Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
988/2017 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on inheritance claim, citing procedural defects and lack of evidence.

Geschäftsnummer 988/2017
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding an inheritance dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider local customs and misinterpreted the will, but the court found these claims inadmissible due to procedural violations and lack of legal basis. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the respondents, and the original judgment regarding the inheritance rights stood.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 564(1), 569(2) of the Code of Civil Procedure; Articles 1871, 1872, 1882 of the Civil Code: An appeal must be based on grounds properly raised in the lower instance; arguments not legally presented or unsupported by evidence are inadmissible and do not justify overturning the judgment.

Schlagwörter

KI-generiert
inheritance dispute appeal dismissal procedural defect will interpretation local custom costs award civil procedure Anspruch auf Kenntnis der Abstammung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 564(1), 569(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 246, 573(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 1871, 1872, 1882 of the Civil Code
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 1781 et seq. of the Civil Code

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
OLAP 14/2004
OLAP 469/1984
OLAP 11/1996
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 988 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 988/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Μαϊου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Α. Χ. του Α. και 2) Ι. Χ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άρη Τσουκαλά, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων:1) Μ. συζ. Ε. Δ. το γένος Α. Χ., κατοίκου ..., 2)Κ. χήρας Ν. Β., το γένος Α. Χ., κατοίκου ..., 3)Μ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 4)Ά. συζ. Μ. Ζ., το γένος Α. Χ., κατοίκου ..., 5)Β. Χ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Λυγία Παπαθεοδωράκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:120/2012 του ιδίου Δικαστηρίου και 228/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 23-11-2015 αίτησή τους και τους από 26-1-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 8-5-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 23/11/2015 αίτηση και οι από 26/1/2017 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 228/2014 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου που ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 564παρ.1, 569παρ.2 ΚΠολΔ).

Συνεπώς πρέπει να συνεκδικαστούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246,573παρ.1 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1871, 1872, 1882 του ΑΚ προκύπτει ότι ο κληρονόμος δικαιούται με την περί κλήρου αγωγή να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομιάς, την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας ή κάποιου αντικειμένου της.

Ως αντικείμενα δε της κληρονομίας, των οποίων, κατά τα ανωτέρω, την απόδοση δικαιούται να απαιτήσει ο κληρονόμος με την περί κλήρου αγωγή, θεωρούνται και εκείνα επί των οποίων ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε την κυριότητα ή τη νομή ή και απλά κατοχή. Στοιχεία της περί κλήρου αγωγής, η οποία αποσκοπεί στην προστασία του καθολικού κληρονομικού δικαιώματος, είναι:

α) ο θάνατος του κληρονομουμένου, β) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος λόγω της συγγενικής του σχέσης με τον κληρονομούμενο ή από διαθήκη, γ) ότι ο κληρονομούμενος είχε στην κυριότητα ή και μόνο στη νομή ή κατοχή του κατά το χρόνο του θανάτου του τα κληρονομιαία πράγματα και δ) ότι ο εναγόμενος κατακρατεί pro herede τα κληρονομιαία, ως κληρονόμος, αντιποιούμένος κληρονομικό δικαίωμα.

Δεν αποτελούν όμως στοιχεία της βάσης της αγωγής αυτής η αποδοχή και η μεταγραφή της κληρονομίας και η κυριότητα των εναγόντων στα αντικείμενα της κληρονομίας, εφόσον η αγωγή δεν περιέχει διεκδίκηση, έστω και εάν ζητείται η απόδοση στον ενάγοντα των αντικειμένων της κληρονομίας (ΑΠ1126/2009, 788/2005). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 983, 1710, 1813 επ., 1846 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την κατ’ άρθρου 1871 του ΑΚ αγωγή περί κλήρου, στην οποία εναγόμενος μπορεί να είναι μόνο εκείνος που κατακρατεί ως κληρονόμος (pro herede) αντικείμενο της κληρονομίας (νομέας της κληρονομίας), σε περίπτωση αδικαιολόγητης κατοχής κληρονομιαίου ακινήτου χωρίς αντιποίηση κληρονομικού δικαιώματος ή με βάση ειδικό τίτλο αμφισβητουμένου κύρους ή ακόμη και σε περίπτωση απλής αμφισβήτησης από κάποιον του κληρονομικού δικαιώματος του κληρονόμου σε κληρονομιαίο ακίνητο, μπορεί να ασκηθεί από τον κληρονόμο κατ’ αυτού αναγνωριστική για το κληρονομικό δικαίωμα στο συγκεκριμένο ακίνητο αγωγή.

Για την ευδοκίμηση της αγωγής αυτής, αρκεί ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει το θάνατο του κληρονομουμένου, τη συγγενική του σχέση προς αυτόν, εφόσον το κληρονομικό του δικαίωμα το στηρίζει στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, το δικαίωμα του κληρονομουμένου στο ακίνητο, το οποίο μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε κυριότητα, αλλά και σε νομή του κληρονομουμένου στο ακίνητο κατά το χρόνο του θανάτου του, η οποία περιέρχεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του, καθώς και την εκ μέρους του εναγομένου αδικαιολόγητη κατοχή του ακινήτου ή και απλή αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΠ 355/2007).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1721 παρ. 1 εδ. α’ και 180 ΑΚ συνάγεται ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δεν έχει γραφεί ολόκληρη, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη, αλλά με το χέρι άλλου προσώπου, είναι άκυρη. Την ακυρότητα δε αυτής μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον, ασκώντας (κατ’ άρθρο 70, 72 ΚΠολΔ) αναγνωριστική αγωγή και όχι μόνο ο κληρονόμος, διότι η αγωγή δεν είναι προσωποπαγής όπως είναι η αγωγή του άρθρου 1787 ΑΚ για ακύρωση ακυρώσιμης διαθήκης για κάποιο από τους λόγους των άρθρων 1782-1786 ΑΚ, δηλαδή, απειλή, δόλος, πλάνη κλπ (ΑΠ 1591/1997).

Περαιτέρω, η δήλωση για την αποδοχή της κληρονομίας, η οποία είναι μονομερής δικαιοπραξία, που δεν έχει ανάγκη ανακοίνωσης σε άλλον, τελειούται με τη δήλωση και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Εν τούτοις η δήλωση, αυτή είναι άκυρη: 1) αν έγινε από ανίκανο για δικαιοπραξία, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες γι’ αυτό διατυπώσεις, 2) αν έγινε από πλάνη για το λόγο της επαγωγής, 3) αν έγινε πριν από την επαγωγή και 4) αν έγινε με αίρεση ή προθεσμία ή μερικώς, ενώ ακόμη μπορεί να ακυρωθεί για πλάνη, απάτη ή απειλή, βάσει των διατάξεων που ισχύουν γενικώς για τις δικαιοπραξίες (άρθρα 1526, 1527, 1625, 1851, 1857, 140 επ" 150 επ.

ΑΚ), τέλος δε μπορεί να προσβληθεί και για εικονικότητα αυτής. Όμως, η ακυρότητα διαθήκης ιδιόγραφης που είναι πλαστή, γιατί δεν έχει γραφεί με το χέρι του διαθέτη ως αιτία επαγωγής κληρονομίας, καίτοι δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 180 του ΑΚ και την ακυρότητα της αποδοχής κληρονομίας που έχει επαχθεί με την ίδια διαθήκη, εν τούτοις, εφόσον η ίδια πλαστή διαθήκη θεωρείται ως μηδέποτε συνταχθείσα κατ’ αρθρ. 180 του ΑΚ, η αποδοχή της κληρονομιάς δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της, και η εκ διαθήκης διαδοχή και επαγωγή ανατρέπονται αναδρομικά, επέρχεται δε η εκ του νόμου εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή (άρθρ. 1710 ΑΚ) στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος διαθέτη, στους οποίους επάγεται αναδρομικά η κληρονομιά από το χρόνο του θανάτου του διαθέτη.

Περαιτέρω, ναι μεν από τις διατάξεις των άρθρων 293,513 επ., 1033 ΑΚ προκύπτει ότι η πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη, δηλαδή μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης (ΑΠ 1199/1989), έναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, καθόσον για τη μεταβίβαση αυτού απαιτείται (άρθρο 1033 ΑΚ) εκείνος που μεταβιβάζει να είναι κύριος και, συνεπώς, αυτός προς τον οποίο μεταβιβάσθηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάσθηκε από μη κύριο.

Εν όψει αυτών, η αποδοχή της κληρονομίας εκ μέρους κληρονόμου, δυνάμει άκυρης ιδιόγραφης διαθήκης δεν προσπορίζει στον δηλούντα την αποδοχή το ανύπαρκτο κληρονομικό δικαίωμα και η τυχόν περαιτέρω συμβατική μεταβίβαση του ίδιου κληρονομιαίου ακινήτου σε τρίτο δεν μετάγει στον αντισυμβαλλόμενο το ανύπαρκτο κληρονομικό δικαίωμα, το οποίο δεν είχε αποκτήσει ο μεταβιβάζων.

Στην περίπτωση αυτή, ο θιγόμενος από τις πράξεις αυτές στο κληρονομικό του δικαίωμα εξ αδιαθέτου κληρονόμος νομιμοποιείται, κατά τα εκτιθέμενα στην πρώτη σκέψη των νομικών παραδοχών της παρούσας, να ασκήσει την περί κλήρου αγωγή και να ζητήσει δικαστικά την αναγνώριση του ότι η αποδοχή της κληρονομίας εκ της άκυρης διαθήκης και η περαιτέρω μεταβίβαση του κληρονομιαίου ακινήτου είναι ανίσχυρες ως προς αυτόν, κατά το μέρος που συμπεριλαμβάνουν το δικό του εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο, ακόμη και αν ο ίδιος δεν έχει αποκτήσει την κυριότητα του κληρονομιαίου λόγω της παράλειψης αυτού να αποδεχθεί και τυπικά την κληρονομιά και να μεταγράψει αρμοδίως τη σχετική πράξη, πράγμα το οποίο θα ήταν απαραίτητο μόνο εάν ασκούσε εμπράγματη αγωγή με βάση το κληρονομικό δικαίωμα εξ αδιαθέτου (ΑΠ 562/1986).

Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με την από 17/2/2009 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί ζήτησαν: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 26/8/2006 ιδιόγραφης διαθήκης της μητέρας τους Μ. Χ. (με την οποία κατέλειπε ως μοναδική κληρονόμο της την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα αδελφή τους) αφενός, διότι η διαθήκη αυτή δεν γράφηκε εξ ολοκλήρου και δεν υπογράφηκε από τη διαθέτιδα, αλλά με παρέμβαση τρίτου προσώπου που κατηύθυνε το χέρι της και αφετέρου, διότι η διαθέτης, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν είχε συνείδηση των πραττομένων β) να αναγνωριστεί ότι είναι μαζί με τους εναγόμενους-αναιρεσείοντες και τους άλλους δύο (μη διαδίκους) αδελφούς τους εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι, κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, στα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα, τα οποία ήδη η πρώτη εναγόμενη- αναιρεσείουσα μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στο δεύτερο εναγόμενο- αναιρεσείοντα αδελφό τους και γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες, οι οποίοι αμφισβητούν το κληρονομικό δικαίωμα των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων και κατακρατούν τα κληρονομιαία ακίνητα, να τους τα αποδώσουν κατά τα πιο πάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 31.8.2006 απεβίωσε στην οικία της στην ... της νήσου ... Δωδεκανήσου, σε ηλικία 85 ετών, η Μ. χήρα Α. Χ. το γένος Α. Θ., μητέρα των διαδίκων. Η αποβιώσασα έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη και το έτος 1992 είχε ακρωτηριασθεί λόγω γάγγραινας από το ύψος της κνήμης και στο μεγάλο δάκτυλο του δεξιού άκρου ποδός. Την 1.3.2006 προσήλθε στο Κέντρο.

Υγείας ..., όπου διαγνώστηκε ότι υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο με συνέπεια την παράλυση του αριστερού άνω άκρου. Κατά το χρονικό διάστημα από 6.8.2006 μέχρι 18.8.2006 νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου "Α.", όπου διαπιστώθηκαν ευρήματα μυκητιακής οισοφαγίτιδας - ατροφικής γαστρίτιδας και διαγνώσθηκε αφυδάτωση και λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος.

Ο θάνατος της επήλθε συνεπεία καρδιακής ανακοπής. Μερικές ημέρες προ του θανάτου της, ήτοι την 26.8.2006, φέρεται ότι συνέταξε την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη που δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθμ. 50/28.9.2006 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο της, σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της την πρεσβύτερη θυγατέρα της (πρώτη εναγομένη).

Η κληρονομία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τα εξής ακίνητα: 1) Οικόπεδο, εκτάσεως 285,62 τ.μ. με ισόγεια κατοικία, εμβαδού 71,12 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της κοινότητας ... ..., 2) Οικόπεδο, εκτάσεως 10 τμ., που βρίσκεται εντός οικισμού της κοινότητας ... ... στη θέση "..." και συνορεύει με ιδιοκτησία Φ. Χ., 3) Οικόπεδο, εκτάσεως 10 τμ., που βρίσκεται εντός οικισμού στη θέση "..." της κοινότητας .... ...

και συνορεύει με ιδιοκτησία Α. Ο., 4) Οικόπεδο, εκτάσεως 70 τ.μ. με ισόγεια κατοικία εμβαδού 65 τ.μ., ισόγεια κατοικία εμβαδού 65 τμ., που βρίσκεται στον οικισμό ... της κοινότητας ... ..., 5) Αγροτεμάχιο, εκτάσεως 1.000 τμ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κοινότητας ... ..., 6) Ελαιόφυτο αγροτεμάχιο, εκτάσεως 6.000 τμ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κοινότητας ... ..., 7) Οικόπεδο, εκτάσεως 6.000 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό ...

της κοινότητας ... ..., 8) Ελαιόφυτο αγροτεμάχιο, εκτάσεως 1.000 τ.μ., που βρίσκεται στην θέση "..." της κοινότητας ... ... και 9) Αγροτεμάχιο, εκτάσεως 8.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κοινότητας ... .... Με την υπ’ αριθμ. ... 12.3.2008 πράξη της συμβολαιογράφου ... Ζ. Ρ. η πρώτη εναγομένη αποδέχθηκε την κληρονομία και μετέγραψε την αποδοχή στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ....

Ακολούθως, με την υπ’ αριθμ. .../5.6.2008 πράξη της ιδίας συμβολαιογράφου μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, τα ανωτέρω κληρονομιαία ακίνητα στον αδελφό της (δεύτερο εναγόμενο). Το περιεχόμενο της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης έχει ως ακολούθως: "Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ 26/8/2006 ΕΓΩ Η Μ. ΧΗΡΑ Α. Χ. ΑΦΗΝΩ ΤΗΝ ΚΙΝΗΤΗ ΚΑΙ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΡΗ ΜΟΥ Α.

Χ.ΤΟΥ Α. ΚΑΙ ΤΗΣ Μ.. ... 26/8/2006" και ακολουθεί δυσανάγνωστη υπογραφή. Κάτω από το κείμενο της διαθήκης αυτής έχουν γραφεί τα εξής: "Οι ΜΑΡΤΥΡΕΣ βεβαιώνουμε ότι η παραπάνω διαθήκη γράφτηκε ιδιόχειρα από την Μ. χήρα Α. Χ., σώα έχουσα τας φρένας, παρουσία μας και αυτοβούλως. Οι παρευρισκόμενοι μάρτυρες Ν. Κ., Πρόεδρος Κοινότητας ..., Π.

Δ., Εφημέριος ..., Γ. Ν. Τ., καθηγητής", ακολουθούν δε υπογραφές τους. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, η επίδικη διαθήκη έχει μεν γραφεί με το χέρι της διαθέτιδος, το οποίο όμως δεν κινούσε η δια αυτοβούλως αλλά με κατεύθυνση του ως άνω Προέδρου της Κοινότητας ..., αφού η ίδια είχε σωματική αδυναμία να ενεργήσει, καθώς και έλλειψη επικοινωνίας με το περιβάλλον λόγω σοβαρού, εγκεφαλικού επεισοδίου που είχε υποστεί.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι γίνεται δεκτό ότι η παρέμβαση τρίτου μπορεί να επηρεάσει το κύρος της διαθήκης, αν γίνει κατά το χρόνο της υπογραφής. Κατ’ αρχάς, το ότι ο τρίτος "βοήθησε" το διαθέτη κατά τη διαμόρφωση της υπογραφής του δεν επηρεάζει το κύρος της διαθήκης, γιατί ουσιαστικά η γραφική κίνηση προέρχεται από τον ίδιο τον διαθέτη (ΑΠ 649/1966 ΝοΒ 15.577, ΕφΛαΡ. 962/2006 ΝοΒ 2007/660).

Το ζήτημα διαφέρει, όμως, αν ο τρίτος δεν υποστήριξε απλώς το χέρι του διαθέτη, αλλά ο ίδιος διηύθυνε τη γραφίδα, διότι τότε η γραφική κίνηση προέρχεται από τον τρίτο και όχι από το διαθέτη (ΑΠ 649/1966 ό.π.).

Εν προκειμένω, με την υπ’ αριθμ. 256/2010 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διατάχθηκε, γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να ερευνηθεί για το αν το χέρι της διαθέτιδος, κατά τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης, υποστηριζόταν ή κατευθυνόταν από τον Πρόεδρο της Κοινότητας Ν. Κ., ήτοι αν η γραφική κίνηση προήλθε από τη διαθέτιδα ή από τον τελευταίο.

Ο διορισθείς με την ως άνω απόφαση πραγματογνώμονας Γ. Χ., στην από 26.3.2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αντιπαραβάλλοντας τη γραφή και υπογραφή της υπό έλεγχο διαθήκης, αφενός μεν προς έξι τουλάχιστον αναμφισβήτητης γνησιότητας υπογραφές της διαθέτιδος τεθειμένες στις 5.1.1981, 3.2.1981, 12.3.1981 και 14.8.1981 σε δελτία συμβάντων για παραβάσεις που βεβαιώθηκαν εις βάρος της από όργανα της Αγροφυλακής και στις 11.6.2003 σε υπεύθυνες δηλώσεις της ιδίας για ελαιοκαλλιέργεια, αφετέρου δε προς έγγραφα που φέρουν αναμφισβήτητα την ιδιόχειρη γραφή και υπογραφή του Προέδρου της Κοινότητας Ν.

Κ., αναφέρει, μεταξύ άλλων τα εξής: Το κείμενο της ελεγχόμενης διαθήκης είναι γραμμένο αποκλειστικά με κεφαλαία γράμματα και η υπογραφή στο τέλος είναι δυσδιάκριτη χωρίς συγκρότηση (βλ. σελ. 10 πραγματογνωμοσύνης). Από τη συγκριτική αντιπαραβολή των κεφαλαίων γραμμάτων "Μ" και "Χ" επί των γνήσιων υπογραφών της διαθέτιδος με τα αντίστοιχα κεφαλαία επί κειμένου της διαθήκης διαπιστώθηκε διαφορά στη δομή αλλά και στην ποιότητα της χάραξης (βλ.

σελ. 12 πραγματογνωμοσύνης). Με δεδομένη τη στοιχειώδη γραφική και γραμματική, ανάπτυξη της διαθέτιδος, δεν δικαιολογείται η. σύνταξη εκτενούς κειμένου αποκλειστικά με κεφαλαία γράμματα. Αν η φερόμενη διαθέτιδα διέθετε τέτοια γραφική συνήθεια, έπρεπε αυτή κυρίως και πρωτίστως να εκδηλώνεται στις γνήσιες υπογραφές της, οι οποίες εκφέρονται με τα κατ’ ιδίαν γράμματα του ονοματεπωνύμου της.

Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Με βάση τη στοιχειώδη γραμματική ικανότητα και γραφική ανάπτυξη της φερόμενης διαθέτιδος, δεν μπορούν να δικαιολογηθούν οι εμφανιζόμενες δύσκολες δομές πολλών κεφαλαίων γραμμάτων στο κείμενο της διαθήκης, διότι αυτές προϋποθέτουν άτομο με πολύ υψηλή γραφική ανάπτυξη και γραμματική ικανότητα, την οποία αποδεδειγμένα δεν διέθετε η φερόμενη διαθέτιδα Μ.

Χ.. Οι οργανικές συνδέσεις που υπάρχουν μεταξύ κεφαλαίων γραμμάτων στο κείμενο της διαθήκης είναι αποτέλεσμα γραφικά προηγμένου προσώπου. Σε αντίθεση με την φερόμενη διαθέτιδα, η ανάλυση των γνήσιων δειγμάτων γραφής του Ν. Κ. κατέδειξε ότι αυτός διαθέτει υψηλού επιπέδου γραφική ευχέρεια με ταχύτητα χάραξης, προσωπικές και ιδιάζουσες δομές κεφαλαίων γραμμάτων, καθώς και οργανικές συνδέσεις μεταξύ αυτών (βλ.

σελ. 18 πραγματογνωμοσύνης). Στο τελικό συμπέρασμά του δε ο ως άνω πραγματογνώμονας αποφαίνεται ότι, κατά τη σύνταξη της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, το χέρι της διαθέτιδος κατευθυνόταν από τον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας ... ... Ν. Κ., δηλαδή η γραφική κίνηση δεν προήλθε από τη διαθέτιδα αλλά από τον τελευταίο.

Μετά ταύτα, σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του αν η διαθέτις κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης είχε συνείδηση των πράξεών της, εφόσον αποδείχθηκε ότι η εν λόγω διαθήκη έχει γραφεί εξ’ ολοκλήρου με την παρέμβαση τρίτου προσώπου, το οποίο κατηύθυνε το αδρανές χέρι της διαθέτιδος για να. γραφεί το κείμενο και να υπογραφεί η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη, αυτή είναι άκυρη.

Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη και εφόσον δεν έχει δημοσιευθεί άλλη (έγκυρη) διαθήκη, χωρεί η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και επομένως η ως άνω αποβιώσασα κληρονομείται εξ αδιαθέτου από τα εννέα τέκνα της, ήτοι από τους πέντε ενάγοντες, τους δύο εναγομένους και ακόμη δύο τέκνα - μη διαδίκους- (Σ.

σύζ. Μ. Κ. το γένος Α. Χ. και Γ. Χ. του Α.), κατ’ ισομοιρίαν, ήτοι κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου κάθε τέκνο (άρθρ. 1813 ΑΚ). Τέλος, η ένσταση των εκκαλούντων, ότι έχει παραγραφεί το δικαίωμα για ακύρωση της διαθήκης επειδή πέρασε διετία από τη δημοσίευσή της μέχρι την άσκηση της αγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον η άσκηση αναγνωριστικής της ακυρότητας διαθήκης αγωγής, για τη σύνταξη της οποίας (διαθήκης) δεν τηρήθηκαν οι εκ του νόμου προϋποθέσεις, δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό ή παραγραφή.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αγωγή -για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται μεταγραφή της δηλώσεώς αποδοχής κληρονομίας, απορριπτόμενου ως μη νομίμου του σχετικού ισχυρισμού των εκκαλούντων κατά το μέρος της που προσβάλλεται να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 26.8.2006 ιδιόγραφης διαθήκης και να αναγνωρισθούν οι ενάγοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας μητέρας τους Μ. χήρας Α. Χ., κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου έκαστος, να υποχρεωθούν δε οι εναγόμενοι να αποδώσουν τα προαναφερόμενα κληρονομιαία ακίνητα, κατά το παραπάνω ποσοστό, στους ενάγοντες".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην τους, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 180, 1710, 1718, 1721 παρ.1α’ , 1813, 1846, 1871, 1872, 1882 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν δεν παραβίασε τις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες διατάξεις των άρθρων 785, 1195, 1198, 1113, 1884, 1887, 1723, 1719, 288, 173, 1781ΑΚ, 79, 110, 218.1 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν αναγκαία η εφαρμογή τους στην κρινόμενη περίπτωση.

Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής που προεκτέθηκε, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της ακυρότητας της πιο πάνω διαθήκης, εξαιτίας της εξ ολοκλήρου γραφής και υπογραφής της με την παρέμβαση τρίτου προσώπου, της αναγνώρισης των αναιρεσιβλήτων ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων της Μ.

Χ., κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά, εξ αδιαιρέτου και της υποχρέωσης των αναιρεσειόντων να αποδώσουν τα κληρονομιαία ακίνητα στους αναιρεσιβλήτους, κατά τα εν λόγω ποσοστά. Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος (με τα στοιχεία ε ‘ και στ’ ) που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της Ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής. Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Συνεπώς οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ.ΑΠ 15/2000). Περαιτέρω το ζήτημα της νόμιμης πρότασης του ισχυρισμού, επί του οποίου στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, ερευνάται κατά περίπτωση. Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει και αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί νόμιμα στο Εφετείο (ΑΠ 683/2005).

Επομένως: 1) ο πρώτος κύριος και ο πρώτος, κατά ένα μέρος, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούνται ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την ύπαρξη παθητικής νομιμοποίησης του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντα στην προκείμενη δίκη, 2) ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, διότι δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την ύπαρξη ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά την έγερση της ένδικης αγωγής, χωρίς να γίνεται νόμιμη επίκληση των στοιχείων της από τους τελευταίους, 3) ο πρώτος, κατά ένα μέρος, πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, επειδή έγινε δεκτή η πιο πάνω αγωγή παρότι οι αναιρεσίβλητοι δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά για την άσκησή της 4) ο πρώτος, κατά ένα μέρος (με τα στοιχεία β’ , γ, δ’ ), πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559αρ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έπρεπε να απορρίψει την ένδικη περί κλήρου αγωγή ως αόριστη, μη νόμιμη και αβάσιμη, διότι οι αναιρεσίβλητοι δεν αναφέρουν τις ουσιαστικές διατάξεις στις οποίες στηρίζονται καθεμία από τις σωρευόμενες στο ίδιο δικόγραφο αγωγές τους ούτε την ιστορική και νομική αιτία καθεμιάς από αυτές, ενώ παρέλειψαν να τις στρέψουν και κατά των αδελφών τους Σ.

Κ. και Γ. Χ., οι οποίοι τελούν σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας με όλους τους διαδίκους της παρούσας δίκης, με συνέπεια η πιο πάνω αγωγή να στερείται ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης, 5) ο ενδέκατος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και το έθιμο που ισχύει επί μακρόν, αδιακόπως και ομοιομόρφως, στην περιοχή ...

της ..., σύμφωνα με το οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα, ως πρωτότοκη κόρη της κληρονομούμενης μητέρας της, αποκτά την υπάρχουσα κατά το χρόνο του θανάτου της τελευταίας κινητή και ακίνητη περιουσία της και 6) ό δέκατος τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί η πρώτη αναιρεσείουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση να αποδώσει τα επίδικα ακίνητα στους αναιρεσίβλητους αδελφούς της, οι οποίοι έχουν ήδη λάβει εν ζωή της κληρονομούμενης μητέρας τους διάφορες παροχές (μετρητά, ακίνητα), ενώ η ίδια, η οποία δεν έχει λάβει καμία παροχή από τη μητέρα τους, να διατηρήσει μόνο το 1/9 εξ αδιαιρέτου επ’ αυτών (επίδικων ακινήτων) είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της από 24/8/2012 έφεσης που άσκησαν οι ηττηθέντες εναγόμενοι-εκκαλούντες-αναιρεσείοντες κατά της πρωτόδικης απόφασης, επί της οποίας (έφεσης) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όλοι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί, στους οποίους στηρίζονται οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης δεν είχαν προταθεί νομίμως με λόγους έφεσης ούτε εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559αριθ.16 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι "παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ περί δεδικασμένου, με το να δεχθεί ότι ο δεύτερος αναιρεσείων Ι. Χ. κατείχε τα επίδικα ακίνητα pro herede και ως αντιποιούμένος τα κληρονομικά δικαιώματα των αναιρεσιβλήτων, ενώ αυτός τα κατείχε ως κύριος αυτών, δυνάμει του .../2008 δωρητηρίου συμβολαίου, του οποίου η ισχύς εξακολουθεί να υφίσταται, εφόσον με την ένδικη αγωγή δεν ζητήθηκε η ακύρωση αυτού". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης και στην εξαιτίας αυτής (ακυρότητας) μη απόκτηση κυριότητας του Ι. Χ. (δεύτερου αναιρεσείοντος) στα παραπάνω ακίνητα από την πρώτη αναιρεσείουσα (μη αληθή κυρία), δυνάμει του πιο πάνω συμβολαίου.

Επί περισσότερων κληρονόμων ο καθένας ενάγει για την αποκατάσταση του ιδανικού του μεριδίου, επί δε προσβολής του κοινού κληρονομικού δικαιώματος των συγκληρονόμων την αγωγή περί κλήρου μπορεί να ασκήσει ο καθένας από αυτούς με αίτημα την απόδοση της κοινής κληρονομιάς σε όλους από κοινού τους συγκληρονόμους.

Εναγόμενος στην αγωγή αυτή είναι ο νομέας της κληρονομιάς (pro herede), δηλαδή, αυτός που κατακρατεί αντικείμενο της κληρονομιάς με τη βούληση αντιποίησης του κληρονομικού δικαιώματος (ΑΠ 788/2005), εάν δε αυτός κατακρατεί το πιο πάνω αντικείμενο χωρίς τίτλο ή με ειδικό τίτλο (pro possessore) μπορεί να ενωθεί, επικουρικά, στο ίδιο δικόγραφο της περί κλήρου αγωγής και η ειδική αγωγή, την οποία θα είχε ο κληρονομούμενος εναντίον του τελευταίου, οπότε αν απορριφθεί η περί κλήρου αγωγή ως μη νόμιμη για το λόγο ότι ο εναγόμενος δεν ήταν νομέας κληρονομιάς, αλλά νεμόταν τα κληρονομιαία στοιχεία με ειδικό ή χωρίς τίτλο, το δικαστήριο της ουσίας θα πρέπει να εξετάσει την επικουρικά σωρευθείσα ειδική αγωγή.

Επίσης ενάγεται και ο συγκληρονόμος, όταν κατακρατεί αντικείμενα της κληρονομιάς πέρα από την κληρονομική του μερίδα, με τη βούληση είτε του μοναδικού κληρονόμου είτε του κληρονόμου με μεγαλύτερη κληρονομική μερίδα από αυτή που του ανήκει (ΑΠ 2028/2009). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση των από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικών πλημμελειών προσάπτουν στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι:

α) χωρίς αιτιολογίες και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 785-805 και 1113 ΑΚ, κατά τις οποίες έπρεπε να κληθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη, ως συγκληρονόμοι και αναγκαίοι συγκύριοι των κληρονομιαίων ακινήτων και οι δύο αδελφοί τους Σ. Κ. και Α. Χ. (επίσης γνήσια τέκνα της Μ. Χ.), οι οποίοι τελούν σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας με τους λοιπούς διαδίκους (αναιρεσείοντες και αναιρεσιβλήτους) και γι’ αυτό έπρεπε η ένδικη περί κλήρου αναγνωριστική/διεκδικητική αγωγή να στρέφεται και κατ’ αυτών και β) παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 517 εδάφιο β’ ΚΠολΔ με το να μη δεχθεί την ύπαρξη αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ των μη κληθέντων πιο πάνω αδελφών τους και των λοιπών διαδίκων και να μην απορρίψει την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της ένδικης αγωγής οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν αφενός την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης και αφετέρου την αναγνώριση του κοινού εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος και την απόδοση των κληρονομιαίων ακινήτων σε όλους τους συγκληρονόμους από κοινού, συμπεριλαμβανομένων και των παραπάνω αδελφών τους, κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, χωρίς να είναι αναγκαία η από κοινού εναγωγή τους με την πιο πάνω αγωγή.

Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε την αγωγή αυτή με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 785-805 και 1113 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε και, συνεπώς, ο πρόσθετος αυτός λόγος ως προς την υπό στοιχείο (α) αιτίαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος πρόσθετος λόγος ως προς την υπό στοιχείο (β) αιτίαση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων περί αναγκαστικής ομοδικίας αποτελεί παράβαση δικονομικού και όχι ουσιαστικού κανόνα δικαίου (βλ.

σχετ. ΑΠ 1438/2007), η οποία ελέγχεται αναιρετικά από τον αριθμό 14 του άρθρου 559ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι οι περισσότεροι συγκληρονόμοι που έχουν κοινό δικαίωμα επί της κληρονομιάς του ίδιου κληρονομούμενου συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 55/2008, 977/2005).

Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, διότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1723 ΑΚ, αναγνωρίζοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ακυρότητα της από 26/8/2006 ιδιόγραφης διαθήκης της κληρονομούμενης Μ.

Χ., εξαιτίας της ανικανότητάς της να συντάξει διαθήκη, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά, "οφειλόταν στα προβλήματα της υγείας της κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και όχι στο ότι δήθεν κάποιος άλλος κατηύθυνε το χέρι της", όπως έγινε τελικά δεκτό με την πληττόμενη απόφαση, κατ’ ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, χωρίς να ερευνηθεί περαιτέρω και η ικανότητα της πιο πάνω κληρονομούμενης να διαβάζει χειρόγραφα, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν.

Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ως περιστατικό ανικανότητας της κληρονομούμενης να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη και την αδυναμία της να κινεί τα χέρια της κατά τον κρίσιμο χρόνο, το περιστατικό δε αυτό έγινε δεκτό και με την προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση την οποία αναγνωρίστηκε, κατά τα προεκτεθέντα, η ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης, για το λόγο ότι "αυτή γράφηκε εξ ολοκλήρου με την παρέμβαση τρίτου προσώπου, το οποίο κατηύθυνε το αδρανές χέρι της διαθέτιδος" (άρθρο 1721 παρ.1 ΑΚ), χωρίς να αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, για το σχηματισμό του πιο πάνω αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου και η ικανότητα της διαθέτιδος να διαβάζει χειρόγραφα (άρθρο 1723 ΑΚ).

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Όπως προκύπτει από το άρθρου 216 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής είναι αναγκαίο να περιέχονται στο δικόγραφο αυτής τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 της εν λόγω διάταξης στοιχεία, ενώ η παράλειψη αναφοράς σε αυτό των αναφερόμενων στη δεύτερη παράγραφο της ίδιας διάταξης στοιχείων, μεταξύ των οποίων και η χρηματική αξία του επίδικου αντικειμένου αν πρόκειται για δίκες περιουσιακών σχέσεων, καθώς και τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, δεν επάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου αυτής (ΑΠ 345/2007).Εξάλλου με το άρθρο 106 Ν. 118/1973 περί κώδικα φορολογίας κληρονομιών κ.λ.π.

ορίζεται ότι μετά την πρόταση σχετικής ένστασης που προβάλλεται σε κάθε στάση της δίκης ή και αυτεπαγγέλτως, αναστέλλεται η πρόοδος της δίκης επί της αγωγής κάθε ένδικου μέσου, αν για το αντικείμενο αυτής υπάρχει υποχρέωση καταβολής φόρου κληρονομιάς κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφόσον δεν προσκομίζεται πιστοποιητικό του οικονομικού φόρου περί υποβολής της σχετικής κατά νόμο δήλωσης φόρου κληρονομιάς ή περί έκδοσης από τη φορολογική Αρχή πράξης επιβολής φόρου.

Η τελευταία όμως αυτή διάταξη, με την οποία καθιερώνεται αναστολή της συζήτησης μέχρι την εγχείριση της σχετικής ως άνω δήλωσης ή της έκδοσης πράξης περί οφειλής ή μη φόρου, που περιέχεται σε νόμο μόνον για φορολογικούς σκοπούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο αντικείμενο της διαφοράς και στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, ούτε στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, δεν καθιερώνει απαράδεκτο της συζήτησης που να δημιουργεί λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 1331/1985).

Επομένως ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο, κατ’ ορθή εκτίμηση, προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη περί κλήρου αγωγή, διότι δεν αναφέρεται σε αυτήν η πραγματική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων και β) παρά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 106 παρ. 1 και 2 Ν.Δ. 118/1973 παρέλειψε να απορρίψει την αγωγή, άλλως να αναστείλει την πρόοδο της δίκης, γιατί δεν προσκομίσθηκε πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου ότι υποβλήθηκε η κατά νόμο δήλωση φόρου κληρονομίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός γιατί η τυχόν ύπαρξη των πιο πάνω ελλείψεων δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, και αφετέρου γιατί οι ισχυρισμοί που στηρίζουν τον πρόσθετο αυτό λόγο δεν προκύπτει ότι προβλήθηκαν με τους λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1788 ΑΚ το δικαίωμα για την ακύρωση διάταξης τελευταίας βούλησης παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση της διαθήκης. Η παραγραφή αυτή αναφέρεται αποκλειστικά σε ακυρώσιμη διαθήκη, για τους λόγους που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1782-1786 ΑΚ, ενώ η αναγνωριστική της ακυρότητας αγωγή (άρθρο70 ΚΠολΔ) δεν υπόκειται σε καμία παραγραφή και, οπωσδήποτε, όχι σε μικρότερη από την εικοσαετία (ΑΠ 1350/2014, 244/2000). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση των αναιρεσειόντων, τότε εκκαλούντων, περί διετούς παραγραφής κατά το άρθρο 1788 ΑΚ, την οποία αντέταξαν κατά της εναντίον τους ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησαν, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση της ακυρότητας της από 26/8/2006 ιδιόγραφης διαθήκης της μητέρας τους Μ. Χ., κατ’ άρθρο 1721 ΑΚ. Επομένως ο έκτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1788 ΑΚ, με το να απορρίψει την παραπάνω ένσταση τους στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν εφάρμοσε (και ορθά) την εν λόγω διάταξη ούτε δέχθηκε ότι η ένδικη αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας διαθήκης υπόκειται στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή διετή παραγραφή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δραστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 (ή 560) ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη, Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ Ολομ. 57/1990, ΑΠ 1602/2Q14).

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ. 28/1998, ΑΠ Ολομ. 32/1996).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται ή αντίφαση και από του προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη περί κλήρου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, μολονότι:

α) δεν γίνεται αναφορά στο δικόγραφο αυτής περί αποδοχής και μεταγραφής της αποδοχής της κληρονομιάς της Μ. Χ. από όλους τους συγκληρονόμους β) δεν διαλαμβάνεται στο κείμενο της καμία ουσιαστική διάταξη νόμου, στην οποία να θεμελιώνεται η επικαλούμενη αγωγική αξίωση των αναιρεσιβλήτων γ) δεν αναφέρεται η (αντικειμενική) αξία των επίδικων ακινήτων, δεν καταβλήθηκε το κατά νόμο δικαστικό ένσημο ούτε προσκομίστηκαν τα επιβαλλόμενα πιστοποιητικά από την οικεία ΔΟΥ.

Ο πρόσθετος αυτός λόγος, ως προς τις υπό στοιχεία (α) και (γ) αιτιάσεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι με αυτόν απλώς προβάλλονται αιτιάσεις κατά της πληττόμενης απόφασης, χωρίς παράλληλα να μνημονεύονται οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου από το Εφετείο, αφετέρου δε, διότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί που τον στηρίζουν δεν προκύπτει ότι προβλήθηκαν με τους λόγους της έφεσης που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Ο ίδιος πρόσθετος λόγος, ως προς την υπό στοιχείο (β) αιτίαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι ο διάδικος δεν είναι υποχρεωμένος να αναφέρει τους νομικούς κανόνες, επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή του (ΑΠ 157/2004) ούτε να κάνει το νομικό χαρακτηρισμό της σχέσης που τον συνδέει με τον εναγόμενο (ΑΠ 488/2010).

Με τον όγδοο πρόσθετο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 218 ΚΠολΔ με το να δεχθεί την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται απαραδέκτως τρεις αγωγές, δηλαδή αγωγή περί κλήρου, διεκδικητική - αναγνωριστική αγωγή και αγωγή περί ακύρωσης ιδιόγραφης διαθήκης, χωρίς να συμπεριλάβουν στο ίδιο δικόγραφο την ιστορική και νομική αιτία καθεμιάς από αυτές. Ο πρόσθετος αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη αιτίαση, η οποία αφορά παραβίαση κανόνα δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1330/2007) δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9 εδάφιο α’ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, με τη μορφή αγωγής, ανταγωγής, ένδικων μέσων κ.λ.π., όχι όμως και ενστάσεων, εκτός από την ένσταση συμψηφισμού.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον ένατο πρόσθετο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.9 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναγνώρισε, κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμους τους αναιρεσίβλητους, τους αναιρεσείοντες, καθώς και τους αδελφούς τους (μη διαδίκους) Σ.

Κ. και Α. Χ., χωρίς να έχει υποβληθεί από τους τελευταίους σχετικό αίτημα, αλλά ούτε και από τους αναιρεσίβλητους. Ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής οι αναιρεσίβλητοι, αφού εκθέτουν στο ιστορικό της ότι εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι της Μ.

Χ. είναι και τα εννέα τέκνα της, κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου το καθένα, στα οποία περιλαμβάνονται οι ίδιοι (οι πέντε αναιρεσίβλητοι), οι δύο αναιρεσείοντες, καθώς και οι πιο πάνω δύο αδελφοί τους, στη συνέχεια, ζήτησαν να αναγνωριστούν όλοι οι παραπάνω συγκύριοι των κληρονομιαίων ακινήτων, κατά το πιο πάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας, χωρίς να είναι αναγκαίο να υποβάλλουν το σχετικό αίτημα και οι προαναφερόμενοι• (μη διάδικοι) αδελφοί τους, αφού για την ίδρυση του εξεταζόμενου λόγου αναίρεσης απαιτείται το δικαστήριο της ουσίας να επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από τους ίδιους τους διαδίκους.

Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 § 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 341 ΚΠολΔικ.

για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔικ σε όλες τις υποθέσεις (και κατά τις ειδικές διαδικασίες κατ’ άρθρο 591 § 1 του ΚΠολΔικ.) με το άρθρο 14 § 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη (ΑΠ 925/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δέκατο πρόσθετο από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι κρίνοντας επί της ένδικης από 17/2/2009 αγωγής των αναιρεσιβλήτων δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη, όσον αφορά την ικανότητα ή μη της Μ.

Χ. να συντάξει διαθήκη και για την περίπτωση που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ (ανικανότητα, εξαιτίας έλλειψης συνείδησης των πράξεων του διαθέτη ή ψυχικής η διανοητικής διαταραχής αυτού). Εφόσον, όμως, με το άρθρο 14 § 1 του ν.2915/2001 έχει καταργηθεί η διάταξη του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και έχει διαγραφεί από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔικ (άρθρο 17 του ν. 2915/2001) η διάταξη που προέβλεπε ως αναιρετικό λόγο την παραδοχή από το δικαστήριο πραγμάτων που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι και αλυσιτελής, αφού, σύμφωνα με τη μη πληττόμενη επιτυχώς με τους λόγους αναίρεσης αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει πλήρως το διατακτικό της αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης για το λόγο ότι "αυτή γράφηκε εξ ολοκλήρου με την παρέμβαση τρίτου προσώπου, το οποίο κατηύθυνε το αδρανές χέρι της διαθέτιδος ...

ανεξαρτήτως του αν η διαθέτις κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης είχε συνείδηση των πράξεών της", κατά παραδοχή της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής.

Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ’ αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούνται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχόμενου αυτών.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη κατ απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δωδέκατο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατ’ επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη το αναφερόμενο σε προηγούμενη σκέψη τοπικό έθιμο της περιέλευσης της μητρικής περιουσίας στην πρωτότοκη κόρη.

Ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν προβλήθηκε νόμιμα με τους λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης και, συνεπώς, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη ισχυρισμό που δεν. προβλήθηκε νόμιμα.

Με τον δέκατο τέταρτο και τελευταίο πρόσθετο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι "παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 1781 επ. ΑΚ, στους οποίους δεν προσέφυγε για την ερμηνεία της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης και την αναζήτηση της αληθινής βούλησης της Μ. Χ., παρά τη διαπίστωση κενών ή ασαφειών σε αυτή (διαθήκη), αλλά αντίθετα την ερμήνευσε όπως επιθυμούσαν οι αναιρεσίβλητοι και όχι αντικειμενικά, κατά τα συναλλακτικά ήθη και κατά τη συναλλακτική καλή πίστη". Ο πρόσθετος αυτός λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναγνώρισε την ακυρότητα της πιο πάνω διαθήκης, εξαιτίας του ότι αυτή γράφηκε εξ ολοκλήρου με παρέμβαση τρίτου προσώπου, το οποίο κατηύθυνε το αδρανές χέρι της διαθέτιδος και, ως εκ τούτου, η άκυρη αυτή διαθήκη δεν αποτέλεσε (και ορθά) αντικείμενο ερμηνείας από το δικαστήριο της ουσίας, ώστε να προσφύγει στον κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 πάρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23/11/2015 αίτηση και τους από 26/1/2017 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 228/2014 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ