Supreme Court dismisses appeal on procedural composition and factual distortion grounds regarding property ownership.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Regional Court of Thrace's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court had an improper composition and distorted prior court documents, but the Supreme Court found these claims baseless. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 304 and 300 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 2, 18, 19, and 20 of the Code of Civil Procedure: An appeal regarding the composition of the court or the distortion of documents is inadmissible if the lower court's decision explicitly addresses the cited documents and facts without error.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 983 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 983/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: χ1, 2. ....., 3....... και 4. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Νιάνιο.
Του αναιρεσίβλητου: ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γιαννούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-1991 αγωγή των αρχικών διαδίκων ..... και ......, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 235/1998 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1157/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης εξέδωσε την 595/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-2-2006 αίτησή τους και με τους από 28-8-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 18-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 304 και 300 ΚΠολΔ συνάγεται ότι από της συντάξεως, χρονολογήσεως και υπογραφής του σχεδίου της δικαστικής αποφάσεως, θεωρείται αυτή εκδοθείσα, η δε δημοσίευση αυτής από το σχέδιο σε δημόσια συνεδρίαση επιφέρει την τελείωση, συνεπαγόμενη έκτοτε τις από αυτή έννομες συνέπειες. Εκ τούτου παρέπεται ότι η δημοσίευση της αποφάσεως, η οποία πρέπει να μνημονεύεται στο μετ' αυτήν συντασσόμενο πρωτότυπο της αποφάσεως, μπορεί να γίνει από το δικαστήριο και με διαφορετική σύνθεση, δηλ. και χωρίς τη συμμετοχή σ' αυτό εκείνων των δικαστών που συμμετείχαν της συνθέσεως που εξέδωσε την απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθμ. 2 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν είχε νόμιμη σύνθεση. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 19-11-2004, κατά την οποία εκδικάστηκε η κρινόμενη υπόθεση, το δικαστήριο συγκροτήθηκε από τους δικαστές Βασίλειο Κωστή, Πρόεδρο Εφετών, Αναστασία Χορτιάτη - Εισηγήτρια και Παναγιώτα Δάλλα, Εφέτες. Στο τέλος της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, σε σχέση με την έκδοση και δημοσίευση αυτής, ότι "
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Κομοτηνή στις 11-5-2005 και δημοσιεύθηκε εκεί στις 10-11-2005 με νέα σύνθεση, ήτοι Βασίλειο Κωστή, Πρόεδρο Εφετών, Αναστασία Χορτιάτη και Νικόλαο Γέργο, Εφέτες, λόγω μεταθέσεως του μέλους της σύνθεσης Παναγιώτας Δάλλα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του". Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η έκδοση της αποφάσεως, με την προαναφερόμενη έννοια, έλαβε χώρα στις 11-5-2005, κατά την οποία συμμετείχε η Εφέτης Παναγιώτα Δάλλα, και μόνον η δημοσίευση της αποφάσεως στις 10-11-2005 έγινε με νέα σύνθεση, στην οποία συμμετείχε ο Εφέτης Νικόλαος Γέργος λόγω της μεταθέσεως της Εφέτου Παναγιώτας Δάλλα. Κατά συνέπεια ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση στερείται αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 28/1997, Ολ. ΑΠ 30/1997). Με τους δεύτερο, τρίτο, και τέταρτο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Χ, πατέρας των αρχικών διαδίκων - εναγουσών, κάτοικος του χωριού ...... Ν. Έβρου και νυμφευμένος, σε δεύτερο γάμο, με την Χα, στις 19-11-1960 συνέταξε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Πασχάλη Ζωΐδη την υπ' αριθμ. ......
δημόσια διαθήκη με την οποία εγκατέστησε ως κληρονόμο του σε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία του την ως άνω σύζυγό του με τον όρο μετά το θάνατο αυτής να περιέλθει στις θυγατέρες του (ενάγουσες) κατ' ισομοιρίαν. Η ακίνητη περιουσία αυτού κατά τον άνω χρόνο συνίστατο σε α) ένα οικόπεδο, κείμενο στο χωριό .....
Ν. Έβρου, εκτάσεως 800 τ.μ. περίπου επί του οποίου υπήρχε μονόροφη οικία, εμβαδού 80 τ.μ. και υπόστεγο 200 τ.μ., β) αγρό, αριθμ. τεμαχίου ....., κείμενο στην περιοχή....., εκτάσεως 19.500 τετρ. μέτρων, γ) λιβάδι, αριθμού τεμαχίου ...., κείμενο στην περιοχή "....", εκτάσεως 6.645 τ.μ., δ) αγρό, αριθμού τεμαχίου ...., κείμενο στη θέση "....", εκτάσεως 4.500 τ.μ., ε) αγρό, αριθμού τεμαχίου ....., κείμενο στη θέση ".....", εκτάσεως 4.945 τ.μ., στ) αγρό, αριθμού τεμαχίου ...., κείμενο στη θέση ".....", εμβαδού 5.000 τ.μ.
και ζ) αγρό, στη θέση "...", αριθμού τεμαχίου ...., εκτάσεως 3.785 τ.μ. Τον μήνα Δεκέμβριο του ίδιου έτους (1960) ο ανωτέρω, Χ που εξαιτίας της ηλικίας του αδυνατούσε να καλλιεργεί ο ίδιος τους αγρούς του και αναγκαζόταν να τους μισθώνει, υπό την προτροπή και της συζύγου του πρότεινε στον εναγόμενο, εγγονό της συζύγου του από θυγατέρα της από τον πρώτο γάμο αυτής, ηλικίας τότε 18 ετών να αναλάβει ο τελευταίος την καλλιέργεια των αγρών του και εκμετάλλευση αυτών και να διαμείνει στην οικία του, φροντίζοντας αυτόν και τη σύζυγό του.
Ο εναγόμενος αποδέχθηκε την πρόταση αυτή, μετακόμισε στην οικία του ανωτέρω και συμβιούσε με αυτόν και τη σύζυγο του (μάμμη του) ανέλαβε την καλλιέργεια των αγρών. Το έτος 1963 και ενόψει της στρατεύσεως του εναγομένου με διαμεσολάβηση του πατέρα του τελευταίου τέθηκε το θέμα διευκρινίσεως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της περιουσίας του πατέρα των εναγουσών (αρχικών διαδίκων) σε σχέση με τον εναγόμενο, συμφωνήθηκε δε η πώληση της περιουσίας αυτού προς τον εναγόμενο με μικρότερο της πραγματικής της αξίας των 55.000 δραχμών ήτοι από των 35.000 δραχμών, το οποίο και καταβλήθηκε από τον εναγόμενο δια του πατρός αυτού, χωρίς να περιληφθεί η σύμβαση αυτή τον επιβαλλόμενο από το νόμο (Α.Κ. 1033, 1192) τύπο, της συντάξεως συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφής αυτού.
Κατά το χρόνο αυτό ο ανωτέρω, Χ, παρέδωσε τη νομή των περιουσιακών του στοιχείων στον εναγόμενο, με τον οποίο, συνέχισε να συμβιώσει στην οικία, μετά της συζύγου του, με σχέση προσιδιάζουσα σ' αυτή γονέων και τέκνου. Τον Μάιο του 1964 αποβίωσε ο Χ, δημοσιεύθηκε δε η ως άνω συνταχθείσα διαθήκη αυτού με το υπ' αριθμ. 150/1964 πρακτικό συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Έβρου.
Στη συνέχεια μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας ο εναγόμενος νυμφεύθηκε και απέκτησε οικογένεια συνέχισε δε τη νομή των αγρών, τους οποίους εκχέρσωσε και καλλιεργούσε συστηματικώς, έκαμε γεώτρηση, μετέφερε ηλεκτρικό ρεύμα σ' αυτούς και τοποθέτησε χαλυβδοσωλήνες, και της οικίας την οποία επισκεύασε διαμένοντας σ' αυτήν με την οικογένειά του και την μάμμη του, ......, την οποία γηροκομούσε με τη σύζυγό του, ενώ στη συνέχεια κατεδάφισε την παλαιά οικία και ανέγειρε νέα στην οποία και διέμενε με την οικογένειά του και την ως άνω μάμμη του.
Κατ' αυτόν τον τρόπο συνέχισε ο εναγόμενος τη νομή των επιδίκων και μετά το θάνατο της μάμμης του (εγκαταστάτης με τη διαθήκη του συζύγου της), που επισυνέβη το έτος 1986 και μέχρι του χρόνου της ασκήσεως της αγωγής. Τα ανωτέρω προκύπτουν με σαφήνεια από την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάσθηκε με πρόταση του εναγομένου, ......, αγροφύλακος και μονίμου κατοίκου του χωριού ......, ο οποίος κατέθεσε περί των πράξεων νομής των επιδίκων με διάνοια κυρίου από τον εναγόμενο λεπτομερώς, ενώ για την παράδοση της νομής των επιδίκων από τον πατέρα των εναγουσών (αρχικών διαδίκων) προς τον εναγόμενο κατέθεσε τα εξής: "...
Το 1963 πήγε φαντάρος ο ψ1 και πριν φύγει για το στρατό, μέσα στο 1963 είχα ακούσει από τον Χ ότι συζητούσε με τον πατέρα του εναγομένου την προοπτική να γράψει στον εναγόμενο την περιουσία του σε συμβολαιογράφο κάτι που τελικά δεν έγινε και έμεινε για μετά την απόλυσή του από το στρατό, επειδή ήταν ανήλικος.
Πριν φύγει όμως ο εναγόμενος για φαντάρος ο πατέρας του για λογαριασμό του κατέβαλε στον Χ 35.000 δρχ. ως τίμημα για τους αγρούς. Διευκρινίζω ότι παρά τη συμφωνία που έγινε τα Χριστούγεννα του 1960 μεταξύ Χ και εναγομένου να τους γηροκομήσει κ.λ.π. όπως είπα παραπάνω από τότε ή αργότερα δεν γνωρίζω συμφωνήθηκε να δοθούν τα χρήματα αυτά ως τίμημα για να πάρει την περιουσία ο εναγόμενος.
Τα ανωτέρω χρήματα δόθηκαν στο σπίτι του Χ... Συγκεκριμένα ενώ για τα λεφτά ότι δόθηκαν το άκουσα, δηλαδή μου το είπαν τόσο ο Χ όσο και ο ψ ..." ενώ στη συνέχεια της καταθέσεώς του αναφέρει "... Όπως μου είπε ο ίδιος ο Χ όταν πήγε στη Βουλγαρία περί τον Φεβρουάριο με Μάρτιο του 1964 να επισκεφθεί τις δυο του κόρες που έμεναν μόνιμα εκεί, τις έδωσε και τα λεφτά που είχε πάρει απ' τον εναγόμενο.
Μου είχε πει δε συγκεκριμένα ότι επειδή έδωσε την περιουσία του στον εναγόμενο έδωσε τα λεφτά στις κόρες του για να μην τις αδικήσει...". Η ανωτέρω κατάθεση δεν αναιρείται από αυτή του μάρτυρα που εξετάσθηκε με πρόταση των εναγουσών, ...., κατοίκου ....., καθόσον ο τελευταίος δεν είχε άμεση αντίληψη των όσων κατέθεσε, αφού επισκεπτόταν το χωριό ....
όπου τα επίδικα με τελευταία επίσκεψη το έτος 1967, κατέθεσε δε ότι ο εναγόμενος καλλιεργούσε τους αγρούς για λογαριασμό της μάμμης του Χα, γεγονός όμως, για το οποίο, όπως προσθέτει στη συνέχεια της καταθέσεώς του, δεν είχε άμεση αντίληψη αλλά το πληροφορήθηκε εκ των υστέρων από τις ενάγουσες. Περαιτέρω το γεγονός ότι ο εναγόμενος το έτος 1975 επισκέφθηκε τις ενάγουσες και ζήτησε από αυτές να του πωλήσουν τα επίδικα χρόνο κατά τον οποίο δεν συμπλήρωνε τις προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητας αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όπως και το ότι άσκησε αγωγή αναγνωριστική κυριότητας του επιδίκου οικοπέδου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρουπόλεως με εναγομένη την μάμμη του, εγκαταστάτης με την άνω διαθήκη, ισχυριζόμενος ότι κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ότι η εναγόμενη από διμήνου αμφισβητούσε το δικαίωμα κυριότητάς του, επί αγωγής δε αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 456/1986 απόφαση του άνω Ειρηνοδικείου, ερήμην της εναγομένης, με την οποία έγινε δεκτή, δεν συνηγορεί υπέρ της αναιρέσεως της άνω κρίσης περί της νομής των επιδίκων ακινήτων με διάνοια κυρίου, καθόσον οι ενέργειες αυτές αποσκοπούσαν στην κτήση τίτλου ιδιοκτησίας από τον εναγόμενο για τα επίδικα.
Επομένως εφόσον στην ίδια κρίση κατέληξε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αν και με διάφορη αιτιολογία και δέχθηκε ότι ο εναγόμενος απέκτησε τη νομή των επιδίκων από το έτος 1964, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων που τέθηκαν υπόψη του και κατά συνέπεια οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και έκτος των λόγων της εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι αυτός απέκτησε τη νομή των επιδίκων μετά το θάνατο της Χα διότι προηγουμένως ασκούσε διακατοχικές πράξεις σ' αυτά για λογαριασμό της τελευταίας πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω ενόψει του ότι σύμφωνα με την προπαρατιθέμενη σκέψη η διεκδικητική αγωγή ως αξίωση υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή, ο χρόνος της οποίας αρχίζει από τη στιγμή που τρίτος προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας με κατάληψη του πράγματος, επέρχεται από μόνη την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του επί μία εικοσαετία, ο χρόνος αυτής τρέχει και σε βάρος του καταπιστευματοδόχου, αφού η προβλεπόμενη απαγόρευση διαθέσεως των αντικειμένων της κληρονομιάς που ισχύει υπέρ του καταπιστευματοδόχου μέχρι την επαγωγή σ' αυτόν, δεν αποκλείει τη χρησικτησία, αφού έγινε δεκτό ότι ο εναγόμενος άρχισε να νέμεται τα επίδικα για ίδιο λογαριασμό από του έτους 1963, η αγωγή δε ασκήθηκε στις 27-8-1991, χρόνος επιδόσεως του δικογράφου της καθίσταται πρόδηλο ότι η αξίωση των εναγουσών υπέκυψε στην εικοσαετή παραγραφή, δεν υφίστατο δε από του έτους αυτού (1963) έννομη σχέση δυνάμει της οποίας νέμετο ο εναγόμενος τα επίδικα ώστε να απαιτείται γνωστοποίηση ενάρξεως ιδίας νομής του τόσο στον δικαιοπάροχο της βεβαρυμένης με καταπίστευμα όσο και στην ίδια.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση παραγραφής με χρόνο ενάρξεως αυτής το έτος 1964 δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο περιέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες α) περί του ότι από το 1963 ο αναιρεσίβλητος νεμόταν διανοία κυρίου τους επίδικους αγρούς και οικόπεδο, που περιήλθαν σ' αυτόν κατόπιν άτυπης πωλήσεως από μέρους του κυρίου αυτών Χ, συνεχώς μέχρι της ασκήσεως κατ' αυτού στις 27-8-1991 από τις αρχικά ενάγουσες της ένδικης διεκδικητικής αγωγής β) περί του ότι η μετάβαση στη Βουλγαρία του αναιρεσίβλητου με σκοπό να πείσει τις αρχικά ενάγουσες να του πωλήσουν τα επίδικα ακίνητα και η έγερση το 1984 αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, σε σχέση με το οικόπεδο, κατά της μάμμης του, η οποία ήταν η δεύτερη σύζυγος του Χ, δεν συγκροτούν την έλλειψη διανοία κυρίου νομής επ' αυτών από μέρους του αναιρεσιβλήτου, καθόσον οι ενέργειες αυτές αποσκοπούσαν στην κτήση τίτλου ιδιοκτησίας από μέρους αυτού, και γ) περί του ότι η διεκδικητική αγωγή υπέκυψε σε εικοσαετή παραγραφή, διότι από το 1963 δεν υφίστατο έννομη σχέση δυνάμει της οποίας ο αναιρεσίβλητος κατείχε τα ακίνητα, ώστε να απαιτείται γνωστοποίηση από αυτόν ενάρξεως ιδίας νομής τόσο στον Χ, όσο και μετά το θάνατο αυτού, στη σύζυγο αυτού, που ήταν βεβαρημένη με καταπίστευμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η νομή των επιδίκων μεταβιβάστηκε και παραδόθηκε το 1963 στον αναιρεσίβλητο με την προαναφερόμενη άτυπη πώληση.
Επομένως οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με τους αριθ.. 14 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως η τελευταία ίσχυε προ της τροποποιήσεώς της με το άρθρο 17 § 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και, περαιτέρω, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.
Με τους πέμπτο, έκτο και δεύτερο πρόσθετο λόγους αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένσταση παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, που πρόβαλε πρωτοδίκως ο αναιρεσίβλητος, ενώ δέχθηκε την ένσταση αυτή που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινή χωρίς να έχει διαταχθεί επ' αυτής απόδειξη, ισχυρισμούς τους οποίους πρότειναν αυτοί με λόγους εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης και τους οποίους απέρριψε το Εφετείο.
Από την επισκόπηση των αρχικών προτάσεων του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου αυτού (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ), και της 135/1992 πράξεως του ίδιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι α) η ένσταση παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής είναι ορισμένη, αφού σ'αυτήν αναφέρονται ο χρόνος ενάρξεως της διανοία κυρίου νομής (1963) από μέρους του αναιρεσίβλητου επί των επιδίκων ακινήτων μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, ως και λεπτομερώς οι πράξεις νομής επ' αυτών, και β) επί της ως άνω ενστάσεως, της οποίας τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά ταυτίζονται με αυτά της ενστάσεως ιδίας κυριότητας, από την 135/1992 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως τάχθηκε η δέουσα απόδειξη σε βάρος του εναγομένου.
Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθμ. 14 και 10 ΚΠολΔ ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Κατά το εδάφιο 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως (Ολ. 11/1996). Με τους έβδομο και πέμπτο πρόσθετο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της την ένσταση παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής, που δεν επαναφέρθηκε νόμιμα στο Εφετείο από τον αναιρεσίβλητο - εφεσίβλητο με τις ενσωματούμενες στις εφετειακές προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο επελήφθη της έρευνας της ενστάσεως παραγραφής, συνεπεία της εφέσεως και των προσθέτων λόγων από μέρους των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα αυτών, η οποία είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση αυτή, και όχι συνεπεία της επαναφοράς της από μέρους του αναιρεσιβλήτου.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ. δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Δεν υπάρχει μη συμμόρφωση, όταν το δικαστήριο της παραπομπής έδωσε λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση.
Με τον πρώτο πρόσθετο από το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συμμορφώθηκε στα όσα δέχθηκε η 1157/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την τελευταία απόφαση, η οποία ανήρεσε, με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, προγενέστερη απόφαση του Εφετείου επί της ιδίας υποθέσεως, διότι ασαφώς υποδηλωνόταν έννομη σχέση που δικαιολογούσε την κατοχή των επιδίκων από μέρους του αναιρεσιβλήτου, η φύση της οποίας δεν διευκρινιζόταν.
Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν υφίστατο από του έτους 1963 έννομη σχέση δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος κατείχε τα επίδικα, ώστε να απαιτείται γνωστοποίηση ενάρξεως ιδίας νομής του τόσο στον δικαιοπάροχο της βεβαρημένης με καταπίστευμα, όσο και στην ίδια. Με βάση τα ανωτέρω ο Άρειος Πάγος δεν έδωσε λύση σε νομικό ζήτημα, ώστε στη συνέχεια το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής να συμμορφωθεί προς αυτή, γι' αυτό και ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με τον τρίτο από το άρθρο 559 γ ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της εξώδικη ομολογία που προέκυπτε από την με αριθμό 2/12-1-1984 αγωγή του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρουπόλεως κατά της Χα, με την οποία αυτός ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος με έκτακτη χρησικτησία μόνο του οικοπέδου, που βρίσκεται στο ......
Αλεξανδρουπόλεως, ως και από την εκδοθείσα επ' αυτής, ερήμην της Χα, 45/1984 αποφάσεως του ως άνω δικαστηρίου, τα οποία είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι ρητώς γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση μνεία των ως άνω αγωγής και αποφάσεως, τις οποίες το Εφετείο έλαβε υπόψη.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρουπόλεως αγωγή, ως και το περιεχόμενο της 45/1984 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι οι ενέργειες αυτές (επίσκεψη του αναιρεσίβλητου στη Βουλγαρία το 1975 με σκοπό να πείσει τις αρχικά ενάγουσες να του πωλήσουν τα επίδικα ακίνητα και η άσκηση της ως άνω αγωγής) αποσκοπούσαν στην κτήση τίτλου ιδιοκτησίας από τον εναγόμενο για τα επίδικα, και, επομένως, αναφερόταν και στις δύο αυτές ενέργειες και όχι μόνον στην ως άνω αγωγή, που είχε αντικείμενο μόνο το οικόπεδο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-2-2006 αίτηση των χ1 κλπ για αναίρεση της 595/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ