Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
981/2024 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against civil damages award for moral injury caused by witness perjury. The court rejects the claim that the compensation amount was disproportionate. The court upholds the lower court's finding of moral harm caused by the appellant's instigation of perjury. The decision confirms that the awarded damages were reasonable and within judicial discretion. The appeal is dismissed due to lack of valid grounds for review. The court emphasizes the principle of proportionality in civil compensation. The judgment reinforces the legal consequences of inducing false testimony.

Geschäftsnummer 981/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's award of 5,000 euros in moral damages to the plaintiffs. The court found that the appellant had instigated the plaintiffs to commit perjury by providing a false sworn statement, causing them moral harm. The court ruled that the awarded amount was reasonable and did not violate the principle of proportionality given the circumstances of the wrongful act. Consequently, the appeal was rejected and the costs were borne by the appellant.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 932 of the Civil Code and 559 of the Code of Civil Procedure; The court established that inducing a witness to commit perjury constitutes a wrongful act causing moral harm, and the compensation awarded for such harm must be proportionate to the circumstances and not exceed judicial discretion.

Schlagwörter

KI-generiert
moral harm compensation witness perjury instigation of perjury principle of proportionality civil damages award judicial discretion ethical complicity vorschriftswidriges Überholen

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 260 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 16 of Law 4842/2021
Article 120 of Law 4842/2021
Article 108 of the Code of Civil Procedure
Article 110 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 498 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 568 paragraph 1, 2, 4 and 576 paragraph 1 to 3 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 981 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 981/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ενώ εκπροσωπήθηκε και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Α., 2) Ε. Κ. του Π., κατοίκων Πατρών, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/8/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 3/1/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 8/9/2014 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 617/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 203/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/10/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθ. 260 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθ. 16 του Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθ. 120 Ν. 4842/2021) "Όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 298/2023, ΑΠ 100/2019, ΑΠ 764/2017).

Εν προκειμένω από τις υπ' αριθ. 11318/23-12-2020 και 11319/23-12-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Κ. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα για να παραστούν κατά τη συζήτηση της 2-5-2022.

Όμως, με την υπ' αριθ. 33566/2022 (ΦΕΚ Β' 1758/11-04-2022) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, μετατέθηκε η υποχρεωτική αργία της 1ης Μαΐου 2022 για τη Δευτέρα 2 Μαΐου 2022 και η υπόθεση, που δεν εισήχθη προς συζήτηση, με την υπ' αριθ. 186/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης και γράφτηκε με πρωτοβουλία του γραμματέα στο οικείο πινάκιο, οπότε ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την ως άνω δικάσιμο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, γι'αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην. Ωστόσο η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Με την υπό κρίση από 6-10-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 203/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και τους πρόσθετους λόγους αυτής, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος, είχε δεχθεί εν μέρει τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον καθένα εξ αυτών το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 7-10-2020 νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, που δημοσιεύθηκε στις 12-5-2020, ενώ για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ι. Το άρθρο 914 του ΑΚ, ορίζει ότι, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά δε το άρθρο 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά τη κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Για να παραχθεί αδικοπραξία, κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ και υποχρέωση του δράστη προς αποζημίωση του παθόντος, απαιτείται, εκτός από την επέλευση της ζημίας: α) Η ζημία αυτή να προξενήθηκε από τον δράστη παράνομα, συγχρόνως δε και υπαίτια, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (άρθ. 330 του ΑΚ), β) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και γ) να υφίσταται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 81/2013, ΑΠ 114/2012, ΑΠ 541/2012).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα, στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και την μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, (άρθρα 914 επ. του ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, σύμφωνα με το άρθρο 59 του ΑΚ, κατά το οποίο: "Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων, το δικαστήριο, με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί, επιπλέον, να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού, που έχει προσβληθεί", δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού).

Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμη και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του.

Με τις παραπάνω διατάξεις, προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν, μεν, αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις-εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος, επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές, συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας αυτής (προσωπικότητας).

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση, που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του και η ελευθερία (σωματική, ψυχική και οικονομική), η οποία περιλαμβάνει την δυνατότητα ακώλυτης ανάπτυξης κάθε ανθρώπινης ενέργειας.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, είναι: α) Η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας, με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου, κατά την στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει, όταν γίνεται, χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είναι μικρότερης σπουδαιότητας, στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά, κατά την έννοια των άρθρων 281 του ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται, ειδικότερα, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας.

Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνον ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ, για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας. Για την υπαιτιότητα του ζημιώσαντα, απαιτείται να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με την μορφή της αμέλειας, καθόσον δεν είναι αρκετή η αναφορά στην αγωγή, ότι από την παράνομη ενέργεια του εναγομένου επήλθε κάποιο αποτέλεσμα.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 41/2023, ΑΠ 1863/2007, ΑΠ 630/2007, ΑΠ 460/2007, ΑΠ 299/2007 και ΑΠ 294/2007).

Είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως η ψευδορκία μάρτυρα. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα (κατά τον προϊσχύσαντα ΠΚ, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη λόγω του χρόνου της φερομένης τελέσεως της πράξεως), η οποία εμπεριέχεται στο άρθρο 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας - επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή.

Για το αξιόποινο των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, όπου απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική τους υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και τον σκοπό αυτό, εκτός αν ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με την γνώση περιστατικών (ΑΠ 5/2017, ΑΠ 236/2008, ΑΠ 187/2008, ΑΠ 369/2005).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλ.

η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της επιβαλλόμενης με ποινή απαραδέκτου προδικασίας, η οποία, ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί, ούτε με τις προτάσεις κατά μείζονα δε λόγο ούτε με την προσθήκη των προτάσεων, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. β` ΚΠολΔ που ορίζει ότι με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, συνάγεται ότι, εφόσον περιλαμβάνονται στην αγωγή, έστω και ελλειπτικώς, τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, παραδεκτώς ο ενάγων εξειδικεύει τα γεγονότα αυτά με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως (ΑΠ 584/2000).

Συνακόλουθα, με βάση και τη ρύθμιση του άνω άρθρου 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, στη σχετική αγωγή περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή, πρέπει, για τη διαδικαστική πληρότητα του δικογράφου της, να εκτίθενται με σαφήνεια τα πραγματικά εκείνα γεγονότα, με τα οποία εξειδικεύονται οι ανωτέρω αόριστες νομικές έννοιες της παρανομίας, της υπαιτιότητας και του (πρόσφορου) αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης.

Η έκθεση των γεγονότων αυτών είναι αναγκαία, προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα, στο μεν εναγόμενο να αμυνθεί, στο δε Δικαστήριο να διαγνώσει τη νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 1863/2007). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Η παράβαση αφορά σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθ. 1. Με το όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1001/2022, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 384/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 933/2019, ΑΠ 1496/2017).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, μεταξύ άλλων, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα έκρινε ότι συντρέχουν ή δεν συντρέχουν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις παροχής έννομης προστασίας, όπως αν έκρινε ορισμένη την αγωγή ενώ αυτή ήταν ποσοτικά αόριστη (ΑΠ 362/2011, ΑΠ 339/2017, ΑΠ 736/2019). Η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως, για να ιδρυθεί όμως ο λόγος πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη και να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε (ΑΠ 1050/2007).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση που ιδρύει τον εκ του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την από 8-9-2014 αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου κατ' αυτού και του Α. Π., ισχυρισμό τον οποίο είχε προτείνει πρωτοδίκως και επανάφερε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως.

Από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ως άνω αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος ιστορούσε σ' αυτήν ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων τέλεσε σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, με τον ειδικότερο τρόπο, που περιγράφεται λεπτομερώς στο υπό κρίση δικόγραφο, και συγκεκριμένα ότι άσκησε εναντίον του την από 18-3-2003 αγωγή του με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 30.548 ευρώ για την εκ προθέσεως ζημία που του προκάλεσε στο αυτοκίνητό του.

Ότι επ'αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 150/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία απέρριψε την ως άνω αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Ασκηθείσης εφέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 959/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία απέρριψε την έφεση, ενώ απορρίφθηκε και η ασκηθείσα υπ' αυτού αναίρεση με την υπ' αριθ. 1554/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ότι ενόψει της συζητήσεως της άνω εφέσεως στις 17-9-2009, ο πρώτος εναγόμενος Α.Π. εξετασθείς την 15-9-2009 ενώπιον συμβολαιογράφου, μετά από γνωστοποίηση του δεύτερου εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος), έδωσε ένορκη βεβαίωση καταθέτοντας εν γνώσει του ψευδή γεγονότα, κατόπιν προτροπής με πρόθεση από τον ήδη αναιρεσείοντα, τα οποία λεπτομερώς εκθέτει στην αγωγή του, σχετικά με το περιστατικό που συνέβη την 1-4-1999 στην οδό ...

στην Πάτρα μεταξύ του ΙΧΕ αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος και αυτού του ενάγοντος και τα εντεύθεν αναφερόμενα ως διαδραματισθέντα γεγονότα, τα οποία ήταν ψευδή αφού ο μάρτυρας που εξετάστηκε δεν ήταν παρών στο περιστατικό που διηγείται, όσα δεν κατέθεσε ταυτίζονται με τα όσα εκθέτει ο ήδη αναιρεσείων στην εναντίον του αγωγή, διαπράττοντας ο ίδιος μεν το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος, ο δε δεύτερος εναγόμενος (αναιρεσείων) το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον εκτίθενται σ' συτήν η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον της αρμόδια αρχής,, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε, τα οποία ήταν ψευδή, η γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε ήταν ψευδή, η ηθική αυτουργία του αναιρεσείοντος, ο οποίος με πειθώ και φορτικότητα υπαγόρευσε, πίεσε, προέτρεψε και έπεισε εκ προθέσεως τον μάρτυρα να καταθέσει τα ψευδή γεγονότα.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τον εικοστό πέμπτο (25ο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση που ιδρύει τον εκ του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την από 31-12-2012 αγωγή των Ε.

Κ. και Χ. Μ. (2ης και 1ου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα) κατ' αυτού, ισχυρισμό τον οποίο είχε προτείνει πρωτοδίκως και επανέφερε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ως άνω αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν σ' αυτήν ότι ενόψει της συζητήσεως της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 150/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, εξετάστηκε ενόρκως στις 15-9-2009 ενώπιον συμβολαιογράφου ο Α.

Π. συνταχθείσης της υπ' αριθ. 13998/15-9-2009 ένορκης βεβαίωσης την οποία προσήγαγε και επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου. Ότι τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός ήταν ψευδή και συκοφαντικά σε βάρος τους, ο δεύτερος ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος υπέβαλε στον αρμόδιο εισαγγελέα έγκληση κατά του ως άνω μάρτυρος για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν κατά του ήδη αναιρεσείοντος, μετά την οποία ασκήθηκαν διώξεις εναντίον τους.

Ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) μετά την άσκηση διώξεως σε βάρος του, υπέβαλε έγκληση σε βάρος τους για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρος (η πρώτη ενάγουσα) και ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν (δεύτερος ενάγων) και της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, ισχυριζόμενος ότι όσα κατέθεσε ως μάρτυρας η πρώτη εξ αυτών κατά τη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών στις 7-11-2006 ότε συζητήθηκε η από 18-3-2003 αγωγή του, ήταν ψευδή και ότι αυτή δεν ήταν παρούσα στο επίδικο συμβάν, όπως ειδικότερα εκτίθεται στο δικόγραφο της μηνύσεως του ήδη αναιρεσείοντος, που επισυνάπτεται αυτούσιο στην αγωγή τους.

Ότι με βάση την έγκληση αυτή ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη για τις καταμηνυθείσες πράξεις, για τις οποίες αθωώθηκαν αμετάκλητα. Ότι ο εναγόμενος υπέβαλε την ως άνω μήνυσή του εναντίον τους, αν και γνώριζε πολύ καλά ότι όλα τα πραγματικά περιστατικά που ανέφερε σ' αυτήν σε βάρος τους ήταν απολύτως ψευδή, δεδομένου ότι ο δεύτερος εξ αυτών είχε αθωωθεί αμετάκλητα από τις κατηγορίες που του αποδόθηκαν με βάση την δική του προηγούμενη μήνυση, είχε δε αποκλειστικό σκοπό να προκαλέσει την ποινική τους δίωξη, γεγονός που επέτυχε με την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος τους, επιπλέον δε όλοι οι ως άνω εν γνώσει του ψευδείς ισχυρισμοί έπληξαν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή τους, αφού έλαβαν γνώση τούτων απροσδιόριστος αριθμός προσώπων και τους εμφάνιζαν ως ασυνείδητους εγκληματίες και κοινούς απατεώνες.

Ότι με την υποβολή εναντίον τους της ως άνω μήνυσής του ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) τέλεσε σε βάρος τους αδικοπραξίες, οι οποίες παράλληλα συνιστούν και ποινικά αδικήματα, τους προκάλεσε δε κατ' αυτόν τον τρόπο παρανόμως και υπαιτίως ηθική βλάβη από την μείωση και την προσβολή της προσωπικότητάς τους, για την αποκατάσταση της οποίας ζήτησαν ως αποζημίωσή τους από 50.000 ευρώ έκαστος.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον εκτίθενται σ' αυτήν η υποβληθείσα εναντίον των εναγόντων έγκληση, το ψευδές περιεχόμενό της, η γνώση του εναγόμενου ότι αυτά που περιέλαβε στην έγκλησή του ήταν ψευδή και η ηθική βλάβη που τους προκάλεσε. Επομένως το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή αυτή είναι ορισμένη, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο εικοστός πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2.

Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".

Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".

Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7 παρ. 1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.

Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.

Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας.

Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.

Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.

Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.

Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.

Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων.

Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.

Κ.Πολ.Δικ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.).

Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως.

Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του ΚΠολΔ, θα καθίστατο κενό γράμμα.

Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού.

Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και, μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 με το ν. 4596/2019, δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων (άρθρο 104 παρ. 3 Κ.Π.Δ.), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 ΚΠολΔ).

Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, και να την δεχθεί κατ' ουσίαν.

Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Επίσης απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα.

Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ' εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση.

Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.

Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δεσμεύσεως", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα ΚΠολΔ ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών.

Δηλαδή, αν η "δέσμευση" αυτή ήθελε νοηθεί ως ιδιαίτερο είδος δεδικασμένου, ανακύπτει συνταγματικό κώλυμα από τις διατάξεις περί χωριστής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων. Αν πάλι το νέο αυτό είδος "δεσμεύσεως" μεταξύ δικαιοδοσιών συνιστά μία έκφραση της βεβαιωτικής ενέργειας ή αλλιώς διαπιστωτικής δυνάμεως των δικαστικών αποφάσεων, έννοια άγνωστη στο αστικό δικονομικό δίκαιο, τότε για τη δημιουργία τέτοιου είδους δεσμεύσεως απαραίτητη είναι η ύπαρξη ρητής νομοθετικής προβλέψεως (όπως στο άρθρο 5 Κ.Δ.Δ.), η οποία, εν προκειμένω, δεν υφίσταται.

Αν, τέλος, με την δέσμευση αυτή νοηθεί ότι καθιερώνεται μία ουσιαστικού δικαίου ένσταση επιγενόμενου αποκλεισμού της αδικοπρακτικής ευθύνης του αμετακλήτως αθωωθέντος, τότε, κατ' ανάγκην, προστίθεται ερμηνευτικά στο πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 του ΑΚ ότι η αξίωση αποζημιώσεως καταλύεται, αν ο ζημιώσας αθωωθεί για την ταυτιζόμενη με το ποινικό αδίκημα αδικοπρακτική συμπεριφορά.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, εφόσον ήθελε να γίνει δεκτή η "δέσμευση" του πολιτικού δικαστηρίου να οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα "συμβατό με την αθωωτική απόφαση", και, επομένως, "να αποκλείσει την αστική αδικοπρακτική ευθύνη του αμετακλήτως αθωωθέντος κατηγορουμένου", διότι διαφορετικά "η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του, ως κατηγορουμένου και την αποδυναμώνει, κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", δεν έχει, κατ' αποτέλεσμα, καμιά διαφοροποίηση από το δεδικασμένο, καθ' όσον, άπαξ και ο κατηγορούμενος αθωωθεί αμετάκλητα στην ποινική δίκη, το πολιτικό δικαστήριο, όταν καλείται να αποφανθεί για το ίδιο ακριβώς βιοτικό συμβάν, δεσμεύεται από την κρίση αυτή και είναι υποχρεωμένο να απορρίψει την εναντίον του αγωγή αποζημιώσεως, χωρίς να έχει την ευχέρεια να επανεξετάσει την υπόθεση, όπως ακριβώς θα έπραττε και υπό προϋποθέσεις δεδικασμένου.

Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.

Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).

Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:

α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά.

Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.

Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.

Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 1255/2022).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 24/2015). Με τους τρίτο (3ο) τον εικοστό τρίτο (23ο) λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, καθόσον δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές με τις παραδοχές της υπ' αριθμ. 454/2019 αθωωτικής ποινικής απόφασης του Αρείου Πάγου και αναγνώρισε την αστική ευθύνη του αναιρεσείοντος, δεχόμενο την ένδικη αγωγή, παραβιάζοντας έτσι το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητος.

Από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Στις 1/4/1999 και κατά τις απογευματινές ώρες, ο Χ. Μ. (εναγόμενος-ενάγων-εφεσίβλητος-αντεκκαλών) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

δημοσίας χρήσεως φορτηγό (βυτιοφόρο) όχημα (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο), ιδιοκτησίας του, και εξερχόμενος από το ευρισκόμενο επί της συμβολής των οδών ... (περιοχή Πάτρας) συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων του Ν. Γ., επεχείρησε, προτιθέμενος να κινηθεί προς την οδό Ευβοίας με κατεύθυνση προς Λεύκα, να πραγματοποιήσει αντικανονικό ελιγμό προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία του, με την βοήθεια και την καθοδήγηση του ιδιοκτήτη του συνεργείου, Ν.

Γ., επί της οδού ..., η οποία είναι μονόδρομος, με υποχρεωτική πορεία των οχημάτων από την Ακτή Δρυμμαίων προς την Λαχαναγορά Πατρών. Κατά τον ίδιο χρόνο, και ενώ το ως άνω φορτηγό είχε σχεδόν καταλάβει, καθέτως, το οδόστρωμα της οδού ..., σχηματίζοντας οξεία γωνία σε σχέση με το ρυμουλκό, ο Ν. Τ. (ενάγων- εναγόμενος-εκκαλών-αντεφεσίβλητος), οδηγώντας το με αρ.

κυκλ.... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, και κινούμενος επί της οδού ..., κανονικά, με κατεύθυνση από την Ακτή Δρυμμαίων προς την Λαχαναγορά Πατρών, βλέποντας το βυτιοφόρο και τον Ν. Γ. να τον προειδοποιεί με κινήσεις των χειρών του, να διακόψει την πορεία του, ελάττωσε, μεν, την ταχύτητα του οχήματος του, πλην, όμως δεν διέκοψε την πορεία του, προκειμένου να δώσει την δυνατότητα στον Χ.

Μ. να πραγματοποιήσει τον ελιγμό του βυτιοφόρου και να κινηθεί, έστω και αντικανονικά, επί της οδού Ευβοίας με κατεύθυνση προς Λεύκα, αλλά συνέχισε την πορεία του, φθάνοντας σε απόσταση, περίπου, μισού μέτρου από το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του βυτιοφόρου, παρά, δε, τις επανειλημμένες εκκλήσεις, τόσο του Χρ.

Μανούσου, όσο και του ιδιοκτήτη του συνεργείου αυτοκινήτων, Ν. Γ., να πραγματοποιήσει οπισθοπορεία μερικών μέτρων, προκειμένου να διευκολυνθεί η ολοκλήρωση του ελιγμού του φορτηγού (βυτιοφόρου) και να ελευθερωθεί το οδόστρωμα της οδού ..., η οποία, εντωμεταξύ, είχε καταληφθεί από άλλα αυτοκίνητα, τα οποία είχαν ακινητοποιηθεί επί της ίδιας ως άνω οδού, με κατεύθυνση από Ακτή Δρυμμαίων προς Λαχαναγορά Πατρών, καθώς και επί της οδού Ευβοίας, ο Ν.

Τ. έχοντας κλειστά τα παράθυρα του αυτοκινήτου του, χωρίς να αντιδρά, αρνείτο πεισματικά να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε κίνηση. Ενόψει της άνω άρνησης αυτού, αλλά και του γεγονότος ότι, όπως προεκτέθηκε, είχε δημιουργηθεί, επί των οδών ... σειρά ακινητοποιημένων οχημάτων, οι οδηγοί των οποίων διαμαρτύρονταν, ο Χ.

Μ. οπισθοχώρησε για λίγα μέτρα και έτσι ελευθερώθηκε μέρος του οδοστρώματος από το οποίο ο Ν. Τ. συνέχισε κανονικά την πορεία του και σε μικρή απόσταση ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του, επί του δεξιού άκρου της οδού ..., οι, δε, οδηγοί των λοιπών ακινητοποιημένων, επί των άνω οδών ..., οχημάτων, ανέμεναν, μέχρις ότου ο ως άνω οδηγός του βυτιοφόρου, ολοκληρώσει τον ελιγμό του προς τα αριστερά, εισερχόμενος στην οδό Ευβοίας και συνεχίζοντας κανονικά την πορεία του.

Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο ιδιοκτήτης του συνεργείου αυτοκινήτων, Ν. Γ., ο οποίος παρέσχε συνδρομή στον εναγόμενο (στην με αριθμ. καταθ. 3422/2011 αγωγή), Χ. Μ., για να πραγματοποιήσει τον ως άνω παράνομο ελιγμό επί της οδού ..., εξεταζόμενος ενόρκως, τόσο κατά την προανάκριση, όσο και ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Πατρών, στο οποίο παραπέμφθηκε ο ανωτέρω εναγόμενος, μετά την υποβολή μήνυσης εκ μέρους του ενάγοντος (στην με αριθμ.

καταθ. 3422/2011 αγωγή), Ν. Τ., για να δικαστεί για τα αδικήματα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, εξύβρισης, απειλής και βλασφημίας θείων, αλλά και ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών, κατά την εκδίκαση της έφεσης του ενάγοντος, κατά της με αρ. 5480/2005 απόφασης του πρώτου ως άνω Δικαστηρίου, ρητώς και κατηγορηματικώς κατέθεσε ότι ουδεμία σύγκρουση έλαβε χώρα μεταξύ των δύο ως άνω αυτοκινήτων.

Ήδη, δε, έχει κριθεί αμετάκλητα και με δύναμη δεδικασμένου ότι η σύγκρουση, που επικαλείται ο ενάγων, Ν. Τ., ότι έλαβε χώρα μεταξύ του ίδιου και του Χ. Μ., ισχυριζόμενος, περαιτέρω, ότι ο εναγόμενος οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, εκ προθέσεως, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα τούτου επί του εμπρόσθιου δεξιού τμήματος του αυτοκινήτου του, προκαλώντας του υλικές ζημιές στον εμπρόσθιο δεξιό φανό, στην μάσκα και τον προφυλακτήρα καθώς και στο καπώ, ουδέποτε συνέβη, κατά τα διαλαμβανόμενα και στην με αρθμ. 1554/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έχει, ήδη, καταστεί αμετάκλητη.

Σημειώνεται, δε, ότι τόσο το Μονομελές Πλημ/κείο Πατρών, με την υπ' αριθ. 5801/2001 απόφασή του, όσον και το Τριμελές Πλημ/κείο Πατρών, δικάζοντας, κατ' έφεση, με την υπ' αριθ. 5480/2005 απόφασή του, αθώωσαν τον εναγόμενο, Χ. Μ., για το αδίκημα της εκ προθέσεως πρόκλησης φθοράς στο αυτοκίνητο του ως άνω ενάγοντος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο νυν ενάγων (στην με αριθμ.

καταθ. 3422/2011 αγωγή), Ν. Τ., άσκησε σε βάρος του νυν εναγομένου (στην ίδια ως άνω αγωγή), Χ. Μ., την, από 18-03-2008, αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, αιτούμενος να του καταβάλει ο τελευταίος το ποσό των 30.548,00 ευρώ, ως χρηματική αποζημίωση και για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, λόγω της περιγραφόμενης σε αυτή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του τελευταίου, που έλαβε χώρα στις 1-4-2009, στην Πάτρα, κατά την διάρκεια του ανωτέρω περιγραφέντος περιστατικού, μεταξύ των δύο διαδίκων-οδηγών.

Κατά την ορισθείσα δικάσιμο της ανωτέρω αγωγής, στις 07-11-2006, εξετάστηκε ένορκα η Ε. Κ. (νυν ενάγουσα- εναγομένη-εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα) και κατέθεσε αυτολεξεί τα κάτωθι, όπως αποτυπώθηκαν στα υπ' αριθ. 150/2007 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου: "Ο Μ. είναι γαμπρός μου. Ερχόμουν από τη Λεύκα και περνούσα τυχαία από εκεί.

Είδα το φορτηγό του γαμπρού μου στη μέση του δρόμου και πήγα πιο πέρα και σταμάτησα. Είχε βγει από το συνεργείο και ήταν λοξά στο δρόμο η μούρη του. Έβαλα το αυτοκίνητό μου στην άκρη και πήγα να δω. Μπροστά στο φορτηγό είδα ένα αυτοκίνητο σταματημένο, τον οδηγό του δεν τον είδα. Ένας ηλικιωμένος του έλεγε να κάνει πίσω για να περάσουν, αλλά δεν έφυγε.

Του γαμπρού μου δεν του μίλησα. Έκανε λίγο προς τα πίσω το φορτηγό για να γίνει αποσυμφόρηση. Δεν έγινε σύγκρουση, δεν είδα τίποτα κάτω. Φεύγοντας και εγώ, είδα σταματημένο το μικρό αυτοκίνητο στα 500 μέτρα. Έφθασα κοντά, τα οχήματα είχαν απόσταση 25 με 30 πόντους μεταξύ τους. Δεν είδα ζημιά του αυτοκινήτου και οι άλλοι που συζητούσαν εκεί δεν είπαν τίποτα για τρακάρισμα.

Υπήρχε πολύς κόσμος στα αυτοκίνητα έξω από το συνεργείο. Εγώ τυχαία βρέθηκα εκεί. Εγώ δεν άκουσα κάποια εξύβριση από το γαμπρό μου. Ήταν μέσα στο φορτηγό και ο οδηγός του αυτοκινήτου μέσα στο αυτοκίνητό του. Το αυτοκίνητο ήταν σκούρου χρώματος και μέσα ο οδηγός του μίλαγε στο κινητό του. Πρώτα είχα δει το φορτηγό του γαμπρού μου, γι' αυτό σταμάτησα.

Ρώτησα εκεί τον ιδιοκτήτη του συνεργείου. Μου είπε ότι έκανε νόημα να κάνει πίσω ο οδηγός του Ι.Χ. Τον είδα τον ηλικιωμένο να κάνει νοήματα στον οδηγό του Ι.Χ. να κάνει πίσω. Δεν τον άκουσα να τον εξυβρίζει. Μονόδρομος ήταν, παράνομα βγήκε το φορτηγό αλλά δεν έβγαινε αλλιώς. Δεν είδα να κάνει κάτι άλλο παράνομο το φορτηγό.

Εγώ είχα αφήσει το αυτοκίνητό μου στην Ευβοίας. Όση ώρα ήμουν εκεί δεν ήλθε η αστυνομία. Στο δικαστήριο που έγινε άκουσα ότι ήλθε η αστυνομία. Δεν ξέρω αν ο Μ. έβριζε πριν τον κ. Τ., δεν ήμουν εκεί. Ο γιατρός Α. είναι γαμπρός του κ. Μ. δεν ξέρω αν έχει σχέση με την υπόθεση. Ερχόμουν από τη Λεύκα προς το ποτάμι, είχαν σταματήσει αυτοκίνητα στη ..., ήταν ελεύθερη η Ευβοίας".

Όπως αποδείχθηκε, η εξετασθείσα προανακριτικά, αλλά και ενώπιον των ανωτέρω Ποινικών Δικαστηρίων, Ε. Κ., κατέθεσε, μεν, όλες τις φορές, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας, τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι έφθασε στον τόπο του ανωτέρω συμβάντος, κατά την διάρκεια της εκ μέρους εναγόμενου πραγματοποιουμένης οπισθοπορείας, για να ελευθερωθεί μέρος του οδοστρώματος, προκειμένου να διέλθει το αυτοκίνητο του ενάγοντας, δηλαδή μετά την επικαλούμενη από τον ενάγοντα πρόσκρουση του βυτιοφόρου επί του αυτοκινήτου του, πλην, όμως, συμπληρωματικά, κατέθεσε ότι δεν έγινε καμιά σύγκρουση, καθόσον, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα υπήρχαν ίχνη επί του οδοστρώματος και ότι ο ενάγων δεν θα έμενε απαθής εντός του αυτοκινήτου του με κλειστά παράθυρα, αλλά θα εξερχόταν από αυτό για να ελέγξει αν προκλήθηκε ζημιά στο αυτοκίνητό του.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι στην ως άνω ένορκη κατάθεση της Ε. Κ. περιελήφθησαν ψευδή πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους, αντιθέτως, προέκυψε ότι η Ε. Κ. ήταν παρούσα στο περιγραφόμενο επεισόδιο, που έλαβε χώρα την 01-04-1999, περί ώρα 17:30', στη συμβολή των οδών ... στην Πάτρα, όχι από την αρχή αυτού, αλλά κατά την εξέλιξή του, όπως η ίδια κατέθεσε.

Συγκεκριμένα, ερχόταν από την περιοχή της Λεύκας με το αυτοκίνητό της και σταμάτησε κοντά στο σημείο, όπου εκτυλισσόταν το προπεριγραφέν συμβάν, καθώς είδε το φορτηγό του γαμπρού της Χ. Μ., να βρίσκεται στη μέση και διαγωνίως της οδού ..., επιχειρώντας ελιγμό, ώστε να κινηθεί με κατεύθυνση προς την Ακτή Δρυμμαίων.

Αντιλήφθηκε, δε, τον ιδιοκτήτη του συνεργείου, από το οποίο προσπαθούσε να εξέλθει ο Χ. Μ., Ν. Γ., να απευθύνεται προς τον Ν. Τ., ο οποίος βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό του, και να του λέει να κάνει λίγα μέτρα οπισθοπορεία, ώστε να μπορέσει το φορτηγό του Χ. Μ. να ολοκληρώσει τον ελιγμό του, χωρίς ο τελευταίος να ανταποκρίνεται.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο, που η Ε. Κ. ήταν παρούσα στο συμβάν, υπέπεσε στην αντίληψή της να λαμβάνει χώρα εξύβριση εκ μέρους του Χ. Μ. ή του ιδιοκτήτη του συνεργείου, Ν. Γ., σε βάρος του Ν. Τ., αλλά ούτε και αποδείχθηκε ότι συγκρούστηκε το φορτηγό του Χ. Μ. με το Ι.Χ. αυτοκίνητο του Ν. Τ.. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο Ν.

Τ. δεν αποχώρησε από το συμβάν, αλλά σταμάτησε με το Ι.Χ. αυτοκίνητό του σε απόσταση 500 περίπου μέτρων, όπως αληθώς κατέθεσε η Ε. Κ., ενώ είναι, επίσης αληθές ότι η αστυνομία κατέφτασε στον τόπο του συμβάντος, μετά την αποχώρηση της ίδιας και των λοιπών εμπλεκομένων, πλην του Ν. Τ.. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, η Ε.

Κ. δεν τέλεσε την αξιόποινη πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα και μετά ταύτα ο Χ. Μ. δεν τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, αφού η ηθική αυτουργία προϋποθέτει την τέλεση της πράξης από τον αυτουργό, αλλά ούτε και αμφότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη της απάτης επί Δικαστηρίω κατ' εξακολούθηση, εφόσον δεν προσκόμισαν ψευδή αποδεικτικά μέσα στο Δικαστήριο και δη την Ε.

Κ. ως ψευδομάρτυρα, ο, δε, ενάγων (στην με αριθμ. καταθ. 3422/2011 αγωγή), που ισχυρίζεται - όλως αορίστως άλλωστε - την εν γνώσει τέλεση από αμφότερους τους εναγομένους, της ως άνω αγωγής των αδικημάτων της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν, ουδέν στοιχείο προσεκόμισε προς απόδειξη των ισχυρισμών του.

Στην ίδια, δε, κρίση περί της αθωότητας της Ε. Κ. και του Χ. Μ. για τις ανωτέρω πράξεις ήχθησαν και τα Ποινικά Δικαστήρια (βλ. την υπ' αριθ. 1644/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη). Λεκτέον, δε, εν προκειμένω, αναφορικά με την αιτίαση του 2ου λόγου της κρινομένης εφέσεως, περί μη λήψεως υπόψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δημοσίου εγγράφου, ήτοι του, από 11-6-2001, ημερήσιου δελτίου οχήματος της Άμεσης Δράσης Πατρών, για τη διαμόρφωση ορθής δικανικής πεποίθησης, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι, δε, σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 2/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δίκασε, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασής του, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, έλαβε υπόψη του: "...Από όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και οι σχηματισθείσες ποινικές δικογραφίες, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης και ως εκ τούτου δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψιν από το Δικαστήριο (ά. 336 ΚΠολΔ)...".

Δεν καταλείπεται, συνεπώς, αμφιβολία ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης έλαβε υπόψη του και έγγραφα, που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί νόμιμα, μεταξύ των οποίων και το από 11-6-2001, ημερήσιο δελτίο οχήματος της Άμεσης Δράσης Πατρών, το οποίο, παρά την απουσία ειδικής αναφοράς στα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις, απορριπτομένου, μετά ταύτα, ως αβάσιμου, του 2ου λόγου της κρινομένης εφέσεως.

Συνεπώς, δεν δικαιούται ο ενάγων, Ν. Τ., να ζητήσει χρηματική αποζημίωση, για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, λόγω της περιγραφόμενης στην, με αριθμ. καταθ. 4322/2011 αγωγή του, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων και, επομένως, θα έπρεπε η αγωγή του να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν δεσμεύεται στην κρίση του από την οποιαδήποτε απόφαση ποινικού Δικαστηρίου (ΑΠ 1747/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), που με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε, με τις ίδιες σκέψεις, στο ίδιο συμπέρασμα και απέρριψε την από 25-8-2011 ως άνω αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο, λόγους εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Ν. Τ. (εναγόμενος στην με αριθμ. καταθ. 9/2013 αγωγή) κατέθεσε την, από 20-07-2011, μήνυσή του, κατά της Ε. Κ. και του Χ. Μ., για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα, εκ μέρους της πρώτης, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, εκ μέρους του δεύτερου, και της από κοινού απάτης επί Δικαστηρίω, κατ' εξακολούθηση, σε βάρος και των δύο, όπως προαναφέρθηκε, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους, ενώ ο ίδιος γνώριζε ότι το περιεχόμενο της μήνυσής του ήταν ψευδές και ότι όσα είχε καταθέσει ως μάρτυρας η Ε.

Κ. ήταν αληθή, όπως αυτά αναφέρθηκαν ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ότι στην ως άνω ένορκη κατάθεση της Ε. Κ. περιελήφθησαν ψευδή πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους, αντιθέτως, προέκυψε ότι η Ε.

Κ. ήταν παρούσα στο περιγραφόμενο επεισόδιο, που έλαβε χώρα την 01-04-1999, περί ώρα 17:30', στη συμβολή των οδών ... στην Πάτρα, όχι από την αρχή αυτού, αλλά κατά την εξέλιξή του, όπως η ίδια κατέθεσε. Συγκεκριμένα, ερχόταν από την περιοχή της Λεύκας με το αυτοκίνητό της και σταμάτησε κοντά στο σημείο όπου εκτυλισσόταν το προπεριγραφέν συμβάν, καθώς είδε το φορτηγό του γαμπρού της Χ.

Μ., να βρίσκεται στη μέση και διαγωνίως της οδού ..., επιχειρώντας ελιγμό, ώστε να κινηθεί με κατεύθυνση προς την Ακτή Δρυμαίων, αντιλήφθηκε, δε, τον ιδιοκτήτη του συνεργείου, από το οποίο προσπαθούσε να εξέλθει ο Χ. Μ., Ν. Γ., να απευθύνεται προς τον Ν. Τ., ο οποίος βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό του, και να του λέει να κάνει λίγα μέτρα οπισθοπορεία, ώστε να μπορέσει το φορτηγό του Χ.

Μ. να ολοκληρώσει τον ελιγμό του, χωρίς ο τελευταίος να ανταποκρίνεται. Έτι, περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που η Ε. Κ. ήταν παρούσα στο συμβάν υπέπεσε στην αντίληψή της να λαμβάνει χώρα εξύβριση εκ μέρους του Χ. Μ. ή του ιδιοκτήτη του συνεργείου, Ν. Γ., σε βάρος του Ν. Τ., αλλά ούτε και αποδείχθηκε ότι συγκρούστηκε το φορτηγό του Χ.

Μ. με το Ι.Χ. αυτοκίνητο του Ν. Τ.. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο Ν. Τ. δεν αποχώρησε από το συμβάν, αλλά σταμάτησε με το Ι.Χ. αυτοκίνητό του σε απόσταση 500 περίπου μέτρων, όπως αληθώς κατέθεσε η Ε. Κ., ενώ είναι επίσης αληθές ότι η αστυνομία κατέφτασε στον τόπο του συμβάντος, μετά την αποχώρηση της ίδιας και των λοιπών εμπλεκομένων, πλην του Ν.

Τ.. Μετά ταύτα, δικαιούνται οι ψευδώς καταμηνυόμενοι-ενάγοντες, Χ. Μ. και Ε. Κ., να ζητήσουν χρηματική αποζημίωση, για την ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης, λόγω της περιγραφόμενης στην, με αριθμ. καταθ. 9/2013 αγωγή τους, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου σε βάρος τους, καθόσον συνεπεία της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας πράξης του εναγομένου, Ν.

Τ., υπέστησαν ηθική βλάβη, κατ' άρθρ. 932 ΑΚ, για την ικανοποίηση της οποίας, το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών, υπό τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, το βαθμό υπαιτιότητάς του αδικοπρακτούντος σε συνδυασμό με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, κρίνει ότι ανέρχεται στο ποσό των 5.000,00 ευρώ, για έκαστο εκ των εναγόντων, το οποίο, μετά από στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε, με τις ίδιες σκέψεις, στο ίδιο συμπέρασμα και δέχθηκε, εν μέρει, την από 31-12-2012 ως άνω αγωγή, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους δέκατο, ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο και δέκατο πέμπτο από τους λόγους εφέσεως και από τον πρώτο και πέμπτο λόγο, εκ των προσθέτων λόγων αυτής, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.

Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο διάδικος, Ν. Τ. (ενάγων-εναγόμενος-εκκαλών-αντεφεσίβλητος), ενόψει της συζήτησης της από 27-11-2007, έφεσής του κατά της υπ' αριθ. 150/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, επί της, από 18-03-2004, αγωγής αποζημίωσης που είχε ασκήσει κατά του Χ. Μ., η οποία (συζήτηση της έφεσης) προσδιορίστηκε για τις 17-09-2009, προσκόμισε την υπ' αριθ. 13998/15-09-2009 ένορκη βεβαίωση του Α.

Π. του Π., η οποία λήφθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πατρών, Νικολάου Σπανού, στην οποία ο ως άνω μάρτυρας κατέθεσε ενόρκως τα κάτωθι: "...Είμαι αυτόπτης μάρτυρας στο συμβάν που έγινε την 01-04-1999 στην οδό ... στην Πάτρα. Συγκεκριμένα οδηγούσα το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ. φορτηγό μάρκας MERCEDES στην οδό ... και πήγαινα προς την οδό Ακρωτηρίου για να πάω να ξεφορτώσω μία οικοσκευή στην Οβρυά.

Στο μέσον περίπου της οδού ... πήγαινε μπροστά μία MERCEDES τύπου Ε200, χρώματος ποντίκι, με μικρή ταχύτητα γύρω στα 30 χλμ/ώρα και γι' αυτό ακολουθούσα κι εγώ από πίσω της. Πλησιάζοντας στη μπροστινή μας κάθετη διασταύρωση με την οδό Ευβοίας η MERCEDES έκοψε ελάχιστη ταχύτητα πριν μπει στη διασταύρωση και αφού προσπέρασε τη διασταύρωση συνέχισε ευθεία για μία απόσταση 7 έως 9 μέτρα ακόμα περίπου όπου τότε σταμάτησε τελείως η MERCEDES και τότε σταμάτησα κι εγώ το φορτηγό μου μισό μέτρο πριν μπω στην οδό Ευβοίας.

Τότε είδα ότι μπροστά από τη MERCEDES να έρχεται κατά πάνω της μία νταλίκα χρώματος μπλε, η οποία ήταν ήδη σε όλη την άσφαλτο και να κατευθύνεται ολόκληρη προς το ΙΧ MERCEDES επί της ασφάλτου και να σταματάει δύο - τρία μέτρα μπροστά από το Ι.Χ.... Τότε πάνω από το φορτηγό, βγαίνει στα σκαλοπάτια της καμπίνας ο οδηγός του ένας ψηλός με μουστάκι και με μεγάλο θράσος και πολύ νταήδικο ύφος του φώναξε δυνατά "κάνε ρε πίσω να περάσω".

Βλέποντας ότι ο οδηγός του Ι.Χ. δεν συμμορφωνόταν σε αυτά που του έλεγε άρχισε πάνω από το φορτηγό και του φώναζε "ή κάνεις πίσω ή θα σε γαμήσω". Έμεινα άφωνος από αυτά που άκουγα, αλλά το κακό δεν σταμάτησε εκεί. Κατέβηκε από το φορτηγό βιαστικά και πήγε δίπλα στην πόρτα του οδηγού του Ι.Χ. και τράβαγε με δύναμη να την ανοίξει πράγμα που για κάποια στιγμή έγινε για να βιαιοπραγήσει με τον οδηγό, αλλά τον εμπόδισε πέφτοντας πάνω του ο γέρος και ένας άλλος νεαρός που μπορεί να ήταν τεχνίτης στο δίπλα συνεργείο.

Ο οδηγός συνέχιζε να βρίζει δυνατά τον οδηγό του Ι.Χ. με λέξεις όπως "ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥ 'Η ΚΑΝΕΙΣ ΠΙΣΩ 'Η ΘΑ ΣΕ ΠΑΡΩ ΜΠΡΟΣΤΑ", αλλά ο οδηγός του IX ήταν ακίνητος μέσα στο Ι.Χ. του και έπαιρνε τηλέφωνο μάλλον το 100. Ο οδηγός της νταλίκας ήταν εξαγριωμένος, οξύθυμος, εριστικός και δεν μπορούσα να καταλάβω τη συμπεριφορά του γιατί ο οδηγός του Ι.Χ.

δεν έκανε τίποτα αλλά ούτε και προκαλούσε. Μετά από λίγο άκουσα τον οδηγό της νταλίκας να λέει επί λέξει: "ή κάνεις πίσω ή θα σε λιώσω" και αφού ο οδηγός του Ι.Χ. δεν έκανε παράνομη όπισθεν, τότε τρέχει αγριεμένος προς το φορτηγό του, ανεβαίνει στην καμπίνα του, βάζει μπροστά τη μηχανή, γκαζάρει και ξεκινάει απότομα και με όλη τη δύναμη του φορτηγού να πέφτει με δύναμη και με βία στο μπροστινό μέρος του Ι.Χ., μούρη με μούρη και να το εκτινάσσει κιόλας δύο-τρία μέτρα προς τα πίσω σούρνοντας.

Έμεινα έκπληκτος και άφωνος από την πρωτόγνωρη συμπεριφορά του παράνομου συναδέλφου μου. Τα αυτοκίνητα ήταν ακινητοποιημένα μούρη με μούρη και τρακαρισμένα και περίμενα να δω τι θα κάνει ο συνάδελφός μου τώρα που θα ερχόταν το 100. Πράγματι τότε έβαλε μυαλό και έκανε μικρή - αριστερή όπισθεν κίνηση και μπήκε σε μία αλάνα μπροστά από ένα συνεργείο για να περάσει το Ι.Χ.

MERCEDES κι εμείς τα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα πίσω από αυτό. Το Ι.Χ. MERCEDES σταμάτησε αμέσως δεξιά στο δρόμο και τότε βλέπω τον οδηγό της νταλίκας να φεύγει τρέχοντας από το φορτηγό και να πηγαίνει στο Ι.Χ. και να τραβά με δύναμη την πόρτα του οδηγού έξαλλος και βρίζοντας αλλά αυτή ήταν κλειδωμένη και δεν άνοιγε.

Με λίγα λόγια ο συνάδελφος μου ζητούσε και τα ρέστα από πάνω για τις παρανομίες που έκανε να κινείται αντίθετα επί του μονόδρομου Οδού ......". Το περιεχόμενο της ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης ήταν ψευδές καθώς αποδείχθηκε ότι ο Α. Π. δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας στο συμβάν, ειδικότερα, δε, αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε στο ως άνω σκεπτικό της παρούσας ότι στις 01-04-1999, περί ώρα 17:30', ο Χ.

Μ. βρισκόταν στη συμβολή των οδών ... στην Πάτρα, οδηγώντας το Δ.Χ. φορτηγό ιδιοκτησίας του, εξερχόμενος από το συνεργείο επισκευής του Ν. Γ.. Στην προσπάθειά του να επιχειρήσει αντικανονικό ελιγμό, ώστε να κινηθεί με κατεύθυνση προς την Ακτή Δυμαίων, είχε καταλάβει διαγωνίως το μέσον της οδού .... Κατά τον ίδιο χρόνο ο Ν.

Τ. οδηγώντας το Ι.Χ. όχημά του μάρκας MERCEDES, κινούταν κανονικά επί της οδού ..., ήτοι με κατεύθυνση από την Ακτή Δυμαίων προς τη Λαχαναγορά Πατρών, και βλέποντας την ανωτέρω θέση του Δ.Χ. φορτηγού και τον ιδιοκτήτη του συνεργείου, Ν. Γ., να τον προειδοποιεί με κινήσεις των χεριών του να διακόψει την πορεία του, ελάττωσε, μεν, την ταχύτητα του οχήματος του, πλην όμως δεν διέκοψε την πορεία του, προκειμένου να δώσει τη δυνατότητα στον Χ.

Μ. να πραγματοποιήσει ελιγμό του φορτηγού και να κινηθεί, έστω και αντικανονικά, αλλά συνέχισε την πορεία του, φθάνοντας σε απόσταση περίπου μισού μέτρου από το εμπρόσθιο τμήμα του φορτηγού. Περαιτέρω, ενόψει της άρνησης του Ν. Τ. να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε κίνηση, και της κυκλοφοριακής συμφόρησης, που είχε δημιουργηθεί στο σημείο, με τους οδηγούς των ακινητοποιημένων οχημάτων να διαμαρτύρονται, ο τελευταίος οπισθοχώρησε για λίγα μέτρα και ο Χ.

Μ. μπόρεσε και ολοκλήρωσε τον ελιγμό του, εισήλθε στην οδό Ευβοίας και συνέχισε την πορεία του, ενώ ο Ν. Τ. ακινητοποίησε το όχημά του σε μικρή απόσταση επί του δεξιού άκρου της οδού .... Μετά ταύτα αποδείχθηκε ότι ουδεμία σύγκρουση έλαβε χώρα ανάμεσα στο Δ.Χ. φορτηγό, που οδηγούσε ο Χ. Μ. και στο Ι.Χ. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ν.

Τ. όπως έχει, ήδη, κριθεί αμετάκλητα, άλλωστε, κατά τα προαναφερόμενα, από το σύνολο των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων, που έχουν επιληφθεί της συγκεκριμένης υποθέσεως. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνάγεται ότι το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 13998/15-09-2009 ένορκης βεβαίωσης, που έδωσε ο Α.

Π., ήταν ψευδές και ότι ο τελευταίος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, ενώ την απόφασή του να τελέσει την εν λόγω αξιόποινη πράξη, προκάλεσε σε αυτόν με πειθώ, φορτικότητα και παραινέσεις ο Ν. Τ., προκειμένου να προσκομίσει την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, ως αποδεικτικό μέσο, στη δίκη, που ανοίχθηκε με την, από 27-11-2007, έφεσή του, κατά της υπ' αριθ. 150/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, επί της από 18-03-2004 αγωγής αποζημίωσης, που είχε ασκήσει κατά του Χ.

Μ., ενώ γνώριζε ο διάδικος, Ν. Τ., ότι τα ανωτέρω ήταν ψευδή και πως τα επ` αυτών αληθή είναι ως αναλυτικώς παραπάνω εκτίθενται, τελώντας με τον τρόπο αυτό την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Μετά ταύτα, δικαιούται ο Χ. Μ., ως ο διάδικος εις βάρος του οποίου στρεφόταν η ψευδορκία, να ζητήσει χρηματική αποζημίωση, για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, λόγω της περιγραφόμενης στην, με αριθμ.

καταθ. 2488/2014 αγωγή του, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγομένου, Ν. Τ., καθόσον συνεπεία της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας πράξης αυτού, υπέστη ηθική βλάβη, κατ' άρθρ. 932 ΑΚ, για την ικανοποίηση της οποίας, το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, το βαθμό υπαιτιότητας του αδικοπρακτούντος, σε συνδυασμό με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, κρίνει ότι ανέρχεται στο ποσό των 5.000,00 ευρώ, το οποίο, μετά από στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε, με τις ίδιες σκέψεις, στο ίδιο συμπέρασμα και δέχθηκε, εν μέρει, την από 8-9-2014 αγωγή, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους δέκατο έβδομο, δέκατο όγδοο, δέκατο ένατο, και εικοστό πρώτο από τους λόγους εφέσεως και από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, εκ των προσθέτων λόγων αυτής, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα...".

Οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, το Εφετείο μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητος δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητος, όμως η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου από την αθωωτική απόφαση, καθόσον ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση, με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του αναιρεσείοντος (τότε κατηγορουμένου για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία του μάρτυρα Α.

Π.) ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγόμενου τεκμηρίου αθωότητός του για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε. Με τους δεύτερο (2ο), όγδοο (8ο), ενδέκατο (11ο) και δέκατο έκτο (16ο) λόγους αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση που ιδρύει τον εκ του αριθ. 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και δη διότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τα νομίμως μετ'επικλήσεως προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και ειδικότερα:

α) το από 11-6-2001 δελτίο συμβάντων της Αμέσου Δράσεως Πατρών β) την 11737/2003 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δυνάμει της οποίας ο πρώτος αναιρεσίβλητος καταδικάστηκε για παράβαση του άρθ. 43 ν.2094/1992, γ) την από 2-4-1999 ένορκη προανακριτική κατάθεση του Χ. Γ., δ) την από 29-1-2001 προανακριτική κατάθεση του ιδίου, καθώς και τα πρακτικά της υπ' αριθ.5801/2001 αποφάσεως του Μον.

Πρωτοδικείου Πατρών, ε) τα πρακτικά της υπ' αριθ. 11737/2003 αποφάσεως του ΜΠρωτΠατρών, την από 21-4-2010 ένορκη κατάθεση ενώπιον του πταισματοδίκη Πατρών, στ) την από 28-4-2010 ένορκη κατάθεση ενώπιον του ιδίου ως άνω πταισματοδίκη, το από 28-6-1999 απολογητικό υπόμνημα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ζ) την από 1-4-1999 βεβαίωση-γνωμάτευση του μηχανολόγου Ν.

Παύλου, η) τα πρακτικά της υπ' αριθ. 1644/2012 απόφασης του Τριμ. Πλημμ/κείου Πατρών, στα οποία εμπεριέχεται η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Δ. Λ., θ) τα υπ' αριθ. 617/2018 πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ι) την υπ' αριθ. 34/2011 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών, ια) την υπ' αριθ. 1644/2012 απόφαση του Τριμ. Πλημμ/κείου Πατρών, ιβ) τα πρακτικά της 19 και 68/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, στα οποία περιέχεται η κατάθεση της Ε.

Κ., ιγ) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Β. Α. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ιδ) την από 30-1-2001 ένορκη κατάθεση της Ε. Κ.. Από την βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν νομοτύπως μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και σχηματισθείσες ποινικές δικογραφίες, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης και συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα όσα άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, οι ως άνω, αναιρετικοί λόγοι από τον αριθ. 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία.

Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη, ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 591/2017, 1685/2008).

Το δεδικασμένο, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (ΑΠ 1559/2017) καλύπτει δε, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16α ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΟλΑΠ 19/2005). Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005). Άρα, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 370/2019).

Για το ορισμένο του σχετικού αναιρετικού λόγου εκ του αριθ. 16α του άρθ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η αναιρεσιβαλλομένη ασχολήθηκε με το ζήτημα του δεδικασμένου, β) η απόφαση από την οποία δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, γ) με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και ε) οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις περί δεδικασμένου (ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 929/2014).

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν ή όχι την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, καθώς και η κρίση για την συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις (561 παρ. 1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1559/2017, 1857/2017, ΑΠ 912/2018).

Τότε μόνο η κρίση αυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όταν στηρίχθηκε (και στο μέτρο που στηρίχθηκε) όχι σε διαδικαστικά έγγραφα, αλλά σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 691/2008, ΑΠ 563/2017). Με τους τέταρτο (4ο) και πέμπτο (5ο) λόγους αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση που ιδρύει τον εκ του αριθ. 16α του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 1554/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι δεν έλαβε χώρα σύγκρουση μεταξύ του οχήματος του αναιρεσείοντος και αυτού του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι μεταξύ της δίκης επί της από 18-3-2003 αγωγής του επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση του ΑΠ και αυτής επί των τριών συνεκδικασθεισών υποθέσεων δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, αφού η προηγούμενη δίκη είχε αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας εξαιτίας των υλικών ζημιών που υπέστη το αυτοκίνητό του, ενώ οι μεταγενέστερες δίκες είχαν αντικείμενο αξιώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως, εκατέρωθεν ένεκα προκληθείσης ηθικής βλάβης λόγω συντελεσθέντος ποινικού αδικήματος.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε αναφορικά με τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης τα εξής: "...Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο ιδιοκτήτης του συνεργείου αυτοκινήτων, Ν. Γ., ο οποίος παρέσχε συνδρομή στον εναγόμενο (στην με αριθμ. καταθ. 3422/2011 αγωγή), Χ. Μ., για να πραγματοποιήσει τον ως άνω παράνομο ελιγμό επί της οδού ..., εξεταζόμενος ενόρκως, τόσο κατά την προανάκριση, όσο και ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Πατρών, στο οποίο παραπέμφθηκε ο ανωτέρω εναγόμενος, μετά την υποβολή μήνυσης εκ μέρους του ενάγοντος (στην με αριθμ.

καταθ. 3422/2011 αγωγή), Ν. Τ., για να δικαστεί για τα αδικήματα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, εξύβρισης, απειλής και βλασφημίας θείων, αλλά και ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών, κατά την εκδίκαση της έφεσης του ενάγοντος, κατά της με αρ. 5480/2005 απόφασης του πρώτου ως άνω Δικαστηρίου, ρητώς και κατηγορηματικώς κατέθεσε ότι ουδεμία σύγκρουση έλαβε χώρα μεταξύ των δύο ως άνω αυτοκινήτων.

Ήδη, δε, έχει κριθεί αμετάκλητα και με δύναμη δεδικασμένου, ότι η σύγκρουση, που επικαλείται ο ενάγων, Ν. Τ., ότι έλαβε χώρα μεταξύ του ίδιου και του Χ. Μ., ισχυριζόμενος, περαιτέρω, ότι ο εναγόμενος οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, εκ προθέσεως, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα τούτου επί του εμπρόσθιου δεξιού τμήματος του αυτοκινήτου του, προκαλώντας του υλικές ζημιές στον εμπρόσθιο δεξιό φανό, στην μάσκα και τον προφυλακτήρα καθώς και στο καπώ, ουδέποτε συνέβη, κατά τα διαλαμβανόμενα και στην με αριθ. 1554/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έχει, ήδη, καταστεί αμετάκλητη (...).

Μετά ταύτα αποδείχθηκε ότι ουδεμία σύγκρουση έλαβε χώρα ανάμεσα στο Δ.Χ. φορτηγό, που οδηγούσε ο Χ. Μ. και στο Ι.Χ. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ν. Τ. όπως έχει, ήδη, κριθεί αμετάκλητα, άλλωστε, κατά τα προαναφερόμενα, από το σύνολο των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων, που έχουν επιληφθεί της συγκεκριμένης υποθέσεως...".

Από την επισκόπηση της ως άνω υπ. αριθ. 1554/2013 αποφάσεως του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι με αυτήν έγινε δεκτό ότι δεν έλαβε χώρα σύγκρουση του φορτηγού αυτοκινήτου του αναιρεσιβλήτου με το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος και άρα πρόκληση των επίμαχων ζημιών από τέτοια σύγκρουση και γι' αυτό απέρριψε την αναίρεση κατά της υπ' αριθ. 959/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Η μεταξύ των οχημάτων σύγκρουση ως πραγματικό γεγονός, το οποίο κρίθηκε αμετακλήτως με την ανωτέρω απόφαση ότι δεν συνέβη, απετέλεσε το υπόβαθρο των φερομένων ως ψευδώς κατατεθέντων περιστατικών και στις τρείς αγωγές, οι οποίες εξετάστηκαν από την προσβαλλομένη, η κρίση της οποίας δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνον στην υπ' αριθ. 1554/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία και επομένως αυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου (ΑΠ 651/2010, ΑΠ 357/2018), β) ο ισχυρισμός ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, γ)Τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 703/2007), δ)οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, ε) εξειδίκευση του σφάλματος, ήτοι:

αα) Αν υποστηρίζεται παντελής έλλειψη αιτιολογιών, το ελάττωμα αυτό, ββ) Αν προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητά τους, ποια δηλ. επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η απόφαση, γγ)Αν προβάλλεται αντίφαση αιτιολογιών, ποιες είναι αυτές, γιατί αντιφάσκουν και σε ποιά μέρη της απόφασης εντοπίζονται δδ)Αν προβάλλεται ασάφεια ή αντίφαση, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό, από ποιες ακριβώς πραγματικές παραδοχές προκύπτει και σε τι συνίσταται (ΟλΑΠ 32/1996 ΕλλΔνη 1997.33, ΑΠ 281/2017, ΑΠ 1362/2010).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 345/2018).

Με τους έκτο (6ο), έβδομο (7ο), δωδέκατο (12ο), δέκατο έβδομο (17ο), δέκατο όγδοο (18ο), δέκατο ένατο (19ο), εικοστό (20ό), εικοστό πρώτο (21ο) και εικοστό δεύτερο (22ο) λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό, η νόμιμη βάση δηλ.

η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και οι παραδοχές του Εφετείου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση. Σε κάθε περίπτωση οι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος (ΑΠ 873/2019, ΑΠ 809/2017, ΑΠ 702/2008, ΑΠ 2112/2007, ΑΠ 1588/2007), να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 394/2012).

Με τον ένατο (9ο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση εκ του αριθ. 11α του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα τις προανακριτικές καταθέσεις και τις καταθέσεις στα ποινικά δικαστήρια της δεύτερης αναιρεσίβλητης Ε.

Κ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο που δεν το επιτρέπει ο νόμος, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, όταν πρόκειται για δημόσιο έγγραφο, δηλαδή έγγραφο που έχει συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη έναντι όλων ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το συγκεκριμένο έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του ή την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει το ίδιο, επιτρεπομένης όμως στην τελευταία περίπτωση ανταπόδειξης, για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει ο συντάκτης του εγγράφου να ήταν καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιος για τη βεβαίωση αυτή (ΑΠ 75/2008).

Συνακόλουθα τούτων ο προβλεπόμενος από τον αριθμ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα.

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441ΚΠολΔ (ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 479/2010, ΑΠ 1417/2009, ΑΠ 1396/2003). Με τον δέκατο (10ο) λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο προσέδωσε στο από 11-6-2001 δελτίο συμβάντων της Αμέσου Δράσεως Πατρών μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος ως δημοσίου εγγράφου.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκε το ως άνω αποδεικτικό μέσο και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης, ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που είχε το προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο και ποια αποδόθηκε σε αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.

Με τον δέκατο τρίτο (13ο) λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πέμπτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων απορρίφθηκε η αγωγή του.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους στον ως άνω λόγο εφέσεως ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους απέρριψε κατ' ουσίαν με την παραδοχή των αντιθέτων. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, που ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη αυτή, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό βάρος προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του για τη διεξαγωγή αποδείξεων, επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, για τη βεβαίωση, στον αναγκαίο βαθμό, των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την αξίωσή του.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος απόδειξης προσδιορίζει το διάδικο, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν σχηματίζει από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν, τη δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος, για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, αμφιβάλλει, δηλαδή, για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, ο οποίος, σύμφωνα με το νόμο, θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ.

και τον οποίο ισχυρισμό οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που υπέβαλε το αίτημα, οπότε το δικαστήριο πρέπει να απορρίψει το αίτημα αυτό. Αν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της παραπάνω διάταξης. Ήτοι, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του, αν, δηλαδή, ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος (ΑΠ 181/2020, ΑΠ 847/2013).

Με τον δέκατο τέταρτο (14ο) λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 13 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου για το βάρος απόδειξης, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη των ισχυρισμών του και να θεωρήσει αποδεδειγμένες τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν προσκόμισαν αποδεικτικά στοιχεία για να αποδείξουν τα αγωγικά τους δικαιώματα, ενώ είχαν το σχετικό βάρος αποδείξεως.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αγωγικοί ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων έγιναν δεκτοί, όχι εξαιτίας μη ανταποδείξεως των αντίθετων αρνητικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από τους αναιρεσίβλητους αποδείξεις.

Με τη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις (ενστάσεις, αντενστάσεις) και όχι στους αγωγικούς ισχυρισμούς (ΑΠ 729/2006, ΑΠ 433/1998). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και ως προς την επίκληση των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008), η επαναφορά με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών ή η επίκληση αποδεικτικών μέσων με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών σε φωτοτυπικό αντίγραφο στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) καθίστανται ενιαίες (ΑΠ 846/2021, ΑΠ 696/2017, ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1509/2014, ΑΠ 982/2013, ΑΠ 476/2011, ΑΠ 865/2009).

Ωσαύτως δεν συντρέχει περίπτωση ανεπίτρεπτης επίκλησης αποδεικτικών μέσων που πράγματι διαλαμβάνονται σε ενσωματωθείσες σε φωτοτυπικό αντίγραφο προτάσεις προηγουμένης συζήτησης, εάν λάβει χώρα εκ νέου επίκληση των ιδίων αποδεικτικών μέσων και με τις προτάσεις της συζήτησης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, σε άλλο σημείο των τελευταίων - προτάσεων (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 846/2021, ΑΠ 258/2019).

Με τον δέκατο πέμπτο (15ο) λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε προβληθέντες από τους αναιρεσίβλητους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί στο εφετείο προσηκόντως, αλλά με ενσωμάτωση της προσθήκης των προτάσεων της πρωτοβάθμιας δίκης σε εκείνες ενώπιον του εφετείου και παρά το νόμο δεν απέκρουσε ως απαράδεκτη την προβολή τέτοιων ισχυρισμών και ειδικότερα την άρνηση της αγωγής του αναιρεσείοντος, ότι ήταν αληθής η κατάθεση της Ε. Κ., ότι ο Χ. Μ. δεν τέλεσε το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, ο Α. Π. κατέθεσε αναληθώς και τέλεσε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα και ο αναιρεσείων το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και της ψευδούς καταμήνυσης εναντίον τους. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω επικαλούμενοι ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς (ενστάσεις, αντενστάσεις) αλλά αρνητικοί της αγωγής του αναιρεσείοντος ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων, καθώς και αγωγικοί ισχυρισμοί των τελευταίων προς υποστήριξη της αγωγής τους.

Από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά τον αριθ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 119/2016, ΑΠ 1189/2008). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση δε νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και ενδίκου μέσου (ΑΠ 455/2008).

Με τον εικοστό τέταρτο (24ο) λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 9γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν το φορτηγό του πρώτου αναιρεσιβλήτου μπορούσε να εξέλθει από τον προαύλειο χώρο του συνεργείου του Γ.

στην οδό .... Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε ότι δεν απαιτείται η διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, καθόσον το προς απόδειξη ζήτημα προκύπτει από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και τις ομολογίες των διαδίκων μερών και δεν διέλαβε παραδοχή ότι πρόκειται για ζήτημα που απαιτείται για να γίνει αντιληπτό ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης εκ του αριθ. 9γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος. Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:

το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Εξ άλλου με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 511/2022).

Με τον εικοστό έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1α του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει α)το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο πρώτος αναιρεσίβλητος και β)το ποσό των 5.000 ευρώ στον καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπραξία του αναιρεσείοντος, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθ. 932 ΑΚ και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος της τα ακόλουθα: "...Μετά ταύτα, δικαιούνται οι ψευδώς καταμηνυόμενοι-ενάγοντες, Χ. Μ. και Ε. Κ., να ζητήσουν χρηματική αποζημίωση, για την ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης, λόγω της περιγραφόμενης στην, με αριθμ.

καταθ. 9/2013 αγωγή τους, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου σε βάρος τους, καθόσον συνεπεία της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας πράξης του εναγομένου, Ν. Τ., υπέστησαν ηθική βλάβη, κατ' άρθρ. 932 ΑΚ, για την ικανοποίηση της οποίας, το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών, υπό τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, το βαθμό υπαιτιότητάς του αδικοπρακτούντος σε συνδυασμό με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, κρίνει ότι ανέρχεται στο ποσό των 5.000,00 ευρώ, για έκαστο εκ των εναγόντων, το οποίο, μετά από στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε, με τις ίδιες σκέψεις, στο ίδιο συμπέρασμα και δέχθηκε, εν μέρει, την από 31-12-2012 ως άνω αγωγή, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους δέκατο, ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο και δέκατο πέμπτο από τους λόγους εφέσεως και από τον πρώτο και πέμπτο λόγο, εκ των προσθέτων λόγων αυτής, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα (...).

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνάγεται ότι το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 13998/15-09-2009 ένορκης βεβαίωσης, που έδωσε ο Α. Π., ήταν ψευδές και ότι ο τελευταίος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, ενώ την απόφασή του να τελέσει την εν λόγω αξιόποινη πράξη, προκάλεσε σε αυτόν με πειθώ, φορτικότητα και παραινέσεις ο Ν.

Τ., προκειμένου να προσκομίσει την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, ως αποδεικτικό μέσο, στη δίκη, που ανοίχθηκε με την, από 27-11-2007, έφεσή του, κατά της υπ' αριθ. 150/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, επί της από 18-03-2004 αγωγής αποζημίωσης, που είχε ασκήσει κατά του Χ. Μ., ενώ γνώριζε ο διάδικος, Ν.

Τ., ότι τα ανωτέρω ήταν ψευδή και πως τα επ` αυτών αληθή είναι ως αναλυτικώς παραπάνω εκτίθενται, τελώντας με τον τρόπο αυτό την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Μετά ταύτα, δικαιούται ο Χ. Μ., ως ο διάδικος εις βάρος του οποίου στρεφόταν η ψευδορκία, να ζητήσει χρηματική αποζημίωση, για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, λόγω της περιγραφόμενης στην, με αριθμ.

καταθ. 2488/2014 αγωγή του, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγομένου, Ν. Τ., καθόσον συνεπεία της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας πράξης αυτού, υπέστη ηθική βλάβη, κατ' άρθρ. 932 ΑΚ, για την ικανοποίηση της οποίας, το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, το βαθμό υπαιτιότητας του αδικοπρακτούντος, σε συνδυασμό με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, κρίνει ότι ανέρχεται στο ποσό των 5.000,00 ευρώ, το οποίο, μετά από στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με το να επιδικάσει στους αναιρεσιβλήτους ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπραξία του αναιρεσείοντος τα ως άνω ποσά των 5.000 ευρώ στον καθένα εξ αυτών, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητος και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερτερούν, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και δεν είναι υπερβολικά.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, ενώ δεν θα υπάρξει διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε, ελλείψει σχετικού αιτήματος από τους αναιρεσίβλητους που δεν παραστάθηκαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-10-2020 αίτηση του Ν. Τ. για την αναίρεση της υπ' αριθ. 203/2020 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ