Supreme Court remands appeal case regarding investment compensation proof burden under Greek Financial Derivatives Law.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding investment compensation claims. The appellants argued that the lower court erred in requiring proof of claims solely through company registry entries, which were absent for their specific portfolio. The court agreed that the lower court misinterpreted the burden of proof under the relevant financial derivatives legislation, necessitating a remand for further examination.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 65(7) and 66 of Law 2533/1997; The court established that investment compensation claims must be proven by registry entries made in the company's books, and a failure to find such entries or rely solely on internal company updates constitutes a legal error warranting remand.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 982 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 982/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Κ. Γ. του Β., κατοίκου ..., 2.Δ. συζ. Σ. Λ., το γένος Δ. Γ., κατοίκου ... υπό την ιδιότητά της ως καθολικού διαδόχου της αποβιωσάσης Μ. συζ. Δ. Γ. και 3.Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά του ως καθολικού διαδόχου της αποβιωσάσης Μ. συζ. Δ. Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Λιναρίτη.
Του αναιρεσιβλήτου: του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιουνίου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3329/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 85/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
'Υστερα από απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου εκδόθηκε η σχετική με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών και την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων Οδηγία 97/9/ΕΚ της 3ης Μαρτίου 1997, σκοπός της οποίας υπήρξε η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με την δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης, τα οποία να καλύπτουν τους σχετιζόμενους με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή τίτλους ή το κεφάλαιο, που κρατεί μία επιχείρηση επενδύσεων και δεν μπορεί να επιστρέψει σε περίπτωση αδυναμίας της να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές.
Η Οδηγία αυτή μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 2533/1997 "Χρηματιστηριακή αγορά παραγώγων και άλλες διατάξεις", με τον οποίο το υφιστάμενο τότε Κοινό Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Ασφάλειας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών μετονομάσθηκε σε Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών και αναδιαρθρώθηκε, για να ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού σύμφωνα με τις προβλέψεις της κοινοτικής νομοθεσίας.
Σκοπός ειδικότερα του εν λόγω Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, κατά το άρθρο 63 του πιο πάνω νόμου, είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέλη σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας ΕΠΕΥ να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών και η υποστήριξη, με τον τρόπο αυτό, της σταθερότητας και αξιοπιστίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.
Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό, κατά το άρθρο 65 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2651/1998, είναι διαζευκτικά: α) η παροχή γνωστοποίησης στο Συνεγγυητικό από την ΑΕ ΑΠΟΘ, ότι μέλος δεν έχει εκπληρώσει εμπρόθεσμα υποχρεώσεις παράδοσης κινητών αξιών ή μετρητών για την εκκαθάριση χρηματιστηριακής συναλλαγής, β) η υποβολή αίτησης αποζημίωσης στο Συνεγγυητικό από εντολέα, γ) η υποβολή δήλωσης από ΕΠΕΥ προς το Συνεγγυητικό αδυναμίας εκπλήρωσης υποχρεώσεων της προς εντολείς, δ) η έκδοση οριστικής πτωχευτικής απόφασης κατά ΕΠΕΥ και ε) η ανάκληση της σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση.
Εξάλλου, με τη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 65 του πιο πάνω νόμου 2533/1997 ορίζεται ότι σε περίπτωση θέσης Α.Χ.Ε. ή άλλης Ε.Π.Ε.Υ. στην ειδική εκκαθάριση του άρθρου 4α του ν. 1809/1988, όπως ισχύει, το Συνεγγυητικό καταβάλλει αποζημιώσεις σε επενδυτές για χρηματικές απαιτήσεις τους που απορρέουν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες με βάση όλα τα παραστατικά και άλλα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεση της Α.Χ.Ε ή άλλης Ε.Π.Ε.Υ.
ή του Κεντρικού Αποθετηρίου Τίτλων ή διαβιβάζονται σε αυτό από τον Επόπτη, και τα οποία ο Επόπτης εκκαθάρισης υποχρεούται να διαβιβάσει στο Συνεγγυητικό. Περαιτέρω, με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 66 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση, η ύπαρξη απαίτησης κατά Ε.Π.Ε.Υ. ως προς την οποία εξετάζεται η αποζημίωση από το Συνεγγυητικό θα αποδεικνύεται από τα στοιχεία τα οποία εκδίδει η Ε.Π.Ε.Υ.
σύμφωνα με τις κείμενες χρηματιστηριακές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, ενώ αποκλείεται οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένου και του όρκου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνεπάγεται ότι ο νομοθέτης θέλησε, όταν ανακαλείται η άδεια σύστασης ΕΠΕΥ και τίθεται αυτή σε ειδική εκκαθάριση, οπότε γεννιέται υποχρέωση του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου για καταβολή αποζημιώσεων σε επενδυτές για χρηματικές απαιτήσεις τους που απορρέουν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, να αποδεικνύεται από τα στοιχεία της ΕΠΕΥ η ύπαρξη της απαίτησης του επενδυτή κατά της τελευταίας, για λόγους ασφαλέστερους διακρίβωσης των υφιστάμενων και δεικτικών μερικής αποκατάστασης απαιτήσεων των επενδυτών και για την αποφυγή καταστρατηγήσεων.
Η απόδειξη αυτή δεν αντλείται μόνο από τις εγγραφές στα βιβλία και στοιχεία που τηρεί η ΑΕΠΕΥ, σύμφωνα με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 27 και 28 του ν. 1806/1988 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αλλά μπορεί να βασιστεί και σε άλλα έγγραφα στοιχεία προερχόμενα από την ΑΕΠΕΥ, όπως είναι οι έγγραφες συμβάσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου που αυτή συνάπτει με τους πελάτες της επενδυτές και τα ενημερωτικά δελτία που εκδίδει και αποστέλλει περιοδικά στους τελευταίους.
Ο περιορισμός μόνο στις προαναφερόμενες εγγραφές στα βιβλία της ΑΕΠΕΥ για των απόδειξη της ύπαρξης των απαιτήσεων των επενδυτών, που αξιώνουν από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο την καταβολή της προβλεπόμενης περιορισμένης αποζημίωσης για τη ζημία που αυτοί υπέστησαν εξαιτίας της οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας της ΑΕΠΕΥ προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό ορισμένων επενδυτών, που συγκεντρώνουν όλες τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του νόμου, από το δικαίωμα της πιο πάνω αποζημίωσης, για λόγους μη εξαρτώμενους από τους ίδιους, αλλά εντασσόμενους στη σφαίρα δράσης της ΑΕΠΕΥ, η οποία παρέλειψε να ενεργήσει τις αναγκαίες εγγραφές στα βιβλία της για ορισμένους επενδυτές της, των οποίων η ύπαρξη των απαιτήσεων εναντίον της προκύπτει από άλλα αξιόπιστα στοιχεία της ΑΕΠΕΥ.
Με την αποκρουόμενη αυτή εκδοχή επιρρίπτονται στον επενδυτή οι συνέπειες από τις εσωτερικές πλημμέλειες της ΑΕΠΕΥ κατά την τήρηση και ενημέρωση των βιβλίων της, τις οποίες εκείνος δεν γνώριζε ούτε ήταν σε θέση να αποτρέψει. Άλλωστε μια τέτοια εκδοχή αντιστρετεύεται το σκοπό της πιο πάνω Οδηγίας, αφού αφήνει εκτός το προστατευτικού πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας αυτής απαιτήσεις επενδυτών, που απορρέουν από την παροχή εκ μέρους της ΑΕΠΕΥ καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών.
Η πιο πάνω ρύθμιση του ν. 2533/1997, η οποία δεν προβλέπεται στην Οδηγία, αλλά αποτελεί επιλογή του Έλληνα νομοθέτη, είναι ανεκτή στο βαθμό που δεν αντιστρατεύεται το σκοπό της Οδηγίας αυτής και δεν αναιρεί ούτε μειώνει την αποτελεσματικότητά της, και συνακόλουθα, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα και το σκοπό της εν λόγω Οδηγίας, πρέπει να νοηθεί, ως εμπεριέχουσα στο εύρος της, εκτός από τα τηρούμενα κατά τις προβλέψεις των σχετικών ειδικών διατάξεων βιβλία και στοιχεία, και άλλα έγγραφα στοιχεία προερχόμενα από την ΕΠΕΥ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, ως προς τους αναιρεσιβλήτους, και εξαφανίστηκε κατά την έκταση αυτή η πρωτόδικη απόφαση, απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η αγωγή των τελευταίων, οι οποίοι, ιστορώντας ότι ανέθεσαν στην εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών WORLDWIND INVESTMENT ΑΕΠΕΥ, που, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της στις 21.1.2003 με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου τους για καλυπτόμενες από το νόμο 2533/1997 επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα, αξιώσεων, ενόψει απώλειας του χαρτοφυλακίου τους, την προβλεπόμενη από το νόμο αυτό αξίωση αποζημίωσης από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Συνεγγυητικό Κεφάλαιο, με την αιτιολογία ότι οι απαιτήσεις των εναγόντων αυτών έπρεπε να αποδεικνύονται από τις εγγραφές που γίνονται στα βιβλία και στοιχεία της ΑΕΠΕΥ και δεν αρκούν προς τούτο οι εγγραφές ενημερώσεις της ΑΕΠΕΥ, ως προς τη διάρθρωση του χαρτοφυλακίου τους.
Ήδη οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να αξιώσει για την επιδίκαση της προβλεπόμενης από το ν. 2533/1997 περιορισμένης αποζημίωσης σε βάρος του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου την απόδειξη των απαιτήσεών τους μόνο από τις εγγραφές στα βιβλία και στοιχεία της τεθείσας σε ειδική εκκαθάριση ΑΕΠΕΥ εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 65 παρ. 7 και 66 του ν. 2533/1997 και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η απαίτηση του επενδυτή πρέπει να αποδεικνύεται από τις εγγραφές που γίνονται στα βιβλία και τα στοιχεία της ΑΕΠΕΥ, ότι για τις απαιτήσεις των εναγόντων δεν είχε γίνει καμία εγγραφή στα βιβλία και δεν βρέθηκε κανένα στοιχείο γι' αυτές στην εταιρία WORLDWIND INVESTMENT ΑΕΠΕΥ και ότι οι προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες έγγραφες ενημερώσεις από την εν λόγω εταιρία, σχετικά με τη διάρθρωση του χαρτοφυλακίου τους, δεν μπορεί να αξιολογηθούν ως στοιχεία της εταιρίας, είναι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη νομιή σκέψη, βάσιμος.
Μετά από αυτά που προεκτέθηκαν, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καθιστά περιττή την έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 85/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ