Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of property ownership claim based on admissibility errors.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court erred in admitting the claim for ownership recognition, but the court found the Third Instance Court correctly applied Article 70 of the Code of Civil Procedure to accept the request. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 1000, 1001, 1008 of the Civil Code; Article 70 of the Code of Civil Procedure: The owner of a property may claim recognition of ownership and the removal of any disturbance, and a lower court's proper admission of such a claim does not constitute a ground for appeal.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 985 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 985/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη - Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο ΠαπΑ., Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Φεβρουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. συζύγου Δ. Π., το γένος Χ. Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Τριαντάφυλλο Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Μ. του Μ., συζύγου Ε. Α., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους: Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και τον Θεόδωρο Γκούμα .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 321/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 269/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-6-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1000, 1001, 1008 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, σαφώς συνάγεται, αφενός ότι εκείνος που έχει την κυριότητα επί ακινήτου, η οποία εκτείνεται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, στο χώρο πάνω και κάτω από το έδαφος, μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, να το διαθέτει κατ' αρέσκειαν και να αποκλείει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ' αυτό και, αφετέρου ότι ο κύριος, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος (οπότε προστατεύεται με την άσκηση διεκδικητικής αγωγής, με αίτημα την απόδοση του αφαιρεθέντος ή καταληφθέντος πράγματος, κατ'αρθρο 1094 ΑΚ) δικαιούται να ασκήσει αγωγή (αρνητική), σωρεύοντας ως αιτήματα τόσο να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του επιδίκου, όσο και να υποχρεωθεί εκείνος που την προσβάλλει, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον.
Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της που εκδηλώνεται όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να τις ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια τη μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών από την κυριότητα του πράγματος.
Περαιτέρω, κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου, με την οποία κυρώνονταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων, επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών, δεν εγνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία (ΑΠ 157/2009).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όφει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το ....77/11.03.1961 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ι. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα....., ο πατέρας της ενάγουσας Χ. Κ. ή Τ. του Λ. κατέστη κύριος ενός ελαιοπερίβολου, έκτασης 4 περίπου στρεμμάτων, κείμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ...
του τέως Δήμου ... το οποίο συνόρευε γύρωθεν με ακίνητα Ν. Μ., Κ. Χ., Ιερού Ναού ... και με δρόμο. Από το ακίνητο αυτό τμήμα του, εμβαδού 166,11 τ. μέτρων, συνορευόμενο ανατολικά επί πλευράς 14,70 μέτρων με συνεχόμενο τμήμα του ιδίου (ακινήτου), δυτικά επί πλευράς 14,70 μέτρων με το ίδιο πάλι ακίνητο, βόρεια επί πλευράς 11,30 μέτρων με κοινοτικό αρδευτικό αύλακα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν.
Μ. και νότια επί πλευράς 11,30 μέτρων με ιδιωτική οδό, πλάτους 4 μέτρων, αφεθείσα από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη του (πατέρα της ενάγουσας), ο τελευταίος πώλησε και μεταβίβασε, με το ....676/1968 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Π. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα..., στην Ε. Λ. του Α., ενώ τμήμα αυτού, εμβαδού 244,40 τ. μέτρων, συνορευόμενο βορειοανατολικά επί πλευράς 32,80 μέτρων με διάδρομο πλάτους 2 μέτρων, βορειοδυτικά επί πλευράς 4 μέτρων με το υπόλοιπο ακίνητο, νοτιοδυτικά επί πλευράς 30,50 μέτρων με διάδρομο πλάτους 4 μέτρων και νοτιοανατολικά επί πλευράς 12,50 μέτρων με ιδιοκτησία Θ.
Ν., ο ανωτέρω ιδιοκτήτης του υποσχέθηκε και υποχρεώθηκε να πωλήσει, με το υπ' αριθ. ...608/1978 προσύμφωνο πώλησης ακινήτου του συμβολαιογράφου Γ. Γ., στον Γ. Μ. του Μ. και τέλος τμήμα αυτού, εμβαδού 177,80 τ. μέτρων, πώλησε και μεταβίβασε, με το .....68/1972 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γ. Γ., στον Θ. Ν. του Κ.. Στη συνέχεια, η ενάγουσα με την ....75/1993 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Δ.
Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα.... και με την ....53/2007 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Μ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα...., κατέστη κυρία του εναπομείναντος ακινήτου, το οποίο φέρεται να έχει συνολικό εμβαδά 5.258,53 τ.μ.. Με το υπ' αριθ. ....81/1977 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Σ. νομίμως μεταγεγραμμένου, καθώς τούτο δεν αμφισβητείται, η εναγομένη κατέστη κυρία της ιδιοκτησίας κληρονόμων Ν.
Μ. που βρίσκεται στο βορειανατολικό όριο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Από τους ανωτέρω τίτλους ιδιοκτησίας, σε συνδυασμό και με το συνημμένο στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, που απεικονίζεται το ακίνητο της ενάγουσας, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα έχει συμπεριλάβει στην ιδιοκτησία της και έναν τσιμεντένιο υδραύλακα, ο οποίος βρίσκεται στο βορειανατολικό σύνορο της ιδιοκτησίας της και νοτίως της ιδιοκτησίας της εναγομένης που είναι κοινοτικός και τούτο προκύπτει αδιαμφισβήτητα κυρίως από το ...676/1968 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Π.
Π., με το οποίο, ως προαναφέρθηκε, πωλήθηκε τμήμα της αρχικής έκτασης του μετέπειτα ακινήτου της ενάγουσας από τον δικαιοπάροχο - πατέρα της στην Ε. Λ., στο οποίο τα όρια περιγράφονται με ακρίβεια, εν αντιθέσει με την γενική περιγραφή των ορίων του αρχικού τίτλου κτήσης του ακινήτου της ενάγουσας (...77/1961 πωλητήριο συμβόλαιο) και όπου καθ' ομολογία του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας ο αρδευτικός αύλακας, που βρίσκεται στην βόρεια πλευρά αυτού και που χωρίζει στο σημείο αυτό το αρχικής έκτασης ακίνητο της ενάγουσας με αυτό της εναγομένης, το οποίο αποτελεί και την ένδικη διαφορά, είναι κοινοτικός, αλλά και από το ...08/1978 προσύμφωνο, με το οποίο, ως προαναφέρθηκε, πωλήθηκε τμήμα της αρχικής έκτασης του ακινήτου της ενάγουσας στον Γ.
Μ., όπου αναφέρεται ως βορειανατολικό όριο αυτού επί πλευράς 32,80 μέτρων διάδρομος πλάτους 2 μέτρων και όχι το ακίνητο της εναγομένης και τότε κυριότητας κληρονόμων Ν. Μ.. Υπέρ της κρίσης αυτής, ότι ο ανωτέρω αρδευτικός αύλακας δεν αποτελεί ιδιοκτησία της ενάγουσας, συνηγορεί και το γεγονός ότι ενώ η αρχική έκταση του ακινήτου αυτής ήταν τέσσερα (4) περίπου στρέμματα, όπως αναφέρεται στο ...77/11.03.1961 πωλητήριο συμβόλαιο, παρά την πώληση των προαναφερθέντων τμημάτων απ' αυτό από τον δικαιοπάροχο της (ενάγουσας) προς τρίτους, στους επικαλούμενους απ' αυτή τίτλους κυριότητας (15375/1993 και 2.053/2007 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς) αυτό φέρεται να είναι πολύ μεγαλύτερης έκτασης από την αρχική και δη 5.258,53 τ.μ., ενώ λογικά θα έπρεπε να είναι μικρότερης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά μήκος του τσιμεντένιου υδραύλακα, που σύμφωνα με τα ανωτέρω, είναι κοινοτικός και ο οποίος οριοθετεί την ιδιοκτησία της εναγομένης, η τελευταία ανήγειρε τσιμεντένιο τοιχίο προκειμένου, λόγω της υψομετρικής διαφοράς του ακινήτου της με αυτό της ενάγουσας, να χρησιμεύσει ως αντιστήριξη αυτού (ακινήτου της), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η τοποθέτηση της απορροής των υδάτων από το ακίνητο της επιβαρύνει το ακίνητο της ενάγουσας, αφού ο τελευταίος καταλήγει στον τσιμεντένιο υδραύλακα, ενώ από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι το ως άνω τοιχίο επιβαρύνει το ακίνητο της ενάγουσας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έχει δημιουργήσει στο παραπάνω τοιχίο άνοιγμα και έχει τοποθετήσει κατά μήκος του και εντός του τσιμεντένιου υδραύλακα σωλήνα τον οποίο επιχωμάτωσε. Όπως, ειδικότερα, αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και κυρίως από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες του επιδίκου τμήματος ο παραπάνω σωλήνας έχει τοποθετηθεί στο ύφος της επιφάνειας του υδραύλακα και δεν εμποδίζεται η ροή των υδάτων από αυτόν.
Ενόψει αυτών, αφού οι ενέργειες της εναγομένης έλαβαν χώρα στο όριο της ιδιοκτησίας της δεν διαταράσσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την κυριότητα και νομή της ενάγουσας επί του ακινήτου της και συνεπώς η αγωγή της είναι απορριπτέα ως ουσιαστικό αβάσιμη". Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή της, κατά μεν το σκέλος της με αίτημα την από την εναγομένη - εφεσίβλητη - αναιρεσίβλητη άρση των κατασκευών, τις οποίες η τελευταία πραγματοποίησε με την κατάληψη τμήματος του ακινήτου της ενάγουσας και την αποβολή από τη νομή της, ως μη νόμιμη, εφόσον δεν περιέχεται στο αγωγικό δικόγραφο αίτημα περί απόδοσης του φερομένου ως καταληφθέντος εδαφικού τμήματος (με επιτρεπτή σώρευση διεκδικητικής αγωγής ως προς αυτό), κατά δε το σκέλος της με αίτημα την άρση των λοιπών γενομένων διαταρακτικών κατασκευών (κατασκευή τσιμεντένιου τοιχίου, τοποθέτηση σωλήνα απορροής υδάτων, άνοιγμα διόδου επικοινωνίας των ομόρων ακινήτων των διαδίκων), ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, επιπλέον δε, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, τόσο ως προς την οριοθέτηση των ακινήτων των διαδίκων από τον αρδευτικό υδραύλακα, ο οποίος, προεχόντως, δεν αποδείχθηκε ότι ανήκει στο ακίνητο της ενάγουσας- αναιρεσείουσας, χωρίς συνακόλουθα να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή η περαιτέρω, πλεοναστική, παραδοχή ότι είναι κοινοτικός, ώστε να καθίσταται αναγκαία η διερεύνηση του τρόπου που απέκτησε την ιδιότητα αυτή, όσο και ως προς τη διάκριση αφενός της φερόμενης κατάληψης εδαφικής λωρίδας του ακινήτου της ενάγουσας - αναιρεσείουσας και αφετέρου των επ' αυτού φερομένων διαταρακτικών πράξεων από την εναγομένη -αναιρεσίβλητη και των γενομένων ενεργειών της εναγομένης εντός των ορίων της ιδιοκτησίας της, που δεν διαταράσσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την κυριότητα της ενάγουσας, οι δε τ' αντίθετα υποστηρίζοντες, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του, δεύτερος κατά το πρώτο, τρίτο και τέταρτο σκέλη του και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή (να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 613/2016).
Με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο που νομοτύπως με επίκληση προσκομίσθηκε ενώπιον του από αμφότερα τα διάδικα μέρη, προκειμένου να προσδιορισθούν τα όρια των ακινήτων των διαδίκων, ήτοι το υπ' αριθ. ...81/19-5-1997 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α.
Δ.. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, όπως ρητά άλλωστε αναφέρει, "όλα γενικά τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη εν σχέσει με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα, και ως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης...", στα οποία αναμφίβολα περιλαμβάνονται και το ανωτέρω αναφερόμενο έγγραφο, το οποίο μάλιστα, από προφανή παραδρομή, μνημονεύει ως "υπ' αριθ. ...81/1977 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α.
Σ.".
Συνεπώς, ο τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται; μόνο, αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 309/2018).
Εξ άλλου, κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 352 του ΚΠολΔ δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί, είναι μόνο εκείνη που γίνεται προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου. Οι ομολογίες που γίνονται ενώπιον άλλου δικαστηρίου αποτελούν εξώδικες ομολογίες που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστή.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εξώδικη ομολογία, εκτιμώμενη ελεύθερα, είναι η μονομερής άτυπη δήλωση διαδίκου, και όχι τρίτου προσώπου, που αφορά αμφισβητούμενο και επιβλαβές για τον ομολογούντα πραγματικό περιστατικό, η οποία απευθύνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου, από εκείνο που δικάζει την υπόθεση ή περιέρχεται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο που δεν απευθύνονται ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου (ΑΠ 845/2017).
Με τον δεύτερο, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, προσέδωσε, κατ' ορθή εκτίμησή του, μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην "ομολογία" του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης -εναγομένης στο υπ' αριθ. ...76/1968 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Π.
Π., παραθέτοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι σ' εκείνο "καθ' ομολογία του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) ο αρδευτικός αύλακας, που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά και που χωρίζει στο σημείο αυτό το ακίνητο της ενάγουσας με αυτό της εναγομένης, το οποίο αποτελεί και την ένδικη διαφορά, είναι κοινοτικός".
Πλην όμως το Εφετείο με την ανωτέρω διατύπωσή του ("καθ' ομολογία"), δεν συνήγαγε εξώδικη ομολογία, η οποία άλλωστε, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, μόνο από διάδικο θα μπορούσε να προέλθει και όχι από τρίτο πρόσωπο, αλλά θέλησε να προσδώσει την έννοια της φράσης "κατά δήλωσή του". Ως εκ τούτου, ο τ7 αντίθετα υποστηρίζων σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς κάποια διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΟλΑΠ 96/1985, ΑΠ 194/2018). Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή της αναιρεσείουσας, ως προς το σωρευόμενο αίτημα που αφορούσε την αναγνώριση της κυριότητάς της επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ως παραδεκτό και νόμιμο το ανωτέρω αναγνωριστικό αίτημα με έρεισμα το άρθρο 70 ΚΠολΔ και συνεπώς, ο τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-6-2018 αίτηση της Π. συζ. Δ. Π., το γένος Χ. Κ. για αναίρεση της 269/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Αυγούστου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ