Supreme Court partially allows appeal on unpaid wages but dismisses request to restore case status due to unclear payment details.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court partially allowed the appeal against a labor court judgment regarding unpaid wages and overtime, overturning the lower court's decision on specific salary calculations. The appellant argued for restoring the case to its previous state after settling the judgment with the lawyer, but the court rejected this request because the settlement agreement failed to specify exact amounts paid for each claim item. Consequently, the court ordered the appellant to pay the respondent's legal costs while remanding the case for further proceedings on the disputed wage amounts.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 216 and 217 of the Code of Civil Procedure; When an appeal is partially allowed, the request to restore the case to its previous state must clearly specify the amounts paid for each claim item to ensure the returnable sum can be determined.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 985 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 985/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με το διακριτικό τίτλο "ESA SECURITY SOLUTIONS S.A.", (πρώην α) ... με το διακριτικό τίτλο "...", β) "..."), που εδρεύει στην Πυλαία Θεσσαλονίκης, διατηρεί υποκατάστημα στο Πάτημα Χαλανδρίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, ο oποίος ανακάλεσε την από 25/10/2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Λ. του Π., κατοίκου Σίνδου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πάσογλου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15233/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1097/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 26/6/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 5-6-2020 κλήση, παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση μετά από οίκοθεν ματαίωση κατά τη δικάσιμο της 12-5-2020, λόγω της από 13-3-2020 προσωρινής αναστολής της λειτουργίας όλων των δικαστηρίων της Χώρας εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού Covid-19 (ΠΝΠ 11.3.2020, ΦΕΚ Α' 11.3.2020), η από 26-6-2019 και με αριθ. κατάθεσης 1882/223/26-6-2019 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1097/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 15233/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 24-2-2015 αγωγή επιδίκασης διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβής υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωριών, εργασίας Σαββάτων, Κυριακών και κατά τη νύκτα, αποζημίωσης λόγω μη παροχής αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης για παρασχεθείσα εργασία κατά τα Σάββατα και Κυριακές και επιδομάτων εορτών και άδειας του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556 § 3, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Το άρθρο 559 του ΚΠολΔ καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων είναι και η αγωγή, το δε άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ.
Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο εφαρμοστέος κανόνας ουσιαστικού δικαίου για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία, εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σ' αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στη κρίση του περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, παρόλο που διαλαμβάνονταν σ' αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 983/2013).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι, για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, συνάγεται, ότι με την ατομική σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν, εγκύρως, να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες δεν είναι δεσμευτικές, για τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια, ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με το μισθό, που καθορίζεται από τις ως άνω ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίες καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις, που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός.
Για το κύρος της συμφωνίας αυτής, που μπορεί να καταρτισθεί και σιωπηρώς, δεν απαιτείται η τήρηση τύπου. Εκ τούτων έπεται, ότι επί αγωγής, περί καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, οι οποίες έχουν συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας, δια παραπομπής σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, που δεν είναι δεσμευτικές, για τους διαδίκους, η επίκληση της προσδιοριστικής, του καταβλητέου μισθού, ως άνω συμφωνίας δεν καθιστά αόριστο το δικόγραφο της αγωγής (ΚΠολΔ 216 § 1), εκ του ότι δεν αναφέρεται, επιπροσθέτως, ότι οι διάδικοι ήταν μέλη των αντιστοίχων επαγγελματικών οργανώσεων, που μετείχαν στη σύναψη της ΣΣΕ ή εκείνων, επί διενέξεως, των οποίων εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 567/2004, ΑΠ 225/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης αγωγής, για ην έρευνα της βασιμότητας του οικείου αναιρετικού λόγου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, μεταξύ άλλων, ισχυρίσθηκε, ότι προσλήφθηκε, προκειμένου να εργασθεί, αντί αμοιβής, που συμφωνήθηκε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, να υπολογίζεται με παραπομπή στην οικεία κλαδική ΣΣΕ των εργαζόμενων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας (βλ.
σελ. 4 της αγωγής στοιχ. 21, όπου ρητώς μνημονεύεται η συμφωνία των διαδίκων για την εφαρμογή των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας μέχρι και τον Μάιο του έτους 2013). Επομένως, η αγωγή του ήταν επαρκώς ορισμένη, χωρίς, προς τούτο, να απαιτείτο και μνεία της ιδιότητας των διαδίκων, ως μελών των αντιστοίχων εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων, που έλαβαν μέρος, κατά την κατάρτιση των άνω ΣΣΕ, εφόσον η εφαρμογή των διαδοχικών ισχυουσών κλαδικών ΣΣΕ στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν βασιζόταν στην ως άνω ιδιότητα των διαδίκων, η οποία αποτελεί την προϋπόθεση της εφαρμογής της, αλλά στην ειδικότερη έγκυρη συμφωνία περί εφαρμογής αυτής.
Το Εφετείο κρίνοντας ομοίως και απορρίπτοντας ως αβάσιμη τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 361, 648, 653 ΑΚ και 216 § 1α' ΚΠολΔ και οι περί του αντιθέτου συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης για πλημμέλειες εκ των αριθμών 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).
Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 ν. 1876/1990: "§1. Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας.... §2. Οι υπόλοιπες συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 3 του παρόντος.
§3. Εφ' όσον ο εργοδότης δεσμεύεται από επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, οι κανονιστικοί όροι της ισχύουν υποχρεωτικά και στις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων που απασχολούνται από τον εν λόγω εργοδότη". Κατά δε το άρθρο 9 αυτού, όπως ίσχυε πριν την κατάργηση των §§ 1, 4 και 5 με το άρθρο 2 § 5 της ΠΥΣ 6/2012: "§1.
Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Κάθε συλλογική σύμβαση εργασίας, που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια. Η διάρκεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος. §2. Η ισχύς της συλλογικής σύμβασης εργασίας αρχίζει από την ημέρα της κατάθεσής της στην αρμόδια υπηρεσία και λήγει με την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.
§3. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ορίσουν για τη συλλογική σύμβαση εργασίας αναδρομική ισχύ έως την ημέρα της λήξης ή της καταγγελίας της προηγούμενης συλλογικής σύμβασης εργασίας, από την οποία αρχίζει να υπολογίζεται η διάρκειά της και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει προηγούμενη συλλογική σύμβαση εργασίας, από την έναρξη των διαπραγματεύσεων.
§4. Οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8. §5. Μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας".
Τέλος, κατά το άρθρο 11 §§ 2 και 3 αυτού, όπως ίσχυε πριν την αναστολή της ισχύος του με το άρθρο 37 § 6 του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ Α' 228), κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής "§2. Με απόφαση που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος.
§3. Την επέκταση μπορεί να ζητήσει και αρμόδια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών με αίτηση της, που υποβάλλει στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία της δημοσίευσης της απόφασης του Υπουργού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (όπως τροποπ.
με την § 7 άρθρου 37 ν. 4024/2011, ΦΕΚ Α' 26/27.10.2011)". Περαιτέρω, στο άρθρο 1 §§ 1 και 3 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, με αριθμό 6/28-2-2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012" (ΦΕΚ Α' 38/28-2-2012) ορίζεται ότι: "§1. Από 14?2?2012 και μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, τα κατώτατα διαμορφωμένα όρια μισθών και ημερομισθίων της από 15?7?2010 ισχύουσας Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, όπως αυτά προβλέπονταν και ίσχυαν κατά την 1?1?2012, μειώνονται κατά 22%[...].
§3. Η άμεση προσαρμογή στα νέα μειωμένα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων, όπως καθορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους, δεν προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων", ενώ με το άρθρο 4 της ίδιας ΠΥΣ ορίζεται ότι "Από 14?2?2012 και μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%, αναστέλλεται η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, Συλλογικών Συμβάσεων ή Διαιτητικών Αποφάσεων, οι οποίες προβλέπουν αυξήσεις μισθών ή ημερομισθίων, περιλαμβανομένων και εκείνων περί υπηρεσιακών ωριμάνσεων, με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας, όπως ενδεικτικά το επίδομα πολυετίας, το επίδομα χρόνου εργασίας, το επίδομα τριετίας και το επίδομα πενταετίας.
Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος του εθνικού ποσοστού ανεργίας των τελευταίων τεσσάρων τριμήνων, όπως αυτός αποτυπώνεται στην Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛ.ΣΤΑΤ". Εξάλλου, το άρθρο 2 της ίδιας ΠΥΣ (6/2012) ορίζει: "§1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.
§2. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.2.2013. §3. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α' 27).
§4. Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης.
§5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (Α' 27) παύουν να ισχύουν. §6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις". Ακόμη, η § 3α της υποπαρ. ΙΑ.11 του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α' 222/12.11.2012) ορίζει ότι: "Μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο ν. 4046/2012 και οι επακολουθούσες τροποποιήσεις αυτών καθορίζεται ο νόμιμος κατώτατος μισθός υπαλλήλων και το ημερομίσθιο εργατοτεχνιτών ως εξής: (α) Για τους υπάλληλους άνω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται σε 586,08 ευρώ και για τους εργατοτεχνίτες άνω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 26,18 ευρώ... (γ) i) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως έξι τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 18 ετών και άνω...
δ) Οι ως άνω προσαυξήσεις προϋπηρεσίας καταβάλλονται σε εργαζόμενο με προϋπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε ειδικότητα, για μεν τους εργατοτεχνίτες μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, για δε τους υπαλλήλους μετά τη συμπλήρωση του 19ου έτους της ηλικίας τους και ισχύουν για την συμπληρωθείσα υπηρεσία την 14.2.2012.
ε) Πέραν της μηνιαίας τακτικής προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας καμία άλλη προσαύξηση δεν περιλαμβάνεται στο νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο, στ) Έως ότου η ανεργία διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10% αναστέλλεται η προσαύξηση του νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου για προϋπηρεσία, που συμπληρώνεται μετά την 14.2.2012".
Τέλος, με το άρθρο 2 της από 2.5.2012 επιχειρησιακής ΣΣΕ που συνήφθη μεταξύ των εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας εργοδότριας εταιρείας και των εκπροσώπων του συνδικαλιστικού σωματείου των εργαζομένων της (Π.Κ. 16/28-2-2012, ορίζεται ότι: "ο βασικός μισθός και ημερομίσθια των ανωτέρω αναφερόμενων ειδικοτήτων καθορίζεται σύμφωνα με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, για τις κατηγορίες και υπό τη διάκριση μεταξύ υπαλλήλων και εργατοτεχνιτών, όπως εκάστοτε ισχύει, ανεξαρτήτως από την ενδεχόμενη μελλοντική αύξηση ή μείωσή της, για όλη τη χρονική περίοδο ισχύος της παρούσας επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας", ενώ στο άρθρο 3 αυτής ορίζεται ότι: "Με την παρούσα ΣΣΕ καταργείται το σύνολο των επιδομάτων που προβλέπονται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες ΣΣΕ των ανωτέρω ειδικοτήτων και χορηγούνται πλέον τα επιδόματα που προβλέπονται από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και κατά το ποσό ή ποσοστό που σε αυτήν προβλέπεται".
Και με το άρθρο 2 § α' της από 7.12.2012 επιχειρησιακής ΣΣΕ που συνήφθη μεταξύ των εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας εργοδότριας εταιρείας και των εκπροσώπων του συνδικαλιστικού σωματείου των εργαζομένων της (Π.Κ. 56/14-12-2012) ορίζεται ότι: "Για τις ανωτέρω αναφερόμενες ειδικότητες και γενικώς για όλο το απασχολούμενο προσωπικό στην Εταιρεία με σύμβαση-σχέση εξαρτημένης εργασίας, για τις κατηγορίες και υπό την διάκριση μεταξύ υπαλλήλων και εργατοτεχνιτών, έχει εφαρμογή ο νόμιμος κατώτατος μισθός υπαλλήλων και το ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών (για όσους υπαλλήλους ή εργατοτεχνίτες είναι 25 ετών και άνω και για όσους είναι κάτω των 25 ετών), όπως θεσπίστηκε με την περίπτωση 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.11 του άρθρου πρώτου του Νόμου 4093/2012.
Οι προσαυξήσεις προϋπηρεσίας (επίδομα τριετιών) που προβλέπονται στην αμέσως ανωτέρω διάταξη καταβάλλονται σε εργαζόμενο για την προϋπηρεσία που έχει συμπληρώσει/αποκτήσει μέχρι την 14-2-2012 (σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 1 του Νόμου 4046/2012 και το άρθρο 4 της ΠΥΣ 6/2012)". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι: (α) Κατά την σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους και ως εκ τούτου οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ (ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων (άρθ. 16 ν. 1876/1990) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 737/2020, ΑΠ 446/2015, 127/2012), περιλαμβάνονται, άρα, στον αναιρετικό λόγο του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (β) Οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλης ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας (άρθ. 3 § 1β ν.1876/1990). (γ) Οι ΣΣΕ, πλην των εθνικών γενικών, δεσμεύουν καταρχήν τους εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο Υπουργός Εργασίας με απόφασή του (που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας) μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, έκτοτε δε η ΣΣΕ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της (ΑΠ 921/2020, 132/2016, 1409/2014, 56/2012), ενώ για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζομένη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από τον χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής (ΑΠ 723/2011). (δ) Μετά τη λήξη της ΣΣΕ οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν μετά την πάροδο της οριζομένης μετενέργειας ως όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μέχρι την έναρξη της ισχύος της επόμενης ΣΣΕ (ΑΠ 43/2017, 723/2011), όμως οι όροι αυτοί επενεργούν έξωθεν επί της ατομικής συμβάσεως, υποκαθιστώντας τους δυσμενέστερους όρους αυτής, για όσο χρόνο ισχύει η συλλογική σύμβαση και μέχρι την αντικατάστασή της με νεότερη συλλογική σύμβαση και δεν ενσωματώνονται σε αυτή, δεν αποτελούν δηλαδή περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης.
Μόνο αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν µε μεταγενέστερη ΣΣΕ, που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που µε συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας.
Για να καταστούν συγκεκριμένοι όροι ΣΣΕ και όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε µε την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμοστεί η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ (ΟλομΑΠ 461/1970, ΑΠ 256/2016, 251/2012, 1494/2010, 860/2010).
Και (ε) εφόσον ο εργοδότης δεσμεύεται από επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, οι κανονιστικοί όροι της ισχύουν υποχρεωτικά και στις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων που απασχολούνται από τον εν λόγω εργοδότη, αδιαφόρως της ιδιότητας των εργαζομένων ως μελών ή μη του συνδικαλιστικού σωματείου που υπέγραψε την επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας (ΑΠ 127/2012).
Μάλιστα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 37 § 5 του Ν. 4024/2011, η επιχειρησιακή ΣΣΕ υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με κλαδική ΣΣΕ. Εξάλλου, με τη νέα διάταξη της προαναφερόμενης Π.Υ.Σ. η παράταση της κανονιστικής ισχύος των όρων της ΣΣΕ που έληξε ή καταγγέλθηκε περιορίζεται από 6 σε 3 μήνες. Αν δεν επιτευχθεί η σύναψη νέας ΣΣΕ κατά το διάστημα του τριμήνου, τότε με τη λήξη του τριμήνου αρχίζει η φάση της μετενέργειας με περιορισμένο εύρος, οπότε ο εργοδότης οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει μόνον το βασικό μισθό και τέσσερα (4) επιδόματα, ωρίμανσης (δηλαδή αρχαιότητας στην υπηρεσία), τέκνων, εκπαίδευσης και επικίνδυνης εργασίας, εφόσον τα όριζε η λήξασα ή καταγγελθείσα ΣΣΕ.
Αν όμως επιτευχθεί η σύναψη νέας ΣΣΕ (συμπεριλαμβανομένης και της επιχειρησιακής), πλέον εφαρμόζονται μόνο οι κανονιστικοί όροι της νέας ΣΣΕ (ΑΠ 1041/2020), με την οποία, πέραν της μηνιαίας τακτικής προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας (παγωμένης έως 14-2-2012) καμία άλλη προσαύξηση δεν επιτρέπεται στο νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "...
Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) στις 13-8-2001, δυνάμει προφορικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως φύλακας σε κτίρια ή άλλες εγκαταστάσεις, που θα καθορίζονταν από την εργοδότριά του. Κατά την πρόσληψή του τοποθετήθηκε από την εναγομένη ως φύλακας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τη φύλαξη του οποίου είχε αναλάβει η τελευταία, με σχετική σύμβαση ορισμένου χρόνου, στη θέση, δε, αυτή παρέμεινε καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του, καθόσον η εναγομένη αναλάμβανε σε μόνιμη βάση το έργο της φύλαξης των πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων, που καταρτίζονταν, σε εκτέλεση σχετικών διαγωνισμών, στους οποίους αναδεικνυόταν μειοδότρια, ενώ παράλληλα, σε ορισμένες περιπτώσεις, απασχολούνταν με την ίδια ειδικότητα στη φύλαξη και άλλων εγκαταστάσεων στην περιοχή του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης και των όμορων περιοχών, των οποίων επίσης είχε αναλάβει η εναγομένη, με σχετικές συμβάσεις, την υποχρέωση για τη φύλαξή τους.
Τουλάχιστον, από το έτος 2006 ο ενάγων ήταν κάτοχος της, από το άρθρο 3 του Ν. 2518/1997, προβλεπόμενης, ως υποχρεωτικής, για την εγκυρότητα των συμβάσεων εργασίας των απασχολουμένων ως φυλάκων, σχετικής άδειας από την Αστυνομική Αρχή του τόπου κατοικίας του [...]. Σε εκτέλεση της σύμβασής του ο ενάγων απασχολούνταν ως φύλακας στις προαναφερόμενες εγκαταστάσεις, με καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και σε οκτάωρες βάρδιες, κυρίως, κατά τη βραδινή βάρδια, που άρχιζε στις 22.00' και έληγε στις 06.00' της επομένης, αλλά ορισμένες φορές, κατά την πρωινή βάρδια από 06.00' έως 14:00' και κατά την απογευματινή από 14.00' έως 22.00'.
Οι όροι κ.λ.π. εργασίας του ενάγοντος, για το επίδικο χρονικό διάστημα ρυθμίζονται από τη με αριθμό 14-2-2007 Σ.Σ.Ε., διετή εθνική κλαδική σ.σ.ε. (Π.Κ. Υπ. Απασχ. 16/28-2-2007), που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 14-3-2007 (ΦΕΚ 1190, Τεύχος Β' της 12-7-2007) και μετά τη λήξη της και την πάροδο του χρόνου μετενέργειάς της, οι όροι αυτής, όπως θα εκτεθεί ειδικότερα παρακάτω, να ισχύουν ως όροι της ατομικής σχέσης εργασίας.
Αντίθετα δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής στην επίδικη εργασιακή σχέση των οικείων Σ.Σ.Ε. και δη οι α) της από 8-4-2009 σ.σ.ε. έτους 2009 (Π.Κ. Υπ. Απασχ. 23/25-5-2009), β) της από 29-6-2010 σ.σ.ε. έτους 2010 (Π.Κ. Υπ. Εργασίας 13/15-7-2010) και γ) της από 1-9-2011 σ.σ.ε. τριετούς ισχύος, εφόσον δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων και η εναγομένη ήταν μέλη των αντίστοιχων εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων [...] ιδιότητα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απορρέουν, από τις κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές σ.σ.ε.
για το λόγο, ότι αυτές δεν έχουν κηρυχθεί, με υπουργική απόφαση, γενικώς υποχρεωτικές και πέραν των προσώπων, που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, που την έχουν συνάψει [...] Ενόψει τούτων τα διάδικα μέρη δεν δεσμεύονται από τις συλλογικές αυτές συμβάσεις, ακόμη και αν στις δύο πρώτες των περιπτώσεων δεσμεύονται από τις αντίστοιχες σ.σ.ε.
άλλοι εργαζόμενοι στην εναγομένη, που ήταν μέλη των οργανώσεων, που συμβλήθηκαν σ' αυτές [...] Έτσι, με βάση τις διατάξεις της παραπάνω από 14-2-2007 σ.σ.ε., που είναι εφαρμοστέα, εν προκειμένω, από τότε, που κηρύχθηκε υποχρεωτική, εφόσον δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων και η εναγομένη ήταν μέλη των αντίστοιχων εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, η αμοιβή, για άγαμο μισθωτό, χωρίς προϋπηρεσία ανερχόταν [....] γ) Από 1-1-2008 έως 31-8-2008 συνολικά 897,58 ευρώ (825,53 ευρώ ο βασικός μισθός και 70,05 ευρώ το επίδομα κλάδου), δ) Από 1-9-2008 έως 31-12-2008 συνολικά σε 925,40 ευρώ (851,12 ευρώ ο βασικός μισθός και 74,28 ευρώ το επίδομα κλάδου), για, δε, τον έχοντα προϋπηρεσία προβλεπόταν, επί πλέον 5% επί του βασικού μισθού και του επιδόματος κλάδου, για κάθε διετία προϋπηρεσίας, ειδικότερα, δε, για τον ενάγοντα, που είχε την 1-1-2009 και μέχρι 31-8-2009 συμπληρώσει τρεις διετίες προϋπηρεσίας 15%, επί του βασικού μισθού, δηλαδή 138,81 ευρώ και από 1-9-2009 έως 31-12-2009, που συμπλήρωσε τέσσερις διετίες απασχόλησης, 20%, δηλαδή, 183,42 ευρώ, πλέον του βασικού μισθού και του επιδόματος επικινδυνότητας.
Σημειωτέον, ότι η από 14-2-2007 σ.σ.ε, θέσπιζε επίδομα επικινδυνότητας του διακεκριμένου κλάδου/ειδικότητας του προσωπικού Ασφαλείας, που επιβάλλουν οι συνθήκες εργασίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, ορθώς υπολόγισε, στις μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, το επίδομα αυτό που δικαιούται και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της έφεσης της εναγόμενης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Έτσι οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντα, για το έτος αυτό ανέρχονταν σε 1.064,21 ευρώ μέχρι 31-8-2009 και σε 1.108,82 ευρώ, για το επόμενο διάστημα του έτους 2009. Οι τελευταίες αυτές βασικές αποδοχές, επειδή δεν μεσολάβησε σ.σ.ε., που να δεσμεύει αμφότερα τα μέρη, εξακολούθησαν να είναι οι νόμιμες, για τον ενάγοντα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 2 και 9 παρ. 4 και 5 του Ν. 1876/1990, μέχρι τις 30-4-2012, που υπογράφηκε η νέα σ.σ.ε., που δέσμευε τους διαδίκους, με διαφοροποίηση, μόνο, ως προς το επίδομα προϋπηρεσίας [...].
Έτσι οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντα, για το μετέπειτα και μέχρι τις 30-4-2012 χρονικό διάστημα διαμορφώθηκαν ως εξής: α) Για το διάστημα από 1-1-2010 έως 31-8-2011 στο ίδιο ως άνω ποσό των 1.108,82 ευρώ, β) Για το διάστημα από 1-9-2011 μέχρι 30-4-2012 στο ποσό των 1.156,75 ευρώ [925,40 ο βασικός μισθός με το επίδομα κλάδου + 231,35 το επίδομα προϋπηρεσίας (925,40 ο βασικός μισθός με το επίδομα κλάδου Χ 25%, για τις πέντε διετίες)].
Με τις από 2-5-2012 και 7-12-2012 επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που υπογράφηκαν, μεταξύ του σωματείου εργαζομένων στην εναγομένη και της τελευταίας, δεσμεύουν, δε, όλους τους εργαζομένους σ' αυτήν, συμφωνήθηκε οι αποδοχές των εργαζομένων στην εναγομένη να προσαρμοστούν σε όσα όριζαν οι διατάξεις των ΕΓΣΣΕ των ετών 2012 και 2013, καθώς και των νόμων 4046/2012 και 4093/2012 και της ΠΥΣ 6/2012 στις διατάξεις των οποίων και παραπέμπουν αυτές (οι επιχειρησιακές σ.σ.ε.).
Έτσι, σύμφωνα με τις εν λόγω επιχειρησιακές σ.σ.ε., ο ενάγων δικαιούται, για το μετά τις 2-5-2012 χρονικό διάστημα ως μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 836,18 ευρώ (586,08 ο βασικός μισθός + 30% επ' αυτού οι τρεις τριετίες= 175,82 ευρώ + 74,28 ευρώ το επίδομα κλάδου, δηλαδή επικίνδυνης εργασίας) [...] Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ακόμη, ότι ο ενάγων αρκετές φορές εργάστηκε πέραν του ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου, πραγματοποιώντας υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρίες, ενώ απασχολήθηκε και ορισμένα Σάββατα, Κυριακές και αργίες, καθώς και κατά τη νύκτα, όπως οι συνθήκες αυτές προσδιορίζονται λεπτομερώς στη συνέχεια...".
Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσίαν αυτές και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο σε βάρος της αναιρεσείουσας, για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβή υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωριών, εργασίας Σαββάτων, Κυριακών και κατά τη νύκτα, αποζημίωσης λόγω μη παροχής αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης για παρασχεθείσα εργασία κατά τα Σάββατα και Κυριακές και για επιδόματα εορτών και άδειας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-10-2013, κατά διόρθωση της υπ' αριθ. 15233/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αναγνωριστικά 28.024,38 € και καταψηφιστικά 7.071,31 €, εντόκως.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα των όρων εργασίας (αμοιβής) του αναιρεσιβλήτου, για το επίδικο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την οποία (κρίση), μη αποδειχθέντος του αγωγικού ισχυρισμού ότι ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε, προκειμένου να εργασθεί, αντί αμοιβής, που συμφωνήθηκε με την αναιρεσείουσα, να υπολογίζεται με παραπομπή στην εκάστοτε ισχύουσα οικεία κλαδική ΣΣΕ των εργαζόμενων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας, ως αμοιβή του προβλέπεται η νόμιμη αμοιβή οριζόμενη με τη με αριθμό 14-2-2007 διετή εθνική κλαδική ΣΣΕ, που έχει επεκταθεί και πέραν από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει με την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση από 14-3-2007 (ΦΕΚ 1190 Β'/12-7-2007) και ότι μετά τη λήξη της και την πάροδο του χρόνου μετενέργειάς της, οι όροι αυτής ισχύουν ως όροι της ατομικής σχέσης εργασίας, δοθέντος ότι δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής στην επίδικη εργασιακή σχέση των οικείων Σ.Σ.Ε.
και δη των α) της από 8-4-2009 σ.σ.ε. έτους 2009, (Π.Κ. Υπ. Απασχ. 23/25-5-2009), β) της από 29-6-2010 σ.σ.ε. έτους 2010 (Π.Κ. Υπ. Εργασίας 13/15-7-2010) και γ) της από 1-9-2011 σ.σ.ε. τριετούς ισχύος, εφόσον δεν αποδείχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος και η αναιρεσείουσα ήταν μέλη των αντίστοιχων εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, ιδιότητα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απορρέουν, από τις κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές αυτές σ.σ.ε., για το λόγο, ότι αυτές δεν έχουν κηρυχθεί, με υπουργική απόφαση, γενικώς υποχρεωτικές και πέραν των προσώπων, που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, που τις έχουν συνάψει, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361, 653 ΑΚ και του ν. 1876/1990, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, υπάγοντας σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, τα οποία ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα αυτό, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Έσφαλε όμως, ως προς το χρονικό διάστημα από 2-5-2012 έως 31-12-2013, ότε και ίσχυαν οι από 2-5-2012 και 7-12-2012 επιχειρησιακές ΣΣΕ της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που συνυπολόγισε στις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσιβλήτου και επίδομα κλάδου, ενώ τέτοιο δεν προβλεπόταν από τις ανωτέρω επιχειρησιακές ΣΣΕ. Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ ορθώς δέχθηκε ότι για το χρονικό διάστημα από 2.5.2012 έως 31.12.2013 ισχύουν ως προς τους μισθολογικούς όρους του αναιρεσιβλήτου (και γενικότερα όλου του προσωπικού της αναιρεσείουσας) οι από 2.5.2012 και από 7.12.2012 αντιστοίχως επιχειρησιακές ΣΣΕ της αναιρεσείουσας, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, κατά παράβαση των εχουσών ισχύ ουσιαστικού νόμου κανονιστικών διατάξεων των ανωτέρω επιχειρησιακών ΣΣΕ.
Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι οι από 2.5.2012 και 7.12.2012 επιχειρησιακές ΣΣΕ, που υπογράφηκαν μεταξύ του σωματείου εργαζομένων στην αναιρεσείουσα και της τελευταίας, δεσμεύουν όλους τους εργαζομένους σ' αυτήν, και ότι συμφωνήθηκε οι αποδοχές των εργαζομένων στην αναιρεσείουσα να προσαρμοσθούν σε όσα όριζαν οι διατάξεις των ΕΓΣΣΕ των ετών 2012 και 2013, καθώς και των νόμων 4046/2012 και 4093/2012 και της ΠΥΣ 6/2012 στις διατάξεις των οποίων παραπέμπουν αυτές (οι επιχειρησιακές ΣΣΕ), εντούτοις, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, στις νόμιμες αποδοχές του αναιρεσιβλήτου εκ ποσού 761,90 € μηνιαίως (ήτοι 586,08 € ο βασικός μισθός άγαμου με προϋπηρεσία εννέα (9) ετών (τρεις τριετίες το ανώτατο) συμπληρωμένη μέχρι την 14.2.2012 εκ ποσού 175,82 € = 761,90 €) δέχεται, εσφαλμένα, ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται και του επιδόματος κλάδου εκ ποσού 74,28 €, συνυπολογίζοντας εσφαλμένως το ανωτέρω επίδομα στις νόμιμες αποδοχές του, παραβιάζοντας, έτσι, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 § 3, 2 § 4 εδ.
τελ. της ΠΥΣ 6/2012 και της § 3α της υποπαρ. ΙΑ.11 του Ν. 4093/2012, που καθορίζουν το νόμιμο κατώτατο μισθό, καθώς και τις έχουσες ισχύ ουσιαστικού νόμου διατάξεις της από 02.05.2012 επιχειρησιακής ΣΣΕ (άρθρο 2, που παραπέμπει ως προς τους μισθολογικούς όρους στο άρθρο 1 της ΠΥΣ 6/2012) και της από 07.12.2012 επιχειρησιακής ΣΣΕ (άρθρο 2, που παραπέμπει στους μισθολογικούς όρους της υποπαρ.
ΙΑ.11 του Ν. 4093/2012). Τα ανωτέρω ισχύουν, ενόψει και του ότι, όπως προειπώθηκε στη μείζονα σκέψη, οι εφαρμοζόμενοι μέχρι την 1-5-2012 στη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου κανονιστικοί όροι της από 14-2-2007 ΕΚΣΣΕ (που προβλέπει την καταβολή του επιδόματος κλάδου εξ 74,28 € μηνιαίως), οι οποίοι μετά τη λήξη της εξακολούθησαν να ισχύουν μετά την πάροδο της οριζομένης μετενέργειας ως όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου μέχρι την έναρξη της ισχύος της επόμενης ΣΣΕ (2-5-2012) επενεργούν έξωθεν επί της ατομικής συμβάσεως, υποκαθιστώντας τους δυσμενέστερους όρους αυτής, για όσο χρόνο ισχύει η συλλογική σύμβαση και μέχρι την αντικατάστασή της με νεότερη συλλογική σύμβαση και δεν ενσωματώνονται σε αυτή, δεν αποτελούν δηλαδή περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης, αφού για να καταστούν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας πρέπει ρητά να συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναίρεσης, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του τέταρτου λόγου της, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση εν μέρει, ήτοι καθό μέρος το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, για το χρονικό διάστημα από 2-5-2012 έως 31-12-2013 υπολόγισε στις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσιβλήτου για την εξαγωγή των δεδουλευμένων αποδοχών του, της αμοιβής του για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρίες, της εργασίας του τα Σάββατα, Κυριακές/αργίες και κατά τη νύκτα, της αποζημίωσης λόγω μη παροχής αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης κατά τα Σάββατα και Κυριακές και για τα επιδόματα εορτών και άδειας που δικαιούται, επίδομα κλάδου εξ 74,28 €, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 § 3).
Κατά το άρθρο 579 § 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Η αίτηση αυτή με την οποία ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων στον αναιρεσίβλητο ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων, όχι όμως και των επί των πρώτων αναλογούντων και παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος, πρέπει κατά τα άρθρα 216 και 217 ΚΠολΔ να προσδιορίζει τις αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν τα επιμέρους ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε στην περίπτωση που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρείται κατά ένα μέρος να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί (ΟλομΑΠ 12/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις από 10-2-2021 προτάσεις της εκθέτει ότι με το από 22-5-2019 ιδιωτικό συμφωνητικό προέβη σε διακανονισμό με τον πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου για την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της υπ' αριθ. 1097/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, καθώς και της υπ' αριθ. 15233/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εξόφλησε αυτή σε τρεις δόσεις και αιτείται την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Δεδομένου όμως, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρείται εν μέρει και ειδικότερα, κατά παραδοχή ως βάσιμου του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, μόνο κατά το μέρος που το Εφετείο, για το χρονικό διάστημα από 2-5-2012 έως 31-12-2013, υπολόγισε στις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσιβλήτου για την εξαγωγή των δεδουλευμένων αποδοχών του, της αμοιβής του για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρίες, της εργασίας του τα Σάββατα, Κυριακές/αργίες και κατά τη νύκτα, της αποζημίωσης λόγω μη παροχής αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και για τα επιδόματα εορτών και άδειας που δικαιούται, επίδομα κλάδου εξ 74,28 €, ενώ για το υπόλοιπο μέρος, απορριφθέντων των λοιπών λόγων αναίρεσης, δεν αναιρείται αυτή, η παραπάνω αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση είναι αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα αφού δεν προσδιορίζεται σ' αυτή τι ποσό καταβλήθηκε επιπλέον στον αναιρεσίβλητο ως κεφάλαιο για κάθε επιδικασθέν κονδύλιο (και ειδικότερα ως επίδομα κλάδου κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα) και τι για τόκους επί της ως άνω προσαύξησης με το επίδομα αυτό επί εκάστου των κονδυλίων αυτών, ώστε να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του επιστρεπτέου ποσού.
Επομένως η άνω αίτηση είναι αόριστη και πρέπει ν' απορριφθεί. Τέλος, πρέπει ο αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε στη δίκη να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 1097/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Απορρίπτει το αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ