Supreme Court dismisses appeal for procedural errors regarding evidence evaluation and inadmissible claims in property dispute.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property dispute involving adverse possession claims. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate specific evidence and improperly rejected their claim of ownership through long-term use. The court ruled that the lower court had considered all evidence, including the appellant's arguments, and that the appeal grounds were either factually unsupported or legally inadmissible.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 335, 338, 339, 340, 346 and 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's general reference to considering all evidence submitted satisfies the duty to evaluate proof, and an appeal based on failure to consider an argument is inadmissible if the argument was heard and rejected on substantive grounds.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 986 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 986/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύβιο Λαγουδάκη.
Του αναιρεσίβλητου: ........, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κρασανάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 4-3-2008 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 505/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 184/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 5-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς την κατ' ουσία απόρριψη των ενστάσεων της αναιρεσείουσας α) περί της καθύλην αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και β) ιδίας κυριότητας αυτής επί του επίδικου ακινήτου, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα "και τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι".
Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τόσο την από ...... έκθεση εκτίμησης του μεσίτη Ηρακλείου ......, παρόλο που δεν τη μνημονεύει ειδικώς και δεν την αξιολογεί χωριστά, όσο και τη δήλωση στοιχείων ακινήτων έτους 1997 (έντυπο Ε-9) της αναιρεσείουσας, την οποία μάλιστα ρητώς μνημονεύει.
Συνεπώς, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. II. Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, κατά δεν την παρ. 1 του άρθρου 262 ΚΠολΔ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, σαφώς προκύπτει ότι για την πληρότητα της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και το παραδεκτό αυτής, από απόψεως χρόνου προβολής της, πρέπει κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απορρίψεως της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα, για την αιτία αυτή.
Συνεπώς, η χωρίς δικαιολογημένη αιτία, κατά τα άρθρα 269 παρ. 2 και 527 ΚΠολΔ, παράλειψη προβολής κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, των περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η κατάχρηση του δικαιώματος, καθώς και της διατυπώσεως αιτήματος απορρίψεως της αγωγής ως καταχρηστικής, συνεπάγεται την απόρριψη της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ ως απαράδεκτης, σε περίπτωση της προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή στο Εφετείο το πρώτο (ΟλΑΠ 472/1983).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των από 5-12-2000 προτάσεων της αναιρεσείουσας και τότε εναγομένης, που κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ένδικης από 3-4-2000 διεκδικητικής ακινήτου αγωγής του αναιρεσίβλητου, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και περιέλαβε σ' αυτές, πλην άλλων, και τα εξής πραγματικά περιστατικά : "Από του έτους 1975 και έκτοτε συνεχώς μέχρι της εγέρσεως της ενδίκου αγωγής έβλεπε ο αντίδικος την στο επίδικο διάνοια κυρίου νομή μου χωρίς ουδέποτε να αντιτείνει ή να εκδηλώσει οιανδήποτε αντίδραση ή να προβάλει οιανδήποτε αξίωση, καίτοι από του έτους 1984 και έκτοτε μέχρι σήμερα οι σχέσεις αυτού με εμένα και την οικογένεια μου δεν ήσαν καθόλου καλές.
Ξαφνικά αποκτά η επίδικη σπηλιά μεγάλη αρχαιολογική και πολιτιστική αξία και έρχεται ο αντίδικος όλως το πρώτο με την ένδικη αγωγή και προβάλλει όλως κακοβούλως αξίωση, την οποία πράγμασι και νόμω δεν έχει". Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, χωρίς συγχρόνως να γίνεται επίκληση από τηναναιρεσείουσα του γεγονότος ότι αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλητου και να διατυπώνεται αίτημα απορρίψεως της αγωγής για την αιτία αυτή, είναι πρόδηλο ότι δεν συνιστούν πρόταση ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη με τη με πρόσθετο λόγο εφέσεως για πρώτη φορά και χωρίς την επίκληση των προϋποθέσεων των άρθρων 527 αρ. 2 και 3 και 269 ΚΠολΔ προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του με την ένδικη αγωγή ασκουμένου δικαιώματος του αναιρεσιβλητου και τότε εφεσίβλητου, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την εν λόγω ένσταση και απορριπτέος, ως αβάσιμος, τυγχάνει ο περί του αντιθέτου από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης.
ΙΙΙ. Επειδή, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1° του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 281 ΑΚ δια της παραλείψεως εφαρμογής του, μολονότι η αναιρεσείουσα, τόσον πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Εφετείου, επικαλέστηκε τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν τον ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη παρέλειψε την εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως, επειδή απέρριψε ως απαράδεκτη τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας. III. Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003).
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 περ. β' του πιο πάνω άρθρου, γιατί δεν έλαβε υπόψη της ισχυρισμό της αναιρεσείουσαςπου ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της παρούσας δίκης και συγκεκριμένα την παραδεκτώς προταθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία λόγω της υπερεικοσαετούς άσκησης πράξεων νομής επ' αυτού από την αναιρεσείουσα με διάνοια κυρίας από το έτος 1975 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (31-5-2000), είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, η πιο πάνω ένσταση ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. V. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. β' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, με την αγωγή ή την έφεση.
Εν προκειμένω, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση της ως άνω διατάξεως, εκτίθεται κατά λέξη ότι "ενώ με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι το έτος 1988 κατόπιν παρακλήσεως της εναγομένης συμφωνήσαμε να χρησιδανείσω σ' αυτήν το παραπάνω σπήλαιο.... η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι το έτος 1980 ο εφεσίβλητος μετά από παράκληση της εκκαλούσας...., γεγονός που συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή του αγωγικού αιτήματος με έννομη συνέπεια για την οποία έχω έννομο συμφέρον να εναντιωθώ, αφού από το έτος 1980 μέχρι την άσκηση της αγωγής (2000) συμπληρώνεται χρόνος έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο του αντιδίκου, ενώ δεν συμβαίνει αυτό αν δέχονταν ότι η παραχώρηση της χρήσης έλαβε χώρα από το έτος 1988, οπότε θα απέρριπτε την αγωγή που στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία". Με το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι τα παραπάνω εκτιθέμενα γεγονότα δεν συγκροτούν την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από την προεκτεθείσα διάταξη, ούτε κάποιον άλλο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 184/2006 αποφάσεως τουΕφετείου Κρήτης
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ