Supreme Court dismisses appeal on debt restructuring grounds, ruling lower court applied law correctly.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding debt restructuring. The appellant argued that the lower court failed to properly assess his inability to pay due to excessive borrowing, but the court found the lower court's reasoning sufficient. Consequently, the appeal was rejected, and the case costs were returned to the appellant.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 1(1) of Law 3869/2010; The Supreme Court held that the lower court did not err in applying the law regarding debt restructuring when the applicant's financial situation clearly demonstrated an inability to meet obligations despite the existence of multiple credit products.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 988 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 988/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Διονυσίου Ζώντου του Βασιλείου, κατοίκου Σαρακινάδου Ζακύνθου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Αναστασάκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. «Α. και δ.τ. «A. B. A.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας απαιτήσεων και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας με την επωνυμία "O. X. S. D. A. C.", που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της "Α.
Τ. Α.", αυτή δε με την ιδιότητά της ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "C. I. P." και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Κ. «Α., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «B. Μ. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π." και ήδη "V. A. M. Μ. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. «Π. και δ.τ. «V. A.
M. «A. (πρώην «B. Α."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως Εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις - Μη δικαιούχου Διαδίκου και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «H. 3P I. D. A.C.», που εδρεύει στο….. και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της εδρεύουσας στο …και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "U.
P. I. L. «S. (U.), ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α." και δ.τ. "A. B.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για τις απαιτήσεις της "C. I. P.", ως ειδικής διαδόχου αυτής και ως καθολικής διαδόχου της "Ν. Κ. Α.", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. «Ε.
και δ.τ. «E.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. A.», 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ.
Π. Α.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητα: α) της ειδικής διαδόχου των απαιτήσεων που απορρέουν από τις συμβάσεις που είχαν καταρτιστεί αρχικά με το Υποκατάστημα της κυπριακής δημόσιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Τ. Κ. Δ. Ε. Λ.", που έδρευε στην … και ήταν νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και β) της ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α.
Τ. Τ. Ε. «A. και 6) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία «H. P. C. Α. Ε. Π. Π.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παναγούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 3-11-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, ενώ οι 4η, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν.
Εξάλλου, μετά την εκφώνηση της 1ης των αναιρεσιβλήτων, η οποία δεν παραστάθηκε, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αλέξανδρος Κοντόπουλος, που δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί την εταιρεία με την επωνυμία "C. H. Χ. Υ. Μ. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π.", που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "O.
X. S. D. A. C.", που εδρεύει στο ….και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α." και δ.τ. "A. B.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-3-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και οι πληρεξούσιοι των παραστάδων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση, δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, στη θέση της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α.
Τ. Α.", η οποία παρέστη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού "O. X. S. D. A. C.", παραστάθηκε νομίμως, ως νέα διαχειρίστρια της τελευταίας, η εταιρεία με την επωνυμία "C. H. Χ. Υ. Μ. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π.". Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. …../21-09-2021 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ.
Λ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 31-03-2021, με ημερομηνία κατάθεσης στις 12-05-2021, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ, στις 4η, 5η και 6η αναιρεσίβλητες.
Συνεπώς, εφόσον οι τελευταίες δεν παραστάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εκπροσωπούμενες από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων αυτών (4ης, 5ης και 6ης), σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 Ν 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ).
Επί της από 17-10-2012 αίτησης του ήδη αναιρεσείοντος, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου κατά των καθ' ων η αίτηση, με αίτημα τη ρύθμιση των προς αυτούς χρεών του κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 58/2018 απόφαση του ανωτέρω Ειρηνοδικείου, που την έκανε εν μέρει δεκτή.
Μετά από έφεση και πρόσθετο λόγο έφεσης της πρώτης καθ' ης η αίτηση εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 70/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, που συνεκδίκασε την έφεση και τον πρόσθετο λόγο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αίτηση.
Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών-πρώτος εφεσίβλητος άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά (ΑΠ 1352/2021).
Στην περίπτωση του Ν 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 προκύπτει, ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει, ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει, ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 1446/2018).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει, ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 758/2020).
Περαιτέρω, το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 1163/2021, ΑΠ 894/2018). Εξ αντιθέτου συνάγεται, ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους (ΑΠ 1351/2022, ΑΠ 1312/2021, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1032/2019), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι από τους αριθμούς 10, 11 και 12 του ίδιου άρθρου.
Ακολούθως, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Επίσης, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδ.
β' του Κ.Πολ.Δικ και, κατ' ανάλογη εφαρμογή, από το άρθρο 560 αριθμ. 5 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, που είναι ταυτόσημος, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1072/2005), όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (ΑΠ 1363/2021, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 726/2014, ΑΠ 1042/2013, ΑΠ 701/2008).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 682/2014, ΑΠ 183/2014).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά στη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 1620/2005).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 1/1987, 822/2013, 220/2012, 75/2008, επίσης ΑΠ 90/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 982/2018, ΑΠ 64/2017).
Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έπρεπε να απορρίψει ως αόριστη την ένσταση του δόλου, που πρότεινε η 1η καθ' ης η αίτηση- εκκαλούσα και ήδη 1η αναιρεσίβλητη με τον πρώτο λόγο της έφεσής της.
Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα, προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός, θεμελιωτικός αυτής, ισχυρισμός περί αοριστίας της ένστασης προβλήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στη δίκη, αν και μπορούσε να προβληθεί, ενώ επιπρόσθετα, η εν λόγω αιτίαση δεν εμπίπτει στις πιο πάνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, περί αοριστίας της ένστασης του δόλου, ο οποίος απορρίφθηκε σιγή με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος, διότι η ένσταση του δόλου, που πρότεινε η πρώτη καθ' ης η αίτηση, ήδη αναιρεσίβλητη, πρωτοδίκως και με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι ο αιτών συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, συνολικού ύψους 516.949,53 ευρώ, ενόψει αφενός των οικονομικών του δυνατοτήτων και αφετέρου των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του και των μηνιαίων δόσεων των δανείων, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη αποδίδοντας σ' αυτήν τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 10, 11 και 12 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος α) ότι κατά πλημμελή εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και της δύναμης αυτών και συγκεκριμένα της ανωμοτί κατάθεσής του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατέληξε στην κρίση, ότι τα οικογενειακά εισοδήματά του προέρχονταν αποκλειστικά από το εισόδημα το δικό του και της συζύγου του, με βάση τα οποία δεν είχε κατά το χρόνο ανάληψης της τελευταίας δανειακής υποχρέωσής του τη δυνατότητα να εξυπηρετήσει το σύνολο των δανειακών υποχρεώσεών του, χωρίς να λάβει υπόψη και τα εισοδήματα της κόρης τους, η οποία μέχρι το 2011 διέμενε μαζί τους και συνέδραμε με τα δικά της εισοδήματα από την εργασία της στις οικογενειακές ανάγκες, έτσι ώστε τα οικογενειακά εισοδήματά του δεν ήταν 2.756,64 €, αλλά 3.259,76 €, όπως ο ίδιος κατέθεσε στην ανωμοτί κατάθεσή του, β) ότι εσφαλμένα έγιναν δεκτά πράγματα και στοιχεία, που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, με αποτέλεσμα να μη δεχθεί ότι επί δεκαοκτώ έτη αποπλήρωνε προσηκόντως τις δανειακές του υποχρεώσεις, γ) δεν αξιολόγησε κατά τρόπο ορθό την αποδεικτική δύναμη του προσκομισθέντος από τον ίδιο αποδεικτικού υλικού, έτσι ώστε να μη δεχθεί αφενός μεν, ότι το οικογενειακό εισόδημά του ήταν τέτοιο, που εξασφάλιζε μετά βεβαιότητας την προσήκουσα εξυπηρέτηση των δανείων του, αφετέρου δε ότι η ακίνητη περιουσία του ήταν σημαντικής αξίας και αν εκποιείτο, θα του έδινε τη δυνατότητα με την εκποίησή της να αποπληρώσει προσηκόντως τις δανειακές του υποχρεώσεις, δ) δεν εκτίμησε, ότι ένα μεγάλο μέρος των μηνιαίων βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του καλυπτόταν μέσα από την άντληση χρημάτων από τη χρήση πιστωτικών καρτών.
Οι αιτιάσεις από τους αριθμούς 10, 11 και 12 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι δεν διαλαμβάνονται μεταξύ των προβλεπομένων από το άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα λόγων αναίρεσης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη. Επίσης, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ως προς την παράβαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα), είναι ομοίως απαράδεκτες, καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, ότι δεν λήφθηκε υπόψη πράγμα, που πρότεινε, οι δε προβαλλόμενες ανωτέρω αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνακολούθως, πρέπει ο δεύτερος λόγος αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό του ως απαράδεκτος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (31-03-2021), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: "Ο εφεσίβλητος - αιτών (ήδη αναιρεσείων), ηλικίας 66 ετών, είναι παντρεμένος ήδη από το έτος 1981 με τη……, ηλικίας 57 ετών.
Από τον ως άνω γάμο του, αυτός και η σύζυγός του απέκτησαν ένα τέκνο, ηλικίας 37 ετών. Επιπλέον, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, ο εφεσίβλητος - αιτών εργαζόταν ως υπάλληλος γραφείου στην εταιρία με την επωνυμία "Κ.. Ζ. Α.. Γ. Ι." με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου και με καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης.
Ειδικότερα, στην ως άνω εταιρία, ο εφεσίβλητος - αιτών απασχολείτο 2 φορές ανά εβδομάδα για συνολικά 8 ώρες και λάμβανε ημερομίσθιο ίσο με το ποσό των 16,88 ευρώ. Περαιτέρω, ο ίδιος εφεσίβλητος είναι αποκλειστικά κύριος μιας μονοκατοικίας, επιφάνειας 105 τετραγωνικών μέτρων, που έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου, έκτασης 2.410 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στη θέση "…" του…..
Ακόμη, ο εφεσίβλητος έχει δικαίωμα συγκυριότητας σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου αφενός επί 3 αγροτεμαχίων, επιφάνειας 6.000, 4.000 και 3.000 τετραγωνικών μέτρων έκαστο, τα οποία βρίσκονται στη θέση "... και αφετέρου επί μιας ισόγειας μονοκατοικίας, επιφάνειας 35 τετραγωνικών μέτρων, με βοηθητικούς χώρους, επιφάνειας 15 τετραγωνικών μέτρων, που έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου, έκτασης 6.590 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στην ίδια ως άνω αναφερόμενη θέση.
Τέλος, ο αιτών έχει στην κυριότητά του ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, με αριθ. κυκλοφορίας ..., 1.200 κυβικών εκατοστών και έτους 1ης κυκλοφορίας το 1992. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, σε χρόνο προγενέστερο του έτους κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης, ο εφεσίβλητος είχε αναλάβει τα ακόλουθα χρέη: την 2.6.2004, ο αιτών κατάρτισε με την δικαιοπάροχο της εκκαλούσας - καθ' ης η αίτηση τη με αριθ. 1227347 σύμβαση για τη λήψη στεγαστικού δανείου, ποσού 100.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο εκταμιεύθηκε στους με αριθ. ...
και ... λογαριασμούς (βλ. την από 19.11.2015 κατάσταση οφειλών του εφεσιβλήτου που εξέδωσε η εκκαλούσα). Για την εξασφάλιση της επιστροφής του δανείσματος, η δικαιοπάροχος της εκκαλούσας ενέγραψε προσημείωση υποθήκης επί της μονοκατοικίας του εφεσίβλητου-αιτούντος, επιφάνειας 105 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στο ....
Ωστόσο, ο εφεσίβλητος - αιτών δεν εκπλήρωνε προσηκόντως τις οφειλές του με αποτέλεσμα, έως την 19.11.2015, να οφείλει στην εκκαλούσα, που κατέστη ειδική διάδοχος της δικαιοπαρόχου της στην ως άνω έννομη σχέση, το ποσό των 59.688,70 καθώς και το ποσό των 29.681,63 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων και συνολικά να της οφείλει το ποσό των 118.819,44 ευρώ.
Η δε μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση του ως άνω δανείου ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 499,30 ευρώ (333,50 + 165,80 ευρώ). Παράλληλα, την 3.9.2004, ο εφεσίβλητος - αιτών κατάρτισε με την δικαιοπάροχο της εκκαλούσας τη με αριθ. ... σύμβαση για τη λήψη στεγαστικού δανείου, ποσού 30.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο εκταμιεύθηκε στον με αριθ. ...
λογαριασμό. Για την εξασφάλιση της επιστροφής του δανείσματος, η δικαιοπάροχος της εκκαλούσας ενέγραψε προσημείωση υποθήκης επί του ίδιου ως άνω ακίνητου του εφεσίβλητου-αιτούντος. Ωστόσο, ο εφεσίβλητος - αιτών δεν εκπλήρωσε προσηκόντως την οφειλή του με αποτέλεσμα έως την 19.11.2015, να οφείλει στην εκκαλούσα, που κατέστη ειδική διάδοχος της δικαιοπαρόχου της στην ως άνω έννομη σχέση, το ποσό των 27.023,62 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, και συνολικά να της οφείλει το ποσό των 34.917,19 ευρώ.
Η δε μηνιαία δόση για την υπηρέτηση του ως άνω δανείου ανερχόταν στο ποσό των 149,40 ευρώ. Επιπλέον, τη 17.4.2007, ο εφεσίβλητος κατάρτισε με την δικαιοπάροχο της εκκαλούσας τη με αριθ. ... σύμβαση για τη λήψη στεγαστικού δανείου, ποσού 30.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο εκταμιεύθηκε στο με αριθ. ... λογαριασμό.
Ωστόσο, ο εφεσίβλητος - αιτών δεν εκπλήρωσε προσηκόντως την οφειλή του με αποτέλεσμα έως την ίδια έως άνω ημερομηνία, να οφείλει στην εκκαλούσα, που κατέστη ειδική διάδοχος της δικαιοπαρόχου της στην ως άνω έννομη σχέση, το ποσό των 27.872,99 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, και συνολικά να της οφείλει το ποσό των 35.814,47 ευρώ.
Η δε μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση του ως άνω δανείου ανερχόταν στο ποσό των 161 ευρώ. Επιπρόσθετα, την 14.4.2008, καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων η με αριθ. ... σύμβαση για τη λήψη στεγαστικού δανείου, ποσού 110.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο εκταμιεύθηκε στο με αριθ. ... λογαριασμό. Για την εξασφάλιση της επιστροφής του δανείσματος, η δικαιοπάροχος της εκκαλούσας ενέγραψε προσημείωση υποθήκης επί του ίδιου ως άνω ακινήτου του εφεσίβλητου-αιτούντος.
Ωστόσο, ο εφεσίβλητος αιτών δεν εκπλήρωσε προσηκόντως την οφειλή του, με αποτέλεσμα έως την ίδια έως άνω ημερομηνία, να οφείλει στην εκκαλούσα, που κατέστη ειδική διάδοχος της δικαιοπαρόχου της στην ως άνω έννομη σχέση, το ποσό των 108.577,67 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, και συνολικά να της οφείλει το ποσό των 137.945,93 ευρώ.
Η δε μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση του ως άνω δανείου ανερχόταν στο ποσό των 337,50 ευρώ. Παράλληλα, ο εφεσίβλητος - αιτών σύναψε με την δικαιοπάροχο της πρώτης των εφεσίβλητων - προσθέτως εφεσίβλητων - καθ' ων η αίτηση τη με αριθ. ... σύμβαση για τη χορήγηση δανείου, το οποίο εκταμιεύθηκε στο με αριθ. ... λογαριασμό.
Ωστόσο, ο εφεσίβλητος δεν εκπλήρωσε προσηκόντως τις συμβατικές υποχρεώσεις του, με αποτέλεσμα έως την ίδια ως άνω ημερομηνία, να οφείλει στην πρώτη των εφεσίβλητων - προσθέτως εφεσίβλητων - καθ' ων, που κατέστη ειδική διάδοχος της δικαιοπαρόχου της στην ως άνω έννομη σχέση, το ποσό των 16.547,30 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, και συνολικά να της οφείλει το ποσό των 44.785,62 ευρώ.
Η δε μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση του ως άνω δανείου ανερχόταν στο ποσό των 252,70 ευρώ. Ακόμη, την 24.5.2002, ο εκκαλών κατάρτισε με την τραπεζική εταιρία…, δικαιοπάροχο της πρώτης των εφεσίβλητων προσθέτως εφεσίβλητων - καθ' ων η αίτηση, τη με αριθ. ... σύμβαση χορήγησης της με αριθ. ... πιστωτικής κάρτας. Ωστόσο, ο εφεσίβλητος - αιτών δεν εκπλήρωσε προσηκόντως την οφειλή του με αποτέλεσμα να εκδοθεί η με αριθ. .../2011 διαταγή πληρωμής του κ.
Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεωνόταν να καταβάλει στην ως άνω δικαιοπάροχο της πρώτης των εφεσίβλητων - προσθέτως εφεσίβλητων - καθ' ων η αίτηση, το ποσό των 12.039,75 ευρώ, πλέον εξόδων, και συνολικά να της οφείλει πλέον το ποσό των 13.084,56 ευρώ. Η δε μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση της ως άνω οφειλής ανερχόταν στο ποσό των 216,70 ευρώ ενώ η ως άνω έννομη σχέση έχει μεταβιβασθεί στην πρώτη των εφεσίβλητων - προσθέτων εφεσίβλητων - καθ' ων η αίτηση.
Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος - αιτών σύναψε με την ίδια τραπεζική εταιρία τη με αριθ. ... σύμβαση χορήγησης δανείου, το οποίο εκταμιεύθηκε στον με αριθ. ... λογαριασμό. Ωστόσο, ο εφεσίβλητος - αιτών δεν εκπλήρωσε προσηκόντως την οφειλή του με αποτέλεσμα να εκδοθεί η με αριθ. .../2010 διαταγή πληρωμής του κ. Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την οποία υποχρεωνόταν να καταβάλει στην ως άνω δικαιοπάροχο της πρώτης των εφεσίβλητων - προσθέτως εφεσίβλητων - καθ' ων η αίτηση το ποσό των 11.197,92 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, και συνολικά να της οφείλει πλέον το ποσό των 20.333,24 ευρώ.
Η δε μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση της ως άνω οφειλής ανερχόταν στο ποσό των 205,30 ευρώ ενώ η ως άνω έννομη σχέση έχει μεταβιβασθεί στην πρώτη των εφεσίβλητων - προσθέτως εφεσίβλητων καθ' ων η αίτηση. Επιπρόσθετα, ο εφεσίβλητος - αιτών σύναψε με την εταιρία παροχής πιστώσεων ..., δικαιοπάροχος της πρώτης των εφεσίβλητων - προσθέτως εφεσίβλητων - καθ' ων η αίτηση, τη με αριθ. ...
σύμβαση παροχής της με αριθ. ... πιστωτικής κάρτας. Ωστόσο, αυτός δεν εκπλήρωσε προσηκόντως την οφειλή του με αποτέλεσμα να εκδοθεί η με αριθ. .../2010 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την οποία υποχρεωνόταν να καταβάλει στην ως άνω εταιρία παροχής πιστώσεων το ποσό των 5.576,46 ευρώ, πλέον τόκων ενώ συνολικά της όφειλε πλέον το ποσό των 5.935,05 ευρώ.
Η δε μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση της ως άνω οφειλής ανερχόταν στο ποσό των 101,60 ευρώ ενώ η ως άνω έννομη σχέση έχει μεταβιβασθεί στην πρώτη των εφεσίβλητων - προσθέτως εφεσίβλητων - καθ' ων η αίτηση. Πέραν των ανωτέρω, ο εφεσίβλητος αιτών κατάρτισε με τη δεύτερη των εφεσίβλητων - προσθέτως εφεσίβλητων - καθ' ων η αίτηση τη με αριθ. ...
σύμβαση χορήγησης καταναλωτικού δανείου, το οποίο εκταμιεύθηκε στον με αριθ. ... λογαριασμό. Ωστόσο, αυτός δεν εκπλήρωσε προσηκόντως την οφειλή του με αποτέλεσμα να εκδοθεί η με αριθ. …./2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεωνόταν να καταβάλλει στην ως άνω εφεσίβλητη το ποσό των 28.991,51 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Υπό τα ανωτέρω, η ως άνω εφεσίβλητη - προσθέτως εφεσίβλητη καθ' ης η αίτηση ενέγραψε προσημείωση υποθήκης δυνάμει της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής αφενός επί της μονοκατοικίας, επιφάνειας 105 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στη θέση ... του εφεσίβλητου-αιτούντος και αφετέρου επί των δύο ως άνω αγροτεμαχίων, επιφάνειας 6.000 και 4.000 ευρώ, που βρίσκονται στην ίδια ως άνω θέση.
Ο εφεσίβλητος - αιτών όφειλε στην ως άνω εφεσίβλητη - προσθέτως εφεσίβλητη - καθ' ης η αίτηση, έως την 16.12.2015, το ποσό των 28.603,08 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, και συνολικά της όφειλε το ποσό των 43.884,18 ευρώ. Η δε μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση της ως άνω οφειλής ανερχόταν στο ποσό των 266 ευρώ. Ακόμη, ο εφεσίβλητος - αιτών κατάρτισε με την δεύτερη των εφεσίβλητων - προσθέτως εφεσίβλητη - καθ' ης η αίτηση τις με αριθ. ...
συμβάσεις πίστωσης για τη χορήγηση πιστωτικών καρτών. Ωστόσο, αυτός δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις με αποτέλεσμα έως την 16.12.2015 να της οφείλει το ποσό των 105,46 ευρώ και των 67,21 ευρώ αντίστοιχα, πλέον τόκων και συνολικά να της οφείλει το ποσό των 239,22 ευρώ και των 169,17 ευρώ αντίστοιχα. Οι δε μηνιαίες δόσεις για την εξυπηρέτηση των ως άνω οφειλών ανερχόταν στο ποσό των 4,80 και 3,40 ευρώ αντίστοιχα.
Περαιτέρω, την 14.3.1990, ο εφεσίβλητος - αιτών κατάρτισε με την τρίτη των εφεσίβλητων - προσθέτως εφεσίβλητων - καθ' ων η αίτηση σύμβαση για τη χορήγηση πιστωτικής κάρτας με πιστωτικό όριο έως το ποσό των 4.500 ευρώ, για την οποία τηρήθηκε ο με αριθ. ... λογαριασμός. Ωστόσο, αυτός δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις του, με αποτέλεσμα η ως άνω αντισυμβαλλόμενη να καταγγείλει τη σύμβαση και ως εκ τούτου να της οφείλει έως την 15.1.2016 το ποσό των 1.571,71 ευρώ, πλέον τόκων, και συνολικά να της οφείλει το ποσό των 2.839,71 ευρώ:
Επιπλέον, την 30.6.1999, ο εφεσίβλητος - αιτών σύναψε με την τρίτη εφεσίβλητη προσθέτως εφεσίβλητη - καθ' ης η αίτηση σύμβαση για τη χορήγηση πιστωτικής κάρτας με πιστωτικό όριο έως το ποσό των 7.400 ευρώ, για την οποία τηρήθηκε ο με αριθ. ... λογαριασμός. Ωστόσο, αυτός δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις του, με αποτέλεσμα η ως άνω εφεσίβλητη - προσθέτως εφεσίβλητη καθ' ης η αίτηση να καταγγείλει τη σύμβαση και ως εκ τούτου να της οφείλει έως την 15.1.2016 το ποσό των 6.541,12 ευρώ, πλέον τόκων, και συνολικά να της οφείλει το ποσό των 11.672,21 ευρώ.
Ακόμη, την 4.7.2005, ο εφεσίβλητος - αιτών σύναψε με την ίδια ως άνω εφεσίβλητη σύμβαση για τη χορήγηση πιστωτικής κάρτας με πιστωτικό όριο έως το ποσό των 11.000 ευρώ, για την οποία τηρήθηκε o με αριθ. ... λογαριασμός. Ωστόσο, αυτός δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις του, με αποτέλεσμα η ως άνω αντισυμβαλλόμενη να καταγγείλει τη σύμβαση και ως εκ τούτου να της οφείλει έως την 15.1.2016 το ποσό των 10.655,31 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, και συνολικά να της οφείλει το ποσό των 18.619,44 ευρώ.
Πέραν αυτών, την 7.12.2006, o εφεσίβλητος κατάρτισε με την ίδια ως άνω εφεσίβλητη σύμβαση δανείου ποσού 15.215,53 ευρώ, το οποίο εκταμιεύθηκε στον με αριθ. ... λογαριασμό. Ωστόσο, αυτός δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις του, με αποτέλεσμα η ως άνω αντισυμβαλλόμενη να καταγγείλει τη σύμβαση και ως εκ τούτου να της οφείλει έως την 15.1.2016 το ποσό των 10.922,95 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, και συνολικά να της οφείλει το ποσό των 14.469,79 ευρώ.
Επιπλέον, την 7.7.2006, ο εφεσίβλητος αιτών κατάρτισε με την δικαιοπάροχο της τέταρτης εφεσίβλητης - προσθέτως εφεσίβλητης - καθ' ης η αίτηση τη με αριθ. ... σύμβαση παροχής δανείου ποσού 3.000 ευρώ. Ωστόσο, αυτός δεν εκπλήρωσε προσηκόντως τις συμβατικές υποχρεώσεις του, με αποτέλεσμα να της οφείλει έως την 16.11.2015 το ποσό των 1.144,60 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, και συνολικά να της οφείλει το ποσό των 1.285,95 ευρώ.
Η δε μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση της ως άνω οφειλής ανερχόταν στο ποσό των 63,30 ευρώ. Περαιτέρω, την 26.2.2008, ο εφεσίβλητος - αιτών σύναψε με τη δικαιοπάροχο των απαιτήσεων της τέταρτης εφεσίβλητης συμβάσεις για την παροχή των με αριθ. ... και ... πιστωτικών καρτών, με πιστωτικό όριο το ποσό των 4.000 ευρώ έκαστη.
Ωστόσο, ο εφεσίβλητος - αιτών δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις ως άνω συμβάσεις, με αποτέλεσμα να της οφείλει, έως την 18.12.2016, το ποσό των 4.049,56 ευρώ και το ποσό των 4.052,18 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά να της οφείλουν το ποσό των 18.806,33 ευρώ. Οι δε μηνιαίες δόσεις για την εξυπηρέτηση των ως άνω οφειλών ανέρχονταν στο ποσό των 188 και 188,10 ευρώ αντίστοιχα.
Τέλος, την 10.9.2003, o εφεσίβλητος - αιτών σύναψε με την πέμπτη των εφεσίβλητων - προσθέτως εφεσιβλήτων - καθ' ων η αίτηση σύμβαση παροχής πιστωτικής κάρτας, με πιστωτικό όριο το ποσό των 2.300 ευρώ. Ωστόσο, αυτός δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ως άνω σύμβαση, με αποτέλεσμα να της οφείλει έως την 26.1.2016 το ποσό των 2.323,75 ευρώ.
Συνολικά δε, η εκκαλούσα και οι εφεσίβλητες - προσθέτως εφεσίβλητες - καθ' ων η αίτηση διατηρούν σε βάρος του εφεσίβλητου - αιτούντος απαιτήσεις, συνολικού ποσού 525.995,25 ευρώ. Από τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά το έτος 2008, οπότε και ο εφεσίβλητος αιτών σύναψε με την εκκαλούσα την τελευταία σύμβαση παροχής πίστωσης, εκείνος έπρεπε να καταβάλλει προς τις πιστώτριες αυτού μηνιαίες δόσεις που υπερέβαιναν το ποσό των 2.637,10 ευρώ (= 499,30 ευρώ + 149,40 ευρώ + 161 ευρώ + 337,50 ευρώ + 252,70 ευρώ + 216,70 ευρώ + 205,30 ευρώ + 101,60 ευρώ + 266 ευρώ + 4,80 ευρώ + 3,40 ευρώ + 63,30 ευρώ + 188 ευρώ + 188,10 ευρώ).
Στο ποσό δε των 2.637,10 ευρώ περιλαμβάνονται μόνο εκείνες οι μηνιαίες δόσεις που προέκυψαν από την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού ενώ, αντίθετα, δεν συμπεριλαμβάνονται εκείνες οι μηνιαίες δόσεις των συμβάσεων παροχής πίστωσης, για τις οποίες δεν προέκυψαν το ποσό στο οποίο αυτές ανέρχονταν. Περαιτέρω, κατά το έτος 2008, οπότε και o εφεσίβλητος - αιτών ανέλαβε το τελευταίο δάνειο από την εκκαλούσα, το οποίο, ωστόσο, καλύπτει ένα μεγάλο μέρος του δανεισμού του, είχε ετήσιο καθαρό ατομικό εισόδημα, που ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 12.155,86 ευρώ (12.065,65 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες + 43,56 ευρώ από γεωργικές επιχειρήσεις + 46,65 ευρώ από ακίνητα).
Η δε σύζυγος αυτού είχε ετήσιο καθαρό ατομικό εισόδημα συνολικού ποσού 11.040 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες. Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι το ετήσιο εισόδημα της οικογένειας του εφεσίβλητου - αιτούντος ανερχόταν στο ποσό των 23.195,86 ευρώ ενώ το μηνιαίο εισόδημα της οικογένειάς του ανερχόταν στο ποσό των 1.932,99 ευρώ (= 23.195,86 ευρώ / 12 μήνες).
Ακόμη, οι δαπάνες για τη διαβίωση του εφεσίβλητου - αιτούντος και της οικογένειας αυτού υπολογίζονται στο ποσό των 906 ευρώ, δεδομένου ότι πρόκειται για οικογένεια, που απαρτίζεται από 2 ενήλικες (σύμφωνα με τον πίνακα που αποτυπώνει τα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ), που διενεργήθηκε από τους εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Υπουργείου Οικονομικών και καταρτίζει ετήσια η ΕΛΣΤΑΤ).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι το έτος 2008, οπότε και ο εφεσίβλητος - αιτών σύναψε με την εκκαλούσα την τελευταία σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 110.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, γνώριζε ότι με βάση τα ανωτέρω εισοδήματα της οικογένειάς του δεν μπορούσε να εκπληρώνει προσηκόντως το σύνολο των συμβατικών υποχρεώσεων που αυτός είχε έως τότε αναλάβει και συνακόλουθα ο ίδιος ευθύνεται για την περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής.
Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί του εφεσίβλητου - αιτούντος ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010 κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, γενομένου δεκτού του αντίθετου ισχυρισμού που προβάλλει η εκκαλούσα. Κι αυτό γιατί και εάν ακόμη ο εφεσίβλητος - αιτών βρίσκεται σήμερα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του καθίσταται προφανές ότι από δόλο περιήλθε στην ανωτέρω κατάσταση.
Ειδικότερα, ήδη κατά την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεών του, ο εφεσίβλητος - αιτών γνώριζε ότι η αδυναμία αποπληρωμής αυτών ήταν πιθανή συνέπεια των ενεργειών του. Παρά ταύτα, ωστόσο, ο εφεσίβλητος - αιτών αποδέχθηκε το ως άνω ενδεχόμενο, αφού δεν μπορούσε να εξασφαλίσει την άνευ ετέρου και ομαλά εξελισσόμενη αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεών του και η υπαιτιότητά του αυτή είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου.
Η ανωτέρω παραδοχή επιρρωνύεται από το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος - αιτών έλαβε συνολικά 19 πιστώσεις από την εκκαλούσα και τις εφεσίβλητες - καθ' ων η αίτηση. Τα δε ποσοστά εξ αδιαιρέτου που του ανήκουν κατά κυριότητα, ακόμη, και αν εκποιούνταν, δεν θα μπορούσαν να του αποφέρουν τέτοιο εισόδημα ώστε να εκπληρώνει προσηκόντως τις υποχρεώσεις του.
Υπό τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε δολιότητα του αιτούντος, αφού ο τελευταίος, δεν απέκρυψε από την εκκαλούσα και τις καθ' ων η αίτηση το μηνιαίο εισόδημά του όταν ανέλαβε τις πιστώσεις, ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει εξ αρχής ότι δεν θα είχε τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των οφειλών του στο μέλλον και, στη συνέχεια, απέρριψε τον ισχυρισμό, που παραδεκτά και νόμιμα προέβαλε η εκκαλούσα, εκτίμησε πλημμελώς τις αποδείξεις.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, χωρίς να ερευνηθούν οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης, και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Το δε Δικαστήριο αυτό, αφού κρατήσει και δικάσει κατ' ουσία την από 17.10.2012 και με αριθ. κατάθεσης ../2012 αίτηση του εφεσίβλητου - αιτούντος (άρθρο 535 ΚΠολΔ), πρέπει να την απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω δικαστήριο, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το εάν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο αιτών δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, εξαιτίας του υπερδανεισμού του, εφόσον αυτός έλαβε από το έτος 1990 έως το έτος 2008 συνολικά δεκαεννέα (19) πιστωτικά προϊόντα (4 στεγαστικά δάνεια, 5 καταναλωτικά και 9 πιστωτικές κάρτες), δημιουργώντας χρέη συνολικού ύψους 525.995,25 ευρώ, οι μηνιαίες δόσεις των οποίων υπερέβαιναν το ποσό των 2.637,10 ευρώ, τις οποίες δόσεις αδυνατούσε να εξοφλήσει, καθόσον α) τα οικογενειακά εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 1.932,99 ευρώ μηνιαίως, β) οι οικογενειακές του ανάγκες ανέρχονταν σε 906 ευρώ μηνιαίως και γ) τα εισοδήματά του κατά το έτος 2008, οπότε έλαβε το τελευταίο στεγαστικό δάνειο ποσού 110.000 ευρώ, δεν του επέτρεπαν να εκπληρώνει το σύνολο των συμβατικών υποχρεώσεων, που είχε αναλάβει έως τότε.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να εκτίθενται και τα εκάστοτε εισοδήματά του, κατά τη σταδιακή ανάληψη των χρεών του από το έτος 1990 έως το έτος 2008, καθώς και το ποσό που απαιτείτο για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειάς του και το ύψος των μηνιαίων δόσεων προς τις αναιρεσίβλητες πιστώτριες, όπως αυτές (βιοτικές ανάγκες και μηνιαίες δόσεις) διαμορφώνονταν κάθε φορά, κατά την ανάληψη καθεμίας δανειακής υποχρέωσης, και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ο πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του N. 4335/2015), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.
β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω N. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-03-2021, κατατεθείσα στις 12-05-2021, αίτηση για αναίρεση της 70/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, που δίκασε ως Εφετείο. Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ