Supreme Court dismisses appeal against default judgment due to improper service and inadmissible arguments.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's default judgment. The appellant argued that the First Instance Court failed to examine her defenses regarding the banks' knowledge of her financial situation and joint liability, claiming these were overlooked despite being raised in the appeal to the Court of Appeal. The court rejected these claims as inadmissible because the appellant did not raise the joint liability defense in the Court of Appeal proceedings, and the specific arguments regarding the banks' knowledge were deemed to attack the unreviewable assessment of evidence. Consequently, the cassation request was rejected, and the appeal bond was returned to the public treasury.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 495(4)(e), 561(2), 573(1), 746 of the Code of Civil Procedure; The cassation request is inadmissible if the grounds raised in the cassation appeal were not properly presented in the appeal to the Court of Appeal or if they constitute an attack on the unreviewable assessment of evidence.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 986 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 986/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. συζ. Η. Ι., το γένος Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης εταιρίας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Κόντη και Φλώρα Τριανταφύλλου και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζηαντωνίου, ενώ η 4η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φλώρινας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-4-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθμ. ... /12.7.2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Β. Μ. - Β., που προσκομίζει και επικαλείται η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 28.4.2017, με αρ. καταθ. …2017, αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "....". Η αναιρεσίβλητη αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα, πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο και την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατατέθηκε έγγραφη δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α’ εδ. 1 του ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρεία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει, δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ. που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση), πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή ταυ εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/ 2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια Του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α’ του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ’ ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει, ότι η σκοπούμενη γι’ αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ’ ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 8/2006).
Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1.1.2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός, που δεν προβλεπόταν προ της αντικαταστάσεως του πιο πάνω άρθρου, ισχύει για τις αναιρέσεις κατά αποφάσεων των Πρωτοδικείων που ασκήθηκαν μετά την 1.1.2016 (ΑΠ 140/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της Εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για τη διακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της Εκουσίας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της Εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).
Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1844/2009) και συνακόλουθα από τον αριθμό 5 του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 6 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (3.5.2017), (ΑΠ 636/2017), κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1)..., 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας, που δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. 5/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Φλώρινας, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 90/2017 απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα είναι ηλικίας 55 ετών, έγγαμη και μητέρα τριών ενήλικων τέκνων ηλικίας 29 και 24 ετών κατά τον χρόνο συζήτησης της ένδικης έφεσης.
Περαιτέρω, είναι συνταξιούχος του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.) από την 01-06-2012, λαμβάνοντας μηνιαίως σύνταξη ύψους 1.249,38 ευρώ (βλ. υπ’ αρ. πρωτ. .../03-04-2013 πιστοποιητικό του Ο.Α.Ε.Ε.). Η ίδια, προ της συνταξιοδότησής της, διατηρούσε από το έτος 1986 ιδιωτικό εκπαιδευτήριο ξένων γλωσσών σε μισθωμένο οίκημα επί της οδού ...
στην πόλη της Φλώρινας, όπου και εργαζόταν ως καθηγήτρια ξένων γλωσσών. Η εν λόγω δραστηριότητά της έπαυσε στις 31-05-2012, οπότε και προέβη σε διακοπή εργασιών στη ... καθώς από την 01-06-2012 συνταξιοδοτήθηκε λόγω γήρατος. Όπως δε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα εκκαθαριστικά σημειώματα των φορολογικών ετών 2009, 2010 και 2011, τα καθαρά έσοδα αυτής από τη λειτουργία του φροντιστηρίου ανέρχονταν στο ποσό των 13.050,88, 9.171,31 και 7.057,50 ευρώ αντίστοιχα, ενώ το εισόδημά της κατά το φορολογικό έτος 2012, όταν και επήλθε η συνταξιοδότηση αυτής, ανήλθε στο ποσό των 7.776,47 ευρώ και κατά το φορολογικό έτος 2013 στο ποσό των 7.187,37 ευρώ.
Επιπλέον, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την ίδια έντυπο Ε3 του οικονομικού έτους 2012 (φορολογικό έτος 2011) και 2013 (φορολογικό έτος 2012), δεν υπήρχε στην επιχείρηση μόνιμα απασχολούμενο προσωπικό. Ομοίως, δεν αποδείχτηκε η απασχόληση προσωπικού κατά το έτος 2010, δεδομένης εξάλλου της μικρής απόκλισης των εισοδημάτων της εκκαλούσας από τα αντίστοιχα του έτους 2011.
Ακολούθως, αποδείχτηκε ότι το εισόδημα του συζύγου της εκκαλούσας, Η. Ι. του Χ., ο οποίος τυγχάνει πλέον συνταξιούχος δάσκαλος, ανέρχονταν κατά το φορολογικό έτος 2009 στο ποσό των 24.924,65 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2010 στο ποσό των 22.674,31 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2011 στο ποσό των 21.212,42 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2012 στο ποσό των 20.905,15 ευρώ και κατά το φορολογικό έτος 2013 στο ποσό των 15.287,80 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η εκκαλούσα, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, ανέλαβε τα παρακάτω αναφερόμενα χρέη προς τις πιστώτριες τράπεζες, τα οποία θεωρούνται, κατά πλάσμα του νόμου, ληξιπρόθεσμα με την κοινοποίηση της αίτησης και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση το παρακάτω αναφερόμενο εμπραγμάτως ασφαλισμένο δάνειο, ο εκτοκισμός του οποίου συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της εκκαλουμένης και, ειδικότερα, η εκκαλούσα οφείλει 1) στην πρώτη των εφεσιβλήτων "...
ΑΕ" α) από την υπ’ αρ. .../22-10-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου και την ταυτάριθμη αυτής πράξη (συνοφειλέτρια μετά του συζύγου της), το ποσό των 383.044,44 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων μέχρι τις 03-07-2013 (εμπραγμάτως ασφαλισμένο δάνειο), β) από την υπ’ αρ. .../26-10-2007 σύμβαση καταναλωτικού δανείου (συνοφειλέτρια μετά του συζύγου της), το ποσό των 30.529,78 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων, γ) από την υπ’ αρ. .../23-10-2007 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 13.616,54 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων και δ) από την υπ’ αρ. .../17-07-1998 σύμβαση πιστωτικής κάρτας (συνοφειλέτρια μετά του συζύγου της), που σύναψε με την "...
ΑΕ", η οποία απορροφήθηκε λόγω συγχώνευσης από την "... ΑΕ", το ποσό των 15.754,30 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων μέχρι τις 14-06-2012, 2) προς την δεύτερη των εφεσιβλήτων "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", από την υπ’ αρ. ...2010 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 24.949,75 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων μέχρι τις 21-05-2013, 3) προς την τρίτη των εφεσιβλήτων "...
ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" α) από την υπ’ αρ. ...2009 σύμβαση πιστωτικής κάρτας (συνοφειλέτρια μετά του συζύγου της), το ποσό των 10.267,71 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων μέχρι τις 26-06-2013, β) από την υπ’ αρ. ...2009 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 12.471,43 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων μέχρι τις 26-06- 2013 και γ) από την υπ’ αρ. ...
σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 8.334,45 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων μέχρι τις 26-06-2013 και 4) προς την τέταρτη των εφεσιβλήτων "...", από την υπ’ αρ. .../2001 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 3.247,16 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων μέχρι τις 21-05-2013. Επιπλέον, αποδείχτηκε ότι η εκκαλούσα κατά τον χρόνο ανάληψης των ανωτέρω οικονομικών της υποχρεώσεων ήταν κυρία των κάτωθι ακινήτων:
α) ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος πλήρους κυριότητας μίας μεζονέτας, που βρίσκεται στη …, επί της οδού ..., με χαρακτηριστικό αριθμό … του υπό στοιχείο "Β" συγκροτήματος, μεικτού εμβαδού 114,24 τ.μ., η οποία αποτελείται από υπόγειο εμβαδού 72,76 τ.μ., ισόγειο όροφο εμβαδού 58,82 τ.μ., που αποτελείται από σαλόνι, κουζίνα, καθιστικό και λουτροκαμπινέ, και πρώτο όροφο εμβαδού 55,42 τ.μ., που αποτελείται από 3 υπνοδωμάτια και λουτροκαμπινέ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις 62,21/1000, το οποίο περιήλθε στην κυριότητά της δυνάμει του υπ’ αρ. .../15-11-2001 συμβολαίου πώλησης της Συμβολαιογράφου Φλώρινας Ά.
Χ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Φλώρινας στον τόμο ... με αριθμό ..., β) ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος πλήρους κυριότητας ενός διαμερίσματος του δεύτερου ορόφου πάνω από το ισόγειο πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στη Φλώρινα, επί της οδού ..., με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης …, το οποίο αποτελείται από 2 δωμάτια, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, καθημερινό, χωλ και λουτροκαμπινέ, εμβαδού 95,50 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις 59,80/1000, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα της εκκαλούσας δυνάμει του υπ’ αρ.
…1989 συμβολαίου αγοράς της Συμβολαιογράφου Φλώρινας Δ. Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Φλώρινας στον τόμο … με αριθμό ..., γ) ποσοστού 20% εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος πλήρους κυριότητας ενός διαμερίσματος του δεύτερου ορόφου, που βρίσκεται στη ..., με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης …, εμβαδού 65,62 τ.μ., το οποίο απέκτησε δυνάμει της υπ’ αρ. .../2006 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Φλώρινας Ά.
Χ. - Μ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ... με αριθμό ... και δ) ποσοστού 16,67% του δικαιώματος πλήρους κυριότητας τεσσάρων αγροτεμαχίων στην περιοχή ..., έκτασης 4.000 τ.μ., 3.500 τ.μ., 12.000 τ.μ. και 2.250 τ.μ. αντίστοιχα. Στο σημείο αυτό αποδείχτηκε ότι το ως άνω περιγραφόμενο υπό στοιχείο α’ ακίνητο φέρει προσημείωση υποθήκης υπέρ της πρώτης των εφεσιβλήτων για εξασφάλιση απαίτησης της τελευταίας ύψους 429.000 ευρώ απορρέουσα από την ως άνω αναφερόμενη υπ’ αρ. .../22-10-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία ενεγράφη στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Φλώρινας στον τόμο … φύλλο ...
με αριθμό … δυνάμει της υπ’ αρ. 658/22-10-2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Περαιτέρω, και όσον αφορά το ως άνω περιγραφόμενο υπό στοιχείο β’ ακίνητο, αποδείχτηκε ότι η πρώτη των εφεσιβλήτων, δυνάμει της υπ’ αρ. .../2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προέβη στην επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης, συνταχθείσας σχετικά της υπ’ αρ. ...-03-2012 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Φλώρινας Ε.
Β.. Ο πλειστηριασμός του εν λόγω ακινήτου διενεργήθηκε στις 28-11-2012, όταν και κατακυρώθηκε στην πρώτη των εφεσιβλήτων, συνταχθείσας σχετικά της υπ’ αρ. .../21-11-2013 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του Συμβολαιογράφου Φλώρινας Α. Χ. και της υπ’ αρ. .../27-12-2013 ορθής επανάληψης αυτής, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Φλώρινας στον τόμο ...
με αριθμούς ...07-01- 2014. Ακολούθως, αποδείχτηκε ότι η εκκαλούσα, δυνάμει του υπ’ αρ. .../2010 συμβολαίου πώλησης της Συμβολαιογράφου Φλώρινας Ά. Χ. - Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 27-01-2010 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Φλώρινας στον τόμο ... με αριθμό ..., πώλησε και μεταβίβασε το ως άνω αναφερόμενο υπό στοιχείο γ’ ποσοστό συγκυριότητάς της επί του συγκεκριμένου ακινήτου.
Στη συνέχεια, αποδείχτηκε ότι η πρώτη των εφεσιβλήτων προέβη στις 17-11-2010 στην καταγγελία της υπ’ αρ. .../ 22-10-2007 σύμβασης στεγαστικού δανείου, λόγω μη καταβολής εκ της εκκαλούσας μέρους της δόσης του μηνός Απριλίου του έτους 2010 και των δόσεων των μηνών Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου του έτους 2010.
Για το λόγο αυτό, η πρώτη των εφεσιβλήτων προέβη στην έκδοση σε βάρος της εκκαλούσας και του συζύγου της, Η. Ι. του Χ., της υπ’ αρ. .../2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκαν αμφότεροι, ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, να καταβάλουν σε αυτή το ποσό των 324.700,17 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, επισπεύδοντας ακολούθως, ως προαναλύθηκε, αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ως άνω περιγραφόμενης υπό στοιχείο β’ περιουσίας της εκκαλούσας.
Επιπλέον, αποδείχτηκε ότι η πρώτη των εφεσιβλήτων κατήγγειλε στις 12-11-2010 την υπ’ αρ. .../26-10-2007 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, καθόσον η εκκαλούσα έπαυσε την καταβολή των συμφωνημένων δόσεων από τον Απρίλιο του έτους 2010, εκδοθείσας προς τούτο της υπ’ αρ. .../2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ στις 23-08-2010 προέβη στην καταγγελία της υπ’ αρ. .../23-10-2007 σύμβασης πιστωτικής κάρτας.
Ομοίως, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα αντίγραφο της υπ’ αρ. ... μερίδας της στο Υποθηκοφυλακείο Φλώρινας μετά της επ’ αυτού από 09-03-2011 βεβαίωσης της Υποθηκοφύλακα Φλώρινας, στις 17-11-2010 ενεγράφη σε βάρος ακινήτου της εκκαλούσας αναγκαστική κατάσχεση με επίσπευση του Κ. Η. του Σ. για απαίτηση ύψους 45.924,09 ευρώ.
Εκ των ανωτέρω λοιπόν, συνάγεται σαφώς ότι η εκκαλούσα περιήλθε σε κατάσταση παύσης των πληρωμών και αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της ήδη από τον Απρίλιο του έτους 2010 και όχι τον Αύγουστο του έτους 2012, όπως η ίδια ισχυρίζεται. Ας σημειωθεί, εξάλλου, ότι η απορρέουσα από την υπ’ αρ. .../22-10-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου οφειλή της εκκαλούσας αποτελεί τον κύριο όγκο των συνολικά οφειλομένων από αυτή σε τρίτους.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των παραπάνω, και δεδομένου αφενός του ύψους των προαναφερόμενων καθαρών εσόδων της εκκαλούσας από την λειτουργία του φροντιστηρίου ξένων γλωσσών κατά τα έτη 2009 (13.050,88 ευρώ), 2010 (9.171,31 ευρώ) και 2011 (7.057,50 ευρώ), και αφετέρου της μη απασχόλησης προσωπικού κατά τα έτη 2010 και 2011, καθώς και κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2012, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκ της εκκαλούσας εκμετάλλευση φροντιστηρίου ξένων γλωσσών δεν συνιστά εμπορική δραστηριότητα, καθόσον η συμβολή της ιδίας στην εν λόγω δραστηριότητα με την παράδοση εκ της ιδίας μαθημάτων κρίνεται μεγαλύτερη της οργανωτικής της συμβολής στη συντήρηση της επιχείρησης, με προεξέχοντα τον επιστημονικό χαρακτήρα της εν γένει συμβολής της.
Εξάλλου, δεν αποδείχτηκε από οποιοδήποτε των εισφερόμενων μέσων αξιόλογη επένδυση κεφαλαίου κατά την άσκηση της οικείας δραστηριότητας, πέραν της μίσθωσης χώρου προς παράδοση των οικείων μαθημάτων. Ως εκ τούτου, και δεδομένου ότι η εκκαλούσα δεν ήταν έμπορος κατά τον χρόνο που έπαυσε τις πληρωμές της, όπως ο χρόνος αυτός προσδιορίστηκε αναλυτικά ανωτέρω, αυτή δεν έχει την εμπορική ιδιότητα και, επομένως ούτε την πτωχευτική ικανότητα και δύναται να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας.
Ακόμη όμως και εάν ήθελε κριθεί ότι η εκκαλούσα προέβαινε στην άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, αυτή δεν θα μπορούσε παρά να ανήκει στην κατηγορία των μικρεμπόρων και, συνεπώς, να υπάγεται στη ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεων του νομοθετήματος 3869/2010, δοθέντος ότι κατά τον χρόνο παύσης των πληρωμών της και εντεύθεν, και ενόψει του ως άνω αναφερόμενου ύψους των καθαρών της εσόδων, το κέρδος αυτής αποτελεί στην ουσία αμοιβή του πνευματικού της κόπου και όχι κερδοσκοπικών συνδυασμών, ενώ η δραστηριότητά της δεν ενέχει οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας, εκ της οποίας να προκύπτει κερδοσκοπική εκμετάλλευση των αγοραζόμενων υλών και της εργασίας χρησιμοποιούμενων τρίτων προσώπων και μηχανικών ή άλλων εγκαταστάσεων.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε ότι η εκκαλούσα, ως προς τις πραγματικές συνθήκες άσκησης του επαγγέλματός της, είναι έμπορος και, συνεπώς, δεν υπάγεται ως φυσικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα στις διατάξεις του ν. 3869/2010, έσφαλε κατά την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον μοναδικό λόγο έφεσης.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός κρίνεται βάσιμος. Ωστόσο, το Δικαστήριο κρίνει, ότι η εκκαλούσα προέβη χωρίς επιμέλεια και σύνεση σε διαρκείς λήψεις δανείων κα. πιστωτικών καρτών, αφού ανέλαβε συνολικά εννέα τραπεζικά προϊόντα από τις ανωτέρω πιστώτριες τράπεζες, δημιουργώντας μη αμφισβητούμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις τελευταίες, συνολικού ύψους 502.215,56 ευρώ.
Ειδικότερα, και αναφορικά με την κυριότερη οφειλή της εκκαλούσας, η τελευταία προέβη στις 22-10-2007 στη σύναψη (μετά του συζύγου της) της υπ’ αρ. ... σύμβασης στεγαστικού δανείου με αντισυμβαλλόμενη την πρώτη των εφεσιβλήτων, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στην ίδια δάνειο ύψους 330.000 ευρώ, ενώ στις 26-10-2007 προέβη (μετά του συζύγου της) στην κατάρτιση της υπ’ αρ. ...
σύμβασης καταναλωτικού δανείου με την ίδια ως άνω αντισυμβαλλόμενη, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στην ίδια δάνειο ύψους 25.000 ευρώ. Ωστόσο, από τα εισφερόμενα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου αποδεικτικά μέσα, δεν κατέστη δυνατό να διακριβωθεί ο τρόπος επένδυσης του ποσού που χορηγήθηκε στην εκκαλούσα δυνάμει της υπ’ αρ. .../22-10-2007 σύμβασης που τιτλοφορείται ως σύμβαση στεγαστικού δανείου, δοθέντος ότι δεν αποδείχτηκε οποιαδήποτε επενδυτική κίνηση της εκκαλούσας και του συζύγου αυτής μετά τη χορήγηση του σχετικού δανείου, γεγονός εξάλλου που δεν επικαλείται ούτε η ίδια με την αίτησή της.
Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα αντίγραφο της υπ’ αρ. ... μερίδας της στο Υποθηκοφυλακείο Φλώρινας μετά της επ’ αυτού από 09-03-2011 βεβαίωσης της Υποθηκοφύλακα Φλώρινας, καθώς κα. της υπ’ αρ. ... μερίδας του συζύγου της στο ανωτέρω Υποθηκοφυλακείο, τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της προέβησαν τελευταία φορά σε αγορά ακινήτου στις 16-11-2001, όταν και μεταγράφηκε το υπ’ αρ. .../15-11-2001 συμβόλαιο πώλησης της Συμβολαιογράφου Φλώρινας Ά.
Χ. - Μ., δυνάμει του οποίου απέκτησε έκαστος αυτών ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος πλήρους κυριότητας της ως άνω περιγραφόμενης μεζονέτας, που βρίσκεται στη Φλώρινα, επί της οδού ... και αποτελεί την κύρια κατοικία τους. Όπως, δε, προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσκομιζόμενης από την εκκαλούσα ως άνω συμβολαιογραφικής πράξης, το τίμημα της συγκεκριμένης αγοραπωλησίας ανήλθε στο ποσό των 21.000.000 δρχ.
ή άλλως 61.628 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί από προϊόν τραπεζικού δανείου που θα λάμβαναν αμφότεροι από την ... ΑΕ, ενώ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην από 05-12-2012 αναγγελία της πρώτης των εφεσιβλήτων ενώπιον της υπαλλήλου του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφου Ε. Κ., η υπ’ αρ. .../22-10-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου καταρτίστηκε με σκοπό την αποπληρωμή άλλου στεγαστικού δανείου (επισκευή/ αποπεράτωση).
Συνεπώς, ακόμη και εάν η αμέσως ανωτέρω αναφερόμενη σύμβαση στεγαστικού δανείου καταρτίστηκε προς αναχρηματοδότηση της εκκαλούσας με σκοπό εξόφλησης παλαιότερου δανείου που χορηγήθηκε στην ίδια για την αγορά της ως άνω κύριας κατοικίας της κατά το έτος 2001, καθίσταται σαφής η χορήγηση πολύ μεγαλύτερου ποσού από αυτό του τιμήματος αγοράς του ως άνω ακινήτου, αλλά και της αντικειμενικής αξίας της ανωτέρω οικίας, η οποία ανέρχεται, κατά τα ισχυριζόμενα από την εκκαλούσα, στο ποσό των 100.000 ευρώ περίπου, ενώ δεν προέκυψε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο η ανάγκη υποβολής της εκκαλούσας σε δαπάνες αποπεράτωσης της συγκεκριμένης οικίας, καθόσον δεν αποδείχτηκε η μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της πωλήτριας εργολάβου εταιρείας, γεγονός εξάλλου που δεν επικαλείται ούτε η ίδια η εκκαλούσα.
Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε με επιμέλεια της εκκαλούσας κατά τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης, η εκκαλούσα μετά του συζύγου της προσπάθησαν δυνάμει του ως άνω δανείου να συγκεντρώσουν το σύνολο των υφιστάμενων έως τότε οφειλών τους.
Ομοίως, η εκκαλούσα κατέθεσε ένορκα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Φλώρινας κατά τη συζήτηση της υπ’ αρ. έκθεσης κατάθεσης ... αίτησης του συζύγου της περί ρύθμισης των οφειλών του ως υπερχρεωμένο πρόσωπο ότι στην υπ’ αρ. .../22-10-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου συμπτήχθηκαν οφειλές τους και από πιστωτικές κάρτες.
Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω διαπιστωθέντα, καταδεικνύεται ότι η ως άνω αναφερομένη σύμβαση στεγαστικού δανείου δεν καταρτίστηκε μόνο προς εξυπηρέτηση στεγαστικών σκοπών, αλλά κατά το μεγαλύτερο και κύριο μέρος αυτής προς εξυπηρέτηση έτερων προσωπικών οφειλών της εκκαλούσας κα. του συζύγου της, που είχαν δημιουργηθεί προ του έτους 2007.
Ας σημειωθεί ότι η εκκαλούσα, πέραν της λήψης του ανωτέρω στεγαστικού δανείου, καθώς και του προαναφερόμενου καταναλωτικού δανείου και της έκδοσης επτά συνολικά πιστωτικών καρτών, διατηρούσε οφειλή ύψους 45.924,09 ευρώ προς τον Κ. Η. του Σ., ο οποίος και προέβη στις 17-11-2010 στην αναγκαστική κατάσχεση ακίνητης περιουσίας της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της υπ’ αρ. ...
μερίδας της εκκαλούσας στο Υποθηκοφυλακείο Φλώρινας. Ωστόσο, δεν αποδείχτηκε ο δικαιολογητικός λόγος δημιουργίας εκάστης των ανωτέρω οφειλών της εκκαλούσας, ούτε και ο τρόπος ανάλωσης των συγκεκριμένων χρηματικών ποσών, δεδομένου ότι δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε περιουσιακή επένδυση των οικείων κεφαλαίων, γεγονός εξάλλου που δεν επικαλείται ούτε η ίδια η εκκαλούσα.
Εξάλλου, η τελευταία δεν επικαλέστηκε οποιαδήποτε εύλογη έκτακτη και επιτακτική ανάγκη για την ανάληψη όλων των ως άνω αναφερόμενων τραπεζικών προϊόντων. Το επικαλούμενο δε εξ αυτής θλιβερό γεγονός του θανάτου της κόρης της Τ. στις 27-06-2005 συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, καθώς και της μητέρας της κατά το έτος 1994 λόγω πτώσης εξ ύψους, της διάγνωσης κατά το έτος 1994 καρκινώματος στον πατέρα της, καθώς του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει η κόρη της Μ., η οποία πάσχει από κώφωση, δεν δύναται να συνδεθούν αιτιωδώς με τον ως άνω υπερδανεισμό της, δοθέντος ότι αφενός αμφότεροι οι θάνατοι των προσφιλών της προσώπων υπήρξαν αιφνίδιοι, χωρίς να αποδεικνύεται η ανάγκη υποβολής αυτών σε δαπανηρές ιατρικές επεμβάσεις ή η λήψη δαπανηρής φαρμακευτικής αγωγής, αφετέρου και όσον αφορά το πρόβλημα υγείας του πατέρα της, το οποίο διαγνώστηκε σε πολύ προγενέστερο του υπερδανεισμού της στάδιο, δεν αποδείχτηκε η υποβολή της εκκαλούσας εξ αυτού του λόγου σε αυξημένες ιατρικές δαπάνες, δοθέντος εξάλλου ότι η ίδια επικαλείται απλά ιατρικές επισκέψεις στην πόλη της Θεσσαλονίκης, ενώ δεν προσκομίζεται οποιοδήποτε αποδεικτικό ιατρικών δαπανών έγγραφο.
Ομοίως, και αναφορικά με το πρόβλημα κώφωσης που αντιμετωπίζει η κόρη της Μ., αποδείχτηκε ότι αυτό εμφανίστηκε ήδη από το έτος 1993, όταν και γεννήθηκε, χωρίς να αποδεικνύεται η υποβολή της σε οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση ή η υποβολή της εκκαλούσας σε αυξημένες και έκτακτες ιατρικές δαπάνες πέραν της τυπικής ιατρικής παρακολούθησης του τέκνου της και της αγοράς ακουστικών βαρηκοΐας, η οποία, ωστόσο, όπως αποδείχτηκε από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, λαμβάνει, χώρα ανά πενταετία.
Σημειώνεται δε ότι η εκκαλούσα αν και κάνει επίκληση του ανωτέρω προβλήματος υγείας της κόρης της, η ίδια δεν προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό ιατρικών δαπανών έγγραφο πέραν της υπ’ αρ. ...06-11-2010 απόδειξης της ομόρρυθμης εταιρείας "... & ΣΙΑ ΟΕ" περί αγοράς ακουστικών βαρηκοΐας σε συνδυασμό με την από 30-11-2011 ιατρική έκθεση του χειρουργού ωτορινολαρυγγολόγου Ι.
Μ., από όπου προκύπτει η αγορά ακουστικών κατά το έτος 2005. Ας σημειωθεί, εξάλλου, ότι αν και στην αίτηση της εκκαλούσας υπολαμβάνεται ότι τα ανωτέρω θλιβερά γεγονότα αποτέλεσαν αιτία του ως άνω διαρκούς δανεισμού της, η ίδια αποφάσισε το έτος 2001 να προβεί στην αγορά της ως άνω περιγραφόμενης κύριας κατοικίας της, αν και ήταν μετά του συζύγου της ιδιοκτήτρια έτερης κατοικίας ήδη από το έτος 1989 και, συγκεκριμένα, του ως άνω περιγραφόμενου διαμερίσματος επί της οδού ..., χωρίς ωστόσο να προβεί ταυτόχρονα στην εκποίηση αυτής.
Εκ των ανωτέρω λοιπόν, καθίσταται σαφές ότι η εκκαλούσα προέβη χωρίς επιμέλεια και σύνεση σε διαρκείς λήψεις δανείων και πιστωτικών καρτών, απολαμβάνοντας τα σχετικά οφέλη, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε ανάγκη για εύλογη δαπάνη αυτών και χωρίς να αποδεικνύεται οποιαδήποτε επένδυση αυτών με την απόκτηση ακίνητης περιουσίας ή απαραίτητης για τη διαβίωση κινητής περιουσίας ή οποιαδήποτε επιχειρηματική επένδυση αυτών, γεγονός που καταδεικνύει μια άσκοπη ανάλωση των οικείων κεφαλαίων, που υπερβαίνει το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή.
Εξάλλου, η λήψη του συνόλου των ως άνω τραπεζικών προϊόντων δεν συνάδει με τα εισοδήματα, την περιουσία, τη γενικότερη κοινωνική και οικονομική κατάσταση και το καταναλωτικό προφίλ της εισοδηματικής κατηγορίας της εκκαλούσας και του συζύγου της. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα εκκαθαριστικό σημείωμα του φορολογικού έτους 2009, τα καθαρά έσοδα αυτής από την επαγγελματική της δραστηριότητα ανέρχονταν στο ποσό των 13.050,88 ευρώ, ενώ το εισόδημα του συζύγου της σε αυτό των 24.924,65 ευρώ, δηλαδή μηνιαίως στο ποσό των 3.160 ευρώ περίπου.
Σημειώνεται ότι τα ανωτέρω εισοδήματα αποτελούν τα υψηλότερα αποδειχθέντα στο παρόν Δικαστήριο, δοθέντος ότι ο ισχυρισμός της εκκαλούσας, που περιέχεται στην αίτησή της, περί εισοδημάτων ύψους 4.000 ευρώ μηνιαίως, καθώς και αυτός, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Φλώρινας, περί διπλάσιων εισοδημάτων αυτής κατά τον χρόνο που ανέλαβε τις ως άνω οικονομικές της υποχρεώσεις προς τα προαναφερόμενα πιστωτικά ιδρύματα, δεν αποδείχτηκε, καθόσον η ίδια δεν μερίμνησε για την προσκόμιση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά ούτε και ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ) εκκαθαριστικών σημειωμάτων ή δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος (έντυπα Ε1) προγενέστερων του φορολογικού έτους 2009 ετών.
Ως εκ τούτου, καθίσταται ευχερώς αντιληπτό ότι ο δανεισμός ποσού ύψους τουλάχιστον 400.000 ευρώ δεν συνάδει με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση και το καταναλωτικό προφίλ της εισοδηματικής κατηγορίας μιας πενταμελούς οικογένειας με συνολικές μηνιαίες απολαβές ύψους 3.000 ευρώ. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η εκκαλούσα, όπως προαναλύθηκε, έπαυσε να εξυπηρετεί την υπ’ αρ. .../22-10-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, καθώς και την υπ’ αρ. ...26-10-2007 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ήδη από τον Απρίλιο του έτους 2010, δηλαδή μόλις τρία έτη μετά τη χορήγηση αυτών, και όχι τον Αύγουστο του έτους 2012, όπως ισχυρίζεται η ίδια.
Ωστόσο, η παύση εξυπηρέτησης των ως άνω δανείων κατά το έτος 2010 δεν αποδείχτηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς με οποιαδήποτε μείωση των εισοδημάτων της, δοθείσας της μη προσκόμισης εκ μέρους της εκκαλούσας οποιουδήποτε αποδεικτικού των εισοδημάτων της κατά τα προηγούμενα έτη εγγράφου, ώστε να καταστεί δυνατή η σύγκριση των οικονομικών της απολαβών.
Αξιομνημόνευτο, δε, αποτελεί το γεγονός ότι η ίδια τον Ιανουάριο του έτους 2010, δηλαδή μόλις τρεις μήνες πριν παύσει τις πληρωμές της προς την πρώτη των εφεσιβλήτων, έναντι της οποίας διατηρούσε και τον κύριο όγκο της συνολικής οφειλής της, δεν μερίμνησε να διατηρήσει την ακίνητη περιουσία της προς ικανοποίηση των δανειστών της, προβαίνοντας τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της, δυνάμει του υπ’ αρ. .../2010 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ά.
Χ. - Μ., το οποίο μεταγράφηκε στις 27-01-2010 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Φλώρινας, στην πώληση προς τα τέκνα τους ποσοστού 20% εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος πλήρους κυριότητας που είχε έκαστος αυτών επί ενός διαμερίσματος του δεύτερου ορόφου πολυόροφης οικοδομής, που βρίσκεται στην πόλη της Φλώρινας (....
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκκαλούσα συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, που δεν συνάδουν με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση και το καταναλωτικό προφίλ της εισοδηματικής κατηγορίας της οικογενείας της, γνωρίζοντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της σε συνδυασμό με το περιορισμένο και αμετάβλητο των εισοδημάτων της θα μπορούσε να την οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αποδεχόμενη το ενδεχόμενο αυτό.
Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι τα εν λόγω κεφάλαια δεν αναλώθηκαν σε επενδυτικές κινήσεις, γεγονός που καταδεικνύει μια άσκοπη ανάλωση αυτών και, ως εκ τούτου, γνώση εκ της εκκαλούσας του ενδεχομένου να μην εξυπηρετήσει τις οικείες υποχρεώσεις της, δοθέντος ότι η ίδια δεν επικαλείται αλλά ούτε και αποδείχτηκε ότι ανέμενε ή ήλπιζε δικαιολογημένα σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών της δεδομένων.
Η αδυναμία δε αυτή να ανταπεξέλθει στον όγκο των ληξιπρόθεσμων χρεών που ανέλαβε δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη μείωση των εισοδημάτων της σε χρόνο μετά την ανάληψη των οικείων υποχρεώσεών της, ισχυρισμό που δεν φρόντισε να αποδείξει η ίδια με την προσκόμιση των οικείων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος για τα έτη προ του 2009.
Τουναντίον, η αδυναμία της εκκαλούσας προς εξυπηρέτηση των οικείων υποχρεώσεών της έναντι των εφεσιβλήτων οφείλεται στον μη επιμελή δανεισμό της πέραν των εισοδηματικών της δυνατοτήτων, γνωρίζοντας ως ενδεχόμενο τη μη εξυπηρέτηση των δημιουργούμενων οφειλών ενόψει των εισοδημάτων της και των αναγκών μιας πενταμελούς οικογένειας, δοθέντος εξάλλου ότι τα οικεία κεφάλαια δεν αναλώθηκαν σε οποιαδήποτε επενδυτική κίνηση που θα μπορούσε να της αποφέρει αύξηση των εισοδημάτων της ή μείωση των δαπανών της.
Ως εκ τούτου η εκκαλούσα περιήλθε δόλια, με τη μορφή του ενεχόμενου δόλου, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών της οφειλών προς τις εφεσίβλητες και συνεπώς, δεν εμπίπτει στο προστατευτικό πλαίσιο των διατάξεων του Ν. 3869/2010, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των εφεσιβλήτων, η οποία προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με τις προτάσεις τους.
Επομένως, η υπό κρίση έφεση πρέπει ν’ απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, καθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και με εσφαλμένες αιτιολογίες που αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά απέρριψε την αίτηση της εκκαλούσας ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, έστω και για διάφορο λόγο, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ορθό διατακτικό".
Και με τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση. Κρίνοντας έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας, που δίκασε ως Εφετείο και δεχθέν ότι συντρέχει στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας το στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη περί της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου, η δε σχετική ένσταση, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει και ειδικότερα των πρακτικών του Ειρηνοδικείου Φλώρινας και των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων τόσο ενώπιον του Ειρηνοδικείου, όσο και ενώπιον του Μονομερούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη.
Επομένως, το δικαστήριο δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ. 1, αληθώς όμως στην από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ως προς το ανωτέρω ζήτημα. Οι αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στο σχετικό λόγο της αναιρέσεως (υπό τους αρ. 2 • 3 • 4), ότι δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέσθηκαν προς στήριξή της πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει σκόπιμη ενέργειά της (αναιρεσείουσας) να περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής (π.χ.
απόκρυψη εισοδημάτων, απομείωση περιουσίας, καταδολιευτικές ενέργειες, επιβάρυνση της αξίας της περιουσίας της, εσκεμμένη παύση πληρωμής των δανείων κ.λπ.) και ως εκ τούτου η σχετική ένσταση έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, πέραν του ότι δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, αντίστοιχη διάταξη με αυτή του άρθρου 559 αρ. 14 του ίδιου Κώδικα.
Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί το αποδεικτικό της πόρισμα.
Οι αιτιάσεις υπό τον αριθμό 3 του αναιρετηρίου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, χωρίς επαρκή αιτιολογία, ότι αυτή (αναιρεσείουσα) έλαβε στεγαστικό δάνειο προς αναχρηματοδότηση οφειλής με μεγαλύτερο ποσό από το προγενέστερο δάνειο ή την αντικειμενική αξία των ακινήτων, ενώ το αληθές είναι ότι με την αναχρηματοδότηση επεδίωκε την επωφελέστερη γι’ αυτή αποπληρωμή άλλων δανείων, η δε εμπορική αξία του ακινήτου, κατά το χρόνο λήψεως του δανείου ήταν διπλάσια της αντικειμενικής, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίκληση της παραβάσεως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, προσβάλλεται η ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων.
Ακολούθως, η, υπό τον αριθμό … του αναιρετηρίου, αιτίαση, ότι χωρίς επαρκή αιτιολογία, το δικαστήριο δέχθηκε, ότι η ίδια μεταβίβασε περιουσιακά της στοιχεία εντός τριετίας από την υποβολή, της ένδικης αίτησης, ενώ τούτο δεν είναι αληθές, διότι η μεταβίβαση έγινε με προσύμφωνο, αλλά δεν υπογράφηκε, ότι οριστικώς πώλησαν το ακίνητο στον τελικό αγοραστή (αγοραστή το προαγοραστή), ο οποίος με τη σειρά του το προπώλησε και συντάχθηκε το οριστικό συμβόλαιο, είναι ομοίως απορριπτέα για τον ίδιο, όπως και ανωτέρω λόγο.
Με τα διαλαμβανόμενα υπό τον αριθμό … του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο απείχε από το να ασκήσει ορθά τα ανακριτικά του καθήκοντα και έτσι οδηγήθηκε σε λανθασμένα συμπεράσματα. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πέραν της παντελούς αοριστίας του, δεν προβλέπεται, για την ως άνω αιτία σχετικός αναιρετικός λόγος από το άρθρο 560 ΚΠολΔ.
Όπως προεκτέθηκε, η ένσταση του δόλου της αναιρεσείουσας, που προβλήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους, είναι ορισμένη και νόμιμη και το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη περί της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου, τον οποίο, ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου διαλαμβάνονται στους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, υπό τον αριθμό 6 του αναιρετηρίου, ότι το δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την ως άνω ένσταση ως αόριστη, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως υπό τον τίτλο "Απρόβλεπτοι λόγοι υπερχρέωσης - Δόλια συμπεριφορά" (υπό τους αριθμούς ...), είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Ακολούθως, υπό τον τίτλο "παράλειψη εξέτασης αντένστασης, άλλως αβάσιμα σιωπηρή απόρριψη αντένστασης" και υπό τον αριθμό 10 έως 10.4, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Πρωτοδικείο παρέλειψε να εξετάσει τον προβληθέντα από αυτή (αναιρεσείουσα) κατά σαφή και επικουρικό τρόπο ισχυρισμό, ότι οι αντίδικές της γνώριζαν επακριβώς την εισοδηματική -περιουσιακή της κατάσταση και τα δάνειά της και παρόλα αυτά ανέλαβαν τον επιχειρηματικό κίνδυνο να της χορηγήσουν τα ένδικα δάνεια, χωρίς να έχουν σχετική υποχρέωση και διακινδύνευσαν έτσι τη μη πληρωμή τους, την οποία είχαν διαβλέψει, αφού διέθεταν κατάλληλες γνώσεις.
Ο ισχυρισμός αυτός, που θα μπορούσε να εκτιμηθεί, προβαλλόμενος ορισμένος, ως ένσταση συνυπαιτιότητος των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της από 18.2.2015 με αρ. καταθ. …2015 εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. 5/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Φλώρινας και των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητες είχαν επαναφέρει, εκτός άλλων και την ένσταση της δόλιας περιέλευσης της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας σε αδυναμία πληρωμής, η τελευταία δεν προέβαλε την ένσταση της συνυπαιτιότητός τους με λόγο εφέσεως, ή με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας.
Τέλος υπό τον αριθμό … του ίδιου τίτλου, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι καίτοι προέβαλε, καθ’ υποφορά με τις προτάσεις της ενώπιον του Ειρηνοδικείου την ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος των αναιρεσιβλήτων, διότι αποδέχθηκαν, κατόπιν ενδελεχούς ελέγχου των εισοδημάτων, της περιουσίας της και των λοιπών χρεών της, το ενδεχόμενο της μη αποπληρωμής τους, το οποίο ευχερώς και με μεγάλη βεβαιότητα μπορούσαν να διαγνώσουν, το δικάσαν Ειρηνοδικείο ουδόλως έλαβε υπόψη του την αντένσταση αυτή, ούτε την εξήτασε, άλλως, από πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, την απέρριψε σιγή.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν προσβάλλεται η απόφαση του Ειρηνοδικείου, αλλά η υπ’ αριθμ. 90/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας δικάσαντος ως Εφετείο.
Κατόπιν όλων αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, διότι η δικαστική διαδικασία του Ν. 3869/2010 δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ (άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β’ του ως άνω νόμου που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.4.2017 με αριθ. καταθ. …2017 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 90/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ