Supreme Court allows appeal against labor accident compensation due to conflicting lower court reasoning on causation.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a worker's death from lung cancer. The lower court inconsistently denied a link between workplace conditions and initial diseases while later suggesting those conditions caused the cancer, despite the worker's smoking history. The Court found these contradictory reasons and insufficient evidence of negligence made the lower court's application of law erroneous, necessitating a remand for retrial.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 1 of Law 551/1915; Art. 288, 662, 914, 932 of the Civil Code; Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure: When a lower court's reasoning regarding the causation of a work-related injury is contradictory or insufficiently substantiated, the Supreme Court must allow the appeal and remand the case for retrial.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 981 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 981/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προε- δρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Σοφία Καρυστηναίου και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαϊου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού"-"ΔΕΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κώστα Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις. .
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1.Μ. χας Σ. Β., 2.Γ. Σ. Β., 3.Γ. Σ. Β., κατοίκων απάντων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά η 1η δια οι 2η και 3ος της πληρεξούσιας δικηγόρου Αρτεμισίας Δρούγα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 357/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3818/2014 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 23-10-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη, ανέγνωσε την από 28-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί ο πρώτος λόγος και να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της από 23-10-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ 3818/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α' ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν με τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε μ' αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής.
Θα πρέπει, δηλαδή, αφ' ενός το αίτιο, στο οποίο οφείλεται η βλάβη, να μην ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και αφ' ετέρου η βλάβη να μην μπορούσε να επέλθει χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της (ΟλΑΠ 1287/1986). Τούτο συμβαίνει είτε όταν κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφώθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες, που δεν είναι συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της, είτε όταν η απασχόληση του εργαζόμενου εξακολούθησε, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, αφού στην τελευταία περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας έτσι, ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζόμενου (ΑΚ 662), δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχολήσεως του ασθενούντος εργαζόμενου και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, παρότι γνωρίζει την εκδήλωση της νόσου, οι συνθήκες παροχής της εργασίας του καθίστανται εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι το χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος (ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1690/2013, ΑΠ1401/2013).
Στην τελευταία περίπτωση, επομένως, βασική προϋπόθεση για τη μετατροπή των κανονικών συνθηκών εργασίας σε ασυνήθιστες και εξαιρετικά δυσμενείς μετά την εκδήλωση της νόσου του εργαζόμενου, είναι η παραβίαση της έναντι αυτού υποχρεώσεως πρόνοιας του εργοδότη και γι' αυτό ακριβώς δεν υπάρχει τέτοια παραβίαση και, συνακόλουθα, εργατικό ατύχημα με την παραπάνω έννοια, όταν ο εργοδότης δεν γνωρίζει, ούτε αγνοεί υπαίτια, ότι ο εργαζόμενος είναι ασθενής και γενικότερα ότι η κατάσταση της υγείας του δεν επιτρέπει την εξακολούθηση της απασχολήσεώς του.
Περαιτέρω, επί θανατώσεως εργάτη ή υπαλλήλου εξαιτίας εργατικού ατυχήματος σε επιχειρήσεις του άρθρου 2 του κ.ν. 551/1915, η αξίωση των μελών της οικογένειας του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης, κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (ΑΚ 914, 922 και 932) εις τρόπον ώστε, για τη θεμελίωσή της, να απαιτείται πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, το οποίο (πταίσμα) μπορεί να συνίσταται και σε αμέλεια του εργοδότη ή των προστηθέντων του, υφιστάμενο όταν ο εργοδότης ή οι υπ' αυτού προστηθέντες παρέλειψαν την επιμέλεια που αν κατέβαλαν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου της δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.
2.Επειδή, πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφάλειας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ.
Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν οι εργοδότες, καθορίζονται ειδικότερα: Α) με το π.δ. 17/1996 ''Μέτρα ασφάλειας - υγείας εργαζομένων για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περί της ασφάλειας και υγιεινής των εργαζομένων προς τις διατάξεις των Οδηγιών 89/391/ΕΟΚ της 12-6-1989 και 91/383/ΕΟΚ της 25-6-1991'', το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.
Στο άρθρο 7 του εν λόγω π.δ. ορίζονται, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα: 1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια των τρίτων. [...]. 6. Ο εργοδότης υποχρεούται: α) [...], γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, δ) να γνωστοποιεί στους εργαζόμενους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους, [...]. 7.
Ο εργοδότης εφαρμόζει τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου βάσει των ακόλουθων γενικών αρχών πρόληψης: α) αποφυγή των κινδύνων, [...], γ) προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο, ειδικότερα όσον αφορά τη διαμόρφωση των θέσεων εργασίας, καθώς και την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας, [...], θ) παροχή των κατάλληλων οδηγιών στους εργαζόμενους.
Β) Με το π.δ. 307/1986 ''Προστασία της Υγείας Εργαζομένων κατά χημικών παραγόντων'', το οποίο, επίσης, εφαρμόζεται σε όλες τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 1 του ν. 1568/1985 για την ''Υγιεινή και Ασφάλεια των Εργαζομένων'', το οποίο, στο άρθρο 4, ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να παίρνει όλα τα απαραίτητα μέτρα του άρθρου 26 του ν. 1568/1985, ώστε να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται η έκθεση των εργαζομένων σε χημικούς παράγοντες, όσο είναι πρακτικά δυνατόν και στο παράρτημα του π.δ.
αυτού καθορίζονται οι αρχές που πρέπει να ακολουθούνται για τον προσδιορισμό της φύσης και του επιπέδου έκθεσης των εργαζομένων σε χημικούς παράγοντες. Γ) Με το π.δ. 399/1994 ''Προστασία Εργαζομένων από καρκινογόνους παράγοντες'', που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία του Συμβουλίου 90/394/ΕΟΚ, το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας στον οποίο κατατάσσονται και έχει ως αντικείμενο την πρόληψη των κινδύνων που προέρχονται ή μπορούν να προέλθουν από την έκθεση κατά την εργασία σε καρκινογόνους παράγοντες, καθώς και την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων από αυτούς τους κινδύνους.
Στο άρθρο 5 περ. θ', ι' και ιβ' του ως άνω π.δ. ορίζεται ότι ο εργοδότης οφείλει να ενημερώνει τους εργαζόμενους, να οριοθετεί τις επικίνδυνες ζώνες με τη χρήση κατάλληλων σημάτων προειδοποίησης και ασφάλειας και να χρησιμοποιεί μέσα για την ασφαλή αποθήκευση των καρκινογόνων παραγόντων. Περαιτέρω, στο άρθρο 10 παρ.2 του ίδιου π.δ., ορίζεται ότι ο εργοδότης πρέπει να παρέχει στους εργαζόμενους κατάλληλο προστατευτικό ιματισμό ή άλλο κατάλληλο ειδικό ιματισμό, ενώ στο άρθρο 11 παρ.1εδ α' και β' ορίζεται ότι εάν τα αποτελέσματα της εκτίμησης που αναφέρονται στο άρθρο 3 καταδεικνύουν κίνδυνο για την υγεία ή την ασφάλεια των εργαζομένων, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση:
α) Να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες γιατρού εργασίας, όπως αυτός ορίζεται στο ν. 1568/1985, ανεξάρτητα από τον αριθμό εργαζομένων στην επιχείρηση και β) Να εξασφαλίζει, σύμφωνα με τις υποδείξεις του γιατρού εργασίας, ότι κάθε εργαζόμενος πριν από την έκθεση και στη συνέχεια σε τακτά χρονικά διαστήματα, υπόκειται σε ιατρική εξέταση για την εκτίμηση της κατάστασης της υγείας του και Δ) Με το π.δ. 396/1994 ''Ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας για τη χρήση από τους εργαζόμενους εξοπλισμών ατομικής προστασίας κατά την εργασία σε συμμόρφωση προς την Οδηγία του Συμβουλίου 89/656/ΕΟΚ'', το οποίο, στο άρθρο 3, ορίζει ότι οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας πρέπει να χρησιμοποιούνται, εφόσον οι κίνδυνοι δεν είναι δυνατό να αποφευχθούν ή να περιορισθούν επαρκώς με τεχνικά μέσα ή μέσα συλλογικής προστασίας ή με τα μέτρα, μεθόδους ή διαδικασίες οργάνωσης της εργασίας και στο άρθρο 4 παρ.1 ότι οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας πρέπει να είναι κατάλληλοι για τους κινδύνους που πρέπει να προλαμβάνονται και να μη συνεπάγεται η χρήση τους νέους κινδύνους, ενώ στην παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ο εργοδότης ενημερώνει εκ των προτέρων τους εργαζόμενους σχετικά με τους κινδύνους, από τους οποίους τους προστατεύει ο εξοπλισμός ατομικής προστασίας.
3.Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 16 του ν. 551/1915, 914, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 111 παρ.2, 118 αρ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από θανάτωση προσώπου σε εργατικό ατύχημα, εξαιτίας του οποίου οι ενάγοντες, μέλη της οικογενείας του, υπέστησαν ψυχικό πόνο και στενοχώρια, πρέπει να εκτίθεται σ' αυτή (αγωγή) ο βαθμός συγγένειας των εναγόντων με το θανατωθέντα εργαζόμενο, η ύπαρξη εργασιακής σχέσεως μεταξύ αυτού και του υπόχρεου, η βλάβη του σώματος ή της υγείας και ο απ' αυτές θάνατος του εργαζόμενου, η επέλευση του ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, η απόδοση του ατυχήματος σε πταίσμα, ήτοι οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του και, στην περίπτωση της ειδικής αμέλειας, η μη τήρηση των ειδικών διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων και ότι το ατύχημα δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της.
Ειδικότεροι προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης του υπαιτίου, η ηλικία του θανόντος και των συγγενών του θανόντος εργαζόμενου κλπ, δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί αυτών διατάσσεται απόδειξη, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 732/2013, ΑΠ 242/2008).
4.Επειδή, από την παραδεκτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση της από 13-6-2005, ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι σε αυτή εκτίθενται τα εξής: Ότι ο Σ. Β., σύζυγος της πρώτης από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους και πατέρας των λοιπών, είχε προσληφθεί κατά το έτος 1985 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως φύλακας σε αποθήκες της τελευταίας, στον Ασπρόπυργο Αττικής, όπου φυλάγονται παλαιοί μετασχηματιστές εμποτισμένοι με πολυχρωριωμένα διφαινύλια (PCBs) με την εμπορική ονομασία "κλοφέν" και μεγάλες ποσότητες ξύλινων στύλων, που είναι εμποτισμένοι με την καρκινογόνο ουσία "κρεόζωτο", καθώς και βαρέλια με ορυκτέλαια, ήτοι ουσίες οι οποίες έπεφταν στο έδαφος και με τις οποίες ερχόταν σε επαφή οι εργαζόμενοι.
Ότι ο ανωτέρω εργαζόμενος, τέσσερα έτη μετά την πρόσληψή του, νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο ''ΣΩΤΗΡΙΑ'' για αυτόματο πνευμοθώρακα και κατά τα έτη 1990 και 1991 χρειάσθηκε εκ νέου θεραπεία για πνευμοθώρακα και, τελικά, υποβλήθηκε σε θωρακοτομή. Ότι την 23-4-2002 νοσηλεύτηκε στο ίδιο νοσοκομείο για πνευμονική φυματίωση και μετά την έξοδό του από αυτό ακολούθησε αντιφυματική αγωγή μέχρι την 12-12-2002.
Ότι, ακολούθως, νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο ''ΘΡΙΑΣΙΟ'', όπου διαγνώστηκε καρκίνος του πνεύμονα με δευτεροπαθείς εγκεφαλικές μεταστάσεις και υποβλήθηκε σε 20 συνεδρίες ακτινοβολίας και, στη συνέχεια, την 21-2-2004 εισήχθη στο νοσοκομείο ''ΣΩΤΗΡΙΑ'' λόγω σοβαρής αναπνευστικής ανεπάρκειας, όπου και απεβίωσε την επόμενη ημέρα.
Ότι η εναγομένη, αν και γνώριζε την κατάσταση της υγείας του θανόντος από τα αναφερόμενα πιστοποιητικά που της είχε προσκομίσει, απέρριψε τις κατά καιρούς αιτήσεις αυτού για αλλαγή εργασιακής θέσης, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του. Ιστορείται, περαιτέρω, στην ένδικη αγωγή ότι δεν είχε ενημερωθεί ο θανών για το επικίνδυνο των ουσιών που περιείχοντο στα υλικά που αποθηκεύονταν στην παραπάνω αποθήκη.
Ότι δεν υπήρχε στο χώρο εργασίας υπεύθυνος υγιεινής και ασφάλειας, προκειμένου να προβαίνει στους σχετικούς ελέγχους και ότι δεν ελέγχθηκε ποτέ ο θανών, όσο ζούσε, από γιατρό εργασίας. Ότι καθ' όλο το διάστημα εργασίας του συγγενούς των εναγόντων δεν έγιναν από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης μετρήσεις, για να διαπιστωθεί έγκαιρα τυχόν επίδραση των ως άνω καρκινογόνων ουσιών στον οργανισμό αυτού.
Ότι τα ανωτέρω αντικείμενα (μετασχηματιστές, κολώνες, βαρέλια κλπ) δεν τοποθετούνταν σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους, αλλά αντίθετα ήσαν στο έδαφος ελεύθερα και χύδην και έτσι οι εργαζόμενοι στο χώρο των αποθηκών, οι οποίοι ουδέποτε εφοδιάστηκαν με προστατευτικό ατομικό εξοπλισμό εργασίας, έρχονταν σε άμεση επαφή με τις καρκινογόνες ουσίες "κλοφέν", αμίαντο και "κρεόζωτο".
Ότι ο θάνατος του συγγενούς των εναγόντων οφείλεται σε αμέλεια των διοικήσεων της εναγομένης και των προστηθέντων από αυτήν προσώπων, τα οποία δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη επιμέλεια, ώστε να προστατεύσουν την υγεία των εργαζομένων στην αποθήκη αυτή. Με βάση το ιστορικό αυτό και ύστερα από παραδεκτό περιορισμό του αρχικού αιτήματος της αγωγής, οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης, ως εργοδότριας, να καταβάλει σε κάθε ένα από αυτούς το ποσό των 350.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του συζύγου και πατέρα αυτών, αντίστοιχα, ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν ηλικίας 44 ετών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή κρίθηκε, όπως και πρωτοδίκως, ορισμένη και, αντίστοιχα, απορρίφθηκε ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός της εναγομένης, εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, τον οποίο είχε προτείνει πρωτοδίκως, αλλά και με λόγο έφεσης.
5. Επειδή, με την κρίση αυτή, το Εφετείο Αθηνών ορθώς εφάρμοσε στις διατάξεις των άρθρων 299, 914, 922, 926 και 932 ΑΚ και υπήγαγε σ' αυτές το ως άνω περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, στο οποίο, σύμφωνα με τα όσα έχουν ήδη εκτεθεί (βλ. παραπάνω, ιδίως αρ.3), υπάρχουν όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για την ιστορική της θεμελίωση.
Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ή, άλλως, αρ.14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων και αυτής του άρθρου 216 ΚΠολΔ, στην αγωγή δεν αναφέρεται: α) αν οι επιβλαβείς ουσίες που επικαλούνται στην αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι υπήρχαν σε ποσότητες ανώτερες ή κατώτερες των επιτρεπομένων ορίων, β) με ποιο τρόπο επήλθε η βλάβη της υγείας του θανόντος, δηλαδή μέσω εισπνοών, δερματικής επαφής ή καταπόσεως και από ποια, συγκεκριμένα, ουσία, γ) με ποιο τρόπο επήλθε η προσβολή του θανόντος, δεδομένου ότι αν η ουσία είναι μη πτητική, όπως το "κλοφέν", δεν νοείται προσβολή παρά μόνο μέσω δερματικής επαφής, ενώ αν η ουσία είναι πτητική, όπως το "κρεόζωτο", η προσβολή γίνεται με εισπνοή σε μεγάλες ποσότητες, δ) με ποιο τρόπο η παρουσία του εργαζόμενου στον τόπο εργασίας οδήγησε σε εμφάνιση νέας ασθένειας, διαφορετικής από εκείνη από την οποία έπασχε μέχρι τότε και ε) η ηλικία των τέκνων του θανόντος, δηλαδή της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων, ήτοι περιστατικά τα οποία ήταν δυνατό να συμπληρωθούν ή αναλυθούν κατά την αποδεικτική διαδικασία, είναι αβάσιμος.
6. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία- ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το δε κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006).
7. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι ο Σ. Β., σύζυγος της πρώτης και πατέρας των δεύτερης και τρίτου από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, την 10-3-1983, είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα επιχείρηση ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), προκειμένου να απασχοληθεί ως προσωπικό ασφαλείας στη Διεύθυνση Προσωπικού/ Τομέας Ασφαλείας Εγκαταστάσεων και από 1-10-1987 μετατέθηκε στον Τομέα Υποστήριξης της ΔΠΑ και τοποθετήθηκε ως φύλακας στην Αποθήκη Ασπροπύργου, όπου και εργάσθηκε μέχρι την 22-1-2004, με εξαίρεση το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο 2000 έως και την 16-1-2002, κατά το οποίο η ως άνω αποθήκη φυλασσόταν από ιδιωτική εταιρεία, οπότε αυτός απασχολήθηκε στη φύλαξη του κτιρίου της ΔΠΑ, επί της οδού ..., στο κέντρο των Αθηνών.
Ότι κατά την πρόσληψή του ήταν ηλικίας 23 ετών (έτος γεννήσεως 1960) και απολύτως υγιής. Ότι το έτος 1989 νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο "Σωτηρία" για αυτόματο πνευμοθώρακα, ενώ τα έτη 1990 και 1991 χρειάσθηκε εκ νέου θεραπεία για πνευμοθώρακα και κατόπιν σύστασης των θεραπόντων ιατρών του υποβλήθηκε σε θωρακοτομή.
Ότι την 23-4-2002 παρουσίασε πνευμονική φυματίωση, για την οποία νοσηλεύθηκε στο ως άνω Νοσοκομείο από 23-4-2002 μέχρι 4-5-2002 και στη συνέχεια ακολούθησε αντιφυματική αγωγή μέχρι 12-12-2002. Ότι το Νοέμβριο του έτους 2003 νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο "Θριάσιο" με δεξιά πυραμιδική συνδρομή, η οποία οδήγησε στη διάγνωση καρκίνου του πνεύμονα με εγκεφαλικές μεταστάσεις.
Ότι ακολούθως υποβλήθηκε σε είκοσι (20) συνεδρίες ακτινοβολίας στο Νοσοκομείο "Μεταξά", ενώ την 21-1-2004, λόγω σοβαρής αναπνευστικής ανεπάρκειας, εισήχθη στο Νοσοκομείο "Σωτηρία", στο οποίο και απεβίωσε την 22-1-2004. Ότι στην πιο πάνω αποθήκη, στην οποία εργαζόταν ο Σ. Β., ως φύλακας, η ΔΕΗ είχε εναποθέσει, μεταξύ άλλων, ηλεκτρικούς πίνακες και οικίσκους διανομής, μετασχηματιστές και πυκνωτές, καθώς και στύλους, τόσο ξύλινους, όσο και τσιμεντένιους.
Ότι από τα παραπάνω υλικά οι ξύλινοι στύλοι της ΔΕΗ είχαν εμποτιστεί με υγρά συντηρητικά ξύλου (κρεοζωτέλαιο), που περιέχουν κρεζόλες, φαινόλες και κυρίως ΡΑΗS (Πολυκυκλικούς Αρωματικούς Υδρογονάνθρακες), προκειμένου να αποκτήσουν μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο, αλλά και να αντιμετωπισθούν βακτηρίδια καθώς και μικροοργανισμοί που εισχωρούν στο ξύλο και το διαβρώνουν.
Ότι ο εμποτισμός των στύλων από τους προμηθευτές γίνεται στις εγκαταστάσεις με υλικό που προβλέπει η ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία. Ότι, ωστόσο, κατά τη διάρκεια της αποθήκευσης των στύλων στην αποθήκη σε ορισμένες περιπτώσεις σημειώνεται μικρή εξάτμιση πτητικών κλασμάτων από το σώμα των στύλων και στη συνέχεια συμπύκνωση αυτών, με αποτέλεσμα να υπάρχουν ρυπασμένες επιφάνειες εδάφους κάτω από τους αποθηκευμένους στύλους, ενώ το μίγμα των χημικών εμποτισμού είναι στην πλειονότητά του μη υδατοδιαλυτό ή με πολύ μικρή υδατοδιαλυτότητα, αναμένοντας τη μικρή εισχώρηση των χημικών στο έδαφος.
Ότι το κρεοζωτέλαιο εμποτισμού των ξύλινων στύλων της ΔΕΗ κατατάσσεται ως επικίνδυνο απόβλητο, ενώ το κρεόζωτο κατατάσσεται στην κατηγορία Α2 (Ομάδα 2Α ύποπτο ως καρκινογόνο για τον άνθρωπο), δεδομένου ότι μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο συκώτι και στα νεφρά και εξασθένηση του ανοσοποιητικού συστήματος, καθώς και καρκίνο του δέρματος.
Ότι τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια (ΡCΒs) με τις εμπορικές ονομασίες "κλοφέν" κλπ συγκαταλέγονται στη λίστα των τοξικών και επικίνδυνων ουσιών και η χρήση τους έχει απαγορευθεί στην ΕΕ από το έτος 1976. Ότι η Ελλάδα, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 76/403/ΕΟΚ, έχει εκδώσει την ΚΥΑ 72751/3054/1985, η οποία αντικαταστάθηκε από την ΚΥΑ 13588/725/2006 για τα τοξικά και επικίνδυνα απόβλητα και εξάλειψη των ΡCΒs και οι υπάρχουσες σήμερα στην Ελλάδα ποσότητες βρίσκονται σε συσκευές κλειστού κυκλώματος, κυρίως σε μετασχηματιστές και πυκνωτές, σημαντικός κάτοχος των οποίων είναι η ΔΕΗ, σύμφωνα δε με τα προβλεπόμενα στην εθνική και κοινοτική νομοθεσία η καταληκτική ημερομηνία διάθεσής τους είναι το τέλος του έτους 2010.
Ότι τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια μπορεί να έχουν βραχείες ή χρόνιες επιδράσεις στον άνθρωπο. Ότι η έκθεση σε ατμούς από πολυχλωριωμένα διφαινύλια προκαλεί ερεθισμούς στα μάτια, τη μύτη και το λαιμό, ενώ υψηλές συγκεντρώσεις των ατμών αυτών επιδρούν και στο συκώτι, απορροφώνται απευθείας από τους πνεύμονες, το γαστρεντερικό σύστημα και το δέρμα, μακροπρόθεσμα δε αναφέρεται ότι προκαλούν καρκίνο, μείωση του ΙQ και δυσλειτουργία διαφόρων οργάνων του σώματος.
Ότι το "κλοφέν" (ΡCΒs), όπως και το κρεόζωτο, κατατάσσεται στην κατηγορία Α2 (Ομάδα 2Α ύποπτο ως καρκινογόνο για τον άνθρωπο). Ότι, από το από 30-5-2005 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ προκύπτει ότι η αποθήκη της ΔΕΗ στον Ασπρόπυργο δεν είχε άδεια λειτουργίας, δεν διέθετε έγκριση περιβαλλοντικών όρων, κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας, δεν διέθετε, επίσης, άδεια διαχείρισης και διάθεσης στερεών αποβλήτων, επιπρόσθετα δε η διαχείριση των χρησιμοποιημένων ελαίων των μετασχηματιστών, καθώς και των ίδιων των παλαιών μετασχηματιστών, δεν γινόταν σύμφωνα με την κείμενη περιβαλλοντική νομοθεσία, ενώ σε διάφορα σημεία του γηπέδου της αποθήκης υπήρχαν αποθέσεις βαρελιών με περιεχόμενο χρησιμοποιημένο ορυκτέλαιο με εμφανή σημάδια διαρροών από αυτά, κατά παράβαση του π.δ. 82/2004.
Ότι, ενόψει των προεκτεθέντων, η συγκεκριμένη αποθήκη παρουσίαζε προβλήματα μικρών διαρροών ΡCΒs από μετασχηματιστές και πυκνωτές, ορυκτελαίων και κρεοζωτελαίου από την εναπόθεση ξύλινων κολώνων της ΔΕΗ. Ότι, ειδικότερα, σύμφωνα και με την από 7-2-2007 Μελέτη Προσδιορισμού Υπολειμμάτων Επικίνδυνων Ουσιών σε χρησιμοποιηθέντες στύλους των Αποθηκών της ΔΕΗ στον Ασπρόπυργο του Πανεπιστημίου Αθηνών (Εργαστήριο Χημείας Περιβάλλοντος), δηλαδή τρία χρόνια περίπου μετά το θάνατο του Σ.
Β., διαπιστώνεται ότι η μέγιστη συγκέντρωση των συνολικών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων ανέρχεται στα 3346 ppm, δηλαδή 335% πάνω από τη μέγιστη επιτρεπόμενη οριακή συγκέντρωση των 1000 ppm, ενώ η μέση συγκέντρωση είναι 1912 ppm, δηλαδή περίπου 200% πάνω από τη μέγιστη επιτρεπόμενη οριακή συγκέντρωση των 1000 ppm, δηλαδή σχεδόν διπλάσια της μέγιστης επιτρεπόμενης τιμής.
Ότι, κατόπιν των παραπάνω, αποδεικνύεται ότι στο χώρο που εργαζόταν ο θανών υπήρχαν ρύποι από "κλοφέν", ορυκτέλαια και κυρίως ρύποι από κρεοζωτέλαιο συνολικά, ως συγκέντρωση, πέραν των επιτρεπόμενων ορίων. Ότι, επομένως, λαμβάνοντας υπόψη και τη διαρκή εναπόθεση ξύλινων φρεσκοεμποτισμένων με κρεοζωτέλαιο στύλων της ΔΕΗ, οι πιο πάνω τοξικές ουσίες, δρώντας αθροιστικά, διαχέονταν στην ατμόσφαιρα της αποθήκης και θα μπορούσαν να εισέλθουν στον ανθρώπινο οργανισμό, τόσο με την εισπνοή, όσο και, ενδεχομένως, με σωματική επαφή, διότι, όπως αποδείχθηκε, οι εργαζόμενοι φύλακες δεν διέθεταν τα απαραίτητα προστατευτικά μέτρα (ρούχα, γάντια, μάσκες) καθώς και μέσα υγιεινής και καθαριότητας, αν και ο θανών, λόγω της ιδιότητάς του ως φύλακας, δεν ερχόταν σε επαφή με τις ως άνω βλαπτικές ουσίες, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η ΔΕΗ.
Ότι, πνευμοθώρακας είναι η παρουσία αέρα στην υπεζωκοτική κοιλότητα, ενώ κάθε πνευμοθώρακας που συμβαίνει με απουσία τραύματος ονομάζεται αυτόματος. Ότι η φυματίωση είναι λοιμώδες μεταδοτικό νόσημα και η πνευμονική φυματίωση είναι η πιο ενδιαφέρουσα μορφή της νόσου. Ότι οι παράγοντες που σχετίζονται με την ανάπτυξη φυματιώδους νόσου είναι, μεταξύ άλλων, και οι περιβαλλοντικοί (διατροφή, εργασία, συνθήκες ζωής), δεν είναι ασυνήθιστο δε να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο η φυματίωση με τον βρογχογενή καρκίνο.
Ότι το κάπνισμα αποτελεί το βασικότερο εξωγενή παράγοντα πρόκλησης του καρκίνου του πνεύμονα, ενώ οι καρκινογόνες ουσίες του επαγγελματικού περιβάλλοντος έχουν πολλαπλασιαστική αλληλεπίδραση με το κάπνισμα. Ότι, περαιτέρω, τόσο ο αυτόματος πνευμοθώρακας όσο και η πνευμονική φυματίωση, ασθένειες από τις οποίες είχε προσβληθεί, όπως προαναφέρθηκε, ο θανών, δεν μπορούν να αποδοθούν στο εργασιακό του περιβάλλον, ενώ όσον αφορά στον καρκίνο του πνεύμονα, από τον οποίο, επίσης, προσεβλήθη και τελικά απεβίωσε ο Σ.
Β., δεν μπορεί να τεκμηριωθεί απόλυτα, άλλα ούτε και να αποκλεισθεί, αν προκλήθηκε ή όχι από το εργασιακό του περιβάλλον Ότι, εν τούτοις, η εργασία - παραμονή ενός εργαζόμενου με βεβαρημένο ιστορικό σε περιβάλλον με βλαπτικούς παράγοντες, όπως αυτοί που προαναφέρθηκαν και, μάλιστα, σε συγκεντρώσεις πέραν των επιτρεπόμενων για τον ανθρώπινο οργανισμό ορίων, συμβάλλουν αποφασιστικά στην επιδείνωση ή και εμφάνιση νέων νοσηρών καταστάσεων και πάντως σε καμία περίπτωση δεν διευκολύνουν την ήδη επιβαρημένη υγεία του εργαζόμενου.
Ότι το βέβαιο είναι ότι αν είχαν γίνει δεκτές οι αιτήσεις του θανόντος για αλλαγή εργασιακής θέσεως, που είχε υποβάλει δύο φορές στα αρμόδια όργανα της ΔΕΗ και συγκεκριμένα για πρώτη φορά το έτος 1990, μετά την εκδήλωση του αυτόματου πνευμοθώρακα και για δεύτερη φορά το έτος 2000, θα είχε καθυστερήσει η εξέλιξη της νόσου, δεδομένου ότι ο Σ.
Β. είχε ιδιαίτερα επιβαρημένο αναπνευστικό σύστημα, αφενός λόγω της καπνιστικής του συνήθειας και αφετέρου λόγω του ιστορικού του με πνευμονική φυματίωση και δύο επεισόδια αυτόματου πνευμοθώρακα. Ότι, παρά ταύτα, τα αρμόδια όργανα της ΔΕΗ, αν και ενήμερα του ανωτέρω προβλήματος υγείας, που αντιμετώπιζε ο Σ.
Β., απέρριψαν τις πιο πάνω αιτήσεις του και συνέχισαν να τον απασχολούν στο ίδιο εργασιακό περιβάλλον, όπως και πριν την εκδήλωση της ασθένειάς του, χωρίς να λάβουν κάποια πρόνοια, όπως είχαν υποχρέωση από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 288 και 662 ΑΚ, με τις οποίες θεσπίζεται υποχρέωση του εργοδότη να ρυθμίζει τα της εργασίας εκάστου μισθωτού κατά τρόπο που να προστατεύει την υγεία και τη ζωή αυτού.
Ότι με βάση τα παραπάνω περιστατικά η ασθένεια του Σ. Β., δηλαδή ο καρκίνος του πνεύμονα, η οποία επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας του και συνδέεται αιτιωδώς μ' αυτή και, τελικά, είχε ως αποτέλεσμα το θάνατό του, συνιστά εργατικό ατύχημα, διότι προκλήθηκε από γεγονός αιφνίδιο και απρόβλεπτο και δεν οφείλεται σε βαθμιαία και προοδευτική εξασθένηση και φθορά του οργανισμού του από τη φύση και το είδος της εργασίας του και των σύμφυτων προς την εργασία αυτή δυσμενών επαγγελματικών όρων, αφού οι δυσμενείς αυτοί όροι μπορούσαν να αποφευχθούν, αν η διοίκηση της ΔΕΗ και τα προστηθέντα από αυτή όργανα διεύθυνσης της Αποθήκης του Ασπροπύργου είχαν φροντίσει να λάβουν τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας των εργαζομένων, Ότι, αντιθέτως, η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε αμέλεια της διοίκησης της εργοδότριας εταιρείας και των προστηθένων από αυτή οργάνων διεύθυνσης της Αποθήκης του Ασπροπύργου, η οποία (διοίκηση) δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια για διαρρύθμιση των σχετικών με την εργασία και το χώρο, ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία των εργαζομένων.
Ότι, επιπρόσθετα, η μετά την εκδήλωση της αρχικής νόσου (αυτόματος πνευμοθώρακας και φυματίωση) του εργαζόμενου εξακολούθηση της απασχολήσεώς του υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας, παρά τη γνωστοποίησή της στα αρμόδια όργανα της ΔΕΗ και τις περισσότερες από μία αιτήσεις αυτού για μετακίνηση σε διαφορετική θέση εργασίας, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της (εκδήλωση καρκίνου), μετέτρεψαν τις συνθήκες παροχής της εργασίας, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθούν κανονικές, σε εξαιρετικά και ασυνήθιστα δυσμενείς και τους προσέδωσαν το χαρακτήρα βίαιου συμβάντος εξ αφορμής της εργασίας, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 551/1915.
Ότι η μεταβολή αυτή, οδήγησε αιτιωδώς στο μοιραίο αποτέλεσμα με ευθύνη του εργοδότη, ο οποίος οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας κατά τρόπο ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζόμενου και δεν μπορεί να αξιώσει την απασχόλησή του υπό τις ίδιες συνθήκες, οι οποίες, λόγω της νόσου του τελευταίου, καθίστανται ιδιαίτερα δυσμενείς.
Ότι όλοι οι ενάγοντες υπέστησαν, λόγω του θανάτου του Σ. Β., ψυχική οδύνη. Ότι ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, σύμφωνα με τις ως άνω συνθήκες του ατυχήματος, το βαθμό υπαιτιότητας (αμέλειας) των προστηθέντων της ΔΕΗ, το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα (θάνατος), την ηλικία του θανόντος, ο οποίος διένυε το 44ο έτος της ηλικίας του, το στενό συναισθηματικό σύνδεσμο των εναγόντων με το θανόντα, την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού άλγους των εναγόντων, την κοινωνική και οικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, θεωρούνται τα ποσά των 100.000 ευρώ για την πρώτη από τους ενάγοντες, σύζυγο του θανόντος και των 80.000 ευρώ για τον καθένα από τους δεύτερη και τρίτο από τους ενάγοντες, τέκνα του θανόντος.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή σε μεγαλύτερη έκταση, κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους ως χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη τα ανωτέρω χρηματικά ποσά.
8.Επειδή, έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα της από αδικοπραξία (αμέλεια) των αρμοδίων οργάνων και των προστηθέντων της αναιρεσείουσας επέλευσης εργατικού ατυχήματος, εξαιτίας αφ' ενός της μη λήψης των αναγκαίων και επιβαλλόμενων από το νόμο μέτρων ασφαλείας και αφ' ετέρου της μη μετακίνησης του παθόντος σε νέα θέση εργασίας, σε συνδυασμό με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων αυτών και του ένδικου εργατικού ατυχήματος, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του άνω συγγενούς των εναγόντων και καθιστούσε την αναιρεσείουσα υπόχρεη προς αποκατάσταση, με χρηματική ικανοποίηση, της ψυχικής οδύνης των εναγόντων, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτή ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν είναι ικανά για να ελεγχθεί αν οι αναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις εκείνων που εκπροσωπούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία και των υπ' αυτής προστηθέντων προσώπων στη διεύθυνση της αποθήκης του Ασπροπύργου, μπορούν να θεωρηθούν, συνολικά λαμβανόμενες, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, δηλαδή του θανάτου του Σ.
Β. από καρκίνο του πνεύμονα και δη ότι προκάλεσαν την προσβολή αυτή, έτσι ώστε να υπάρχει μεταξύ αυτών αιτιώδης συνάφεια, ως εκ του ότι οι πράξεις και παραλείψεις αυτών, υπό τους όρους υπό τους οποίους έλαβαν χώρα, ήταν ικανές, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και την κοινή πείρα και χωρίς τη μεσολάβηση έκτακτου και ασυνήθους περιστατικού, να επιφέρουν και επέφεραν πράγματι το πιο πάνω αποτέλεσμα.
Συγκεκριμένα, δεν αναφέρεται με σαφήνεια και πληρότητα αν μέχρι το χρόνο εμφάνισης του καρκίνου των πνευμόνων στον εργαζόμενο, συγγενή των αναιρεσίβλητων υπήρξε υπέρβαση του επιτρεπτού ορίου έκθεσης στον αέρα για το κρεόζωτο στον εργασιακό χώρο του θανόντος κατά τη διάρκεια της εργασίας του σε αυτόν, καθώς και στο έδαφος, όπου, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, σε ορισμένες περιπτώσεις σημειώνεται μικρή εξάτμιση πτητικών κλασμάτων από τους στύλους που αποθηκεύει η ΔΕΗ και στη συνέχεια γίνεται συμπύκνωση αυτών και ρύπανση του εδάφους της αποθήκης.
Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι διαπιστώθηκε υπέρβαση των ανώτατων ορίων των συνολικών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων τρία περίπου χρόνια μετά το θάνατο του Σ. Β. και ακολούθως, εντελώς αναιτιολόγητα, δέχεται υπέρβαση των εν λόγω ορίων καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του παραπάνω προσώπου στις αποθήκες του Ασπροπύργου.
Επίσης, δεν αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση αν απλά και μόνο η παρουσία του θανόντος στην αποθήκη, για την εκτέλεση των καθηκόντων του, συνεπαγόταν την έκθεσή του στους επικίνδυνους ρύπους, που αναλυτικά περιγράφει, εν όψει των παραδοχών αυτής ότι ο θανών δεν ερχόταν σε επαφή με τις βλαπτικές ουσίες "κλοφέν", κρεόζωτο και ορυκτέλαια.
Ως προς το ζήτημα αυτό, μάλιστα, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι σε άλλο σημείο της αναφέρεται ότι οι επικίνδυνοι ρύποι θα μπορούσαν να εισέλθουν στον ανθρώπινο οργανισμό με σωματική επαφή, χωρίς να αναφέρει αν η παροχή της εργασίας του θανόντος επέβαλε σ' αυτόν τέτοια επαφή.
Περαιτέρω, σε κανένα σημείο της προσβαλλόμενης δεν αναφέρεται με σαφήνεια και μάλιστα χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα), ότι πράγματι ο καρκίνος του πνεύμονα, που προκλήθηκε στο Σ. Β. και οδήγησε στο θάνατό του, ήταν αποτέλεσμα των αναφερόμενων στην απόφαση πράξεων και παραλείψεων των κατά τον κρίσιμο χρόνο εκπροσώπων της εναγομένης εργοδότριας και των υπ' αυτής προστηθέντων στη διεύθυνση της αποθήκης Ασπροπύργου.
Αντίθετα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι τόσο ο αυτόματος πνευμοθώρακας, όσο και η πνευμονική φυματίωση, ασθένειες από τις οποίες είχε προσβληθεί ο Σ. Β., δεν μπορούν να αποδοθούν στο εργασιακό του περιβάλλον, ότι το κρεοζωτέλαιο μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο συκώτι, στα νεφρά, εξασθένηση του ανοσοποιητικού συστήματος και καρκίνο του δέρματος (όχι, όμως, καρκίνο των πνευμόνων), ότι η έκθεση σε ατμούς από πολυχλωριωμένα διφαινύλια προκαλεί ερεθισμούς στα μάτια, στη μύτη και το λαιμό, υψηλές συγκεντρώσεις των ατμών αυτών επιδρούν στο συκώτι και απορροφώνται απευθείας από τους πνεύμονες, το γαστρεντερικό σύστημα και το δέρμα και μακροπρόθεσμα προκαλούν καρκίνο, στη συνέχεια δέχεται ότι ο καρκίνος του πνεύμονα, από τον οποίο επίσης προσεβλήθη και τελικά απεβίωσε αυτός, "δεν μπορεί να τεκμηριωθεί απόλυτα, αλλά ούτε και να αποκλεισθεί".
Ακολούθως, δέχεται το Εφετείο χωρίς επαρκείς, αλλά και με αντιφατικές αιτιολογίες, ότι αν είχαν γίνει δεκτές οι αιτήσεις του θανόντος για αλλαγή τόπου εργασίας μετά την εκδήλωση του αυτόματου πνευμοθώρακα και της φυματίωσης, θα είχε καθυστερήσει η εξέλιξη της νόσου και δεν θα επέρχονταν επιδείνωσή της υγείας του (εκδήλωση καρκίνου).
Το Εφετείο, δηλαδή, ενώ δέχεται ότι οι δύο πρώτες ασθένειες που εμφάνισε ο θανών δεν συνδέονται με τις συνθήκες εργασίας του, στη συνέχεια φαίνεται να υιοθετεί την αντίθετη άποψη, ότι αυτές μετατράπηκαν ή εξελίχθηκαν σε καρκίνο του πνεύμονα, αξιολογώντας με διφορούμενο τρόπο το γεγονός ότι ο παθών ήταν χρόνιος και συστηματικός καπνιστής.
Έτσι, εξαιτίας των ως άνω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, δηλαδή ελλείψεων που αφορούν στην αμέλεια των προαναφερόμενων προσώπων, στην παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας από μέρους της εναγομένης και στην ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων των ανωτέρω προσώπων και του τρόπου εμφάνισης της θανατηφόρου νόσου, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 288, 662, 914 και 932 ΑΚ.
Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνονται οι ελλείψεις αυτές και προσάπτεται την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
9.Επειδή, κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ.3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 3818/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 9η Ιουλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ