Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
988/2015 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on grounds of insufficient evidence and misinterpretation of contract documents.

Geschäftsnummer 988/2015
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece rejected the appeal filed by a construction company against a lower court's decision regarding unpaid contract fees. The appellant argued that the contract was verbally agreed upon with specific terms, but the court found the lower court correctly interpreted the written offer as requiring payment upon project delivery. The court ruled that the appellant failed to prove the alleged verbal agreement and that the lower court did not distort the document's content.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(1), 559(8), 559(14), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's findings are supported by sufficient evidence and the appellant fails to demonstrate a distortion of the document's content or a violation of substantive law.

Schlagwörter

KI-generiert
contractual dispute construction contract verbal agreement document distortion appeal dismissal evidence sufficiency contractual terms Beschädigung von elektrischen Anlagen

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 216(2) of the Code of Civil Procedure
Article 690 of the Civil Code
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 988 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 988/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Η. Π. ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στην Καλαμάτα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τόλη.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Παπαδοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2014 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 15-4-2014 αίτησή της και με τους από 26-1-2015 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 26-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου του πρόσθετου λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ..

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ και 690 ΑΚ η αγωγή, με την οποία ο εργολάβος επιδιώκει να υποχρεωθεί ο εργοδότης να του καταβάλει την συμφωνηθείσα (για το εκτελεσθέν έργο) αμοιβή του, για να είναι ορισμένη πρέπει να διαλαμβάνει τα κύρια στοιχεία της μεταξύ των διαδίκων (εργολάβου-εργοδότη) καταρτισθείσης συμβάσεως έργου, δηλαδή: 1) το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως έργου και το έργο που με αυτή ανέλαβε να εκτελέσει ο εργολάβος, 2) ότι το αναληφθέν έργο εκτελέσθηκε και παραδόθηκε από τον ενάγοντα-εργολάβο και 3) τη συμφωνηθείσα για το έργο αυτό αμοιβή..

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της από 20-11-2008 ένδικης αγωγής, το οποίο εκτιμάται, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι στις 20-09-2004 κατάρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, προφορικά σύμβαση έργου, με την οποία ανέλαβε την αγορά, τοποθέτηση και σύνδεση των υλικών για την λειτουργία των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του κτηριακού συγκροτήματος ΚΤΕΟ της τελευταίας, με συμφωνημένο χρόνο παραδόσεως του έργου τον μήνα Φεβρουάριο 2005 και αμοιβή που θα καθοριζόταν σύμφωνα με τις τιμές που αναγράφονται στην (επισυναπτόμενη στην ένδικη αγωγή) έγγραφη προσφορά, που απέστειλε στις 07-09-2004 στην εναγομένη και έγινε αποδεκτή από αυτήν.

Ότι, επιπλέον, συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή για κάθε πρόσθετη ηλεκτρολογική εργασία θα κοστολογηθεί με βάση την προβλεπόμενη από το τεχνικό επιμελητήριο τιμή κατά χρόνο της επιμετρήσεώς της. Ότι εκτέλεσε και παρέδωσε εμπροθέσμως το συμφωνηθέν έργο (με τις πρόσθετες αναγκαίες εργασίες) στις 22-02-2005 και ότι η οφειλόμενη αμοιβή για τις επιμετρηθείσες εργασίες, (οι οποίες αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή), ανέρχεται με βάση τις τιμές μονάδος της ανωτέρω έγγραφης προσφοράς και όσα συμφωνήθηκαν αναφορικά με την αμοιβή των πρόσθετων εργασιών στο συνολικό ποσό των 82.968,57 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και ο ΦΠΑ, έναντι του οποίου η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 27.700 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το (υπόλοιπο) ποσό των 55.268,57 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ αναγκαία στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική της εκτίμηση, δεδομένου ότι εκτίθενται σ’ αυτή η κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως έργου, ο χρόνος καταρτίσεως αυτής, το έργο που με τη σύμβαση ανέλαβε να εκτελέσει ο εργολάβος-ενάγων, η εκτέλεση και παράδοση αυτού και η συμφωνηθείσα για τις ειδικότερες εργασίες και το όλο έργο αμοιβή.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ’ ορθή υπαγωγή (και όχι από τον αριθ.1), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και η προσβαλλομένη απόφαση που δεν την απέρριψε (για το λόγο αυτό) υπέπεσε στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Από το άρθρο 371 ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε ένα από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει κατά δίκαιη κρίση και ότι αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο, προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις συμβατικών ενοχών και εφόσον οι συμβαλλόμενοι δεν προσδιόρισαν επαρκώς την παροχή κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, αλλά ανέθεσαν σε ένα από αυτούς ή σε τρίτο να την προσδιορίσει μεταγενεστέρως.

Αντίθετα δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων όταν η παροχή δεν είναι αόριστη ή είναι φαινομενικά αόριστη, όπως συμβαίνει και όταν προσδιορίζεται με βάση υφιστάμενα κατά την κατάρτιση της συμβάσεως αντικειμενικά στοιχεία και δεν έχει συμφωνηθεί ο προσδιορισμός της από τον ένα συμβαλλόμενο ή από τρίτο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) κατάρτισε ως ηλεκτρολόγος στις 20-9-2004, στην Καλαμάτα, με τον Π. Η., εκπρόσωπο της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας που εδρεύει στην Καλαμάτα με την επωνυμία "Η. Π. ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΧΗΜΑΤΩΝ Α.Ε" (ήδη αναιρεσείουσας) προφορικά σύμβαση μίσθωσης έργου, με την οποία ανέλαβε την αγορά τοποθέτηση και σύνδεση των υλικών για την λειτουργία των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του κτηριακού συγκροτήματος ΚΤΕΟ της εναγομένης στο 1° χιλιόμετρο της οδού Ασπροχώματος-Καλαμάτας και την παράδοση του έργου τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2005.

Για τον προσδιορισμό της αμοιβής του, ο εργολάβος-ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος, έδωσε πριν την κατάρτιση της σύμβασης στον ως άνω εκπρόσωπο της εργοδότου-εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσιβλήτου μία προσφορά του που περιελάμβανε τις απαιτούμενες εργασίες επί υλικών επιλεγέντων από τον επιβλέποντα το έργο ηλεκτρολόγο μηχανικό Τ.

Η., την ποσότητα που απαιτείται για έκαστο υλικό και την τιμή μονάδος εκάστου υλικού, προσφορά η οποία έγινε επί εντύπου της εργοδότριας εταιρείας και την οποία προσφορά η εργοδότρια εταιρεία αποδέχθηκε, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι αντιτάχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο στις ως άνω συμφωνηθείσες τιμές μονάδος των επιλεγέντων υλικών, με αποτέλεσμα λόγω αυτής της συμφωνίας, ο εργολάβος να εγκατασταθεί στο κτηριακό συγκρότημα της εργοδότριας εταιρείας και να αρχίσει την συμφωνηθείσα εκτέλεση του έργου, γεγονός το οποίο δεν θα ελάμβανε χώρα αν δεν είχε επιτευχθεί η ως άνω συμφωνία.

Ειδικότερα η ως άνω προσφορά του εργολάβου ήταν η εξής:... Με βάση την ως άνω προσφορά την οποία αποδέχθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας, στις 20-09-2004 καταρτίσθηκε προφορικά με τον ανωτέρω εκπρόσωπο της τελευταίας στην Καλαμάτα, σύμβαση μίσθωσης έργου με τους εξής όρους: 1) Το όλο έργο θα εκτελεσθεί σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην από 07-09-2004 προσφορά του εργολάβου και την ανά τεμάχιο και μέτρο, τιμή μονάδος και με βάση αυτήν την τιμή θα εξαχθεί και η τελική επιμέτρηση του όλου εκτελεσθέντος έργου. 2) Η έναρξη των εργασιών θα λάβει χώρα στις αρχές Οκτωβρίου 2004 και το έργο θα παραδοθεί πλήρως αποπερατωμένο στα τέλη Φεβρουαρίου 2005. 3) Η αμοιβή του εργολάβου, η οποία θα εξαχθεί με βάση την ως άνω προσφορά και με βάση την γενόμενη τελική επιμέτρηση θα καταβληθεί κατά την παράδοση του έργου, δηλαδή στα τέλη Φεβρουαρίου 2005 και 4) Η τιμή για κάθε πρόσθετη ηλεκτρολογική εργασία και αριθμό υλικών σε μέτρα και τεμάχια, εκτός αυτών που αναφέρονται στην ως άνω προσφορά και εκτός του χώρου του κτηριακού συγκροτήματος συμφωνήθηκε να κοστολογηθεί με βάση την τιμή που το τεχνικό επιμελητήριο κατά το χρόνο της επιμέτρησης προβλέπει.

Το έργο παραδόθηκε εμπρόθεσμα, στις 22-02-2005, στην εργοδότρια εταιρεία, η οποία το ενέκρινε απολύτως, όπως προκύπτει και από την από 25-04-2005 εξώδικη όχληση της, στην οποία δεν αναφέρεται σε κακοτεχνίες, λόγος για τις οποίες γίνεται οψιγενώς και προσχηματικά ένα έτος αργότερα στην από 25-04-2006 εξώδικη όχληση της.

Η εναγομένη-εργοδότρια εταιρεία κατέβαλε τον Δεκέμβριο του 2004 στον εργολάβο-ενάγοντα το, ποσό των 27.700 ευρώ για την εργολαβική του αμοιβή, καταβολή που κατά την κοινή πορεία των πραγμάτων και τα οικεία συναλλακτικά ήθη δεν θα καταβαλλόταν αν υφίσταντο εκτεταμένες κακοτεχνίες στο παραδοθέν έργο όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εργοδότρια-εναγομένη..., ενώ πέραν τούτου μέχρι και σήμερα δεν έχει στραφεί με οποιοδήποτε ένδικο μέσο κατά του εργολάβου για τυχόν ζημίες της από τις επικαλούμενες κακοτεχνίες αυτές και αποδείχθηκε ότι αμέσως με την παράδοση του έργου άρχισε άμεσα η λειτουργία του ΚΤΕΟ της εργοδότριας εταιρείας, γεγονός που δεν θα ελάμβανε χώρα αν υφίσταντο εκτεταμένες κακοτεχνίες ως αβασίμως αυτή ισχυρίζεται".

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι το έργο που εκτέλεσε ο εργολάβος-αναιρεσείων είναι αυτό που εμφαίνεται στην από 14-02-2006 τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονα, ηλεκτρολόγου μηχανικού Π. Κ., (το οποίο και στην αναιρεσιβαλόμενη απόφαση αναλυτικά περιγράφεται) και ότι με βάση τα συμφωνηθέντα η εργολαβική αμοιβή ανέρχεται στο ποσό των 53.702,95 ευρώ, κατά τους αναφερόμενους αναλυτικούς υπολογισμούς, πλέον Φ.Π.Α 19% ποσού 10.203,56 ευρώ, δηλαδή συνολικά η εργολαβική αμοιβή ανερχόταν στο ποσό των 63.906,51 ευρώ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι κατ’ ουσίαν εν μέρει βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής το ποσό των 36.206,51 (63.906,51-27.700) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την παράδοση του έργου (22-02-2005). Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη.

Τούτο διότι, υπό τις άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφορικά με το περιεχόμενο της επίδικης συμβάσεως έργου, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, δεδομένου ότι (στη συγκεκριμένη περίπτωση) η παροχή του εργοδότη, ήτοι η εργολαβική αμοιβή του εργολάβου δεν είναι αόριστη, αφού προσδιοριζόταν ορισμένως με σαφήνεια με βάση υφιστάμενα κατά την κατάρτιση της συμβάσεως αντικειμενικά στοιχεία (κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα από την προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά).

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση (με την εσφαλμένη μη εφαρμογή της) της ως άνω διατάξεως.

Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που ανάγονται στην έλλειψη κακοτεχνιών του επίδικου έργου, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το εν λόγω ουσιώδες ζήτημα (της μη υπάρξεως κακοτεχνιών).

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος αληθώς αποδίδει πλημμέλεια από τον αριθ. αριθ. 19 (και όχι και από τον αριθ.1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επίσης, αβάσιμος είναι και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω (δήθεν) αντιφατικής αιτιολογίας ως προς το ύψος της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής, δεδομένου ότι, ενώ δέχεται ότι η εργολαβική αμοιβή ανέρχεται στο ποσό των 53.702,95 ευρώ και ότι έναντι αυτής έχει καταβληθεί (από την αναιρεσείουσα) στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 27.700 ευρώ στη συνέχεια, αντιφατικά, υπολογίζει το υπόλοιπο της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής στο ποσό των 36.206,51 ευρώ αντί εκείνου των 26.002,95 ευρώ. Όμως, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσεις παραδοχές, η αναιρεσιβαλομένη δέχεται ότι η εργολαβική αμοιβή του αναιρεσιβλήτου, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και ο Φ.Π.Α 19%, ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 63.906,51 (53.702,95 + 10.203,56) ευρώ και κατά συνέπεια το υπόλοιπο της οφειλόμενης αμοιβής ανέρχεται στο ποσό των 36.206,51 (63.906,51-27.700) ευρώ και όχι σε εκείνο των 26.002,95 ευρώ, που η αναιρεσείουσα εσφαλμένα υπολογίζει.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο από το αρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα, εξαιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι, με το να δεχθεί ότι "Με βάση την ως άνω προσφορά την οποία αποδέχθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας, στις 20-09-2004 καταρτίσθηκε προφορικά με τον ανωτέρω εκπρόσωπο της τελευταίας στην Καλαμάτα, σύμβαση μισθώσεως έργου με τους εξής όρους: 1) Το όλο έργο θα εκτελεσθεί σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην από 07-09-2004 προσφορά του εργολάβου και την ανά τεμάχιο και μέτρο, τιμή μονάδος και με βάση αυτήν την τιμή θα εξαχθεί και η τελική επιμέτρηση του όλου εκτελεσθέντος έργου...", παραμόρφωσε την προαναφερθείσα έγγραφη προσφορά για την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως έργου, δεδομένου ότι από αυτή (προσφορά) προκύπτει ότι δεν προσδιορίστηκε επακριβώς η αξία των εργασιών με γραπτή ή προφορική συμφωνία, αλλά προκύπτει ότι έγινε μετάθεση του προσδιορισμού της εργολαβικής αμοιβής κατά το χρόνο παραδόσεως του έργου με από κοινού συμφωνία".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από το ως άνω έγγραφο (προσφορά), το οποίο ενσωματώθηκε στην ένδικη αγωγή και παρατίθεται ως έχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει η αξία των επιμέρους εργασιών, ενώ καμία αναφορά δεν γίνεται σ’ αυτό (έγγραφο) ότι έγινε μετάθεση του προσδιορισμού της εργολαβικής αμοιβής κατά το χρόνο παραδόσεως του έργου με από κοινού συμφωνία, όπως η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο υποστηρίζει.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15 Απριλίου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Η. Π. ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΑΕ για αναίρεση της 13/2014 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας και το από 26-1-2015 δικόγραφο πρόσθετου λόγου αναιρέσεως.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ