Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
985/2008 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against lower court's failure to explain why a property was excluded from inheritance.

Geschäftsnummer 985/2008
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court allowed the appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding inheritance and property ownership. The lower court accepted that the deceased brother owned the disputed land but failed to explain why the house was excluded from his estate or why the appellant never acquired title through inheritance. The Court ruled that these material facts were insufficiently reasoned, violating the requirement for adequate and non-contradictory justification under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 1710(1), 1193, 1198, 1199, 1846 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A lower court decision is voidable if it fails to provide adequate and non-contradictory reasoning on essential factual issues, such as the exclusion of specific assets from an estate or the acquisition of ownership by a third party.

Schlagwörter

KI-generiert
inheritance succession property ownership adequate reasoning voidable judgment Code of Civil Procedure Besitzerwerb Wohnrecht Zuweisung der Familienwohnung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 1710(1) of the Civil Code
Articles 1193, 1198, 1199, 1846 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court 7/2004
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 985 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 985/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. χ1 και 2. χ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Οικονόμου.

Της αναιρεσίβλητης: ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σωτηρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-1993 αγωγή του αρχικού διαδίκου (αποβιώσαντος) χ που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/1994, 28/2000 προδικαστικές, 41/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 372/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-10-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 20-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της 372/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

-ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 1710 παρ.1 του ΑΚ, που ορίζει ότι " κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι)", προκύπτει ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής, η οποία επέρχεται είτε με διαθήκη, είτε από το νόμο, είναι όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις και όλες οι περιουσιακές σχέσεις του προσώπου, (εκτός από εκείνες που ρητά εξαιρούνται από το νόμο), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η κυριότητα και νομή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1193, 1198, 1199 και 1846 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, η μεν κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου με το θάνατο του κυρίου παύει να υπάρχει γι' αυτόν, με την αυτοδίκαιη δε περιέλευση της περιουσίας του ως συνόλου στον κληρονόμο, ο τελευταίος αποκτά αυτοδικαίως το κληρονομικό δικαίωμα που αποτελεί την ιδιάζουσα - λόγω της άνω αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής - νομική αιτία κτήσεως της κυριότητας του κληρονομιαίου ακινήτου.

Συνεπώς, μέχρι της μεταγραφής της αποδοχής ο κληρονόμος δεν έχει απλώς κυριότητα υπό αναβλητική αίρεση με τις συνέπειες του άρθρου 201 ΑΚ, ως προς το χρόνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων, αλλά έχει κυριότητα μετέωρη υπό την ως άνω αίρεση δικαίου, η πλήρωση της οποίας επάγεται την αναδρομική - από του θανάτου του κληρονομουμένου - κτήση αυτής (Ολ.

ΑΠ 7/2004). Η αναδρομική αυτή ενέργεια δεν συνεπάγεται πάντως και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα, αποκτηθέντων νομίμως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, όπως είναι η κυριότητα που αποκτήθηκε πρωτοτύπως με χρησικτησία, εφόσον όμως η τελευταία συμπληρώθηκε μέχρι το χρόνο μεταγραφής της αποδοχής (Ολ.ΑΠ 108/78).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο, εμβαδού 368 τ.μ., με τις επ' αυτού υπάρχουσες, ισόγεια οικία επιφάνειας 70 περίπου τ.μ. και αποθήκη επιφάνειας 25 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "....", εντός του νέου οικισμού, της πρώην Κοινότητας .....

του Νομού Αχαϊας. Το οικόπεδο αυτό, πριν την ανοικοδόμησή του, παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας νομής και κατοχής, στον Χα, ως δικαιούχο στεγαστικής συνδρομής, δυνάμει του υπ' αριθμ....... οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου) του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, που μεταγράφηκε νόμιμα στις ....., με την υποχρέωση του παραχωρησιούχου να ανεγείρει στο παραχωρηθέν οικόπεδο οικοδομή εντός πενταετίας από τη μεταγραφή του ως άνω τίτλου κυριότητας.

Με χρήματα που αυτός έλαβε ως δάνειο από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα, βάσει της καταρτισθείσης μεταξύ τους υπ' αριθμ...... δανειστικής σύμβασης ύψους 35.000 δραχμών, άρχισε να ανεγείρεται επί του άνω οικοπέδου ισόγεια οικοδομή, επιφάνειας 70 τ.μ., αποτελούμενη από τρία δωμάτια, και παραπλεύρως αυτής μία πλινθόκτιστη αποθήκη εμβαδού 25 τ.μ.

Τα κτίσματα αυτά αποπερατώθηκαν μετά το θάνατο του ανωτέρω Χα, που συνέβη στις 22-12-1971, με επιμέλεια της συζύγου αυτού και δικαιοπαρόχου της εναγομένης Ψ. Συγκεκριμένα, κατά το χρόνο θανάτου του ανωτέρω κυρίου του οικοπέδου είχε κατασκευασθεί μόνο το δάπεδο από τσιμέντο της ισόγειας οικίας, χωρίς να υπάρχουν βοηθητικοί χώροι.

Η σύζυγος αυτού Ψ αμέσως μετά την αποπεράτωση της κατασκευής της εν λόγω νέας οικίας, εγκατέλειψε την ευρισκόμενη επί άλλου οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 964,235 τ.μ., παλαιά ανώγεια οικία, με αποθήκη, η οποία ανήκε, αδιαιρέτως, κατά συγκυριότητα στον αποβιώσαντα σύζυγό της και στον αρχικά ενάγοντα αδελφό του Χ, και την οποία αυτή και ο σύζυγός της χρησιμοποιούσαν ως οικογενειακή στέγη, και εγκαταστάθηκε στην κατά τα ανωτέρω ανεγερθείσα επί του επιδίκου οικοπέδου νέα οικία, στην οποία και κατοικούσε έκτοτε μέχρι το θάνατό της.

Ο Χα, που αποβίωσε στις 22-12-1971, με την από .... ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία με τα υπ' αριθμ. 330/17-2-1972 πρακτικά και την 130/1972 απόφαση, αντίστοιχα, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε ως κληρονόμους του, σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, όπως ειδικότερα τα ακίνητα ορίζονται στην εν λόγω διαθήκη, τη σύζυγό του ψ (δικαιοπάροχο της εναγομένης) και τον αρχικά ενάγοντα αδελφό του χ.

Με τη διαθήκη αυτή ο κληρονομούμενος όρισε επί λέξει "στη σύζυγό μου ψ αφήνω οίκησιν εφ' όρου ζωής εις την εν ... οικίαν μου, ως και εις τους βοηθητικούς χώρους αυτής, μετά δε το θάνατό της να περιέρχονται τα ανωτέρω εις τον αδελφό μου χ". Κατά τη σαφή βούληση του διαθέτη, αυτός κατέλειπε στη σύζυγό του το δικαίωμα της εφόρου ζωής της επικαρπίας επί της οικίας που βρίσκεται στην...., η οποία και θα περιερχόταν μετά το θάνατο αυτής στον αδελφό του χ.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη και επαγωγής της κληρονομίας του δεν είχε ανεγερθεί η επί του επιδίκου οικοπέδου νέα οικία, η οποία αποπερατώθηκε, με τη φροντίδα και με δαπάνες της συζύγου του, μετά πάροδο δύο ετών από το θάνατο εκείνου. Ως "οικία στην .....", ο διαθέτης σαφώς εννοούσε την προαναφερθείσα παλαιά οικία, την ευρισκόμενη επί του οικοπέδου εμβαδού 964,235 τ.μ., η οποία και αποτέλεσε πράγματι αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής του, κατά μεν το δικαίωμα ψιλής κυριότητας από τον αρχικό ενάγοντα αδελφό του χ, κατά δε το δικαίωμα της επικαρπίας από τη σύζυγό του και δικαιοπάροχο της εναγομένης ψ, όπως τούτο αναφέρεται στην υπ' αριθμ.......

πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ακράτας Δημητρίου Αναγνωστοπούλου. Στη συνέχεια η ψ, με την υπ' αριθμ. ..... συμβολαιογραφική πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου, παραιτήθηκε από το δικαίωμα επικαρπίας επί της ανωτέρω παλαιάς οικίας υπέρ του αρχικά ενάγοντος, ο οποίος και πώλησε αυτήν, μαζί με το οικόπεδό της, σε τρίτο, με το υπ' αριθμ.....

συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η πώληση της παλαιάς αυτής οικίας εξυπηρετούσε και τους δύο, αφού, η μεν ψ δεν είχε ανάγκη πλέον την παλαιά οικία, εφόσον διέμενε ήδη στην καινούργια (την ανεγερθείσα επί του επιδίκου οικοπέδου), ο δε αρχικά ενάγων χ εκποίησε αυτήν κατά τη θέλησή του, λαμβάνοντας το τίμημα.

Επομένως, αναφορικά με την καινούργια οικία ο κληρονομούμενος (Χα) δεν περιέλαβε καμία διάταξη στη διαθήκη του, αφού κατά το χρόνο του θανάτου του αυτή δεν είχε ανεγερθεί, το δε δικαίωμα της επικαρπίας που κατέλειπε στη σύζυγό του αφορούσε την παλαιά οικία. Ενόψει αυτών δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη οικία περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία του ανωτέρω διαθέτη και συνεπώς ο αρχικός ενάγων δεν κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με τον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος της εναγομένης ψ, μετά το θάνατο του διαθέτη συζύγου της (Δεκέμβριος του 1971), ανήγειρε στο επίδικο οικόπεδο, με δικές της δαπάνες, πλέον της παρασχεθείσης από το κράτος χρηματικής αρωγής, την προαναφερθείσα οικία και αποθήκη, αφού προηγουμένως οριοθέτησε και περιέφραξε το οικόπεδο, στην οποία και κατοικούσε έκτοτε μέχρι το θάνατό της κατά το έτος 1993.

Επομένως συντρέχουν στο πρόσωπο αυτής όλες οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας της επίδικης οικίας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Εξάλλου, ο αρχικός ενάγων, με την υπ' αριθμ. ..... πράξη αποδοχής του συμβολαιογράφου Ακράτας Δημητρίου Αναγνωστοπούλου αποδέχθηκε την κληρονομία του αδελφού του Ψα, αποτελούμενη από δέκα αγροτικά ακίνητα, χωρίς στην πράξη αυτή να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην παλαιά ή στη νέα οικία.

Επίσης ο ίδιος κατά το έτος 1979 αποδέχθηκε την κληρονομία του ανωτέρω αδελφού του ως προς την παλαιά οικία, μετά του οικοπέδου της, εκτάσεως 964,235 τ.μ., ενώ, με την υπ' αριθμ. ....... πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Γεωργίας Ακουρή-Μήτσια, αποδέχθηκε την ίδια κληρονομία του αδελφού του ως προς το επίδικο ακίνητο, με την επ' αυτού νέα οικία, επικαλούμενος την κατάλειψη σ' αυτόν, με την ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη του κληρονομουμένου, της ψιλής κυριότητας του επιδίκου και ταυτίζοντας την παλαιά με τη νέα οικία.

Όμως, ο αρχικά ενάγων ουδέποτε εναντιώθηκε στην άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης και σύζυγο του κληρονομουμένου Ψ, τις οποίες και ασκούσε αυτή με διάνοια κυρίου. Η τελευταία, κατά το έτος 1993, επικαλούμενη την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, μεταβίβασε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που δεν έχει μεταγραφεί, την επίδικη οικία στην εναγομένη, η οποία και συνέχισε ν' ασκεί επ' αυτής τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό της πράξεις νομής, κατέχοντας τα κλειδιά της οικίας και μετά το θάνατο της ρηθείσης δικαιοπαρόχου της, που συνέβη το Μαϊο του 1993.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο αρχικά ενάγων, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατό του κατά την πρωτόδικη δίκη, στις 27-5-1995, οι αναιρεσείουσες, δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τον επικαλούμενο στην αγωγή του παράγωγο τρόπο της κληρονομικής από διαθήκη διαδοχής και ότι η δικαιοπάροχος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Ψ είχε καταστεί κυρία τούτου με έκτακτη χρησικτησία, και ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης εναγομένης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την αγωγή του αρχικά ενάγοντος περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, τόσο της μη συνδρομής των αναγκαίων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1192,1193,1198, 1199, 1710 και 1846 ΑΚ, προϋποθέσεων για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αρχικό ενάγοντα, Χ, με κληρονομική από διαθήκη διαδοχή, όσο και της απόκτησης από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.

Ειδικότερα το Εφετείο α) δέχεται ότι ο αποβιώσας στις 22-12-1971 αδελφός του ενάγοντος και σύζυγος της εναγομένης Χα ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του κύριος και νομέας του επιδίκου οικοπέδου και επομένως και της αποτελούσας συστατικό αυτού ισόγειας οικίας, ανεξαρτήτως του χρόνου αποπεράτωσής της, και παράλληλα ότι η επίδικη αυτή οικία δεν περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία αυτού και δεν αποτέλεσε αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής του, χωρίς, ωστόσο, να αιτιολογείται στην απόφαση για ποιό λόγο το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην κληρονομία του Χα, β) δέχεται ότι ο ανωτέρω κληρονομούμενος με την από .....

ιδιόγραφη διαθήκη του εγκατέστησε κληρονόμους του σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, όπως τα ακίνητα ορίζονται στη διαθήκη αυτή, τη νόμιμη σύζυγό του Ψ και τον αρχικό ενάγοντα αδελφό του χ και παράλληλα ότι ο διαθέτης δεν περιέλαβε καμία διάταξη στη διαθήκη του αναφορικά με την επίδικη καινούργια οικία, γ) ενώ δέχεται ότι ο αρχικά ενάγων με υπ' αριθμ. ......

συμβολαιογραφική πράξη αποδέχθηκε την εκ διαθήκης κληρονομία του ρηθέντος αδελφού του, σε σχέση με το επίδικο οικόπεδο και την επ' αυτού οικία, ακολούθως κρίνει ότι αυτός ουδέποτε κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με τον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής, χωρίς, όμως, να διασαφηνίζεται στην απόφαση ο λόγος για τον οποίο αυτός δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τον παράγωγο αυτό τρόπο και δ) δέχεται ότι η δικαιοπάροχος της εναγομένης και σύζυγος του κληρονομουμένου Ψ νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου από το Δεκέμβριο του 1971 και μέχρι το θάνατό της κατά το έτος 1993 και συνεπώς συνέτρεξαν στο πρόσωπο αυτής όλες οι προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει τον τρόπο που αυτή απέκτησε τη νομή του επιδίκου ακινήτου, δηλαδή αν η νομή του επιδίκου μεταβιβάσθηκε σ' αυτήν ως κληρονόμο του αποβιώσαντος κυρίου και νομέα συζύγου της ή αν την απέκτησε πρωτοτύπως με κατάληψη του επιδίκου ακινήτου.

Συνεπώς ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτιάσεις για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 372/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

-

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ