Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
988/2021 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on will invalidity, ruling no ground for annulment was raised in lower court.

Geschäftsnummer 988/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the validity of a will. The appellant argued the will violated good morals and failed to account for family members, but the court found no such ground was actually raised in the lower proceedings. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 558, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be directed against a party who was a litigant in the original trial; if the grounds for annulment relied upon were not substantiated in the lower court's judgment, the appeal is inadmissible.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal admissibility will annulment good morals litigant status legal costs fehlende Unterschrift Schriftprobe Identitätsnachweis

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 178A of the Civil Code
Articles 180, 1710, 1711, 1712 of the Civil Code

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 988 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 988/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Θ. Μ. του Ν., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιου δικηγόρου του Ευφροσύνης Τσαμολιά που ανακάλεσε την από 04.11.2020 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Α. χήρας Α. Κ., το γένος Α. και Γ. Λ., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Πανουκλιά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις,

2) Ε. Ν. του Π. και Α., κατοίκου ... Μ. Βρετανίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.10.2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της α’ αναιρεσιβλήτου, την από 17.01.2017 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη β’ αναιρεσιβλήτου και την από 15.02.2017 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της α’ αναιρεσιβλήτου των Μ. Κ. και Α. Π. που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3247/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11.11.2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ «η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης του καθ’ ού η πρόσθετη παρέμβαση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος – εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση – σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1049/2010, ΑΠ 243/2009). Πάντως, αν η αναίρεση του καθ’ ού η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο και εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 569/2013, ΑΠ 134/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται και κατά της Ε. Ν. προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης. Η κατ’ αυτής αναίρεση, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αλλά εκτιμάται ως κλήση αυτής στην προκείμενη δίκη της αναίρεσης, στην οποία η ίδια νομίμως παρίσταται, ζητώντας να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική της δαπάνη.

Με την κρινόμενη από 11.11.2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3247/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος κατά της αριθμ.112/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, και απέρριψε την από 17/10/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος για την αναγνώριση ως άκυρης της ένδικης με αριθμό ... από 15.07.1996 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος θείου του Α. Μ., δέχθηκε δε την ασκηθείσα ενώπιόν του πρόσθετη υπέρ της εναγομένης παρέμβαση της Ε. Ν.. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

[Α1] Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1730 ΑΚ η δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη γίνεται προφορικά ενώπιον του συμβολαιογράφου και των λοιπών συμπραττόντων προσώπων και κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου τα πρόσωπα που συμπράττουν κατά τη σύνταξη της διαθήκης πρέπει να είναι παρόντα σε όλη τη διάρκεια της πράξης. Επίσης, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1733 ΑΚ, όπου ορίζεται σχετικά με τη δημόσια διαθήκη που συντάσσεται από το συμβολαιογράφο, ότι «η πράξη πρέπει να διαβαστεί στο διαθέτη, ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν, και να βεβαιωθεί σ’ αυτήν ότι αυτό έγινε», σαφώς συνάγεται ότι η ανάγνωση της πράξης από το συμβολαιογράφο συντάκτη της πρέπει να γίνεται προς τον διαθέτη και συγχρόνως από την ίδια ανάγνωση να ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν κατά τη σύνταξή της και όχι να γίνεται χωριστά για το διαθέτη και χωριστά για τα πρόσωπα που συμπράττουν. Η σχετική με την ανάγνωσή της βεβαίωση στη διαθήκη δεν απαιτείται να γίνει με τρόπο πανηγυρικό ή με επανάληψη των λέξεων του νόμου, αλλ’ αρκεί να συνάγεται από τη διαθήκη ότι τηρήθηκε η διατύπωση του νόμου, δηλαδή, ότι διαβάστηκε η πράξη στο διαθέτη και, συγχρόνως, άκουγαν και τα συμπράττοντα πρόσωπα.

Εξάλλου, η παρ. 2 του ίδιου άρθρου αναφερόμενη στη σύνταξη πράξης για τη δημόσια διαθήκη, ορίζει ότι πρέπει αυτή να υπογραφεί από το διαθέτη και από τα πρόσωπα που συμπράττουν. Πράξεις με περισσότερα φύλλα πρέπει να υπογράφονται στο τέλος κάθε φύλλου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1735ΑΚ «Αν ο διαθέτης δηλώσει ότι είναι κουφός, πρέπει επιπλέον να δοθεί σ’ αυτόν η πράξη να τη διαβάσει και να βεβαιωθεί στην πράξη ότι αυτό έγινε». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαιτείται δήλωση του διαθέτη ότι είναι κουφός, χωρίς την οποία δήλωση δεν τηρείται η πρόσθετη διατύπωση και αν αυτός είναι κουφός (ΑΠ 304/1997).

Επίσης, στο άρθρο 1734ΑΚ ορίζεται ότι: «Οι γενικές για τα συμβολαιογραφικά έγγραφα διατάξεις εφαρμόζονται και στη δημόσια διαθήκη, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πράξη που συντάσσεται από το συμβολαιογράφο για τη δημόσια διαθήκη ρυθμίζεται από τις διατάξεις για τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, εφόσον όμως δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση στις διατάξεις του ΑΚ, οι οποίες ως ειδικές αποκλείουν τις σχετικές ρυθμίσεις που αναφέρονται σε όλα τα άλλα συντασσόμενα από το συμβολαιογράφο έγγραφα του Κώδικα Συμβολαιογράφων, τέτοια είναι η διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι: «Διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά» (ΑΠ 800/1980).

Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 1725 ως 1735 ΑΚ, που ορίζουν τις διατυπώσεις για τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης είναι κατά κανόνα αναγκαστικού δικαίου, ώστε η μη τήρηση τους έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαθήκης (ΑΠ 278/2010).

Tέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους, από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο, που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Τέτοια γεγονότα, που βεβαιώνονται από συμβολαιογράφο στο δημόσιο έγγραφο της διαθήκης, είτε ως γενόμενα από αυτόν, είτε ως γενόμενα ενώπιόν του, κατά των οποίων χωρεί ανταπόδειξη μόνο με την προσβολή της διαθήκης ως πλαστής είναι όσα αναφέρονται στην τήρηση των διατυπώσεων, που ορίζονται στα άρθρα 1725 έως 1737 ΑΚ, είναι δε μεταξύ αυτών:

(α) ότι έγινε η δήλωση της τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη και μάλιστα προφορικά•

(β) ότι η διαθήκη αναγνώσθηκε γ) ότι υπέγραψαν ενώπιον του συμβολαιογράφου ο διαθέτης και τα πρόσωπα που συμπράττουν (ΑΠ 1133/2013).

[Α2] Κατά τα άρθρα 10 παρ. 2 του Ν. 670/1977 «Κώδικας Συμβολαιογράφων», ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο που η ένδικη διαθήκη συντάχθηκε, που είναι ίδιου περιεχομένου με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ισχύοντος κώδικα συμβολαιογράφων (ν. 2830/2000) ορίζεται ότι «Εάν τις των δικαιοπρακτούντων ή των αντιπροσώπων τους είναι κωφός ή άλαλος ή κωφάλαλος γνωρίζει όμως ανάγνωση και γραφή οι δηλώσεις, ερωτήσεις και τυχόν παρατηρήσεις γίνονται: (α) εγγράφως προς τον κωφό, οποίος απαντά προφορικά. (β) [...]. (γ) [...]. Στις περιπτώσεις αυτές, προ της υπογραφής το συμβόλαιο αναγιγνώσκεται υπό του κωφού ή κωφαλάλου, γινομένης σχετικής μνείας στο συμβόλαιο» •

(αρ. 11παρ. 2) «κάθε διαγραφή ή καθαρογραφή μιας ή περισσοτέρων λέξεων και αριθμών γίνεται δια σχετικής περί τούτου μνείας, είτε εν συνεχεία των διαγραφομένων ή των καθαρογραφομένων λέξεων ή αριθμών είτε δια παραπομπής εν τω περιθωρίω, μη εξαλειφομένων των λέξεων ή αριθμών τούτων, κατ'αμφοτέρας δε τας περιπτώσεις σημειούται ο αριθμός των και υπογραμμίζονται» •

(αρ. 14 παρ. 4) «παν έγγραφον εκδιδόμενο υπό συμβολαιογράφου δέον να σφραγίζεται δια της κατά νόμον σφραγίδος του» και

(αρ. 12 παρ. 1) «Η μη τηρηση των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 του παρόντος επιφέρει ακυρότητα του συμβολαίου».

[Β1] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος κατά τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση και την απώλεια των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο πεδίο του δικαίου εντάσσεται ο κανόνας αυτός. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν η παράβαση αφορά κανόνα δικονομικού δικαίου, στο οποίο υπάγονται οι κανόνες, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου ή απαραδέκτου ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 44/1990). Για την πληρότητα του άνω λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο:

(1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 120/2017, 1040/2010),

(2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019),

(3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και

(4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005), η δε αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990).

[Β2] Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 περ.α’,β’,γ’ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά τη διάταξη της περ.

α' του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αφορά αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια των περιοριστικών καθοριζομένων στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, ο αναιρετικός λόγος του αρ. 11α' ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ ΑΠ 2/2008),με τη δε διάταξη του αρ. 11β' και γ' που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος, όμως, είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 180/2017).

Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παράνομα λήφθηκε ή δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο έπρεπε ή δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός που αποδείχτηκε ή που θα αποδεικνυόταν από το εν λόγω αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 402/2019).

[Β3] Σύμφωνα με τη διάταξη της § 1 εδάφιο α' του άρθρου 529 ΚΠολΔ, στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαραδέκτως, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο. Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις, όρκος) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (τεκμήριο), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ. αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη). Έτσι, ένορκες βεβαιώσεις που έχουν δοθεί στον πρώτο βαθμό ή προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκπρόθεσμα, νόμιμα κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λαμβάνονται υπόψη, αν, με νόμιμη επίκληση, προσκομιστούν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1621/2009).

[Β4] Ο από το άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. «Πράγματα», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (AΠ430/2011). Δεν ιδρύεται, ωστόσο, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπό όψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 2/2001).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Εξάλλου, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αριθ.8α' του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως πρέπει το αναιρετήριο να αναφέρει ποια ήταν τα «πράγματα» που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη μολονότι δεν προτάθηκαν νόμιμα και ποια επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης. Επομένως, σε περίπτωση μη νόμιμης επαναφοράς ισχυρισμών περιεχομένων σε προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, για τη στοιχειοθέτηση και το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αριθ.8α ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να εκτίθεται ο συγκεκριμένος, μη νομίμως επαναφερθείς, ισχυρισμός που αποτελεί «πράγμα», τον οποίο το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκε (αφού δεν επαναφέρθηκε σ αυτό) νόμιμα.

[Β5] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου αναίρεσης, πρέπει, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πρωτίστως, η διαδικαστική πράξη, την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παραβαίνοντας την οικεία δικονομική διάταξη, κήρυξε ή δεν κήρυξε άκυρη ή απαράδεκτη.

[Β6] Κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως «αίτηση», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης, προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία δίκης. Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1308/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Στις 02.08.1996 απεβίωσε στην Αθήνα ο Α. Μ. του Θ., κάτοικος εν ζωή Αθηνών, χήρος (η σύζυγός του Μ. Μ., είχε προαποβιώσει στις 13.03.1996), και άτεκνος, ο οποίος κατέλιπε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του, τους ανιψιούς του, ήτοι τον ενάγοντα και τον αδελφό του Χ. Μ., τέκνα του προαποβιώσαντος αμφιθαλούς αδελφού του Ν. Μ.. Ο ανωτέρω αποβιώσας, με την υπ’ αριθμ. .../15-7-1996 δημόσια διαθήκη του, που συνετάγη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πασχάλη Πασχαλίδου-Φωτοπούλου, η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθμ. 4329/2008 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και καταχωρήθηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών του ιδίου Πρωτοδικείου στον τόμο … και με α.α. …, εγκατέστησε την εναγόμενη, μοναδική του κληρονόμο στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του. Η τελευταία αποδέχτηκε την επαχθείσα σ’ αυτήν, από την ως άνω διαθήκη, κληρονομιά, με την υπ’ αριθμ. .../14-11-2008 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο ... και με αριθμό … . Στην κληρονομιαία περιουσία, περιλαμβάνονται και οι ακόλουθες οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες ανήκαν στον ως άνω αποβιώσαντα διαθέτη κατά πλήρη κυριότητα και ειδικότερα:

(α) το υπό στοιχεία ΣΤ 2 διαμέρισμα του έκτου πάνω από το ισόγειο σε Α εσοχή ορόφου, πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην … (περιοχή …) επί των οδών ..., όπου φέρει τον αριθμό … και ..., στην οποία φέρει τον αριθμό …, επιφάνειας 89,70 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με φωταγωγό, ανατολικά με μεσοτοιχία, νότια με την οδό ... (επί της οποίας έχει πρόσοψη) και δυτικά με κλιμακοστάσιο και διαμέρισμα ΣΤ.

(β) το με αριθμό τρία (3) διαμέρισμα του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου, πολυκατοικίας, που βρίσκεται επί της οδού ..., αρ. … στη θέση ..., του Δήμου ... Αττικής, επιφάνειας 51 τ.μ, το οποίο συνορεύει, ανατολικά με το υπ’ αριθμ. 2 διαμέρισμα του ιδίου ορόφου, κοινόχρηστους χώρους και με ακάλυπτο χώρο πολυκατοικίας, βόρεια, με ακάλυπτο χώρο πολυκατοικίας και νότια με ακάλυπτο χώρο πολυκατοικίας και κοινόχρηστους χώρους, και

(γ) το υπό στοιχεία 1-Γ διαμέρισμα (υπόγειος χώρος), πολυκατοικίας, που βρίσκεται επί της οδού ..., αρ. … στη θέση ..., του Δήμου ... Αττικής, επιφάνειας 48 τ.μ, το οποίο συνορεύει, ανατολικά με την υπό στοιχεία 1 -Α οριζόντια ιδιοκτησία, δυτικά με τον υπ’ αριθμ 2 υπόγειο κλειστό χώρο και ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, βόρεια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και με κλίμακα καθόδου και νότια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου.

Η εναγομένη, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Κιτσίου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο ... και με αριθμό …, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το ως άνω υπό στοιχεία ΣΤ 2 διαμέρισμα στην Ε. Ν. του Π., στη συνέχεια δε, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πασχάλη Πασχαλίδου-Φωτοπούλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βούλας Αττικής, στον τόμο … και με αριθμό …, προέβη σε δωρεά εν ζωή της ψιλής κυριότητας των προαναφερόμενων υπό στοιχεία τρία (3) και 1-Γ διαμερισμάτων, στην ανήλικη εγγονή της Α. Π. του Κ., παρακρατώντας υπέρ αυτής και της θυγατέρας της Μ. συζ. Κ. Π., την ισόβια επικαρπία αυτών.

Ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του ισχυρίζεται ότι η επίδικη δημόσια διαθήκη είναι άκυρη. Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο ακυρότητας, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στην επίδικη διαθήκη παρά τη δήλωση του υπερήλικα διαθέτη ότι, «ουδεμιάς των αισθήσεών του στερείται», η συμβολαιογράφος, χωρίς να έχει υποχρέωση, (επειδή προφανώς υπέπεσε στην αντίληψή της), αισθάνθηκε την ανάγκη να διαλάβει στο κείμενο της διαθήκης ότι, ο διαθέτης ετύγχανε σε κατάστασημειωμένης ακοής, βεβαιώνοντας ότι «Διευκρινίζεται ότι, λόγω μειωμένης ακοής χρησιμοποιεί ακουστικό το οποίο αυτή τη στιγμή φοράει και έτσι αποκαθίσταται φυσιολογικά και η ακοή του».

Ότι τα ανωτέρω αποτελούν καταγραφή της αναιτιολόγητης κρίσης της συμβολαιογράφου, καθώς αρκέστηκε στην υποκειμενική, ενδεχομένως πρόσκαιρη και, σε κάθε περίπτωση εκτός του γνωστικού της πεδίου κρίση της, ότι με τη χρήση ακουστικού υπήρξε φυσιολογική τάχα αποκατάσταση της μειωμένης ακοής του διαθέτη, χωρίς να διενεργήσει και να καταχωρίσει τα γεγονότα, από τα οποία πείσθηκε για την αποκατάσταση της φυσιολογικής ακοής του διαθέτη.

Ότι η ως άνω συμβολαιογράφος αν και διαπίστωσε και στην ουσία βεβαίωσε το πρόβλημα της μειωμένης ακοής του διαθέτη στο κείμενο της επίδικης δημόσιας διαθήκης, γεγονός, που ισοδυναμεί με δήλωση εκ μέρους του διαθέτη ότι είναι κωφός, εντούτοις δεν τήρησε τις πρόσθετες διατυπώσεις του άρθρου 1735 ΑΚ, και ειδικότερα όφειλε να μην αποδεχθεί τη δήλωση του διαθέτη ότι δεν στερείται καμιάς των αισθήσεών του ως αληθή, και να παραδώσει στο διαθέτη την πράξη προς ανάγνωση και να βεβαιώσει στην πράξη ότι αυτό έγινε.

Ο ανωτέρω λόγος ακυρότητας, πρέπει να απορριφτεί ως αόριστος, για το λόγο, ότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία να επικαλείται κάποιος, ακυρότητα διαθήκης για παράβαση του άρθρου 1735 του ΑΚ, πρέπει να εκτίθεται σ’ αυτή (αγωγή), ότι έγινε δήλωση του κωφού διαθέτη περί κωφότητάς του, είναι δε αδιάφορο αν ο διαθέτης είναι πράγματι κωφός, γιατί ο νόμος αρκείται στη δήλωσή του.

Ο συμβολαιογράφος δεν έχει υποχρέωση να ελέγξει την αλήθεια του ισχυρισμού του διαθέτη, ενώ δεν δημιουργείται ακυρότητα αν ο διαθέτης είναι πράγματι κωφός και δεν προβαίνει στη σχετική δήλωση στον συμβολαιογράφο. Το ίδιο και όταν ο συμβολαιογράφος διαπιστώσει ότι ο διαθέτης είναι κωφός και ο τελευταίος δεν έχει προβεί στη σχετική δήλωση.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων δεν εκθέτει στην αγωγή του ότι ο διαθέτης δήλωσε ότι είναι κωφός, αλλά η συντάξασα σ’ αυτήν συμβολαιογράφος κατέγραφε ότι «Διευκρινίζεται ότι, λόγω μειωμένης ακοής χρησιμοποιεί ακουστικό το οποίο αυτή τη στιγμή φοράει και έτσι αποκαθίσταται φυσιολογικά και η ακοή του».

Απ’ αυτό όμως δεν συνάγεται δήλωση του διαθέτη ότι είναι κωφός.

Με τον δεύτερο λόγο ακυρότητας ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, η συμβολαιογράφος όφειλε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 Ν. 2830/2000, και ειδικότερα, αφότου διεπίστωσε πρόβλημα μειωμένης ακοής και το κατέγραψε, μη αποδεχόμενη τη δήλωση του διαθέτη ως αληθή, όφειλε ρητά να μην την αποδεχθεί και στη συνέχεια ήταν υποχρεωμένη να ρωτήσει αυτόν εγγράφως και να θέσει γραπτώς τη διαθήκη υπόψη του, ώστε να αναγνωστεί πριν την υπογραφή κάνοντας σε αυτήν σχετική μνεία. Ότι η μη τήρηση της ανωτέρω διαδικασίας επέφερε ακυρότητα της επίδικης διαθήκης σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν.2830/2000, σε συνδυασμό και με το άρθρο 159 ΑΚ. Ο ανωτέρω λόγος ακυρότητας, πρέπει να απορριφτεί ως μη νόμιμος, γιατί σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, κατά το άρθρο 1734 του ΑΚ, οι διατάξεις που προβλέπονται στον ΑΚ για τη δημόσια διαθήκη, ως ειδικές, αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 670/1977, που ίσχυε κατά τη σύνταξη της διαθήκης). Στην προκειμένη δε περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 1718,1719,1720, και 1724 έως 1737 του ΑΚ, ως ειδικές υπερισχύουν των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Συμβολαιογράφων, που αναφέρονται στα υπόλοιπα συντασσόμενα από τον συμβολαιογράφο έγγραφα.

Με τον τρίτο λόγο ακυρότητας ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη για το λόγο ότι δεν βεβαιώνεται σ’ αυτή αν ο διαθέτης, υπέγραφε τη διαθήκη με παρευρισκόμενα τα συμπράττοντα πρόσωπα (δηλαδή, παρουσία τους) και ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα υπέγραφαν τη διαθήκη κατά σειρά το καθένα παρουσία των λοιπών κατά την υπογραφή του καθενός εξ αυτών, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1733 και 1730 ΑΚ• με τον τέταρτο λόγο ακυρότητας ισχυρίζεται, ότι η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη γιατί η συμβολαιογράφος, κατά παράβαση του άρθρου 1733 ΑΚ, δεν βεβαιώνει ότι η ανάγνωση του κειμένου της δημόσιας διαθήκης στο διαθέτη έγινε όχι μόνο σε επήκοο, αλλά και επί παρουσία των μαρτύρων, ενώ με τον όγδοο λόγο ακυρότητας ισχυρίζεται ότι, για την εγκυρότητα της επίδικης διαθήκης, δεν αρκεί η γενική μνεία της συμβολαιογράφου ότι «ετηρήθησαν δε τα εις τα άρθρα 1729,1730 και 1731 του Αστικού Κώδικος διατασσόμενα», αλλά η τελευταία όφειλε να εκθέσει στο κείμενο της διαθήκης, καθένα από τα γεγονότα.

Οι ανωτέρω λόγοι ακυρότητας πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ειδικότερα στο κείμενο της επίδικης διαθήκης αναγράφεται ότι « [...] δήλωσε ενώπιον μας, ότι επιθυμεί να συντάξει ενώπιον μου τη δημοσία διαθήκη του», «αφού απεμάκρυνα από το γραφείο όλους τους παρευρισκόμενους κάλεσα τους μάρτυρες να δώσουν τον νενομισμένο όρκο», «ερωτηθέντες οι μάρτυρες εδήλωσαν ξεχωριστά ο καθένας ότι είναι άσχετοι των εις τα άρθρα 1725 και 1726 του Αστικού Κώδικος αναφερομένων σχέσεων προς τους εν τη διαθήκη τετιμημένους», «γίνεται μνεία ότι κατά τη σύνταξη της παρούσης διαθήκης ήσαν παρόντα τα συμπράττοντα πρόσωπα καθ’ όλην την διάρκειαν και δεν παρέστη κατ’ αυτήν κανένας άλλος, πλην του διαθέτου των μαρτύρων και εμού», «ετηρήθησαν δε τα εις τα άρθρα 1729,1730 και 1731 του Αστικού Κώδικος διατασσόμενα» και «σε πιστοποίηση συντάχθηκε η παρούσα σε τρία (3) φύλλα χαρτοσήμου, και η οποία αφού διαβάστηκε δυνατά και καθαρά στο διαθέτη και εις επήκοον των μαρτύρων και βεβαιώθηκε νόμιμα, υπογράφεται από αυτούς και εμένα στη δεύτερη σελίδα κάθε φύλλου και στο τέλος του παρόντος, ως έπεται».

Από το κείμενο της επίδικης διαθήκης και τις συναφείς εκφράσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί στο περιεχόμενό της, προκύπτει και βεβαιώνεται, ότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις, που ορίζονται στα άρθρα 1730,1730,1731,1732 και 1733 ΑΚ, δεδομένου ότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν απαιτείται να γίνεται αναφορά στο κείμενο της διαθήκης ότι τηρήθηκαν οι προαναφερθείσες διατυπώσεις με την επανάληψη των λέξεων, του νόμου αλλά αρκεί να συνάγεται από τη διατύπωση της διαθήκης και τις συναφείς εκφράσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί στο περιεχόμενό της, οπουδήποτε και αν βρίσκονται σ' αυτήν, η τήρηση των ανωτέρω διατυπώσεων.

Επομένως, ενόψει του ότι η δημόσια διαθήκη έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου, και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, τα όσα βεβαιώνονται στη δημόσια διαθήκη από τη συντάξασα αυτή συμβολαιογράφο για την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στα άρθρα 1725 έως 1737 Α.Κ.

και ειδικότερα (α) ότι έγινε η δήλωση της τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη και μάλιστα προφορικά• (β) ότι η διαθήκη αναγνώσθηκε• (γ) ότι παραστάθηκαν και υπέγραψαν ενώπιον του συμβολαιογράφου ο διαθέτης και τα πρόσωπα που συμπράττουν, αποτελούν πλήρη απόδειξη, ανταπόδειξη δε επιτρέπεται μόνο με την προσβολή του έγγραφου ως πλαστού.

Με τον πέμπτο λόγο ακυρότητας, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η επίδικη δημόσια διαθήκη, δεν έχει υπογραφεί νόμιμα από τη συντάξασα αυτήν συμβολαιογράφο, για το λόγο ότι δεν έχει τεθεί η σφραγίδα της συμβολαιογράφου στο τέλος κάθε οπισθόφυλλου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, γιατί σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 670/1977, «παν έγγραφο εκδιδόμενο υπό του Συμβολαιογράφου δέον να σφραγίζεται δια της κατά νόμον σφραγίδος του».

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ιδίου νόμου, σύμφωνα με την οποία, «Η μη τήρηση των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 του παρόντος επιφέρει ακυρότητα του συμβολαίου», συνάγεται ότι η μη τήρηση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 14 παρ 4 του Ν. 670/1977, είτε αφορά πρωτότυπο είτε αντίγραφο εγγράφου, δεν επιφέρει ακυρότητα, αλλά πειθαρχική ευθύνη του συμβολαιογράφου.

Με τον έβδομο λόγο ακυρότητας ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη για το λόγο ότι η συμβολαιογράφος, δεν προέβη νομότυπα σε διαγραφή –διόρθωση – προσθήκη – καθαρογραφή λέξεων, και επομένως αυτές θεωρούνται ως μη γενόμενες. Ο ανωτέρω λόγος, πρέπει να απορριφτεί ως μη νόμιμος για το λόγο ότι από το άρθρο, 11 του Ν. 670/1977, το οποίο ορίζει ότι: Πάσα διαγραφή ή καθαρογραφή, γίνεται δια σχετικής περί τούτου μνείας, είτε εν συνεχεία των διαγραφομένων ή των καθαρογραφομένων λέξεων ή αριθμών είτε δια παραπομπής εν τω περιθωρίου, μη εξαλειφομένων των λέξεων ή αριθμών τούτων, κατ’ αμφοτέρας δε τας περιπτώσεις σημειούται ο αριθμός των και υπογραμμίζονται, σε συνδυασμό με το άρθρο 12 παρ 1 του ιδίου νόμου, σύμφωνα με την οποία, «Η μη τήρηση των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 του παρόντος επιφέρει ακυρότητα του συμβολαίου συνάγεται ότι η μη τήρηση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 11 του Ν. 670/1977, δεν επιφέρει ακυρότητα, αλλά πειθαρχική ευθύνη του συμβολαιογράφου».

Τέλος, με τον ένατο λόγο ακυρότητας, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η επίδικη διαθήκη είναι πλαστή για το λόγο ότι η συμβολαιογράφος βεβαιώνει αναληθώς ότι την ανέγνωσε τάχα προς τον διαθέτη, γεγονός που δεν μπορεί να είναι αληθές, αφού αυτός έπασχε από βαρεία βαρηκοΐα, που δεν αποκαθίσταται με τη χρήση ακουστικών και μάλιστα κατά τον χρόνο της σύνταξης της διαθήκης.

Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφτεί ως αόριστος για το λόγο ότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, ο επικαλούμενος ακυρότητα διαθήκης, λόγω της κωφότητας του διαθέτη, πρέπει να επικαλεσθεί ότι έγινε δήλωση του κωφού διαθέτη περί κωφότητάς του, και είναι αδιάφορο αν ο διαθέτης είναι πράγματι κωφός, γιατί ο νόμος αρκείται στη δήλωσή του, ενώ δεν δημιουργείται ακυρότητα αν ο διαθέτης είναι πράγματι κωφός και δεν προβαίνει στη σχετική δήλωση στον συμβολαιογράφο.

Μόνη δε η ύπαρξη κωφότητας δεν συνεπάγεται την έλλειψη συνείδησης των πράξεων του πάσχοντος από αυτήν, ώστε αυτός να είναι ανίκανος κατά το άρθρο 1719 του ΑΚ. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, έπρεπε οι προαναφερθέντες λόγοι ακυρότητας της επίδικης διαθήκης οι οποίοι επαναφέρονται προς συζήτηση τους αντίστοιχους λόγους της υπό κρίσης έφεσης να απορριφθούν, οι με 1 και 9 ως αόριστοι, οι με αριθμό 2, 5 και 7 ως μη νόμιμοι, και οι με αριθμό 3,4,6 και 8 ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια ως προς τους ανωτέρω λόγους με αριθμό, 1,9, 2, 5 και 7, ορθά εφάρμοσε το νόμο, τα αντιθέτως δε υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα – εκκαλούντα με τους σχετικούς λόγους έφεσης κρίνονται αβάσιμα. Έσφαλε, όμως, στην εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, για το λόγο ότι ενώ, ερεύνησε τους προαναφερθέντες λόγους υπό στοιχεία 3,4,6 και 8, κατ’ ουσία, από το περιεχόμενο της επίδικης διαθήκης, απέρριψε αυτούς ως μη νόμιμους.

Πρέπει επομένως και μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη η υπό κρίση έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς το μέρος αυτό και προκειμένου να προκόψει ενιαίος εκτελεστός τίτλος, να εξαφανιστεί στο σύνολό της η εκκαλουμένη, να κρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση ως προς το μέρος αυτό, και να απορριφτεί η υπό κρίση αγωγή, χωρίς να καθίσταται επιβλαβέστερη η θέση του εκκαλούντα κατά το άρθρο 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Το αίτημα του ενάγοντα – εκκαλούντα για τη διεξαγωγή αποδείξεων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η κωφότητα του διαθέτη, πρέπει να απορριφτεί ως μη νόμιμο, για το λόγο ότι το γεγονός αυτό δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσας δίκης (άρθρο 335 του ΚΠολΔ), εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η κωφότητα του διαθέτη δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της δημόσιας διαθήκης, αλλά πρέπει να δηλώσει ο διαθέτης ότι είναι κωφός.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Κιτσίου, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το ως άνω υπό στοιχεία ΣΤ 2 διαμέρισμα στην προσθέτως παρεμβαίνουσα, και εκ τούτου η τελευταία έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει υπέρ της εναγόμενης στην παρούσα δίκη.

Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτή ως κατ'ουσία βάσιμη η πρόσθετη παρέμβαση|».

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι επικαλούμενοι από τον ενάγοντα λόγοι ακυρότητας της ένδικης δημόσιας διαθήκης του Α. Μ. (με την αριθμητική σειρά που αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη στο 3ο φύλλο) οι οποίοι συνίστανται ειδικότερα στο ότι:

(1) από το κείμενο της επίδικης διαθήκης προκύπτει ότι, παρά τη δήλωση του υπερήλικα διαθέτη ότι «ουδεμιάς των αισθήσεών του στερείται», η συμβολαιογράφος διέλαβε στη συμβολαιογραφική πράξη της, ότι ο διαθέτης ετύγχανε σε κατάσταση μειωμένης ακοής, βεβαιώνοντας ότι ο διαθέτης «λόγω μειωμένης ακοής χρησιμοποιεί ακουστικό, το οποίο και αυτή τη στιγμή φοράει και έτσι αποκαθίσταται φυσιολογικά και η ακοή του». Ότι η ανωτέρω βεβαίωση της συμβολαιογράφου, της μειωμένης ακοής του διαθέτη, ισοδυναμεί με δήλωση του διαθέτη ότι είναι κωφός και ως εκ τούτου η συμβολαιογράφος, έπρεπε να τηρήσει τις διατυπώσεις του άρθρου 1735 του ΑΚ, και να παραδώσει στο διαθέτη το κείμενο της διαθήκης προς ανάγνωση και να βεβαιώσει στην πράξη ότι αυτό έγινε,

(2) η συντάξασα την ένδικη διαθήκη συμβολαιογράφος όφειλε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 2830/2000, ήτοι, εφόσον διεπίστωσε το πρόβλημα της μειωμένης ακοής του διαθέτη και το καταχώρησε στο κείμενο της διαθήκης, όφειλε να ρωτήσει αυτόν (διαθέτη) εγγράφως και να θέσει γραπτώς τη διαθήκη υπόψη του, ώστε να αναγνωστεί πριν την υπογραφή, κάνοντας σχετική μνεία, στο κείμενο της διαθήκης,

(3) στο κείμενο της επίδικης διαθήκης, δεν βεβαιώνεται κατά τρόπο άμεσο και αναμφίβολο, το γεγονός ότι ο διαθέτης δήλωσε προφορικά την τελευταία του βούληση και προς τα συμπράττοντα πρόσωπα, όπως απαιτείται κατά το άρθρο 1730 του ΑΚ,

(4) στην επίδικη διαθήκη δεν βεβαιώνεται και δεν μνημονεύεται, αν ο διαθέτης υπέγραψε τη διαθήκη με παρευρισκόμενα τα συμπράττοντα πρόσωπα (δηλαδή, παρουσία τους) και ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα υπέγραφαν τη διαθήκη κατά σειρά το καθένα, παρουσία των λοιπών κατά την υπογραφή του καθενός εξ αυτών, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1733 και 1730 ΑΚ,

(5) η επίδικη διαθήκη, δεν έχει υπογραφεί νόμιμα από τη συντάξασα αυτήν συμβολαιογράφο, για το λόγο ότι δεν έχει τεθεί η σφραγίδα της συμβολαιογράφου στο τέλος κάθε οπισθόφυλλου, παρά μόνο στο τέλος της πράξης,

(6) η ως άνω συμβολαιογράφος, κατά παράβαση του άρθρου 1733 ΑΚ, δεν βεβαιώνει ότι η ανάγνωση του κειμένου της δημόσιας διαθήκης στο διαθέτη έγινε όχι μόνο σε επήκοο, αλλά και επί παρουσία των μαρτύρων,

(7) η συμβολαιογράφος, δεν προέβη νομότυπα σε διαγραφή – διόρθωση – προσθήκη – καθαρογραφή λέξεων, και επομένως αυτές θεωρούνται ως μη γενόμενες,

(8) για την εγκυρότητα της επίδικης διαθήκης, δεν αρκεί η γενική μνεία της συμβολαιογράφου ότι «ετηρήθησαν δε τα εις τα άρθρα 1729, 1730 και 1731 του Αστικού Κώδικος διατασσόμενα», αλλά η τελευταία όφειλε να εκθέσει στο κείμενο της διαθήκης, καθένα από γεγονότα και

(9) η επίδικη διαθήκη είναι πλαστή, για το λόγο ότι η συμβολαιογράφος βεβαιώνει αναληθώς ότι την ανέγνωσε προς τον διαθέτη, γεγονός που δεν μπορεί να είναι αληθές, αφού ο διαθέτης, κατά τον χρόνο σύνταξης αυτής (διαθήκης), έπασχε από βαρεία βαρηκοΐα, που δεν αποκαθίσταται με τη χρήση ακουστικών,

είναι στο σύνολό τους απορριπτέοι και, ειδικότερα, οι άνω 1ος και 9ος λόγοι ακυρότητας, ως αόριστοι, οι 2ος, 5ος και 7ος λόγοι ακυρότητας ως μη νόμιμοι και οι 3ος, 4ος, 6ος και 8ος λόγοι ακυρότητας ως ουσία αβάσιμοι.

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή, για αναγνώριση της επίμαχης διαθήκης ως άκυρης, για τους προαναφερόμενους λόγους. Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, όσον αφορά την απόρριψη κατ’ ουσία των ανωτέρω 3ου, 4ου, 6ου και 8ου λόγων ακυρότητας της ένδικης διαθήκης δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1718, 1729, 1730, 1731 και 1733 ΑΚ τις οποίες ορθά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων, επί όλων των ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητημάτων και δη του κύρους της ένδικης δημόσιας διαθήκης, καθόσον ειδικότερα βεβαιώνεται στην πράξη ότι ο διαθέτης δήλωσε την τελευταία του βούληση προς τη συμβολαιογράφο και προς τα λοιπά συμπράττοντα πρόσωπα, ότι υπέγραψε τη διαθήκη με παρευρισκομένα τα συμπράττοντα πρόσωπα και αυτά υπέγραψαν τη διαθήκη με τη σειρά τους το καθένα μπροστά στους υπολοίπους, ότι η διαθήκη διαβάστηκε στο διαθέτη και συγχρόνως άκουγαν τα συμπράττοντα πρόσωπα, και τηρήθηκαν τα διατασσόμενα από τα άρθρα 1729, 1730, 1731ΑΚ, όπως προκύπτει από τη διατύπωση της διαθήκης και τις συναφείς εκφράσεις που διαλαμβάνονται στο περιεχόμενό της, σε οποιοδήποτε σημείο αυτής και αν βρίσκονται.

Επίσης, με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, αναφορικά με την απόρριψη:

(α) ως μη νόμιμου, του 2ου λόγου ακυρότητας, ορθά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν εφάρμοσε το άρθρο 10 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Ν. 670/1977 «Κώδικας Συμβολαιογράφων», αφού η διάταξη του άρθρου 1735ΑΚ, ως ειδική, κατ’ άρθρο 1734ΑΚ, αποκλείει την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης του Κώδικα Συμβολαιογράφων,

(β) των 5ου και 7ου λόγων ακυρότητας, ως μη νομίμων, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 4 και 11 του άνω Κώδικα Συμβολαιογράφων, τις οποίες ορθά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εφάρμοσε, καθόσον η μη τήρησή τους δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης (άρθρο 12 παρ. 1 του άνω κώδικα), παρά μόνο πειθαρχική ευθύνη του συμβολαιογράφου και γ) των 1ου και 9ου λόγων ακυρότητας, ως αόριστων, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου1735ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι η εφαρμογή της προϋποθέτει δήλωση του διαθέτη ότι είναι κωφός, προκειμένου να τηρηθούν οι διατυπώσεις του εν λόγω άρθρου.

Επομένως, οι διαλαμβανόμενες στον 3ο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, στο πρώτο και στο δεύτερο σκέλος, από τους αριθμούς 1α'και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και από τον αριθμό 1α' του ίδιου άρθρου στο τέταρτο σκέλος είναι αβάσιμες. Οι διαλαμβανόμενες, όμως, στον ανωτέρω 3ο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 19 περαιτέρω αιτιάσεις, που αφορούν στους λόγους ακυρότητας της ένδικης δημόσιας διαθήκης, που απορρίφθηκαν ως αόριστοι (ο 1ος και ο 9ος) και ως μη νόμιμοι (ο 2ος, ο 5ος και ο 7ος) είναι απαράδεκτες, καθόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα αυτών και, συνεπώς, κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ιδρύεται ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 219/2016, ΑΠ 1147/2011). Επίσης, οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο ως άνω τρίτο (2ο και 3ο σκέλη) αναιρετικό λόγο αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τους λόγους έφεσης που αφορούσαν, αντίστοιχους, λόγους ακυρότητας της ένδικης διαθήκης, με τις οποίες αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμό 8β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμες, διότι, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο ερεύνησε όλους τους ισχυρισμούς- λόγους εφέσεως, αντίστοιχους των λόγων ακυρότητας της ένδικης διαθήκης και τους απέρριψε,1ο και 9ο,ως αόριστους , 2ο, 5ο και 7ο ως μη νόμιμους και 3ο, 4ο, 6ο και 8ο ως ουσία αβασίμους (φύλλο 10ο, 2η σελίδα αναιρεσιβαλλομένης).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της. Κατά δε το άρθρο 536 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και κρατήσει αυτό την υπόθεση για περαιτέρω κατ’ ουσία συζήτηση, γιατί τότε αυτό γίνεται κύριο της υπόθεσης και υποκαθιστά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε όλα του τα δικαιώματα, δηλαδή, δεν δικάζει πλέον την έφεση, αλλά την αγωγή και μπορεί να χειροτερεύσει ακόμη και τη θέση του εκκαλούντος, αλλ’ όμως κατά ρητή επιταγή της ίδιας διάταξης, μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης στην οποία διαγράφονται τα όρια αυτά, αλλιώς σε αντίθετη περίπτωση ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ. 8 ΚΠολΔ.

Έτσι, αν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως αόριστη ή ως νόμω αβάσιμη, χωρίς να ερευνηθεί η ουσία αυτής και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει παραδεκτή και νόμω βάσιμη την αγωγή, μετά την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ερευνήσει την ουσία αυτής και να την απορρίψει ή να την κάνει δεκτή κατ’ ουσίαν, ανεξάρτητα αν το πρωτόδικο δικαστήριο ερεύνησε ή όχι την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1062/2005).

Τέλος, εάν το Εφετείο κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων προχωρήσει στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, πριν εξαφανίσει την εκκληθείσα παραπάνω απόφαση υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι λαμβάνει υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να έχουν προταθεί, υπό την έννοια ότι δεν έχουν αχθεί νομίμως ενώπιόν του.

Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, ως μη νόμιμους, τους προαναφερόμενους 3ο, 4ο, 6ο και 8ο λόγους ακυρότητας της ένδικης δημόσιας διαθήκης, με τους σχετικούς δε τρίτο, τέταρτο, έκτο και όγδοο λόγους της έφεσής του ο ενάγων – εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, παραπονέθηκε για την απόρριψη αυτών των λόγων ακυρότητας της αγωγής του. Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως νόμιμους, τους λόγους αυτούς ακυρότητας, κατά παραδοχή των αντίστοιχων λόγων έφεσης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, εξέτασε την ουσιαστική βασιμότητά τους και τους απέρριψε ως αβάσιμους κατ’ ουσίαν. Σύμφωνα, με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν, τα οποία νομίμως είχαν αχθεί ενώπιόν του, οι δε διαλαμβανόμενες στον τρίτο αναιρετικό λόγο και στο τρίτο σκέλος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις είναι αβάσιμες.

Συνεπώς, ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι, στο σύνολό του, απορριπτέος.

Ο αναιρεσείων με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο διότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την απόρριψη της ένδικης αγωγής, απαραδέκτως, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τις αριθμ. ..., ..., … και ...

από 24.02.2017 ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αυτές είχαν προσκομισθεί από την εναγομένη -αναιρεσίβλητη, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκπροθέσμως, ήτοι μετά την πάροδο της προβλεπόμενης στο άρθρο 237 ΚΠολΔ προθεσμίας προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προεκτεθείσα (με αριθμό Β.3) νομική σκέψη, οι νομίμως ληφθείσες ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, έστω και αν απαραδέκτως, ήτοι εκπροθέσμως, είχαν προσκομισθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραδεκτά προσκομίστηκαν στο Εφετείο, σύμφωνα με τη διάταξη της § 1 εδάφιο α' του άρθρου 529 ΚΠολΔ, ενώπιον του οποίου επιτρέπονται νέα αποδεικτικά μέσα, τέτοια δε είναι οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προσκομίσθηκαν εκπροθέσμως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 308/2020, ΑΠ 284/2018).

Εξάλλου, οι ίδιες ως άνω αιτιάσεις δεν ιδρύουν την από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που επικαλείται στον ίδιο ως άνω λόγο ο αναιρεσείων, διότι ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας (άρθρο 237 ΚΠολΔ) είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος.

Περαιτέρω, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής του, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα και τις αριθμ. .../23-01-2017, .../24-01-2017 και .../25-01-2017 ένορκες βεβαιώσεις, που νόμιμα με επίκληση προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας.

Οι διαλαμβανόμενες στον ανωτέρω λόγο αιτιάσεις είναι αβάσιμες, καθόσον από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και «...

όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και τις αριθμ. .../23-01-2017, .../24-01-2017 και .../25-01-2017 ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων...», σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, τόσο τα έγγραφα όσο και τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα, έστω και αν δεν μνημονεύεται και δεν αξιολογείται, ειδικώς, καθένα από αυτά (ΑΠ 849/2007).

Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος.

Επίσης, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 8α', 11β' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και, ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η εναγομένη – εφεσίβλητη – αναιρεσίβλητη με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της δεν είχε νομίμως, κατ’ άρθρο 240 ΚΠολΔ, επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τους προταθέντες πρωτοδίκως ισχυρισμούς της και τα επικληθέντα πρωτοδίκως αποδεικτικά μέσα, αφού δεν επανυπέβαλε αυτούς (ισχυρισμούς) και δεν επικαλέστηκε αυτά (αποδεικτικά μέσα), με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης (στο Πρωτοδικείο) συζήτησης που τα περιείχαν και ότι, επομένως, οι μεν ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης δεν επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, τα δε αποδεικτικά μέσα δεν προσκομίστηκαν νόμιμα από την αναιρεσίβλητη και ότι το Εφετείο, που τα έλαβε υπόψη υπέπεσε στις πιο πάνω πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.8α και 11β' του ΚΠολΔ.

Ο ανωτέρω 4ος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιοί ήσαν οι απαραδέκτως επαναφερθέντες (προβληθέντες) στο Εφετείο ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης και ότι σ' αυτούς περιεχόταν συγκεκριμένος ισχυρισμός που αποτελεί «πράγμα» και τον οποίο παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκε (αφού δεν επαναφέρθηκε σ’ αυτό) νόμιμα (ΑΠ 1351/2007), καθώς επίσης ποιά είναι τα αποδεικτικά μέσα της εναγομένης – εφεσίβλητης ήδη αναιρεσίβλητης, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή στο Εφετείο, και τα οποία, αυτό παρά το νόμο, τα έλαβε υπόψη (ΑΠ 881/2011), ενώ ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι είχε προτείνει και στο Εφετείο το απαράδεκτο, εξαιτίας της μη νόμιμης επίκλησης των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1265/2018, ΑΠ 1419/2007).

Επίσης, με τον ίδιο ως άνω 4ο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ. πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτες τις κατατεθείσες ενώπιόν του προτάσεις της αναιρεσίβλητης, κατά τη συζήτηση της έφεσης του αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η άνω απόφαση, καθόσον:

«απλά ενσωμάτωσε σ’αυτές όλες τις προτάσεις που είχε καταθέσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να κάνει ιδιαίτερη αναφορά στις σελίδες αυτών και στους ισχυρισμούς που επαναφέρει». Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου δεν προκύπτει ότι υπάρχει ενσωμάτωση σε αυτές των πρωτόδικων προτάσεών της και της προσθήκης αυτών και γενική επίκληση του περιεχομένου τους.

Η γενόμενη στο 1ο φύλλο των πιο πάνω κατ' έφεση προτάσεων της αναιρεσίβλητης αναφορά: «στις από 30.01.2017 προτάσεις της μετά των υποβληθεισών ενστάσεών της, της από 15.02.2017 προσθήκης- αντίκρουσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά των συμπληρωματικών από 28.02.2017 προτάσεων και της από 15.03.2017 προσθήκης αντίκρουσης, ενώπιον του αυτού ως άνω δικαστηρίου μετά των υπέρ αυτής εναγομένης και τώρα εφεσίβλητης από 15.02.2017 και από 17.01.2017 προσθέτων παραμβάσεων, προσαγόμενες με επίκληση (σχετ.2), επάγομαι τα ακόλουθα [...]» αφορά στην επίκληση και προσκομιδή των εν λόγω δικογράφων, χωρίς να επηρεάζει το κύρος των εν λόγω προτάσεων.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός ως προς τις άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμος. Επομένως, ο 4ος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του.

Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, με την επίκληση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 80, 82, 83 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δέχθηκε την ασκηθείσα, απαραδέκτως, ενώπιον του πρόσθετη παρέμβαση της Ε.

Ν., καθώς επίσης ότι: «στο διατακτικό της καθαρογραμμένης αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έχει διορθωθεί χειρόγραφα η λέξη ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ σε ΔΕΧΕΤΑΙ την πρόσθετη παρέμβαση» αν και το σχέδιο της απόφασης αναφέρει στο διατακτικό «Απορρίπτει την από 02.10.2018 πρόσθετη παρέμβαση», χωρίς να ακολουθηθεί η κατά το νόμο διαδικασία διόρθωσης των άρθρων 315-320 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω διαλαμβανόμενες σ’ αυτόν αιτιάσεις δεν ιδρύουν την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον, η ένδικη πρόσθετη παρέμβαση της ειδικής διαδόχου της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης, Ε. Ν., η οποία δεν είναι αυτοτελής, δεν αποτελεί «αίτηση», κατά την έννοια της άνω διάταξης, σύμφωνα με την προεκτεθείσα με αριθμό Β.6 νομική σκέψη (ΑΠ 1741/2012), ούτε και την από τον αριθμό 1α' του ίδιου άρθρου πλημμέλεια που επικαλείται στον ίδιο ως άνω λόγο ο αναιρεσείων, διότι οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες πιο πάνω κανόνες (άρθρα 80, 82, 83 ΚΠολΔ) είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 38/2018, ΑΠ 368/2019).

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο την ένδικη πρόσθετη παρέμβαση δεν την άφησε αδίκαστη, αλλά τη δεχθηκε κατ’ουσία (2η σελίδα 10ου φύλλου).

Συνεπώς, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος.

Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 455/2020). Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο αναιρετικό αναιρετικό λόγο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, (1) οι από τους αριθμούς 1α'και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και, ειδικότερα, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι απορρίπτοντας την αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης διαθήκης παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178ΑΚ (δικαιοπραξία αντίθετη προς τα χρηστά ήθη), σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 180, 1710, 1711, 1712 ΑΚ, «μη δεχόμενο ότι ο τρόπος κατάληψης των κληρονομιαίων στοιχείων στην εναγομένη και τα εκτιθέμενα περιστατικά που τη συνοδεύουν, καταδεικνύουν απόλυτη ψυχική και συναισθηματική εξάρτηση του διαθέτη από την εναγομένη και σαφώς πλήρη ψυχική κατάπτωση αυτού και ότι οι κληροδοτικές διατάξεις συνιστούν εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης του διαθέτη προς τα μοναδικά πρόσωπα της νόμιμης οικογενείας του, όπως είναι ο ενάγων ανηψιός του, ο οποίος αγνοήθηκε παντελώς στη διαθήκη του» και (2) η από τον αριθμό 11γ' του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία ο αναιρεσείων είχε νομίμως προσκομίσει για την απόδειξη της ακυρότητας της ένδικης διαθήκης, λόγω αντιθέσεώς της στα χρηστά ήθη.

Ο λόγος αυτός ως προς τις άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, δεν διαλαμβάνεται σ'αυτό λόγος ακυρότητας της ένδικης διαθήκης, ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 178ΑΚ, ήτοι λόγω αντιθέσεώς της στα χρηστά ήθη, ούτε συνεπώς η προσβαλλομένη θα μπορούσε να διαλάβει, σχετικές, περί αντιθέσεως της ένδικης διαθήκης στα χρηστά ήθη, παραδοχές, καθώς επίσης αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη τέτοιου λόγου ακυρότητας της διαθήκης.

Συνεπώς, ο 6ος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος.

Κατόπιν αυτών, πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και το σωρευόμενο σ’ αυτή αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, που κατέθεσαν ξεχωριστές προτάσεις και εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς πληρεξούσιους δικηγόρους, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους, (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.11.2019 αίτηση για αναίρεση της 3247/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει για καθεμία στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και

των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών

αποχωρησάντων από την Υπηρεσία,

η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ