Supreme Court dismisses appeal for some heirs but overturns lower court ruling for others regarding mental distress damages.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal for four heirs who were not parties to the original proceedings, ordering their costs against the insurance fund. Conversely, the court overturned the lower court's decision regarding mental distress damages for three other heirs, remanding the case for retrial. The ruling distinguishes between heirs who lacked procedural standing versus those whose substantive claim for non-pecuniary loss was incorrectly limited.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 286 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 4γ' of Law 4092/2012: The Supreme Court may dismiss appeals against heirs who were not parties to the original suit while simultaneously overturning lower court rulings that improperly restrict compensation for mental distress, remanding the case for a new trial.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 988 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 988/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ. του Σ., αφενός ως αρχικού διαδίκου και αφετέρου ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου κατά 50% της αποβιωσάσης αρχικής διαδίκου Ε. Μ., 2) Α. Π. συζ. Ι. Μ., 3) Τ. Μ. του Ι., 4) Ι. Π. του Θ., 5) Τ. συζ. Ι. Π., το γένος Ν. Κ., κατοίκων ... και 6) Σ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου κατά 50% της αποβιωσάσης αρχικής διαδίκου Ε. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ανύσιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Σ. του Γ., 2) Ε. Σ. του Δ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2012 αγωγή των ήδη 1ου έως και 5ης των αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Ε. Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 17-9-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή της "...", στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει το "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22114/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1877/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-6-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (573 παρ. 1 ΚΠολΔ), αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως), αν ο μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών διατυπώσεων μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης με συνέπεια, όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επαναλήψεως διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης να λογίζονται άκυρες.
Αν δε ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής αποφάσεως, τότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται ή αναλόγως να ασκούνται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ ή 556 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος ή αναλόγως να ασκούνται από τους κληρονόμους αυτού (ΑΠ 644/2014, ΑΠ 728/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η από 8-6-2017 (αρ. κατ. 8-6-2017) αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον 1ο αναιρεσείοντα Ι. Μ. του Σ., ατομικά, αλλά και με την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της αρχικής 4ης ενάγουσας - εκκαλούσας, μητέρας του, Ε.
Μ., η οποία απεβίωσε στις 24-6-2015. Επίσης, ο 6ος αναιρεσείων Σ. Μ. του Σ. ασκεί την αίτηση αναίρεσης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ως άνω αποβιωσάσης αρχικής διαδίκου, μητέρας αυτού, κατά το υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της κληρονομικής της μερίδας. Ο θάνατος και η συγγενική σχέση των ανωτέρω αναιρεσειόντων προς την αρχική ως άνω διάδικο στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθαν νόμιμα με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή αποδεικνύονται από τη με αρ.
πρωτ. …8/1/2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Δ.Ε. ... του Δήμου ..., από το με αρ. πρωτ. …1/31-3-2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του ανωτέρω Δήμου, από τα με αρ. …2/2-2-2018 και με αρ. …6/2-2-2018 πιστοποιητικά περί μη δημοσίευσης διαθήκης του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καστοριάς και του Πρωτοδικείου Καστοριάς, αντίστοιχα, από το με αρ.
…3/2-2-2018 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καστοριάς περί μη αποποίησης κληρονομίας και από το με αρ. …7/2-2-2018 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Καστοριάς περί μη κατάθεσης αγωγής αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος του 1ου και του 6ου αναίρεσείοντα, γνησίων τέκνων της αποβιωσάσης αρχικής διαδίκου.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στη δικάσιμο της 2-4-2015, δηλαδή όσο ζούσε η αρχική διάδικος και δημοσιεύτηκε στις 1-10-2015, δηλαδή μετά τον επισυμβάντα στο μεταξύ διάστημα θάνατό της (24-6-2015). Επομένως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη δεν υπάρχει στάδιο διακοπής της δίκης, εφόσον ο θάνατος επήλθε πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεσή της κατ' άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ στις 8-6-2017.
Συνεπώς οι ως άνω 1ος και 6ος αναιρεσείοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αρχικής ως άνω διαδίκου μητέρας τους, ασκούν την αίτηση αναίρεσης παραδεκτά, η συζήτηση της οποίας χωρεί νομίμως ως προς αυτούς με την ανωτέρω ιδιότητά τους, κατ' άρθρ. 556 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 8-6-2017 (αρ.
κατ. 104/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1877/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου …8, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2 - 4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από τις υπ' αρ. 10990Γ' και ...9Γ'/29-8-2017 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Θ. Μ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον 1ο αναιρεσίβλητο και στη 2η αναιρεσίβλητη (κατά το άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες και το 3ο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και χάριν συντομίας ΕΚ.
Επομένως, αφού οι 1ος και η 2η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.
Εξάλλου, η κρινόμενη από 8-6-2017 (αρ. κατ. 104/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1877/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Με το τέταρτο άρθρο του Ν. 4092/2012, ο οποίος, σύμφωνα με το έβδομο άρθρο αυτού, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 220 τ. Α'/8.11.2012), εισήχθησαν περιορισμοί στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο. Ειδικότερα, με το στοιχείο γ' του άνω άρθρου, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του Π.Δ. 237/1986 και προβλέπεται πλέον, μεταξύ άλλων, α) ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για κάθε δικαιούχο.
Με την ίδια δε αυτή διάταξη ορίστηκε περαιτέρω ότι η εν λόγω ρύθμιση "καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση" και ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως".
Οι προεκτεθείσες διατάξεις του Ν. 4092/2012 είναι ανίσχυρες για τους ακόλουθους λόγους. Ο καθορισμός του ποσού των 6.000 ευρώ ως ανωτάτου ορίου για ψυχική οδύνη κάθε δικαιούχου προσκρούει ευθέως στην παρ. 4 του άρθρου 1 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, κατά την οποία "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημιές ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1", διάταξη η οποία καλύπτει και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τα προεκτεθέντα.
Επίσης, το επιβληθέν ανώτατο όριο των 6.000 ευρώ είναι αντίθετο και προς την αρχή της stricto sensu αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδάφ. δ' του Συντάγματος), διότι η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού θα μπορούσε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό με ηπιότερο τρόπο, είτε με το να προβλεφθεί μία έκτακτη επιδότησή του από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε με το να υποχρεωθεί αυτό να εξυγιάνει τα οικονομικά του μέσω της αύξησης των εσόδων του και του περιορισμού των λειτουργικών του δαπανών.
Εξ ετέρου, η εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία περιορίζει με το ως άνω όριο την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου και επί των ήδη γεγενημένων αξιώσεων είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το προαναφερθέν άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των νόμων ισχύ.
Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 6/2007, Ολ.ΑΠ 40/1998).
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του Ν. 4092/2012 με το να περιορίσει δραστικά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καταργεί ουσιαστικά την αστική αυτή απαίτηση των δικαιούχων, που γεννήθηκε με το θάνατο συγγενικού προσώπου σε τροχαίο ατύχημα. Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων, χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας.
Και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου (Ολ.ΑΠ 3, 4 και 5/2017, Ολ.ΑΠ 4/2012).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται, κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του ερευνώμενου 1ου αναιρετικού λόγου προκύπτει, ότι σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στις 30-9-2011, στην περιφερειακή οδό της …, τραυματίστηκε θανάσιμα ο Σ.
Μ. του Ι., ηλικίας 22 ετών, από αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ...4 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της 2ης αναιρεσίβλητης, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ..., στη δικονομική και ουσιαστική σχέση της οποίας έχει υπεισέλθει το 3ο αναιρεσίβλητο ΕΚ λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας αυτής, ότι οι ήδη αναιρεσείοντες συγγενείς του θύματος και ειδικότερα, ο 1ος και η 2η τούτων γονείς, ο 3ος, αμφιθαλής αδελφός και η γιαγιά από πατρική γραμμή και ήδη αποβιώσασα, Ε.
Μ., στη θέση της οποίας έχουν υπεισέλθει κατά τα προεκτεθέντα ο 1ος και ο 6ος αναιρεσείοντες, καθώς επίσης ο παππούς και η γιαγιά του θύματος από μητρική γραμμή, ήδη 4ος και 5η αναιρεσείοντες, άσκησαν την από 19-6-2012 (αρ. κατ. 22338/2012) κύρια αγωγή με την οποία αξίωναν, μεταξύ άλλων κονδυλίων, που δεν αφορούν την αναιρετική δίκη, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, όπως περιορίστηκαν (άρθρ. 224 ΚΠολΔ) και ειδικότερα, το ποσό των 60.000 ευρώ για κάθε γονέα, 50.000 ευρώ για τον αδελφό και 18.000 ευρώ για κάθε ανιόντα.
Η αγωγή αυτή συνεκδικάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την από 17-9-2012 (αρ. κατ. ...2/2012) παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας, που δεν αφορά την παρούσα δίκη. Επί της κύριας και παρεμπίπτουσας αγωγής εκδόθηκε η υπ' αρ. 22114/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο για το τροχαίο δυστύχημα τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και, αφού απέρριψε ως αντιβαίνουσα στο ισχύον Σύνταγμα την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του ΕΚ μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ, την οποία τούτο είχε προβάλει, για το κονδύλι της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή ως προς το ανωτέρω κονδύλιο και επιδίκασε σε κάθε γονέα το ποσό των 25.000 ευρώ, στον αδελφό του θύματος 20.000 ευρώ και σε κάθε ανιόντα αυτού το ποσό των 3.000 ευρώ.
Ακολούθως, ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις και ειδικότερα, η από 10-12-2013 (αρ. κατ. …0/2013) έφεση της οικογένειας του θύματος, η από 8-10-2014 (αρ. κατ. …9/2014) έφεση του 1ου και της 2ης των εναγομένων, οδηγού και κυρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ήδη απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι και η από 2-10-2014 (αρ. κατ. …5/2014) έφεση του ΕΚ, το οποίο με τον 3ο και 4ο λόγο της έφεσής του επανέφερε, παραδεκτά κατ' άρθρ. 240 ΚΠολΔ, την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ για κάθε συγγενή ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Οι εφέσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου και μετά την ουσιαστική παραδοχή της έφεσης των συγγενών του θύματος επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε κάθε γονέα το ποσό των 35.000 ευρώ, στον αδελφό το ποσό των 30.000 ευρώ και σε κάθε ανιόντα του θύματος το ποσό των 6.000 ευρώ, ενώ επίσης, δέχθηκε την ένσταση του ΕΚ περί περιορισμού της ευθύνης του μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ για κάθε συγγενή κρίνοντας αυτήν νόμιμη κατά το άρθρο 4 εδ.
γ' του Ν. 4092/2012. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο για το ερευνώμενο με τον 1ο αναιρετικό λόγο ζήτημα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το άρθρο μόνο του Ν. 4147/1961 η Ελλάδα, υποχρεωμένη προς τούτο, ως μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, κύρωσε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Στρασβούργου ''Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως έναντι αστικής ευθύνης αφορώσης εις αυτοκίνητα οχήματα'' της 20ής Απριλίου 1959.
Σύμφωνα με το άρθρο 9 της συμβάσεως ταύτης "έκαστον των Συμβαλλομένων Μερών αναλαμβάνει την υποχρέωσιν ιδρύσεως ταμείου εγγυήσεως ή λήψεως ισοδυνάμων μέτρων προς τον σκοπόν αποζημιώσεως ζημιουμένων προσώπων διά βλάβας προκαλουμένας υπό συνθήκας συνεπαγομένας αστικήν ευθύνην οσάκις δεν έχει τηρηθή η υποχρέωσις προς ασφάλισιν ή δεν επιτευχθή η αναγνώρισις του υπευθύνου προσώπου ή η προκειμένη περίπτωσις αποτελεί μίαν των εξαιρουμένων της ασφαλίσεως συμφώνως προς την πρώτην πρότασιν της παρ. 1 του άρθρ. 3 των συνημμένων διατάξεων''.
Εκ τούτων προέκυπτε η υποχρέωση της Χώρας μας να ιδρύσει "Ταμείο Εγγυήσεως'' για την καταβολή αποζημιώσεων σε ζημιωθέντες σε τροχαία ατυχήματα από εξ αρχής ανασφαλίστους ή αγνώστους υπευθύνους του ατυχήματος, η οποία εκπληρώθηκε με την ίδρυση του Επικουρικού Κεφαλαίου, περί του οποίου τα άρθρα 16 έως 25 του Ν. 489/1976.
Όμοιες υποχρεώσεις για τη Χώρα μας, για ίδρυση και, συνακολούθως, διατήρηση τοιούτου Ταμείου, πηγάζουν και από το ενωσιακό δίκαιο. Συγκεκριμένα, από το άρθρο 10 παρ. 1 της κωδικοποιημένης ασφαλιστικής Οδηγίας αυτοκινήτων 2009/103 (που κωδικοποίησε και τροποποίησε τις πέντε προηγηθείσες υπ' αριθμ. 72/166/ΕΟΚ, 84/5/ΕΟΚ, 90/232/ΕΚ, 2000/26/ΕΚ και 2005/14/ΕΚ Οδηγίες αυτοκινήτων, τις οποίες και κατήργησε με το άρθρο 29 αυτής, με συνέπεια να είναι κενή περιεχομένου κάθε πλέον παραπομπή σ' αυτές), προβλέπεται "υποχρέωση των Κρατών μελών να ιδρύουν οργανισμό με αποστολή ν' αποζημιώνει τα θύματα ατυχημάτων προκαλούμενα από ανασφάλιστα ή αγνώστων στοιχείων οχήματα''.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. 14 και 53 εισαγωγικές σκέψεις (recital) της Οδηγίας αυτής, όταν το όχημα που προκάλεσε το ατύχημα δεν είναι ασφαλισμένο ή όταν είναι αδύνατο να διαπιστωθεί η ταυτότητα του ασφαλιστή, ο ζημιωθείς θα πρέπει να ικανοποιείται από το Ταμείο Εγγυήσεων ("Οργανισμό" κατά την Οδηγία), που θα εξασφαλίζει ότι το θύμα δεν θα παραμείνει χωρίς αποζημίωση, στην περίπτωση που το όχημα που προξενεί το ατύχημα δεν είναι ασφαλισμένο ή είναι αγνώστων στοιχείων.
Μετά ταύτα, το κατά τις διατάξεις των άρθρων 16 επ. του Ν. 489/76 "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων'' και συντετμημένα "Επικουρικό Κεφάλαιο'', είναι το ελληνικό "Ταμείο Εγγύησης" της Συμβάσεως του Στρασβούργου και ο "Οργανισμός'' της κανονιστικής Οδηγίας 2009/103 που εδρεύει στην Αθήνα και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Ανάπτυξης.
Μέλη δε του Επικουρικού Κεφαλαίου καθίστανται υποχρεωτικά οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, καθώς και τα ΝΠΔΔ ή οι οργανισμοί κοινής ωφελείας των οποίων τα οχήματα εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφαλίσεως {άρθρο 18 Ν. 489/1976), για την εκπλήρωση δε του σκοπού του επιβάλλεται, εκ του νόμου, εισφορά υπέρ αυτού, το ανώτατο όριο της οποίας καθορίζεται με την εκάστοτε απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, υπολογιζομένη σε ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα, η οποία βαρύνει κατά ποσοστό 70% τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και κατά ποσοστό 30% τους ασφαλισμένους (άρθρο 20 παρ. 1 Ν. 489/1976).
Από την νομοθεσία λοιπόν που το διέπει, τον τρόπο λειτουργίας του και τους σκοπούς που εξυπηρετεί, προκύπτει ότι, παρά την ιδιωτικού δικαίου νομική μορφή του, το Επικουρικό Κεφάλαιο επιτελεί δημοσία λειτουργία και έχει, ως εκ τούτου, δημόσιο χαρακτήρα, κατ' άλλη δε διατύπωση, είναι ιδιότυπο νομικό πρόσωπο, ιδιωτικού μεν δικαίου κατά τον ιδρυτικό του νόμο, αποβλέπον όμως στην εκπλήρωση σκοπών δημοσίου συμφέροντος και επωμιζόμενο, σε ευρεία έννοια, αποστολή φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως (Φιλ.
Δωρής, ΝοΒ 1982, σελ. 897 επ., Κρητικός, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, έκδ. 2008, παρ. 31, αριθ. 2). Περαιτέρω, με το τέταρτο άρθρο του Ν. 4092/2012, ο οποίος, σύμφωνα με το έβδομο άρθρο αυτού, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 220 τ. Α/8-11-2012), εισήχθησαν περιορισμοί στις αποζημιώσεις που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο σε περίπτωση πτωχεύσεως του ασφαλιστή ή ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας του, καθώς επίσης και περιορισμοί στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.
Ειδικότερα, με το στοιχείο γ' του άνω άρθρου αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του Π.Δ/τος 237/1986 και προβλέπεται πλέον, μεταξύ άλλων, α) ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσόν των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για κάθε δικαιούχο και β) ότι η αποζημίωση, στην περ ίπτωση πτωχεύσεως του ασφαλιστή ή ακάρπου εκτελέσεως σε βάρος του ή ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας, δεν καταβάλλεται ολόκληρη, αλλά με βάση τα ποσοστά που η διάταξη αυτή καθορίζει, κυμαινόμενα μεταξύ 70% έως 90%, μη δυναμένη να υπερβεί, κατ' ανώτατο όριο, το ποσόν των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ.
Με την αυτή δε αυτή διάταξη ορίσθηκε, περαιτέρω, ότι η εν λόγω ρύθμιση "καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση'' και ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως''.
Επί των προαναφερομένων περιορισμών της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου λεκτέα τα ακόλουθα: Ο θεσμοθετηθείς ποσοτικός περιορισμός της οφειλομένης από το Επικουρικό Κεφάλαιο χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης δεν αντίκειται στο άρθρο 10 παρ, 1 της, ως ανωτέρω, κωδικοποιητικής Οδηγίας του Συμβουλίου της 16-9-2009.
Και τούτο γιατί, από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής και το πνεύμα της Οδηγίας, συνάγεται ότι αυτή επιτάσσει μόνο την αποζημίωση των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων και όχι και της οικογένειάς τους. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη ρητή επίκληση, στην 14η αιτιολογική σκέψη της ως άνω κωδικοποιητικής Οδηγίας 2009/103/ΕΚ, της ανάγκης να εξασφαλιστεί μέσω του παρ' αυτής προβλεπομένου Οργανισμού, ότι το "το θύμα δεν θα παραμένει χωρίς αποζημίωση στην περίπτωση που το όχημα που προξένησε το ατύχημα δεν είναι ασφαλισμένο ή είναι αγνώστων στοιχείων''.
Συνεπώς, η Οδηγία δεν επιτάσσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης κατά την έννοια του άρθρου 932 Α.Κ., για το λόγο ότι αυτή δεν συνιστά αξίωση αποζημιώσεως του ιδίου του θύματος, αλλά τρίτων προσώπων, ήτοι αυτών της οικογενείας του. Να σημειωθεί μάλιστα εδώ ότι, από τη διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 1 της προαναφερθείσης κωδικοποιητικής οδηγίας 2009/ 103/ΕΚ, η οποία αναφέρεται σε "υλικές ζημίες ή σωματικές βλάβες'' (και προδήλως καλύπτει τις αξιώσεις των άρθρων 928 -931 του Α.Κ.), είναι εξαιρετικά αμφίβολο ακόμη και αν η οδηγία επιτάσσει τη χρηματική ικανοποίηση του ιδίου του θύματος λόγω ηθικής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 932 του Α.Κ.
Το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα, αν δηλαδή στην αποζημίωση του θύματος για σωματικές βλάβες, την οποία επιτάσσει η οδηγία, συμπεριλαμβάνεται και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έχει τεθεί και εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αίτηση που υπέβαλε δικαστήριο της Λεττονίας για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Είναι, ωστόσο, προφανές ότι, αν αμφισβητείται ερμηνευτικά η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ιδίου του παθόντος, κατά μείζονα λόγο πρέπει να γίνει δεκτό ότι η οδηγία δεν επιτάσσει να καλύπτεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης της οικογενείας του θύματος. Αντίθετα συμπεράσματα δεν μπορούν να εξαχθούν ούτε από τη νομολογιακή θέση, όπως εκφράσθηκε με την υπ' αριθμ. 9/1993 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου (ΕλλΔνη 1994.332), αφού η απόφαση αυτή απλώς ερμήνευσε την εθνική νομοθεσία (Π.Δ. 237/1986), όπως ίσχυε τότε, και έκρινε ότι η καλυπτομένη αστική ευθύνη από τη θανάτωση ή τη σωματική βλάβη προσώπου, κατά το εθνικό δίκαιο, περιλαμβάνει και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης, χωρίς να διαλάβει οποιαδήποτε κρίση για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
Τελικά, η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης της οικογενείας του θύματος δεν προβλέφθηκε στο εθνικό δίκαιο σε εκπλήρωση υποχρεώσεως που απορρέει από το κοινοτικό τοιούτο, αλλά αυτοτελώς από τον εθνικό νομοθέτη, στα πλαίσια της διαπλαστικής του εξουσίας και, συνεπώς, ο κατά τα άνω περιορισμός που εισήχθη με το Ν. 4092/2012, μόνο ως προς τη συμβατότητά του με το Σύνταγμα ή της ΕΣΔΑ μπορεί να ελεγχθεί, ζήτημα ως προς το οποίο σημειωτέα τα ακόλουθα:
Η παρέμβαση του Επικουρικού Κεφαλαίου στην ασφαλιστική αγορά είναι κατά κυριολεξία, και όχι κατ' όνομα μόνο, επικουρικού χαρακτήρα, αφού η εναντίον του διεκδίκηση αποζημιώσεως παρά του δικαιούχου δεν στερεί ποσώς στον τελευταίο τη δυνατότητα να στραφεί ελεύθερα και χωρίς όριο ποσού κατά των έναντί του εκ του τροχαίου συμβάντος ευθυνομένων, οι οποίοι, δυνητικά, μπορεί να είναι όλοι ή ορισμένοι από τους υπαίτιο οδηγό, τυχόν προστήσαντα αυτόν, κύριο ή κάτοχο του ζημιογόνου αυτοκινήτου, χωρίς να παραβλέπεται και η υποχρέωση ασφαλιστικού φορέα του παθόντος να καλύψει την ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη, αλλά και μέρος των εκ της εργασίας του εισοδηματικών απωλειών.
Υπό τα δεδομένα αυτά ο νομοθετικός περιορισμός του ποσού, που ο δικαιούχος μπορεί να διεκδικήσει από το Επικουρικό Κεφάλαιο, συνιστά απλό περιορισμό και όχι στέρηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι ο δικαιούχος δεν εμποδίζεται να διεκδικήσει τις αξιώσεις του από τους πρωτογενώς ευθυνομένους.
Κατά συνέπεια, η ανωτέρω ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, άλλ' ούτε και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού με τον ανωτέρω περιορισμό δεν επέρχεται "απόσβεση ή κατάργηση'', δηλαδή στέρηση περιουσιακών δικαιωμάτων. Εξ άλλου, από την αιτιολογική έκθεση του, ως άνω, Ν. 4092/2012 προκύπτει, ότι τόσο ο ποσοτικός περιορισμός του ύψους της καταβλητέας από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημιώσεως λόγω ψυχικής οδύνης, όσο και ο αναλογικός περιορισμός της εκ των λοιπών αιτιών οφειλομένης παρ' αυτού αποζημιώσεως, προβλέφθηκαν ακριβώς για να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητα του Επικουρικού Κεφαλαίου, το έλλειμμα του οποίου ανήλθε στο ύψος των επτακοσίων εκατομμυρίων (700.000.000) ευρώ, ελήφθησαν δε αυτοί οι περιορισμοί κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσεως που διέρχεται η Χώρα αλλά και της οικονομικής κρίσεως του ιδίου του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Εν όψει δε του γεγονότος ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο επιτελεί, κατά τα προαναφερθέντα, λειτουργία δημοσίου συμφέροντος και οιονεί κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν προκύπτει ούτε παραβίαση της καθιερωμένης με το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας. Και τούτο γιατί η συνέχιση της επιβιώσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου συνιστά ωφέλεια ανώτερη από τον περιορισμό των δικαιωμάτων των ζημιουμένων, αφού, αν έπαυε η λειτουργία του, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη ζημία των θυμάτων, αλλά και του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο θα έφερε, έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ευθύνη από τη μη εφαρμογή της πιο πάνω κωδικοποιητικής Οδηγίας.
Τελικά, υπό πάντα τα προαναφερόμενα δεδομένα, ο ποσοτικός αλλά και ο αναλογικός περιορισμός των οφειλών του Επικουρικού Κεφαλαίου προς τους δικαιούχους, που καθιερώθηκε με το Ν. 4092/2012, δεν αντίκειται στο Κοινοτικό Δίκαιο, ούτε στη συνταγματική τάξη, ούτε στις διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της.
Περαιτέρω, ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προσδίδει στο νόμο αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν προσβάλλει συνταγματικά προστατευόμενα δικαιώματα και ιδίως δεν υπερβαίνει τα όρια που θέτει το Σύνταγμα, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ. Πλέον ειδικότερα, από τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, με τα οποία κατοχυρώνεται, αντιστοίχως, η αρχή της ισότητας, το δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας από τα δικαστήρια και η αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται, κατ' αρχάς, να μεταβάλλει, ακόμη και αναδρομικά, τις κείμενες ουσιαστικές ρυθμίσεις του νόμου, αρκεί η επέμβασή του αυτή να μην αποτελεί ευθεία κύρωση της διοικητικής πράξεως, της οποίας η νομιμότητα είναι εκκρεμής ενώπιον των δικαστηρίων, να μην προσβάλλει το δεδικασμένο ή την αρχή της μη αναδρομικότητος των διατάξεων που επιβάλλουν κυρώσεις, να αιτιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και να μην προσβάλλει την αρχή της αναλογικότητος.
Ο νομοθέτης δεν μπορεί, εν πάσει περιπτώσει, επ' ευκαιρία τέτοιων αναδρομικών ουσιαστικών ρυθμίσεων να θεσπίζει απόσβεση των απαιτήσεων που απορρέουν από τις ρυθμίσεις αυτές, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις δικαστηρίων ή υπάρχουν εκκρεμείς δίκες ενώπιον του Αναιρετικού Δικαστηρίου, ούτε μπορεί να καταργεί τις δίκες αυτές, γιατί διαφορετικά θα αφαιρείτο η διαφορά από το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είναι εκκρεμής, κατά παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος, θα παραβιάζετο δε επίσης, συντρεχούσης περιπτώσεως, και η αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων, καθώς και η αρχή της ισότητος των όπλων που διαθέτουν οι διάδικοι.
Eν όψει τούτων, η περιεχομένη στην παρ. 2 του άρθρου 19 του Ν. 489/1976, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. γ' του τετάρτου άρθρου του Ν. 4092/2012, διάταξη, κατά την οποία ο κατά τα άνω ποσοτικός και αναλογικός περιορισμός των καταβαλλομένων από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημιώσεων καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες κατ' αυτού αξιώσεις, χωρίς, πάντως, να θίγονται αυτές που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση, είναι προφανές ότι συνταυτίζεται με τους παραπάνω νομολογιακούς κανόνες, κατά τρόπο που να μην είναι αντίθετη στις προαναφερόμενες αρχές.
Και τούτο γιατί, κατ' αρχάς, δεν οδηγεί σε κατάργηση εκκρεμών δικών, ούτε σε απόσβεση απαιτήσεων, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις, τη στιγμή που ούτε καν θίγει απαιτήσεις, οι οποίες έχουν επιδικασθεί με οριστικές απλώς αποφάσεις. Εξ άλλου, με δεδομένο ότι, όπως επανειλημμένως ανωτέρω αναφέρθηκε, το Επικουρικό Κεφάλαιο επιτελεί λειτουργία δημοσίου συμφέροντος και οιονεί κοινωνικής ασφαλίσεως, η βιωσιμότητα και το αξιόχρεο αυτού, προκειμένου να συνεχιστεί απρόσκοπτα η καταβολή, έστω και μειωμένων, των αποζημιώσεων στους δικαιούχους, έναντι του ενδεχομένου ολοσχερούς διακοπής καταβολής τους σε περίπτωση αναστολής της λειτουργίας του, συνιστά επαρκώς επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογεί τη συγκεκριμένη ρύθμιση.
Κατά συνέπεια, η πρόβλεψη ότι οι περιοριστικές των καταβαλλομένων παρά του Επικουρικού Κεφαλαίου αποζημιώσεων ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και τις ήδη γεγεννημένες κατ' αυτού αξιώσεις, χωρίς πάντως να θίγουν αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη, κατά το Σύνταγμα, αναδρομικότητα, αλλά και, εν όψει του προαναφερθέντος επικουρικού χαρακτήρα της παρεμβάσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου στην ασφαλιστική αγορά, δεν ευρίσκεται σε αντίθεση ούτε με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της, αφού η αναδρομικότητα δεν πλήττει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του παθόντος έναντι των πρωτογενώς ευθυνομένων, ούτε άγει σε στέρηση περιουσιακών του δικαιωμάτων, ενώ θα μπορούσε να θεωρηθεί και επιβεβλημένη για λόγους ισότητος και δη για να μη αφεθεί ο γενόμενος περιορισμός των αποζημιώσεων στο τυχαίο γεγονός της ενάρξεως της τυπικής ισχύος του προμνησθέντος Ν. 4092/2012.
Τέλος, το ευνοϊκό επιτόκιο σε ποσοστό 6% για τους τόκους που βαρύνουν το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρο 4 παρ. 1) ή στην ΕΣΔΑ (άρθρο 6 παρ. 1) ή στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της. Και τούτο γιατί επιβλήθηκε από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος (και όχι απλώς ταμειακού), που σχετίζονται με την προστασία της περιουσίας του, προκειμένου να είναι σε θέση να εκπληρώνει την εγγυητική λειτουργία και τους δημοσίου χαρακτήρα σκοπούς του, αφού αυτό τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Κράτους, το οποίο είναι αναγκασμένο, τελικά, να καλύπτει από τον προϋπολογισμό του τις ανάγκες αυτού σε καταβολές αποζημιώσεων, λαμβανομένων υπ' όψιν και των πολύ δυσχερών δημοσιονομικών στοιχείων των τελευταίων ετών, που αναγκάζουν το Κράτος σε περικοπές σε πολύ σημαντικότερους τομείς, όπως η υγεία και η κοινωνική πρόνοια, έτσι ώστε να δικαιολογούνται και περιορισμοί στον τομέα της καλύψεως των τροχαίων ατυχημάτων, τη στιγμή, μάλιστα, που παραμένει ακεραία η παράλληλη ευθύνη του υπαιτίου οδηγού και των λοιπών συνευθυνόμενων...
Εν όψει τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δεν εφήρμοσε, με την εκκαλουμένη απόφασή του, τους ορισμούς του προμνησθέντος, ισχύοντος ήδη κατά τη συζήτηση, της ενδίκου αγωγής, Ν. 4092/2012, αρνηθέν, ως αντισυνταγματική και αντίθετη στους ορισμούς της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της, την εφαρμογή του, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου, όπως βασίμως ισχυρίζεται το εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου, τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο της υπ' αριθμ.
καταθέσεως …5/2014 ενδίκου εφέσεώς του. Κατ' ακολουθίαν πάντων τούτων, κατά παραδοχή των αμέσως ανωτέρω λόγων της εφέσεως του εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου, του τρίτου λόγου της υπ' αριθμ. καταθέσεως …9/2014 εφέσεως των λοιπών εναγομένων και του πρώτου λόγου της υπ' αριθμ. καταθέσεως ...0/2013 εφέσεως των εναγόντων, αλλά και του εξ αυτού αναγκαίως εξαρτωμένου δευτέρου λόγου της, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε επί της κυρίας, ως άνω, αγωγής και δη, για την ενότητα της εκτελέσεως, στο σύνολό της, να κρατηθεί, κατά το μέρος αυτό, η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο και να εξετασθεί, υπό το πρίσμα των κατά τα άνω παραδοχών του Δικαστηρίου, στην ουσία της η ένδικη από 19-6- 2012 και υπ' αριθμ.
καταθέσεως 22338/2012 κυρία αγωγή...". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο και με το να κρίνει νόμιμη και ισχυρή τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ' του Ν. 4092/2012, την οποία εφάρμοσε περιορίζοντας το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για κάθε συγγενή, κατ' ανώτατο όριο μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ, παραβίασε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 25 παρ. 1 περ.
δ' του ισχύοντος Συντάγματος, άρθρο 6 ΕΣΔΑ και την Οδηγία 84/5/ΕΟΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και εσφαλμένα δεν υπήγαγε στους ανωτέρω κανόνες δικαίου τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, τα οποία πληρούσαν το πραγματικό τους, τους οποίους επομένως παραβίασε ευθέως με το να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 4 εδ.
γ' του Ν. 4092/2012, αν και αυτή είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, αναφορικά με το 3ο αναιρεσίβλητο ΕΚ, κατά το μέρος, που η ανωτέρω αξίωση έχει επιδικασθεί στους γονείς και στον αδελφό του θύματος και ήδη 1ο, 2η και 3ο αναιρεσείοντες.
Αντίθετα, ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες - ανιόντες (γιαγιά - παππού) του θύματος και κληρονόμους της άλλης γιαγιάς που ήδη απεβίωσε, ως προς τους οποίους το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ανερχόταν σε 6.000 ευρώ σε καθένα τούτων και συνεπώς, δεν υπερέβαινε το όριο της διάταξης του άρθρου 4 εδ.
γ' του Ν. 4092/2012, ώστε να δικαιολογείται από αυτούς η υποβολή του ως άνω 1ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 1561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).
Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.
Τέτοιες είναι, κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 Α.Κ. (ΑΠ Ολ. 40/1998).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος, 932 ΑΚ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτούς και με ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, επιδίκασε σε κάθε γονέα 35.000 ευρώ, στον αδελφό 30.000 ευρώ και σε κάθε ανιόντα 6.000 ευρώ, ποσά που είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τα αιτηθέντα από αυτούς, σύμφωνα με τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος, κατά παράβαση της Συνταγματικής Αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας και συγχρόνως, απαξίωσε την ενοχική ως άνω αξίωσή τους, την οποία προστατεύουν οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, σύμφωνα με την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στο ερευνώμενο με τον 3ο λόγο αναίρεσης ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης τα ακόλουθα, κατ' ακριβή αντιγραφή: "Περί την 01.15' μεταμεσονύκτια ώρα της 30ής Σεπτεμβρίου 2011 ο Σ.
Μ. του Ι., γνήσιο τέκνο των δύο πρώτων εναγόντων, Ι. Μ. και Α. Π. - Μ., αδελφός του τρίτου εξ αυτών, Τ. Μ. και εγγονός των λοιπών εναγόντων, Ε. Μ., Ι. Π. και Τ. Π., εκινείτο, οδηγών την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...5 δίκυκλη μοτοσικλέτα του και ακολουθών τους προπορευομένους και εποχουμένους επίσης δικύκλων μοτοσικλετών πέντε φίλους του, επί της βοηθητικής λωρίδος κυκλοφορίας του προς ανατολάς κατευθυνομένου και έχοντος τρεις, κατά την κατεύθυνση αυτή, λωρίδες κυκλοφορίας ρεύματος πορείας της περιφερειακής οδού …, με πρόθεση, εισερχόμενος σ' αυτή, να κατευθυνθεί προς τον οικισμό της ....
Στον αυτό χρόνο όπισθεν της προαναφερθείσης μοτοσικλέτας και επί της ιδίας βοηθητικής λωρίδος της άνω οδού εκινείτο, προς την αυτή κατεύθυνση και με σκοπό επίσης όπως εισέλθει στο άνω ρεύμα της περιφερειακής οδού, ο πρώτος εναγόμενος, Χ. Σ., οδηγών το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...4 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δευτέρας εναγομένης - μητέρας του, Ε.
Σ., που ήταν ασφαλισμένο για την εκ της κυκλοφορίας του έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία υπό την επωνυμία "...'', στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας, μετά την ανάκληση της αδείας της, υπεισήλθε, όπως προαναφέρθηκε, το εν προκειμένω πλέον διάδικο Επικουρικό Κεφάλαιο...".
Εκθέτοντας στη συνέχεια τις συνθήκες του ενδίκου συμβάντος, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την επέλευση του ατυχήματος είναι ο εναγόμενος οδηγός του επιβατηγού αυτοκινήτου, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, όπως είχε δεχθεί και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ακολούθως, το Εφετείο προκειμένου να καθορίσει και να επιδικάσει τα ανωτέρω ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους αναιρεσείοντες συγγενείς δέχθηκε, επίσης ανελέγκτως αναιρετικά, τα ακόλουθα περιστατικά, που αποτελούν τα προσδιοριστικά στοιχεία και τις συμπαρομαρτούσες συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, κατά το ένδικο τροχαίο συμβάν ο οδηγός της δικύκλου μοτοσικλέτας υπέστη βαρύτατες σωματικές κακώσεις, οι οποίες και οδήγησαν στον ακαριαίο θάνατό του.
Κατά την σχετικώς συνταχθείσα ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του Ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας …, Μ. Γ., εκ της νεκροψίας - νεκροτομής του πτώματος του θανόντος διαπιστώθηκε: α) Κατά την κεφαλή: Εκτεταμένη επικράνιος αιμορραγία μετωποφοβρεγματικά και κροταφοϊνιακά άμφω, συντριπτικά συμπιεστικά συνθλιπτικά κατάγματα των οστών του σπλαγχνικού κρανίου, συνθλιπτικές αιμορραγικές τρώσεις των μαλακών μορίων του προσώπου, συντριπτικά κατάγματα του θόλου του κρανίου, τραυματικές αιμορραγικές τρώσεις της εγκεφαλικής ουσίας και διαχωριστικά κατάγματα της βάσεως του κρανίου με πλήρη καταστροφή της ανατομικής δομής του προσθίου και μέσου κρανιακού βόθρου.
β) Κατά το λαιμό και θώρακα: Αιμορραγικές διηθήσεις των μεσοπλεύρων μυών 4ης έως 7ης πλευράς του αριστερού ημιθωρακίου, με πιθανά ρωγμώδη κατάγματα των εν λόγω πλευρών, αιμορραγική τραυματική τρώση του αριστερού πνεύμονα, θλάσεις των πνευμόνων, ασφυκτικές κηλίδες πνευμόνων και μικρός αιμοθώρακας αριστερά.
γ) Κατά την κοιλία: Τραυματικές αιμορραγικές τρώσεις σπληνός, γραμμοειδείς ρήξεις του ήπατος, αιμοπεριτόναιο και αιμορραγικές θλάσεις του εντερικού σωλήνα. Υπό τις διαπιστώσεις αυτές ο ιατροδικαστής απέληξε στο συμπέρασμα ότι ο προαναφερόμενος έφερε "πολλαπλές κακώσεις οι οποίες περιγράφηκαν ανωτέρω και προκλήθηκαν συνεπεία τροχαίου ατυχήματος.
Ο θάνατός του οφείλεται σε αυτές και επήλθε εντός παρόντος 24/ώρου". Εν όψει του είδους και της φύσεως των σωματικών βλαβών του θανόντος, που αποδίδουν εικόνα πολυτραυματία σε βαρύτατη, καθ' όλα, σχεδόν, τα ζωτικά όργανά του, γενική κατάσταση και, προεχόντως, των πορισμάτων της ιατροδικαστικής εκθέσεως, η οποία αποδίδει το θάνατό του στο σύνολο των κακώσεων αυτών, χωρίς να διακρίνει ποία, από απόψεως βαρύτητος και συμμετοχής στο θανατηφόρο αποτέλεσμα, ήταν η κρίσιμη στην επέλευσή του, καθίσταται σαφές για το Δικαστήριο ότι ο θάνατος του παθόντος, στο ένδικο τροχαίο συμβάν οφείλεται σε ισότιμες βαρύτατες κακώσεις κατά την κεφαλή, το θώρακα και την κοιλία, υπό την έννοια ότι εκάστη ήταν ικανή αυτοτελώς να προκαλέσει το θανατηφόρο αποτέλεσμα..."
και στη συνέχεια, το Εφετείο, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο θανών, Σ. Μ., διήνυε, κατά το χρόνο του ενδίκου συμβάντος, το εικοστό δεύτερο (22ο) έτος της ηλικίας του και ήταν γνήσιο τέκνο των εκ των εναγόντων, Ι. Μ. και Α. Π., αδελφός του ενάγοντος Τ.
Μ. και εγγονός των λοιπών εναγόντων. Άπαντες οι προαναφερόμενοι διατηρούσαν ισχυρές σχέσεις στοργής και αγάπης με τον θανόντα, ο αδόκητος και αιφνίδιος θάνατος του οποίου, που επήλθε υπό τις άνω τραγικές περιστάσεις, προξένησε μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά αυτών, οι οποίοι περιλαμβάνονται άπαντες στην, κατά την προαναφερθείσα έννοια, οικογένειά του, αφού δημιούργησε σ' αυτούς έντονα συναισθήματα θλίψεως και οδύνης.
Για να επέλθει μιας μορφής εξισορρόπηση από την δυσμενή αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε στους ενάγοντες και να δοθεί σ' αυτούς κάποια ευχέρεια να την ξεπεράσουν, πρέπει να τους επιδικασθεί, και δη κατά τους όρους της προμνησθείσης διατάξεως του άρθρου 932 του Α.Κ., χρηματική ικανοποίηση, η οποία αποσκοπεί στην ανακούφισή τους από τη λύπη, τον πόνο και τη στενοχώρια και, προεχόντως, στην παροχή προς αυτούς οικονομικών μέσων, που σε κάποιο βαθμό είναι ικανά να συντελέσουν στην άρση των ηθικών συνεπειών της προσβολής που υπέστησαν, προκειμένου να καταστεί, στο μέτρο του εφικτού, δυνατή η ηθική τους παρηγορία και η ψυχική τους ικανοποίηση.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ' όψιν το είδος της προσβολής, την διάρκεια και την ένταση της θλίψεως και του ψυχικού άλγους που οι προαναφερόμενοι ενάγοντες δοκίμασαν, δοκιμάζουν και θα δοκιμάζουν καθ' όλη τη διάρκεια του βίου τους, την απαιτουμένη για την καταπολέμησή του προσπάθεια ενός εκάστου εξ αυτών, το στενό συναισθηματικό σύνδεσμο και τον βαθμό συγγενείας που τους συνέδεε με τον θανόντα, τη μικρή ηλικία του τελευταίου, τις συνθήκες υπό τις οποίες επισυνέβη ο θάνατός του, το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου προσώπου στην επέλευση του ενδίκου συμβάντος, κρίνει ότι πρέπει, κατά μερική παραδοχή και ως ουσία βασίμου του αντιστοίχου αγωγικού κονδυλίου, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, σε ολόκληρο μέχρι του ποσού ευθύνης εκάστου, να καταβάλουν στους ενάγοντες, οι μεν δύο πρώτοι, εκ των οποίων η δευτέρα μέχρι του εν προκειμένω ύψους ευθύνης της, ποσόν 35.000 ευρώ σε καθένα των εναγόντων γονέων του θανόντος, ποσόν 30.000 ευρώ στον ενάγοντα αδελφό του και ποσόν 6.000 ευρώ σε καθένα των εναγόντων ανιόντων του...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης του 3ου αναιρεσείοντα - αδελφού του θύματος σε 30.000 ευρώ και του κάθε ανιόντα του θύματος σε 6.000 ευρώ, ήδη 4ου και 5ης τούτων και της αρχικής διαδίκου γιαγιάς του, Ε. Μ., στη θέση της οποίας ως νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου καθένας υπεισήλθαν οι 1ος και 6ος αναιρεσείοντες, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν μειονεκτούν και μάλιστα καταφανώς εκείνων, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε αδελφό και ανιόντες του θύματος.
Επομένως ο 3ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες-συγγενείς του θύματος, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αντίθετα, όμως, το Εφετείο, με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των 1ου και 2ης των αναιρεσειόντων - γονέων του θύματος στο ποσό των 35.000 ευρώ για καθένα, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ελλιπείς αιτιολογίες την Αρχή της Αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό μειονεκτεί καταφανώς εκείνου, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις σε γονείς θυμάτων.
Επομένως, ο 3ος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο 1ος και η 2η των αναιρεσειόντων, γονείς του θύματος, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1δ' του Συντ/τος, 932 ΑΚ και των υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, η απαίτηση από αδικοπραξία για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 76/2016) και με τους οποίους κανόνες οι 1ος και 2η αναιρεσείοντες - γονείς αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της αρχής της Αναλογικότητος και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σε καθένα από αυτούς, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το προαναφερόμενο ποσό (35.000 ευρώ), το οποίο είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με το ποσό που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις σε γονείς και προκύπτει από τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔικ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι αντικείμενο διόρθωσης δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του Δικαστηρίου, αλλά μόνο ακούσιες πλημμέλειες που παρεισφρύουν κατά την σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης (ΑΠ 1595/2003). Τα ως άνω σφάλματα πρέπει να είναι πρόδηλα, δηλαδή να προκύπτουν από το κείμενο της απόφασης και των στοιχείων, που ορίζουν το περιεχόμενο αυτής ή από τα πρακτικά ή από τις προτάσεις ή τα δικόγραφα των διαδίκων, έτσι ώστε να αποκλείεται η διόρθωση με βάση νέα στοιχεία (ΑΠ 251/2004 ΑΠ 1856/1999).
Η αιτία της παραδρομής είναι αδιάφορη. Μπορεί να οφείλεται σε αμέλεια του Δικαστηρίου ή των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους. Δεκτική διορθώσεως, τέλος, είναι και η μη οριστική απόφαση, ανεξάρτητα από τη δυνατότητα ανάκλησής της κατ' άρθρο 309 του ΚΠολΔ (ΑΠ 7/2015). Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξ αιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ (ΑΠ 644/2014, πρβλ.
επίσης ΑΠ 1341/2014, ΑΠ 41/2009).
Με τον 2ο αναιρετικό λόγο, που αφορά τον 3ο αναιρεσείοντα - αδελφό του θύματος, που είναι ερευνητέος, διότι η αναιρετική εμβέλεια του 1ου λόγου αναίρεσης, που έγινε δεκτός ως προς αυτόν, κατά το μέρος, που η αναίρεση απευθύνεται μόνον κατά του 3ου αναιρεσιβλήτου ΕΚ, κατά τα προεκτεθέντα, δεν εκτείνεται και ως προς τον 2ο αναιρετικό λόγο, ο 3ος αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις ως προς το ποσό που του επιδικάσθηκε και ειδικότερα, ότι, ενώ στο σκεπτικό επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 30.000 ευρώ πλέον 1.233,33 ευρώ, ως αποζημίωση για την ολική καταστροφή της μοτοσυκλέτας του θύματος και συνολικά 31.233,33 ευρώ, στο διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση αναγράφει εσφαλμένα ως επιδικασθέν σ' αυτόν ποσό 30.233,33 ολογράφως και ορθά αριθμητικά το ποσό των 31.233,33 ευρώ.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι κατ' αρχήν η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού, άλλως, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, διότι, η "αντίφαση" αφορά ακούσια πλημμέλεια-γραφικό λάθος, που παρεισέφρυσε κατά την καθαρογραφή της απόφασης και εντοπίζεται στο διατακτικό, που όμως, δεν επισύρει αναίρεση της απόφασης, αλλά διόρθωση αυτής, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 315 επ.
ΚΠολΔ. Κατόπιν όλων αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του 3ου αναιρεσιβλήτου ΕΚ, πρέπει να γίνει δεκτή ως προς τους 1ο, 2η και 3ο αναιρεσείοντες με την ιδιότητά τους ως γονείς και αδελφός του θύματος (κατά ουσιαστική παραδοχή του 1ου αναιρετικού λόγου - αντισυνταγματικότητα του άρθρ. 4γ' Ν. 4092/2012), καθώς επίσης να γίνει δεκτή η αναίρεση εναντίον όλων των αναιρεσιβλήτων ως προς τους 1ο και 2η αναιρεσείοντες γονείς κατά ουσιαστική παραδοχή του 3ου λόγου αναίρεσης (αρχή αναλογικότητας) και να απορριφθεί, κατά τα λοιπά, ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους 4ο και 5η αναιρεσείοντες (παππούς και γιαγιά από μητρική γραμμή) και ως προς τους 1ο και 6ο αναιρεσείοντες με την ιδιότητά τους ως κληρονόμων της Ε.
Μ., γιαγιάς του θύματος από πατρική γραμμή. Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, που αφορά τους 1ο, 2η και 3ο αναιρεσείοντες, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο οι 1ος, 2η και 3ος αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Βδ' ΚΠολΔ) για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ αντίθετα, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες-ανιόντες του θύματος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς τους οποίους η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των 1ου, 2ης και 3ου των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών. Αντίθετα, οι λοιποί αναιρεσείοντες - ανιόντες του θύματος, ως προς τους οποίους απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης κατ' ουσίαν και ειδικότερα, ως προς τον 4ο και 5η τούτων (παππούς και γιαγιά από μητρική γραμμή) και ως προς τον 1ο και 6ο αναιρεσείοντες, ως κληρονόμων της γιαγιάς του θύματος Ε.
Μ. από πατρική γραμμή, πρέπει να καταδικαστούν λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του 3ου αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν θα περιληφθεί διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος των αναιρεσειόντων - ανιόντων και υπέρ του 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, διότι οι τελευταίοι λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2017 (αρ. κατ. 104/2017) αίτηση αναίρεσης ως προς τους 4ο και 5η των αναιρεσειόντων και ως προς τους 1ο και 6ο τούτων με την ιδιότητά τους ως κληρονόμων της αποβιώσασας αρχικής διαδίκου Ε. Μ..
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι ανωτέρω αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του 3ου αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1877/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ) ως προς τους 1ο, 2η και 3ο των αναιρεσειόντων, καθόσον αφορά το 3ο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο κατά το κεφάλαιο, που περιόρισε το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης με βάση το άρθρο 4γ' Ν. 4092/2012.
Αναιρεί την ως άνω απόφαση ως προς τους 1ο και 2η των αναιρεσειόντων, ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους, για το κονδύλιο της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους ανωτέρω (1ο, 2η και 3ο) αναιρεσείοντες, που αυτοί έχουν καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των 1ου, 2ης και 3ου των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ