Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
987/2006 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against conviction for drug trafficking, rejecting claims of insufficient reasoning and procedural errors.

Geschäftsnummer 987/2006
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for drug trafficking. The appellant argued the lower court failed to properly address his defense regarding good conduct and the inadmissibility of relying solely on a co-defendant's confession. The court ruled that the lower court's reasoning was sufficient, noting the appellant's claim of good conduct was unsupported by facts and that the admission of the co-defendant's statement did not violate legal requirements.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 211A KPD; Art. 510(1)(D) KPD: A co-defendant's confession alone is insufficient for conviction but may be considered with other evidence; failure to address a defendant's unsupported claim of good conduct does not constitute a ground for appeal.

Schlagwörter

KI-generiert
drug trafficking conviction co-defendant confession good conduct mitigation insufficient reasoning procedural nullity appeal dismissal criminal procedure code

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 211A KPD
Art. 510(1)(D) KPD
Art. 577 KPD
Art. 583(1) KPD

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 987 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 987/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρύσανθο Παπούλια, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου) – Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Μιχαήλ Δέτση, Κωνσταντίνο Κούκλη και Γρηγόριο Μάμαλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου .... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Κω, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο, περί αναιρέσεως της 32/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με συγκατηγορούμενο τον .... . Το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Αυγούστου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1500/2005.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 211Α του Κ.Π.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2408/1996, ''μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγο-ρουμένου για την ίδια πράξη, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου''. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αποκλείεται η στήριξη της καταδίκης (κατηγορούμενου), σε μόνη την απολογία συγκατηγορούμενου και δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση της τελευταίας (απολογίας συγκατηγορούμενου), μαζί με τις άλλες αποδείξεις.

Η παραβίαση της ίδιας διάταξης, οδηγεί σε ελλιπή αιτιολογία της απόφασης και την ίδρυση λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του Κ.Π.Δ., για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν νοείται δε αυτοτελής του κατηγορούμενου ισχυρισμός, ότι δεν πρέπει να λάβει το δικαστήριο υπόψη του, μόνη την απολογία συγκατηγορούμενου και δημιουργία λόγου αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.

Δ΄ του Κ.Π.Δ., από την αναιτιολόγητη απόρριψή του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει, σε έναν τέτοιο ισχυρισμό. II. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 32/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος μαζί με άλλον σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της εντολής παραλαβής δέματος ναρκωτικών ουσιών, σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ.

Από τα πρακτικά της απόφασης προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου υπέβαλαν, μάλιστα κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας σημείωμα ''αυτοτελών ισχυρισμών'', το οποίο ενσωματώθηκε στα πρακτικά και με το οποίο προέβαλαν μεταξύ άλλων τον ισχυρισμό, ότι η κατηγορία βασίζεται προανακριτικά και πρωτοδίκως σε μόνη την ''κατάθεση'' του συγκατηγορούμενου .... , κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 211Α του Κ.Π.Δ..

Εξάλλου στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, αναφέρεται μεταξύ άλλων σε σχέση με τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ότι αυτός, στη ... την 22-1-2004, χωρίς αν είναι ο ίδιος τοξικομανής, έδωσε εντολή στο συγκατηγορούμενό του ... , να μεταβεί στο πρακτορείο της εταιρίας ταχυμεταφορών Αθηνών ''ACS'' και να παραλάβει ένα δέμα που είχε αποστείλει κατόπιν συνεννοήσεώς του από την Αθήνα άγνωστο άτομο, που περιείχε ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, βάρους (μετά της συσκευασίας) πέντε (5) χιλιογράμμων και πενήντα (50) γραμμαρίων, συσκευασμένης σε πέντε πλαστικές σακούλες.

Η συνεννόηση μεταξύ ων δύο κατηγορούμενων έγινε δια μέσου των κινητών τηλεφώνων τους, του αναιρεσείοντος με αριθμό .... και του συγκατηγορουμένου του με αριθμό .... . Περί όλων αυτών, αναφέρεται στην αιτιολογία, είναι σαφείς και κατηγορηματικές οι υπό χρονολογία 23-1-2004 και 26-1-2004 μαρτυρικές καταθέσεις του απόντος μάρτυρα αστυνομικού ... , οι οποίες αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, εκ του ανεφίκτου της εμφανίσεώς του και οι οποίες δεν αναφέρονται μόνον σε όσα είχε καταθέσει ο έτερος κατηγορούμενος (συγκατηγορούμενος), την εντολή δηλαδή για την παραλαβή του δέματος ναρκωτικών, αλλά και σε πληροφορίες της αστυνομικής Αρχής, για την αποστολή του δέματος αυτού και την αξιοποίησή τους.

Αλλά και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος απολογούμενος σχετικά, είχε υποστηρίξει, δέχθηκε το δικαστήριο, ότι ο συγκατηγο-ρούμενός του, δεν είχε σχεδιάσει να επιρρίψει σ' αυτόν τις ευθύνες, για την παραλαβή του δέματος ναρκωτικών ουσιών. Και ότι από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων στο σύνολό τους, δέχθηκε επίσης το δικαστήριο, ''… δεν προκύπτει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 211Α του Κ.Π.Δ.

και ο σχετικός ισχυρισμός του δεύτερου κατηγορούμενου (αναιρε-σείοντος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος''. III. Από τις αναφορές αυτές στην αιτιολογία της από-φασης, προκύπτει ότι η καταδίκη του αναιρεσείοντος - κα-τηγορούμενου, δεν στηρίχθηκε μόνο στην απολογία του συγκατηγορουμένου του, μάλιστα όχι για την ίδια αλλά για διαφορετική πράξη, .... , αλλά και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, εκ των οποίων μάλιστα εξαίρονται οι από 23-1-2004 και 26-1-2004 σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις του απόντος μάρτυρα αστυνομικού .... , οι οποίες αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο.

Επομένως ο πρώτος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ειδικότερα προβάλ-λεται, η αναιτιολόγητη απόρριψη του πιο πάνω φερόμενου ως αυτοτελούς του κατηγορούμενου ισχυρισμού, είναι απορ-ριπτέος ως απαράδεκτος, εκτιμώμενος δε ως επίκληση ελλιπούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης, εκ της στηρίξεως της καταδίκης σε μόνη την απολογία συγκατηγορούμενου, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV. Η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του Κ.Π.Δ., εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, αλλά και στην απόφαση για την απόρριψη των αυτοτελών του κατηγορούμενου ισχυρισμών.

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου για την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό του, ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι αυτοτελής υπό την έννοια που αναφέρθηκε και η απόρριψή του, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.

Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία, ενώ η μη απάντηση σ' ένα τέτοιο ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύεται εκ τούτου, ο ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β΄ του Κ.Π.Δ., για έλλειψη ακρόασης. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.

V. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οι συνήγοροι του κατηγορού-μενου όταν τους δόθηκε ο λόγος ζήτησαν, ''… να αναγνωρισθεί (στον κατηγορούμενο) το ελαφρυντικό της καλής διαγωγής μετά την πράξη του'', χωρίς όμως να επικαλεσθούν οιοδήποτε περιστατικό, που να στηρίζει τον ισχυρισμό τους.

Έτσι όμως όπως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος και απαράδεκτος και το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει, μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα σε απαράδεκτο ισχυρισμό, εκ περισσού δε προέβη στην απόρριψη του ισχυρισμού αυτού ως αβάσιμου, μάλιστα με την αιτιολογία ότι, ''… το (χρονικό) διάστημα που πέρασε από την τέλεση της πράξης (22-1-2004), μέχρι την παρούσα σε δεύτερο βαθμό εκδίκαση της υπόθεσης (13-5-2004), δεν είναι σχετικά μεγάλο, ώστε να δημιουργείται στο δικαστήριο η δικανική πεποίθηση, για αποδοχή του ως άνω ελαφρυντικού'', η οποία δεν είναι ελλιπής.

Επομένως ο συναφής, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του Κ.Π.Δ., δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ειδικότερα προβάλλεται, η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης, σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς του κατη-γορούμενου ισχυρισμού, για τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως, της καλής επί σχετικό μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, συμπεριφοράς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

VI. Από τη διαβεβαίωση του δικαστηρίου που περιέχεται στην αιτιολογία της απόφασης, ότι ούτε αναγνώσθηκε προ της κηρύξεως της ενοχής, ούτε λήφθηκε υπόψη το δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου, για την κήρυξη της ενοχής, προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου, για την κήρυξη της ενοχής του, εκ μόνης δε της αποσφραγίσεως του σχετικού φακέλου από τον Εισαγγελέα, έστω κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 577 του Κ.Π.Δ.

και την ανάγνωσή του από αυτόν, ουδεμία απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο δημιουργήθηκε. Επομένως, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον τρίτο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α΄ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της αποσφραγίσεως του φακέλου με το ποινικό μητρώο από τον Εισαγγελέα και την ανάγνωσή του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

VII. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8ης Αυγούστου 2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθμό 32/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Απριλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ