Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
981/2020 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and lack of specific legal error identification under Greek Civil Procedure Code.

Geschäftsnummer 981/2020
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The appellant argued the lower court failed to apply substantive law correctly and ignored relevant facts, but the court found these grounds insufficiently specific. The court ruled that the appeal was inadmissible because the cited errors lacked precise legal definitions and failed to identify the exact statutory provisions violated.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 560(1), 560(5)(b) and 560(5)(b) of the Code of Civil Procedure: An appeal for cassation is inadmissible if the grounds are vague, fail to specify the exact legal error regarding the interpretation or application of substantive law, or do not identify the specific provisions violated.

Schlagwörter

KI-generiert
cassation appeal inadmissible grounds vague legal error substantive law violation Code of Civil Procedure specific legal error statutory provisions

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560(5)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
O.A.P. 7/2006
O.A.P. 4/2005

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 981 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 981/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ζαμπέτα Στράτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 22 Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ.Χ.Ε., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Καραβίδα.

Της αναιρεσίβλητης: Ε.χήρας Ν.Α., το γένος Δ.Τ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Βούλγαρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2014 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 21/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, δικάζοντος ως Εφετείο. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-7-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 4-7-2019 (με αριθμό κατάθεσης 4/2019) αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 21/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία ,επί εφέσεως κατά της με αριθμό 122/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τον αναιρεσείοντα το παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παρ. 2 του ν.4446/2016.

Συνεπώς, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553 παρ.1β', 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται ,αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ7/2006, 4/2005).

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου πρέπει να καθορίζεται, πλην άλλων, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.ΑΠ 2/2008). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αρ.6 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: 1) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, και 3) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει.

Τέλος ,ο από την διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώληση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού εκθέτει την διαδικαστική πορεία της ασκηθείσας κατ' αυτού από την αναιρεσίβλητη ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, καθώς και ολόκληρο το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδίδει σε αυτή τις παρακάτω αναιρετικές πλημμέλειες: 1) Με το να δεχτεί "ότι στο πλαίσιο αναδασμού που έλαβε χώρα, δυνάμει του υπ'αρίθμ.

… παραχωρητηρίου της Νομαρχίας Μαγνησίας, νόμιμα μεταγεγραμμένου, περιήλθε στην αντίδικο ο γεωργικός κλήρος με αριθμό τεμαχίου …, εκτάσεως … τ .μ., ότι με τον αναδασμό χορηγήθηκε στην αναιρεσίβλητη ο ίδιος ακριβώς αγρός που είχε αποκτήσει με συμβόλαιο και, μάλιστα, σε έκταση λίγο μεγαλύτερη κατά … τ.

μ. και ότι, κατά συνέπεια, η αντίδικος κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου" και με το να απορρίψει την έφεσή του και τους κατ' ιδίαν αυτής λόγους: α) παρά το νόμο (ΚΠολΔ 560 αρ.1) ψευδώς, αλλιώς, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αντίστοιχες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (ΑΚ 974, 976, 1033, 1045, 1051, 1094) και β) παρά το νόμο (ΚΠολΔ 560 αρ.6) στερείται νόμιμης βάσης, αφού περιέλαβε παντελώς αόριστες, ασαφείς, ανεπαρκείς, αντιφατικές αιτιολογίες. 2)Με το να στηρίξει την κρίση της περί κυριότητας της αντιδίκου επί του επιδίκου ακινήτου σε διαφορετική βάση και αίτημα από εκείνη που προτάθηκαν στην ένδικη αγωγή και, συγκεκριμένα, σε πρωτότυπο και όχι σε παράγωγο τρόπο κτήσεως αυτής:

α) παρά το νόμο (ΚΠολΔ 560 αρ.1) ψευδώς, αλλιώς, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αντίστοιχες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (ΑΚ 974, 976, 1033, 1045, 1051, 1094), ενώ συνάμα β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αντίδικο και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΚΠολΔ 560 αρ.5), 3)Με το να αγνοήσει αυτοτελή, καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος) και συνάμα λόγο έφεσης (που καθιστούσε αβάσιμη στην ουσία την ένδικη αγωγή) ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης απόκτηση το μεν ακινήτου εκτάσεως … τ.μ.

με βάση παράγωγο τρόπο, το δε αγροτεμαχίου εκτάσεως … τ.μ. δυνάμει πρωτοτύπου τρόπου δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα του επιδίκου και, ακολούθως με το να απορρίψει την ένδικη έφεση και τους κατ' ιδίαν αυτής λόγους και αιτιάσεις: α) παρά το νόμο (560 αρ.1 ΚΠολΔ) ψευδώς, αλλιώς, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αντίστοιχες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1033, 1045, 1051 και 1094 του ΑΚ, β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (αριθ. 5 περ.

β' άρθρου 560 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο, δεδομένου ότι η αναίρεση στρέφεται κατ' απόφασης Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε έφεση κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου), και γ) στερείται νόμιμης βάσης, αφού περιέλαβε παντελώς αόριστες, ασαφείς, ανεπαρκείς, αντιφατικές αιτιολογίες. 4) Με το να απορρίψει το λόγο εφέσεως, ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου με πρωτότυπο και όχι με παράγωγο τρόπο, με την αιτιολογία ότι ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή αγωγικής βάσης:

α) παρά το νόμο (ΚΠολΔ 560 αρ. 1) ψευδώς, αλλιώς, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αντίστοιχες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, β) παρά το νόμο (ΚΠολΔ 560 αρ.5 παρ.β' και όχι 559 αρ.8 περ. β' που από παραδρομή αναγράφεται) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και γ)στερείται νόμιμης βάσης, αφού περιέλαβε παντελώς αόριστες, ασαφείς, ανεπαρκείς, αντιφατικές αιτιολογίες. 5)Με το να επιδικάσει σε βάρος του αναιρεσείοντος και όχι εξ ολοκλήρου στην αντίδικο την από 600 ευρώ δικαστική δαπάνη, παρά το νόμο εσφαλμένα ερμήνευσε και τον εφάρμοσε.

Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι: Α) Οι με στοιχ.1α, 2α, 3α, 4α και 5, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των επικαλουμένων ουσιαστικών διατάξεων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ούτε μνημονεύονται, ως προς τους υπ'αριθ.4α και 5 λόγους οι διατάξεις που παραβιάστηκαν.

Β) Οι με στοιχ. 1β, 2β, 3γ, και 4γ από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ περί ελλείψεως νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν εξειδικεύεται το σφάλμα αυτής, δηλαδή, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται για να μην είναι ανεπαρκείς οι αιτιολογίες, και ποίες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει, και Γ) οι με στοιχ. 3β και 4β από τον αριθμό 5 περ.

β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ περί της παρά τον νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων προταθέντων από τον αναιρεσείοντα και εχόντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αβάσιμοι, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής και συνομολογεί ο αναιρεσείων, έλαβε υπόψη τους λόγους εφέσεως του τελευταίου, με τους οποίους προέβαλε τους ως άνω εκτιθέμενους ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ' ουσία, και Δ) ο με στοιχ. 2β από τον αριθμ.5 περ.

α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ της παρά τον νόμο λήψεως υπόψη ανύπαρκτης βάσης της ένδικης αγωγής και, ειδικότερα, αυτής περί κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου από την αντίδικο με παράγωγο τρόπο ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη στηριζόταν και σε παράγωγο τρόπο.

Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του καταθέσαντος αυτό αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Ιουλίου 2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 21/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ