Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
982/2024 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against labor law judgment converting fixed-term contracts to indefinite ones.

Geschäftsnummer 982/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the National Technical University's appeal against a lower court judgment regarding the status of former employees. The lower court found that successive fixed-term contracts from 2003 to 2007 constituted a single indefinite-term employment relationship due to continuous staffing needs. The court rejected the university's claim that the conversion to indefinite terms was improper, ruling that the original employees retained their wage claims for the entire period.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 1, 2, 3 of Law 539/1945; Article 11 of Presidential Decree 164/2004; Articles 5, 6, 7, 11 of the same Decree; Articles 1, 2, 3 of the Civil Code: Successive fixed-term employment contracts covering a continuous period, where the employer consistently met the need for the same positions, constitute a single indefinite-term employment relationship, entitling the employee to full wage claims for the entire duration.

Schlagwörter

KI-generiert
successive fixed-term contracts indefinite term employment labor law conversion wage claims retroactivity organizational needs Labor Law 539/1945 Presidential Decree 164/2004 Beamtenvereinigung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraphs 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 539/1945
Article 2 of Law 539/1945
Article 3 of Law 539/1945
Article 1 of Presidential Decree 164/2004
Article 2 of Presidential Decree 164/2004
Article 3 of Presidential Decree 164/2004
Article 5 of Presidential Decree 164/2004
Article 6 of Presidential Decree 164/2004
Article 7 of Presidential Decree 164/2004
Article 11 of Presidential Decree 164/2004
Article 648 of the Civil Code
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 982 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 982/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Επιστήμης-Μ. Μ. πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) …..και 24) Τ.-Τ. Μ. του Π., κατοίκων όλων εκ της υπηρεσίας τους Πολυτεχνειούπολη Ζωγράφου Αττικής, εκ των οποίων οι με α/α 4η, 6ος, 8ος, 14η, 17ος, 18η, 19ος, 20η, 21η, 22η, 23η δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Χαραλάμπους, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1674/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5498/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-12-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου, ανέγνωσε την από 23-1-2023 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 του Ν. 4509/2017, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ειδικά δε, για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 4879 Α'/24-11-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Ά. Γ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον με τις προτάσεις του, προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Επιστήμης - Μ.

Μ., πληρεξουσίας του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ", το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, ακριβές αντίγραφο της από 13-12-2013 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου ενώπιον του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και κλήση προς συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6-2-2024), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων Ε.

Χ., η οποία τους είχε εκπροσωπήσει στο (δικάσαν ως Εφετείο) Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη συζήτηση της από 20-1-2010 έφεσης αυτών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 5498/2013 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο της ως άνω δικασίμου (6-2-2024), οι 4η, 6ος, 8ος, 14η, 17η, 18η, 19ος, 20η, 21η, 22η και 23η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Επομένως, εφόσον αυτοί δεν παραστάθηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τούτο, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από τη δικηγόρο Ε.

Χ., με σχετική δήλωσή τους κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, πλην όμως, όσον αφορά την εβδόμη των αναιρεσιβλήτων Μ. - Ε. Μ., η ανωτέρω δικηγόρος δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει την παροχή προς αυτήν πληρεξουσιότητας από την εν λόγω αναιρεσίβλητη, με την προσκόμιση σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή ιδιωτικού εγγράφου που να φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή, με συνέπεια η ως άνω διάδικος να θεωρείται δικονομικώς απούσα.

Επειδή όμως, όπως προελέχθη, η εβδόμη αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκειμένου να παραστεί στη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6-2-2024), πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της.

Με την από 13-12-2013 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 156/2013) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 5498/2013 απόφασης του (δικάσαντος ως Εφετείου) Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν άσκησης αντίθετων εφέσεων από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ και από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα, κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 1674/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 7-12-2008 (αριθ.

έκθ. κατάθεσης 3465/2008) αγωγή ως προς τους 20η, 21ο, 22η, 23ο και 29ο των εναγόντων και έγινε εν μέρει δεκτή, κατά την πρώτη επικουρική βάση της, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτές αμφότερες οι εφέσεις και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή ως προς τους 20η, 21ο, 22η, 23ο και 29ο των εναγόντων (μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη) και έγινε εν μέρει δεκτή, κατά την κύρια βάση της, ως προς τους λοιπούς είκοσι τέσσερις (24) ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 1 του Ν. 3320/2005, που εντάσσεται στο κεφάλαιο Α' "Ρυθμίσεις Θεμάτων Προσωπικού" και φέρει τον τίτλο "Σύσταση θέσεων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου", ορίζεται ότι "1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου των Ν.Π.Δ.Δ.

και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του. 2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004. 3.

Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων, λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. 5.

Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν.2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και άλλες διατάξεις", για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν.3230/2004. Ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".

Από τη διάταξη της παραγράφου 4 του ως άνω άρθρου, προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες στο Δημόσιο κλπ. με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες στη συνέχεια αναγνωρίστηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είτε με δικαστική απόφαση είτε με την προβλεπόμενη διαδικασία του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, αδείας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη σε μισθολογικά κλιμάκια) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης, στην οποία αυτοί εντάχθηκαν, δικαιούνται μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιλάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιούνταν με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του εν λόγω άρθρου.

Ειδικότερα, ο δικαιολογητικός λόγος των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στο ότι δεν θα ήταν δίκαιο, αυτοί που εργάσθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κλπ. και η απασχόλησή τους αυτή αναγνωρίστηκε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δικαστική απόφαση ή με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία (που περιλαμβάνει και κρίση του ΑΣΕΠ), να στερηθούν των παροχών εκείνων (δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας, απασχόληση κατά τη διάρκεια της νύκτας ή κατά τη διάρκεια αργιών κλπ.), τις οποίες δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου.

Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε μεν να καταταγούν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για τον λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης, στην οποία εντάσσονται, από τον χρόνο της κατάταξής τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον, κατά νομοθετική παραχώρηση, η πρόσληψή τους (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 1532/2023, 1055/2022, 241/2022, 963/2018, 964/2018, 533/2018).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, το (δικάσαν ως Εφετείο) Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5498/2013 απόφασή του, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής ουσιώδη: ".... Οι ενάγοντες έχουν προσληφθεί από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" μεταξύ των ετών 1996-2002 και για χρονικό διάστημα που δεν υπερέβαινε το έτος, με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις μισθώσεως έργου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό, κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) οι 1η έως 12η εξ αυτών, κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ) ο 13ος και η 14η εξ αυτών, κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ) οι 15η έως και 28η και κατηγορίας Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης ο 29ος εξ αυτών.

Οι συμβάσεις αυτές, μετά την παρέλευση του αρχικά ορισθέντος χρόνου ανανεώνονταν συνεχώς, πάντοτε για χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους και μέχρι τον Απρίλιο του 2007, οπότε κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 και δυνάμει διαπιστωτικών πράξεων του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του εναγομένου, οι οποίες επικυρώθηκαν με Πράξεις του Πρύτανη του τελευταίου, κρίθηκε ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε διοικητικό προσωπικό και πληρούσαν όλες τις κατά νόμο προϋποθέσεις, προκειμένου να καταταγούν σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθ. 754/07.03.2006 απόφασης του ΑΣΕΠ, η οποία επικύρωσε την προηγούμενη ως άνω κρίση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, κρίθηκε ότι όλες οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις μισθώσεως έργου εκάστου των εναγόντων, μέρος των οποίων αποτελούν εκείνες του επιδίκου χρονικού διαστήματος (01.01.2003 έως 30.04.2007), συνιστούσαν μία ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Το δε μήνα Μάιο του έτους 2007, το εναγόμενο τους κατέταξε σε συσταθείσες οργανικές θέσεις με σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Η μετατροπή δε αυτή των διαδοχικών συμβάσεων από ορισμένου σε αορίστου χρόνου ανατρέχει στην ημερομηνία της αρχικής πρόσληψης των εναγόντων και συνεπώς αυτοί, οι οποίοι ακολούθως κατατάχθηκαν ως προσωπικό του εναγομένου σε συσταθείσες οργανικές θέσεις με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, διατηρούν τις μισθολογικές αξιώσεις τους για όλο το διάστημα των πιο πάνω διαδοχικών συμβάσεών τους.

Επομένως, το εναγόμενο οφείλει σε καθένα από τους ενάγοντες, με βάση τις συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές τους, αποδοχές και επιδόματα αδείας, καθώς και επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και επίδομα εορτών Πάσχα, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 01.01.2003 έως και 30.04.2007....". Με την κρίση του αυτή, ήτοι ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται αποδοχές και επιδόματα αδείας, καθώς και επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα για το πριν την ως άνω κατάταξή τους χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από 01.01.2003 έως και 30.04.2007, το (δικάσαν ως Εφετείο) Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, καθώς και εκείνες των άρθρων 1, 2 και 3 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, 5, 6, 7 και 11 του Π.Δ. 164/2004 και 648 επ.

του ΑΚ, δεδομένου ότι συνέτρεχαν όλες οι πιο πάνω αναφερόμενες πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.

Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, δεν θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις, εφόσον δεν έχει υποβληθεί από αυτούς σχετικό αίτημα (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-12-2013 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 156/ 2013) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5498/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ