νομίμου συνιστά ή όχι παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 70 παρ.4, 77 και 80 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013).

Σε κάθε, δε, περίπτωση ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Και τούτο διότι από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσείουσα ανέφερε απλώς ότι της είχε ανατεθεί ειδική εντολή για διεξαγωγή διαιτησίας (σελ. 167) με το αντισυμβαλλόμενο με αυτή Ελληνικό Δημόσιο για την υλοποίηση της μεταξύ τους σύμβασης με την αδειοδότηση του όλου έργου συνολικού οικονομικού αντικειμένου ύψους 755.000.000 ευρώ και ότι η ως άνω αμοιβή της από την ως άνω αιτία ανέρχεται στο ποσό των 401.000 ευρώ, χωρίς να αναφέρει στο δικόγραφο αυτής (αγωγής) ότι προέβη σε σύνταξη δικογράφου υποβολής της διαφοράς σε διαιτησία και σε παραγγελία προς επίδοση στο αντισυμβαλλόμενο με την αναιρεσίβλητη Ελληνικό Δημόσιο και το διορισμό διαιτητού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 της κυρωθείσας με το άρθρο 52 του Ν. 3220/2004 με αριθμ. .../12.12.2003 Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλη-Αναγνωσταλάκη σύμβασης που συνήφθη μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του Ελληνικού Δημοσίου, στοιχεία αναγκαία για το νόμω βάσιμο της ως άνω αξίωσης δικηγορικής αμοιβής.

Περαιτέρω η πρώτη αναιρεσείουσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της επιχειρώντας απαραδέκτως να συμπληρώσει την ως άνω νομική αοριστία εκθέτει ότι προέβη σε σύνταξη δικογράφου για την προσφυγή στη διαιτησία, αναμένοντας για την ολοκλήρωσή του τα αναγκαία οικονομικά στοιχεία από την οικονομική σύμβουλο της αναιρεσίβλητης για την οριστικοποίηση του ύψους της ζημιάς της, χωρίς όμως και πάλι από αυτές να προκύπτει ότι υπέγραψε ως πληρεξούσια δικηγόρος δια της διαχειρίστριας αυτής και κοινοποίησε το δικόγραφο στο αντισυμβαλλόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το ως άνω αγωγικό αίτημα δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 70 παρ.4, 77 και 80 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) .

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 555/2019 ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 319/2017) ούτε, τέλος με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση που υπάρχει στη δικογραφία (ΑΠ 374/2020, ΑΠ 862/2009).

Εξάλλου από τα άρθρα 68 και 556 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτήν λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.

Έτσι, αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 713/2020, ΑΠ 1231/2017, ΑΠ 394/2012). Όπως, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται πλεοναστική αιτιολογία ΑΠ 713/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017) ή αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, ή με τον οποίο προσάπτεται πλημμέλεια για παραδοχή της απόφασης η οποία επίσης, δεν επιδρά στο διατακτικό, εφόσον αυτό στηρίζεται αυτοτελώς και σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του (λόγου αναίρεσης) δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 713/2020, ΑΠ 1660/2012, ΑΠ 144/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο, ως προς τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, τα εξής : "...Σε εφαρμογή του με αριθμ. .../12.12.2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλη- Αναγνωσταλάκη που κυρώθηκε με το άρθρο 52 Ν. 3220/2004 (ΦΕΚ15/28.01.2004), η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) εξαγόρασε από το Ελληνικό Δημόσιο το ενεργητικό της εταιρίας "...." συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης των μεταλλείων Κασσάνδρας, Σκουριών, Στρατωνίου και Ολυμπιάδα [...].

Ακολούθως, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι την 11.05.2004 καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης την οποία εκπροσώπησε ως νόμιμος εκπρόσωπός της ο Δ. Κ. και της δεύτερης ενάγουσας (ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας) και του Π. Σ. συμφωνητικό δυνάμει του οποίου η εναγομένη ανέθεσε με σύμβαση έμμισθης εντολής στους τελευταίους την παροχή νομικών συμβουλών και υπηρεσιών προς αυτήν (την εναγομένη) στα πλαίσια της επισυναπτόμενης σ' αυτό από 19.04.2004, προσφοράς.

Ως χρόνο διάρκειας αυτής ορίστηκε ο αντίστοιχος χρόνος του άρθρου 3 της καταρτισθείσας μεταξύ της εναγομένης και του Ελληνικού Δημοσίου σύμβασης, όπως κυρώθηκε με το άρθρο 52 του Ν.3220/2004, δηλαδή διετής και είχε ως στόχο την επίτευξη της αδειοδότησης της επένδυσης της εναγομένης-αγοράστριας, σύμφωνα με το επενδυτικό σχέδιο που υπέβαλε η τελευταία .

Με το άρθρο 3 αυτού, η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής της κατ' αποκοπήν αμοιβής που ορίζεται στην επισυναπτόμενη Προσφορά, ήτοι 320.000 ευρώ σε διμηνιαίες ισόποσες δόσεις μετά την αποστολή σχετικού παραστατικού και αφορά τη διετία που ορίστηκε με την ως άνω καταρτισθείσα μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εναγομένης σύμβαση [...]. .

Με τον όρο εννέα (9) ορίστηκε ότι εφόσον οι δικηγόροι Ε. Τ. και Π. Σ. προβούν στην ίδρυση Δικηγορικής Εταιρείας στο μέλλον, τότε η παροχή νομικών συμβουλών και υπηρεσιών θα παρέχεται από τη Δικηγορική Εταιρεία αυτή με μονομερή δήλωση των ως άνω συμβαλλομένων, χωρίς μεταβολές στο ποσό της αμοιβής ή στον τρόπο καταβολής αυτής .

Στο προσάρτημα του συμφωνητικού αυτού αναφέρεται η υποβληθείσα προσφορά των ανωτέρω δικηγόρων, διευκρινίζεται δε σ' αυτό ότι η προσφορά που υποβλήθηκε εκ μέρους των τελευταίων κινείται χρονικά στο αυτό χρονικό πλαίσιο της διετίας όπως η σύμβαση που έχει υπογραφεί με το Ελληνικό Δημόσιο και κυρώθηκε με το άρθρο 52 του ν.3220/2004, στην οποία (σύμβαση) ορίζεται ως κρίσιμη περίοδος η διετία προκειμένου να πραγματοποιηθούν μία σειρά από υποχρεώσεις της εταιρίας Ελληνικός Χρυσός με έμφαση στην υποβολή επιχειρηματικού σχεδίου [...].

Επίσης διευκρινίζεται ότι η προσφορά αυτή αφορά την πρώτη κρίσιμη διετία μετά τη δημοσίευση του κυρωτικού νόμου της από 12.12.2003 σύμβασης (ήτοι το χρονικό διάστημα από 29.01.2004 έως 28.01.2006) και ότι σε περίπτωση παράτασης της συμβατικής ρύθμισης της περιόδου αυτής και μέχρι την υποβολή του επιχειρηματικού σχεδίου η προσφορά τους (ήτοι των ανωτέρω δικηγόρων) θα παραταθεί με ανάλογες τιμές και εφόσον υπάρξει συνέχεια της συμβατικής σχέσης η προσφορά θα αναδιαμορφωθεί.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το έτος 2005 συστάθηκε η δικηγορική εταιρία με την επωνυμία "... και Συνεργάτες" και ήδη "..." (πρώτη αναιρεσείουσα), η οποία υποκατέστησε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του ως άνω συμφωνητικού τους αρχικά συμβαλλόμενους προμνησθέντες δικηγόρους στην εκτέλεση της έμμισθης σύμβασης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών προς την εναγομένη, διαχειρίστρια της οποίας είναι η δεύτερη ενάγουσα [...].

Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε παράταση της ανωτέρω σύμβασης (ενν. από 11.5.2004) ρητά ή σιωπηρά, όπως αβάσιμα διατείνονται οι ενάγουσες. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι από το τέλος της ως άνω συμφωνηθείσας διετίας, ήτοι από το έτος 2006 και εντεύθεν (μέχρι τις αρχές του έτους 2016) η πρώτη ενάγουσα παρείχε τις νομικές της υπηρεσίες στην εναγομένη με διακριτές κάθε φορά από την τελευταία προς την πρώτη ενάγουσα συμβάσεις έμμισθης εντολής για τη διενέργεια συγκεκριμένων κάθε φορά νομικών ενεργειών, αμειβόμενη με χρονοχρέωση [...].

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια έστω και με συνοπτική αιτιολογία που συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης και συγκεκριμένα ότι δεν παρατάθηκε είτε ρητά είτε σιωπηρά η ισχύς του από 11.05.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού και ότι μετά την παρέλευση της προσδιορισθείσας στο ως άνω συμφωνητικό διετίας, η συνεργασία μεταξύ των εναγουσών και της εναγομένης βασιζόταν σε διακριτές εντολές της τελευταίας προς τις ενάγουσες, καθώς και ότι οι ενάγουσες ουδέποτε άσκησαν καθήκοντα νομικού συμβούλου, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τις ενάγουσες με τους 1ο,2ο,3ο λόγους εφέσεως, ενιαία εκτιμώμενους κρίνονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα...

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ουδέποτε έλαβε χώρα ανάκληση και μάλιστα αδικαιολόγητη οποιασδήποτε δοθείσας από την εναγομένη προς την ενάγουσα εντολής. Ειδικότερα, κατά τα ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντα, από το έτος 2006 και εντεύθεν καταρτίζονταν μεταξύ των διαδίκων διακριτές συμβάσεις έμμισθης εντολής δυνάμει των οποίων η πρώτη ενάγουσα παρείχε τις νομικές συμβουλές και υπηρεσίες της στις υποθέσεις που της ανέθετε κάθε φορά η εναγομένη αμειβόμενη πάντοτε με χρονοχρέωση για κάθε επιμέρους υπόθεση που της συνέθετε, όπως και οι υπόλοιποι δικηγόροι και δικηγορικές εταιρίες με τις οποίες συνεργαζόταν η εναγομένη.

Το γεγονός τούτο ήταν σαφές, όπως αποδεικνύεται από τα προεκτεθέντα ηλεκτρονικά μηνύματα που αντάλλασσαν οι ενάγουσες με τους λοιπούς δικηγόρους και δικηγορικές εταιρίες, δηλαδή αδιαμφισβήτητα γνώριζαν (οι ενάγουσες) ότι κάθε φορά κατόπιν συγκεκριμένης έμμισθης εντολής αναλάμβαναν τον χειρισμό συγκεκριμένης υπόθεσης .

Για το λόγο αυτό και η αντίδρασή τους, όπως διατυπώθηκε στην από 18.12.2015 επιστολή τους προς την εναγομένη ήταν αδικαιολόγητη, καθόσον η ανάθεση υποθέσεων σε άλλους εξωτερικούς συνεργάτες της εναγομένης, από τον νομικό της σύμβουλο που από το έτος 2012 ήταν ο Α. Φ. και ο καθορισμός του τρόπου αμοιβής αυτών δεν εμπεριέχει διάθεση διακοπής συνεργασίας με τις ενάγουσες, των οποίων το έργο εκτιμούσε η εναγομένη, όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο των ανωτέρω επιστολών στις οποίες αναγνωρίζει τη συμβολή των εναγουσών στην προάσπιση των νομικών της υποθέσεων, ενώ εκφράζει απερίφραστα την επιθυμία της για συνέχιση της συνεργασίας τους (βλ ενδεικτικά την από 05-01-2016 επιστολή της εναγομένης δια του Προέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου Ε.

Μ. προς την δεύτερη ενάγουσα), αλλά και η αδιάλειπτη συνεργασία τους επί δώδεκα (12) έτη, επιβεβαιώνει την ανωτέρω επιθυμία της. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες ήταν αυτές που δια της διαχειρίστριας εταίρου τους, δεύτερης εξ αυτών ήταν που όξυναν το κλίμα στις σχέσεις τους με την εναγομένη, συνεπεία της ανάθεσης υποθέσεων από την τελευταία και σε άλλους συνεργάτες, γεγονός που κατά τα προεκτεθέντα το γνώριζαν εξ αρχής, άλλωστε ήταν δικαίωμα της εναγομένης να ορίζει σε κάθε υπόθεσή της ως νομικούς παραστάτες της όποιους δικηγόρους έκρινε αυτή κάθε φορά καθόσον από την προπαρατεθείσα αλληλογραφία των εναγουσών με τους λοιπούς συνεργαζόμενους με την εναγομένη δικηγόρους δεν αποδείχθηκε ότι διείπε τις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις, ρήτρα αποκλειστικότητας συνεργασίας.

Όπως αποδεικνύεται δε από την ανταλλαγείσα μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία, οι ενάγουσες είναι εκείνες που αναφέρουν το πρώτον περί διακοπής της συνεργασίας τους με την εναγομένη, τάσσοντας μάλιστα προθεσμία για την καταβολή των αμοιβών τους, επιφυλασσόμενες των δικαιωμάτων τους για αναζήτηση πειθαρχικών ευθυνών σε περίπτωση που αναληφθούν οι ανεξόφλητες υποθέσεις από άλλους δικηγόρους, αντιθέτως η εναγομένη διατηρεί ήπιους τόνους, και μάλιστα διατυπώνει ρητά την επιθυμία της να συνεχίσουν την μεταξύ τους συνεργασία, πλην όμως οι ενάγουσες απαντούσαν σε διαρκώς αυξημένους τόνους, αρνούμενες να αποδεχθούν ότι αποτελούν απλά μέλος της εξωτερικής ομάδας δικηγόρων .

Δεδομένου δε ότι το σύνολο της συνεργασίας τους με την εναγομένη βασιζόταν σε αναθέσεις διακριτών εντολών, όπως και με τους υπόλοιπους εξωτερικούς συνεργάτες με τους οποίους συνεργάζονταν και του γεγονότος ότι ήταν σαφές ότι ο Α. Φ. λειτουργώντας με την ιδιότητα του νομικού συμβούλου της εναγομένης την οποία κατείχε από το έτος 2012, επόπτευε την εξωτερική νομική ομάδα και αποφάσιζε σε ποιον και πότε θα ανατεθεί κάθε συγκεκριμένη υπόθεση, η ανάθεση δε υποθέσεων σε άλλους συνεργαζόμενους δικηγόρους στις οποίες είχαν αυτές (ενάγουσες) αναμιχθεί στο παρελθόν ή έστω πρόσφατα δεν δύναται να θεωρηθεί ανάκληση και μάλιστα αδικαιολόγητη της γενικής ή των ειδικών εντολών, διάκριση στην οποία προβαίνουν οι ενάγουσες στην ένδικη αγωγή τους .

Κατόπιν των ανωτέρω, συνάγεται ότι η εναγομένη ουδέποτε ανακάλεσε οποιαδήποτε εντολή προς τις ενάγουσες, όπως άλλωστε τούτο αναφέρεται και στην από 9.2.2016 επιστολή της εναγομένης προς αυτές, αλλά οι ενάγουσες διέκοψαν τη συνεργασία μαζί της επιθυμώντας να έχουν την ιδιότητα του νομικού συμβούλου της εναγομένης.

Στην δε τελευταία παράγραφο της ανωτέρω επιστολής η επισήμανση της εναγομένης προς την δεύτερη ενάγουσα ότι θα βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να αξιώσει κάθε φύσεως ζημία που τυχόν προκύψει από ενδεχόμενη προσπάθεια αυτής να προκαλέσει προσκόμματα στην ανάθεση των υποθέσεων σε άλλους συναδέλφους της ή στη συνέχιση του ήδη ανατεθέντος χειρισμού από αυτούς, καταφανώς δεν πληροί τα στοιχεία της απειλής ή της εκβίασης, εφόσον η εναγομένη περιορίζεται να αναφέρει την αυτονόητη αντίδρασή της σε περίπτωση βλάβης των συμφερόντων της, από τις ενέργειες που η δεύτερη ενάγουσα προανήγγειλε ότι θα προέβαινε αν δεν καταβάλλονταν οι αμοιβές τους .

Ενόψει δε των ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει λόγος για προσβολή της προσωπικότητας των εναγουσών, απορριπτόμενου ως εκ τούτου του κονδυλίου περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν....". Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη αναιρεσείουσα α) με τον τέταρτο εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με την κρίση της ότι η από 14.10.2015 επιστολή της αναιρεσίβλητης και ιδίως η από 5.1.2016 επιστολή αυτής προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα δεν εμπεριέχει ανάκληση της εντολής της προς τις αναιρεσείουσες και κυρίως της γενικής από 11.5.2004 εντολής με την αιτιολογία ότι η τελευταία ήταν διετούς διάρκειας που έληξε τον Ιανουάριο του έτους 2006, χωρίς να παραταθεί αυτοδικαίως ή με συμφωνία των μερών, οπότε δεν νοείται ανάκλησή της, ούτε παροχή από τις αναιρεσείουσες νομίμων υπηρεσιών στο πλαίσιο της γενικής εντολής αλλά στο πλαίσιο ειδικών μόνο εντολών, που χορηγούνταν σε αυτές από το διευθύνοντα σύμβουλο της αναιρεσίβλητης και από το έτος 2012 από το νομικό της σύμβουλο Α.

Φ., έσφαλε παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του από 11.5.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθότι από το περιεχόμενο της ως άνω σύμβασης προκύπτει ότι δεν τέθηκε από το συμφωνητικό ακριβής χρόνος λήξης της περιεχόμενης σ' αυτό γενικής εντολής η οποία ρητά προβλέφθηκε να ισχύσει μέχρι την έναρξη εκμετάλλευσης των μεταλλείων Κασσάνδρας και ότι η πλημμέλεια αυτή ασκεί ουσιώδη επιρροή ως προς την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δεν υπήρξε παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της πρώτης αναιρεσείουσας και ότι ήταν ουσιαστικά αβάσιμη η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αυτής και β) με τον με τον πέμπτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, που ασκείται επικουρικά για την περίπτωση της απόρριψης του τετάρτου λόγου αυτής, η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και συγκεκριμένα ότι με την παραδοχή της ότι το από 11.5.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνήφθη μεταξύ της δεύτερης αναιρεσείουσας και του Π.

Σ. με την αναιρεσίβλητη ήταν διετούς διάρκειας και ότι μετά την πάροδο αυτής δεν παρατάθηκε αυτοδικαίως και με το να κρίνει κατόπιν τούτου, ότι δεν υπήρχε εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ανάκληση εντολής και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας της πρώτης αναιρεσείουσας, απορρίπτοντας ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγική αξίωση αυτής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, καθότι από το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και την προσαρτημένη σ' αυτό προσφορά προέκυπτε ότι ο χρονικός περιορισμός της διετίας αφορούσε μόνο τη ρύθμιση της κατ' αποκοπή αμοιβής και όχι την προς αυτές (αναιρεσείουσες) εντολή, που ίσχυε μέχρι την αδειοδότηση της όλης επένδυσης και την έναρξη της λειτουργίας των μεταλλείων.

Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης είναι αλυσιτελείς και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στα πλαίσια εξέτασης λόγων έφεσης των εναγουσών κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, ναι μεν δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι ο χρόνος διάρκειας του από 11.5.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού που συνήφθη μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της δεύτερης αναιρεσείουσας με την προσαρτώμενη σ' αυτό προσφορά παροχής νομικών υπηρεσιών από τη δεύτερη αναιρεσείουσα και από το δικηγόρο Π.

Σ., που υποκαταστάθηκαν το έτος 2005 από την πρώτη αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία, ήταν διετής και ότι δεν αποδείχθηκε ότι παρατάθηκε η ανανεώθηκε αυτοδικαίως, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους έφεσης των εναγουσών (24ο φύλλο) πλην, όμως, οι ως άνω παραδοχές δεν στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα αυτής (προσβαλλομένης απόφασης) ότι δεν προσβλήθηκε η προσωπικότητα της πρώτης αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας και το απορριπτικό διατακτικό της, με το οποίο απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμο το αγωγικό αίτημα να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσείουσα χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητας της, αλλά τέθηκαν πλεοναστικά.

Ειδικότερα όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της από 8.6.2016 αγωγής, η αξίωση της πρώτης αναιρεσείουσας για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης θεμελιώνεται στην αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας α) από τη δήλωση του αντιπροέδρου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής στην από 9.2.2016 επιστολή του προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα προσωπικά και ως διαχειρίστρια-εταίρου της πρώτης αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας, που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή συνιστά απειλή και απόπειρα εκβίασης τους, προκειμένου να αποτρέψει αυτές από την άσκηση του δικαιώματός τους να προσφύγουν στο Πειθαρχικό του Δικηγορικού Συλλόγου κατά του νέου νομικού της συμβούλου και από την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης των εγγράφων του εντολέα και β) από την αναληθή δήλωση του προέδρου αυτής που περιέχεται στην από 14.10.2015 επιστολή της εναγομένης που απευθύνεται στο σύνολο των παραληπτών της επιστολής με την προσφώνηση "νομική ομάδα", την οποία συγχαίρει για την επιτυχή έκβαση των δικαστικών υποθέσεων της εναγομένης με ειδική αναφορά στην επικείμενη συζήτηση της αίτησης ακύρωσης ενώπιον της Ολομελείας του ΣτΕ, με την οποία αμφισβητείται και μάλιστα ενώπιον τρίτων τόσο η εντολή της πρώτης ενάγουσας όσο και η ιδιότητα της δεύτερης ενάγουσας ως πληρεξούσιας, νόμιμης εκπροσώπου και αντικλήτου της εναγομένης βάσει της σύμβασης μεταξύ αυτής και του Δημοσίου (σελ. 187 έως 206), αγωγικό αίτημα που απορρίφθηκε από την προσβαλλομένη απόφαση με τις ανέλεγκτες παραδοχές της ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ουδέποτε ανακάλεσε οποιαδήποτε εντολή προς τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, ότι αυτές διέκοψαν τη συνεργασία μαζί της, επιθυμώντας να έχουν την ιδιότητα του νομικού συμβούλου της αναιρεσίβλητης, και ότι η επισήμανση, στην τελευταία παράγραφο της από 9.2.2016 επιστολής της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ότι θα βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να αξιώσει κάθε φύσεως ζημιά που τυχόν θα προκύψει από ενδεχόμενη προσπάθεια της δεύτερης αναιρεσείουσας να προκαλέσει προσκόμματα στην ανάθεση υποθέσεων σε άλλους συναδέλφους της ή στη συνέχιση του ήδη ανατεθέντος χειρισμού από αυτούς, καταφανώς δεν πληροί τα στοιχεία της απειλής ή της εκβίασης, εφόσον η αναιρεσίβλητη περιορίζεται να αναφέρει την αυτονόητη αντίδρασή της σε περίπτωση βλάβης των συμφερόντων της από τις ενέργειες που η δεύτερη αναιρεσείουσα προανήγγειλε ότι θα προέβαινε αν δεν καταβάλλονταν οι αμοιβές τους και ότι ενόψει των ανωτέρω δεν μπορεί να γίνει λόγος για προσβολή της προσωπικότητάς τους.

Συνεπώς το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου ότι δεν προσβλήθηκε η προσωπικότητα της πρώτης αναιρεσείουσας (αλλά ούτε και της δεύτερης αναιρεσείουσας) δεν στηρίζεται στις παραδοχές της ότι το από 14.5.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό ήταν διετούς διάρκειας, ότι δεν υπήρχε παράταση ρητή ή σιωπηρή της σύμβασης και ότι από το τέλος της συμφωνηθείσας διετίας, ήτοι από το έτος 2006 έως στις αρχές του έτους 2016 η πρώτη ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της με διακριτές κάθε φορά συμβάσεις έμμισθης εντολής για τη διενέργεια συγκεκριμένων κάθε φορά νομικών ενεργειών αμειβόμενη με χρονοχρέωση, το δε, προαναφερθέν σκεπτικό που στηρίζει το αποδεικτικό της πόρισμα, με βάση το οποίο απορρίφθηκε το ως άνω αγωγικό κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης της πρώτης αναιρεσείουσας, ως αβάσιμο κατ' ουσία δεν πλήττεται από αυτήν με τους ως άνω λόγους αναίρεσης.

Συνακόλουθα, αφού οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, πλημμέλειες ως προς την παραδοχή της ότι δεν παρατάθηκε η προαναφερθείσα από 11.5.2004 διετούς διάρκειας σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών και συμβουλών και ότι από το έτος 2006 και εντεύθεν μέχρι το έτος 2016 η πρώτη αναιρεσείουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην αναιρεσίβλητη με διακριτές κάθε φορά συμβάσεις έμμισθης εντολής, πλήττουν αιτιολογίες αυτής, που δεν στηρίζουν, ούτε επιδρούν στο διατακτικό της ως προς την κατ' ουσία απόρριψη του αγωγικού κονδυλίου χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της πρώτης αναιρεσείουσας, οι ως άνω τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.

Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η με αριθ. 1586/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία, καθό μέρος έκρινε αόριστο το αγωγικό κονδύλιο επιδίκασης δικηγορικής αμοιβής αυτής ύψους 1.752.400 ευρώ και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει α) να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσείουσας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ) και β) να καταδικασθεί η δεύτερη αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.2.2021 με αριθ. καταθ. 1215/126/12.2.2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 1586/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα.

Αναιρεί την με αριθ. 1586/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.

Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ