Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
986/2009 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissibility of appeal document due to procedural filing errors.

Geschäftsnummer 986/2009
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' decision declaring an appeal inadmissible. The appellants argued the lower court erred by rejecting a late-filed appeal document without correcting a clerical omission in the record, citing specific procedural articles. The court rejected this claim, finding the appellants had already expedited the appeal process by submitting the necessary documents and noting that procedural errors by the opposing party or their representatives do not constitute grounds for appeal.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 498, 559, 561, 227 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the inadmissibility of a document filed by the opposing party or their representative, where the appellant has already expedited the proceedings, is inadmissible as it does not concern public order.

Schlagwörter

KI-generiert
Code of Civil Procedure inadmissibility of appeal procedural filing errors expedited appeal process clerical omission correction public order violation legal costs allocation

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 498 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 227 of the Code of Civil Procedure

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 986 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός: 986/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) α) Χ3, β) Χ4, γ) Χ5, κατοίκων ..., 4) Χ6, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιος δικηγόρους τους Ευθύμιο Παπαγεωργίου και Κωνσταντίνο Χορομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ων η κλήση: 1) Ψ1, 2) α) Ψ2, για τον εαυτό του ατομικά και υπό την ιδιότητα του εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης και αρχικά αναιρεσίβλητης συζύγου του Ψ3, β) Ψ4, υπό την ιδιότητα του εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης και αρχικά αναιρεσίβλητης μητρός του Ψ3, γ) Ψ5, υπό την ιδιότητα του εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης και αρχικά αναιρεσίβλητης μητρός του Ψ3, 3) Ψ6, κατοίκων Ελληνικού, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4) Ψ7, 5) Ψ8, κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Κατσαρού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 6) Ψ9, 7) α) Ψ10, β) Ψ11, κατοίκων ..., 8) α) Ψ12, β) Ψ13, κατοίκων ..., 9) Ψ14, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπάκα και κατέθεσε προτάσεις, 10) α) Ψ15, β) Ψ16, γ) Ψ17, δ) Ψ18, ε) Ψ19, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 11) Δήμου Ελληνικού Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένου υπό του Δημάρχου, που εκπροσωπήθηκε από από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Τάντη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/4/1999 προσφυγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 340/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9117/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3/4/2007 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 669/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ως άνω αναιρεσείοντες με την από 19/6/2008 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 28/1/2008 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Aντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της 9ης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και τις υπ' αριθ. ..., ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Βόλου ... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της από 19-6-2008 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους απολειπομένους αναιρεσιβλήτους Ψ1, Ψ2 ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της αρχικής αναιρεσίβλητης συζύγου του Ψ3, Ψ4 και Ψ5 ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της ως άνω αποβιώσασας αρχικής αναιρεσίβλητης Ψ3, Ψ6, Ψ9, Ψ10, Ψ11, Ψ12, Ψ13, Ψ15, Ψ16, Ψ17, Ψ18 και Ψ19. Όμως, αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνησή της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

IΙ. Επειδή στο άρθρο 29 παρ. 1, 2 και 5 του ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) ο οποίος άρχισε να ισχύει από 6-5-2001 ορίζονται τα εξής: "Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται επί των απαλλοτριώσεων, που κηρύσσονται από την έναρξη ισχύος του και εφεξής" (1). "Απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουαρίου και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη της ισχύος αυτού.

Εξαιρούνται τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος". (2) "Απαλλοτριώσεις προς εφαρμογή σχεδίων πόλεων και ανάπτυξη οικιστικών περιοχών, που κηρύχθηκαν οποτεδήποτε μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα διέπονται, κατά την έκταση που ορίζεται από την παρ. 2 από τις διατάξεις του Κώδικα τούτου, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που ορίζονται από τις διατάξεις αυτές". (5).

Από τις μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις αυτές , συνδυαζόμενες και με το άρθρο 117 παρ. 5 του αναθεωρημένου Συντάγματος 2001, προκύπτει, ότι επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων προς εφαρμογή σχεδίων πόλεων, που κηρύχθηκαν πριν από την 1-2-1971, το θέμα του καθορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, εφόσον γι' αυτό, κατά την έναρξη ισχύος του ως άνω ΚΑΑΑ έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων του α.ν. 173/1939.

Έτσι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 και 16 παρ. 2 του Κώδικα αυτού, ο προσωρινός προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται, μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ (άρθρο 63 παρ. 2 του Εισ. Νόμου αυτού), από το Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο δε οριστικός προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται από το Πολυμελές Πρωτοδικείο κατόπιν προσφυγής του ενδιαφερομένου που ασκείται μέσα σε ένα μήνα από την κοινοποίηση της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Κατά συνέπεια, στις πιο πάνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον κατά την έναρξη της ισχύος του ΚΑΑΑ (6-5-2001) έχει ασκηθεί ενώπιον του αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου προσφυγή για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, το τελευταίο τούτο ζήτημα εξακολουθεί να διέπεται από τους ορισμούς του ως άνω προϊσχύσαντος Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 20 του ΚΑΑΑ, οπότε δεν είναι παραδεκτή η άσκηση αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως στο αρμόδιο Εφετείο, που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές.

Διαφορετική όμως είναι η ρύθμιση όσον αφορά το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου, που λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο για την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου. Ειδικότερα στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 1975 ορίζεται ότι "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Η διάταξη αυτή μεταφέρθηκε και στον προαναφερόμενο Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου). Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ.

γ'), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18.4.2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του (βλ. ΑΠ 402/2007, 1552/2005, 1395/1999). Η διάταξη του άρθρου 117 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν ή που θα κηρυχθούν εωσότου οι κείμενοι νόμοι για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προσαρμοστούν στις διατάξεις του Συντάγματος διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο που κηρύσσονται", έχει την έννοια, ότι μόνο όσα θέματα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων άφησε το Σύνταγμα να ρυθμιστούν από τον κοινό νομοθέτη, μέχρι την έκδοση των σχετικών νόμων ρυθμίζονται από τις διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και δεν αναφέρεται στα σχετικά με την αναγκαστική απαλλοτρίωση θέματα, τα οποία ρυθμίζονται αμέσως από το άρθρο 17 του Συντάγματος και ισχύουν από το χρόνο εφαρμογής του ίδιου του Συντάγματος (Ολ.

ΑΠ 1332/1985 και 18/1988). Επομένως, και το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου, που λαμβάνεται υπόψη για την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σε περίπτωση που η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, το οποίο ρυθμίζεται αμέσως με την πιο πάνω διάταξη του εδαφ.

γ' της παραγρ. 2 του άρθρου 17 του αναθεωρημένου Συντάγματος /2001, ισχύει από τότε που αυτή τέθηκε σε ισχύ, ήτοι από 18.4.2001 και όχι από την κατά τα άνω προσαρμογή του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) στη διάταξη αυτή, δηλαδή από 1.1.2002. Ενόψει των προεκτεθέντων, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 εδαφ. α' και β' του τελευταίου αυτού ν. 2882/2001, που προαναφέρθηκε, δεν έχει εφαρμογή επί του πιο πάνω θέματος, που ρυθμίζεται από τη νέα διάταξη της παρ. 2 εδ.

γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος /2001. Κατ' ακολουθίαν, λοιπόν, των προεκτεθέντων, επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως προς εφαρμογή σχεδίων πόλεων, κηρυχθείσης πριν από την 1-2-1971, σε περίπτωση που η συζήτηση της προσφυγής για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου ενώπιον του αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου γίνεται υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος /2001 και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ως κρίσιμος χρόνος για την πραγματική αξία του ακινήτου λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό, ακόμη και αν η σχετική προσφυγή έχει ασκηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του εδ.

β' της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ή και πριν από τη θέση σε ισχύ της διατάξεως του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος / 2001. Η λύση αυτή επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία ορίζει ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους ...". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει ένα τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και της επιταγής για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών.

Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου του χρόνου της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό. Άλλωστε, η νέα ρύθμιση του εδ.

γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος /2001 έχει εισαχθεί προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ.

γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος /2001, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό.

Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος αυτός για την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον η συζήτηση της προσφυγής για τον οριστικό καθορισμό του απαλλοτριωθέντος προς εφαρμογή σχεδίου πόλεως ακινήτου έγινε πριν από τη θέση σε ισχύ της ως άνω νέας διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 2 εδ.

γ' του Συντάγματος 2001. Εάν δε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε την προσφυγή για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως έσφαλε και δεν έλαβε υπόψη, ως κρίσιμο χρόνο για την αξία του ακινήτου, το χρόνο της ενώπιόν του συζητήσεως της υποθέσεως, εφόσον είχε παρέλθει έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημιώσεως, ο προσφεύγων έχει δικαίωμα ασκήσεως, ενώπιον του αρμοδίου Εφετείου, εφέσεως κατά της εσφαλμένης αυτής αποφάσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ.

Ενόψει όλων αυτών, δεν τίθεται θέμα αντιθέσεως των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 29 παρ. 2 και 5 του ΚΑΑΑ, που ορίζουν ότι το ζήτημα του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως των ακινήτων απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν πριν από την 1-2-1971 προς εφαρμογή σχεδίων πόλεως, εφόσον το εισαγωγικό δικόγραφο είχε κοινοποιηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Κώδικα αυτού, διέπεται από τον προϊσχύσαντα Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 20 του ΚΑΑΑ, περί καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως από το αρμόδιο εφετείο, είτε στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 εδ.

γ' του αναθεωρημένου Συντάγματος /2001 ή του άρθρου 20 παρ. 4 αυτού για το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια είτε στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά ούτε και στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για τη δίκαιη δίκη.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το τιτλοφορούμενο ως έφεση - αίτηση δικόγραφο των αναιρεσειόντων, που επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σε αυτό εκτίθενται τα ακόλουθα: Ότι σε εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Ελληνικού Αττικής, το οποίο εγκρίθηκε με τα από 10-4-1959 (ΦΕΚ Δ 89/10-5-1959), 14-9-1960 (ΦΕΚ Δ 133/22-9-1960) και 25-4-1962 (ΦΕΚ Δ 62/1962) διατάγματα και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...

πράξη τακτοποιήσεως του Γραφείου Πολεοδομίας Αθηνών (Γραφείο Πολεοδομίας ...), που κυρώθηκε μερικώς με την υπ' αριθ. 346466/Π22/1992 απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς, ως και η υπ' αριθ. 29/1995 όμοια πράξη, η οποία ανασυνέταξε την προηγούμενη και κυρώθηκε με την υπ' αριθ. ... απόφαση της Νομαρχίας Αθηνών (Τομέος Νότιας Αθήνας Διεύθυνση Πολεοδομίας Τμήμα Εφαρμογής Πολεοδομικού Σχεδίου), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, λόγω ρυμοτομίας και προσκυρώσεως, για τη διάνοιξη της οδού Πλαπούτα, η περιγραφόμενη σ' αυτή εδαφική έκταση.

Ότι με την υπ' αριθ. 1836/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προσδιορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση, με κρίσιμο χρόνο την 27-3-1998, στο ποσό των 90.000 δραχμών ανά τ.μ. εδάφους, η οποία και κατατέθηκε. Ότι, μετά την από 28-4-1999 προσφυγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ζητήθηκε ο καθορισμός της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 9369/1999 προδικαστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που διέταξε αποδείξεις, με μάρτυρες και πραγματογνωμοσύνη και στη συνέχεια η υπ' αριθ. 340/2005 οριστική απόφασή του, με την οποία καθορίσθηκε, με κρίσιμο χρόνο το χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως περί καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας, δηλαδή, την 27-3-1998, η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως στο ποσό των 320 ευρώ ανά τ.μ. (109.04 δρχ).

Ότι με την υπ' αριθμ. 1738/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αιτούντες αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως, της οποίας υπόχρεοι τυγχάνουν οι καθών. Και ότι από τον ορισθέντα ως κρίσιμο χρόνο καθορισμού της αξίας του απαλλοτριουμένου (27-3-1998) παρήλθε μακρύς χρόνος και επήλθε ουσιώδης μεταβολή της αξίας του ακινήτου αυτού.

Με βάση τα περιστατικά αυτά οι αναιρεσείοντες ζήτησαν κυρίως αφού θεωρηθεί το εν λόγω δικόγραφο ως αίτηση, να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για το απαλλοτριούμενο ακίνητό τους στο ποσό των 900 ευρώ το τ.μ., λαμβάνοντας ως κρίσιμο χρόνο για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου το χρόνο της συζητήσεως της ένδικης αιτήσεως, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 εδ.

γ' του αναθεωρημένου Συντάγματος του 2001 και του Ν. 2882/2001, καθώς και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. Η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη. Και τούτο διότι, εφόσον κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο πρόκειται για απαλλοτρίωση προς εφαρμογή σχεδίου πόλεως, που κηρύχθηκε πριν την 1.2.1971 και κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) είχε κοινοποιηθεί η ασκηθείσα ενώπιον του αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου προσφυγή των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος α.ν. 1731/1939, που είχαν εφαρμογή και μάλιστα είχε εκδοθεί επί της προσφυγής αυτής προδικαστική απόφαση, το ζήτημα αυτό, ήτοι ο προσδιορισμός της οριστικής αποζημιώσεως εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις του α.ν. 1731/1939 και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 20 του ΚΑΑΑ, που προβλέπουν την άσκηση αιτήσεως ενώπιον του αρμόδιου κατά τόπο εφετείου για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενώ καθόσον αφορά το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου που λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσειόντων έχουν εφαρμογή και επί της ανωτέρω προσφυγής οι διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 εδ.' γ' του αναθεωρημένου Συντάγματος του 2001 και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οπότε οι αναιρεσείοντες, εφόσον το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την οριστική απόφαση, που έχει εκδώσει επί της προσφυγής αυτής, δεν εφήρμοσε τις διατάξεις αυτές ως προς το εν λόγω ζήτημα, έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση, προς διόρθωση του σφάλματος αυτού.

Κατά συνέπεια, εφόσον και το Εφετείο, με την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση των αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από την τελευταία αυτή διάταξη, όχι δε και τη διάταξη του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, κατά το μέρος, που πλήττεται η κύρια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος, με το οποίο πλήττεται η επικουρική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η ίδια άνω αίτηση για καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου με βάση την αξία αυτού κατά τον χρόνο της συζητήσεως, της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η αναιρεσιβαλλομένη δεν πλήττεται επιτυχώς ως προς την κύρια αιτιολογία, η οποία επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 495 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει.

Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνεται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση. Κατά το επόμενο άρθρο 496 η γραμματεία των δικαστηρίων τηρεί χωριστό βιβλίο για καθένα από τα ένδικα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 495. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 498 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

κάθε διάδικος μπορεί μετά την άσκηση του ένδικού μέσου, φέροντας αντίγραφο του ένδικού μέσου και της απόφασης που προσβάλλεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο το ένδικο μέσο απευθύνεται, να ζητήσει να προσδιορισθεί δικάσιμος και να φέρει για συζήτηση την υπόθεση με κλήση κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί ή και αυτοτελώς, η οποία επιδίδεται στον αντίδικο.

Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά δε το άρθρο 562 παρ. 3 του ως άνω κώδικα κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις ή από παραλείψεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη.

Τέλος, το άρθρο 227 Κ.Πολ.Δ ορίζει ότι " 1.αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν ν' αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οιονδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου καλεί να τις συμπληρώσει και μετά της υζήτηση τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία. 2.

η πρόσκληση γίνεται τηλεφωνικώς, ο δε γραμματέας βεβαιώνει με σημείωση στο εσωτερικό του φακέλλου το χρόνο ειδοποιήσεως, τα ζητούμενα στοιχεία και την προθεσμία".

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενοι ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο το από 28-4-2005 δικόγραφο , κατά το μέρος που αυτό ασκείται ως έφεση κατά της 340/2005 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που καθόρισε οριστική τιμή αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, λόγω μη καταθέσεώς του στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, παρότι το ανωτέρω δικόγραφο είχε κατατεθεί στη γραμματεία του εν λόγω δικαστηρίου και είχε συνταγεί για την κατάθεσή του η υπ' αριθ. 3979/6-5-2005 πράξη, που από τυπική παράλειψη δεν είχε περιληφθεί στο αντίγραφο του δικογράφου, που είχε κατατεθεί στο Εφετείο, το οποίο, πριν εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση του, έπρεπε κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, να επιδιώξει τη διόρθωση του τυπικού αυτού λάθους, ζητώντας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 227 Κ.Πολ.Δ, αντίγραφο της εφέσεως, ακόμη και τηλεφωνικώς.

Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που ψέγεται με αυτόν το Εφετείο για την απόρριψη ως απαράδεκτου του δικογράφου της εφέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες επέσπευσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 498 παρ. 1 του ως άνω κώδικα, τη συζήτηση της εφέσεως, προσκομίζοντας στη γραμματεία του Εφετείου αντίγραφο του εν λόγω ένδικου μέσου με την πράξη καταθέσεως του στη γραμματεία του εκδόντος την εκκαλουμένη απόφαση πολυμελούς Πρωτοδικείου καθώς και της εκκαλουμένης απόφασης, ζητώντας να προσδιορισθεί δικάσιμος για την εκδίκαση της εφέσεως.

Περαιτέρω, η προβαλλόμενη με τον ίδιο (δεύτερο ) λόγο αναιρέσεως παραβίαση από το εφετείο της διατάξεως του άρθρου 227 Κ.Πολ.Δ. για παράλειψη του καθήκοντος του, στα πλαίσια της καθοδηγητικής του διαδίκου λειτουργίας του, να καλέσει τους αναιρεσείοντες ή τους πληρεξουσίους δικηγόρους του να προσκομίσει αντίγραφο της εφέσεως με πράξη καταθέσεως δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το εδάφιο 14 του αρθρο 559 Κ.πολΔ., αφού κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις ή από παραλείψεις προσώπων που ενεργούν στο όνομα του και δεν αφορούν τη δημόσια τάξη.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-4-2007 αίτηση των Χ1, κ.λ.π για αναίρεση της 9117/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν και υπέβαλαν σχετικό αίτημα την οποία ορίζει λόγω της χωριστής νομικής εκπροσώπησης, για τις αναιρεσίβλητες Ψ7 και Ψ8 σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ και για την αναιρεσίβλητη Ψ14, επίσης σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2009 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ