Supreme Court dismisses appeal due to non-attendance of co-plaintiffs and invalidity of employment contract claims.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court declared the appeal proceedings void because only two of fourteen plaintiffs appeared while the defendant and the remaining plaintiffs were absent. The court noted that the absent plaintiffs did not have mandatory representation rights, and the present plaintiffs' arguments regarding a single indefinite-term employment contract were legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected in part, and the proceedings were annulled for the absent parties.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 260(1) C.P.D.; Art. 76(1) C.P.D.; If not all parties appear or do not participate normally in the hearing, the hearing is voided; absent parties are not bound by the outcome unless they have mandatory representation.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 987 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 987/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Κ. του Γ., 2) Χ. Μ. του Κ., 3) Λ. Μ. του Α., 4) Σ. Μ. του Α., 5) Ε. συζύγου Η. Χ. το γένος Δ. Κ., 6) Μ. Μ. του Σ., 7) Σ. Σ. του Α., 8) Μ. Ζ. του Β., 9) Η. Λ. του Ι., 10) Π. Π. του Χ., 11) Μ. Π. του Ν., 12) Α. Γ. του Γ., συζύγου Σ. Ο., 13) Δ. Κ. του Λ. και 14) Ι. Λ. του Β., κατοίκων ..., από τους οποίους οι μεν έκτη και ένατος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαβαλά και κατέθεσαν προτάσεις, οι δε λοιποί δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Τ.Ε.Ι. και ήδη Α.Τ.Ε.Ι.) …" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/2005 του ίδιου δικαστηρίου και 457/2007 του Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-5-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι έκτη και ένατος αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 11-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Ο πληρεξούσιος των έκτης και ενάτου αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. "Αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται". Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμη δικάσιμο αυτής (24-1-2017) εμφανίσθηκαν και παραστάθηκαν νομίμως οι έκτη και ένατος αναιρεσείοντες, δεν εμφανίσθηκαν δε οι πρώτη, δεύτερος, τρίτος, τέταρτη, πέμπτη, έβδομος, όγδοη, δέκατη, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατος τρίτος και δέκατος τέταρτος αναιρεσείοντες αφενός και το αναιρεσίβλητο αφετέρου.
Εφόσον δε μεταξύ των αναιρεσειόντων δεν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, κατά την οποία οι απολιπόμενοι εκπροσωπούνται από τους παρισταμένους (άρθρο 76 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αλλά απλή ομοδικία κατά την οποία κάθε ομόδικος ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους, οι δε πράξεις και παραλείψεις κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους άλλους (άρθρο 75 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να κηρυχθεί ματαιωμένη η συζήτηση όσον αφορά τους απολιπόμενους αναιρεσείοντες και το αναιρεσίβλητο, ανεξαρτήτως της νόμιμης ή μη κλήτευσής τους.
Περαιτέρω σε σχέση με τους παριστάμενους και επισπεύδοντες τη συζήτηση έκτη και ένατο αναιρεσείοντες, από την .../12-10-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Δ. Τ., την οποία αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 5-5-2010 αίτησης για αναίρεση της 457/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας με πράξη ορισμού δικασίμου, της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσης και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο.
Εφόσον δε το τελευταίο κατά τα προεκτεθέντα δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης όσον αφορά τους έκτη και ένατο αναιρεσείοντες σαν να ήταν παρόν και αυτό (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.
α Κ.Πολ.Δ. είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο: α) την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και στη δεύτερη περίπτωση οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ’ ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (Ολ.
Α.Π. 28/1998, Α.Π. 1909/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τους λόγους αναίρεσης οι έκτη και ένατος αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων: α) των άρθρων 10 της Συνθήκης ΕΚ και 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (πρώτος λόγος), β) των άρθρων 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (δεύτερος λόγος), των οποίων παραθέτουν ερμηνεία, απέρριψε την έφεσή τους κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους ως μη νόμιμη.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας αφού για τη θεμελίωσή τους οι αναιρεσείοντες δεν παραθέτουν, ούτε καν συνοπτικά, το περιεχόμενο της αγωγής τους. Σε κάθε περίπτωση όμως και αν γινόταν δεκτό ότι οι αναιρετικοί λόγοι είναι παραδεκτοί, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ., 8 παρ. 1 εδ.
α και 3 ν. 2112/1920, 21 ν. 2190/1994, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 5, 7, 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 π.δ. 164/2004 προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος.
Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ. Α.Π. 7/2011 και 8/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 12-2-2004 αγωγή τους οι έκτη και ένατος ενάγοντες και ήδη έκτη και ένατος αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο εκπαιδευτικό ίδρυμα και απασχολήθηκαν από αυτό ως καθηγητές και ειδικότερα η έκτη, χημικός μηχανικός:
α) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1990-1991 (24-9-1990 έως 15-2-1991 και 18-2-1991 έως 18-6-1991), β) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1991-1992 (23-9-1991 έως 14-2-1992 και 17-2-1992 έως 26-6-1992), γ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001 (25-9-2000 έως 23-2-2001 και 27-2-2001 έως 6-7-2001), δ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002 (24-9-2001 έως 8-3-2002 και 11-3-2002 έως 5-7-2002), ε) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003 (24-9-2002 έως 21-2-2003 και 24-2-2003 έως 30-6-2003) και στ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004 (20-10-2003 έως 30-6-2004) και ο ένατος, πτυχιούχος τμήματος νοσηλευτικής:
α) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001 (25-9-2000 έως 23-2-2001 και 27-2-2001 έως 5-7-2001), β) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002 (24-9-2001 έως 8-3-2002 και 11-3-2002 έως 5-7-2002), γ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003 (23-9-2002 έως 24-2-2003 και 8-3-2003 έως 30-6-2003) και δ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004 (20-10-2003 έως 30-6-2004). Ότι στην πραγματικότητα οι ανωτέρω συμβάσεις υπέκρυπταν μία ενιαία για τον καθένα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αφού αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, καταρτίσθηκαν δε από το τελευταίο ως ορισμένου χρόνου προς καταστρατήγηση των διατάξεων για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.
Ζήτησαν δε: α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως με απλή εργασιακή σχέση από τους αναλυτικά αναφερόμενους χρόνους και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, με απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, αν υποτεθεί ότι ήταν αληθινά τα περιστατικά που τη θεμελίωναν, οι συμβάσεις εργασίας των έκτης και ενάτου εναγόντων δεν είχαν αποκτήσει το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (27-4-2001) αφού:
α) οι συμβάσεις αυτές δεν ήταν διαδοχικές διότι μεταξύ τους μεσολαβούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα (τριών μηνών και πλέον) και β) μία μόνο σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είχε καταρτισθεί μεταξύ των ανωτέρω εναγόντων και του εναγομένου πριν από τις 27-4-2001, ήτοι εκείνη του ακαδημαϊκού έτους 2000-2001, ενώ οι επικαλούμενες από την έκτη ενάγουσα προγενέστερες συμβάσεις των ακαδημαϊκών ετών 1990-1991 και 1991-1992 απείχαν κατά πολύ χρονικά και δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως διαδοχικές με εκείνη του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002.
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα (αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία) και απέρριψε την έφεση των έκτης και ενάτου εναγόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους ως μη νόμιμη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994, 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 και 11 π.δ. 164/2004. Επομένως ο μόνος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι έκτη και ένατος αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους έκτη και ένατο αναιρεσείοντες, να μην καταδικασθούν όμως αυτοί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου διότι το τελευταίο ερημοδίκησε και δεν υποβλήθηκε σε δαπάνη ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 5-5-2010 αίτησης για αναίρεση της 457/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας μεταξύ των πρώτης, δεύτερου, τρίτου, τέταρτης, πέμπτης, έβδομου, όγδοης, δέκατης, ενδέκατης, δωδέκατης, δέκατου τρίτου και δέκατου τέταρτου αναιρεσειόντων αφενός και του αναιρεσιβλήτου αφετέρου.
Απορρίπτει την αίτηση κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους έκτη και ένατο αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ