Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
981/2010 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and consideration of unproposed claims.

Geschäftsnummer 981/2010
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a property division dispute. The appellant argued that the lower court erred in evaluating evidence and considered claims not formally proposed by the parties. The court ruled that the lower court's assessment of evidence was unreviewable and that the disputed claim regarding the building's status had been effectively raised by the appellants' own submissions. Consequently, all grounds for the appeal were rejected as inadmissible or unfounded.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 559(19) & 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the lower court's evaluation of evidence unless specific legal rules were violated, and appeals based on the consideration of unproposed claims are inadmissible if such claims were effectively raised in the proceedings.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal inadmissibility evaluation of evidence consideration of claims property division unreviewable assessment

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 178 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court 30/1997
Supreme Court 28/1997
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 1933/2006

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 981 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 981/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), , Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Γεωργίας Τατάγια και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Φαρμακίδη-Μάρκο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1//2001 αγωγή και την από 6/12/2001 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 294/2004 μη οριστική και 386/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 282/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/7/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 16/4/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10/7/2009 αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 30/1997, 28/1997). Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον, δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 799 και 800 ΑΚ 480 §§1,3 και 480Α ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί αγωγής διανομής κοινού ακινήτου το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών δίχως να μειώνεται η αξία του.

Αν ορισμένοι κοινωνοί ζήτησαν να λάβουν κοινά μερίδια η μερίδα αυτή λογίζεται ως ενιαία. Στο μέρος που περιέρχεται σ' αυτούς με την αυτούσια διανομή συνιστάται κοινωνία κατά λόγο των μερίδων τους. Προϋπόθεση δε της απονομής κοινής μερίδας σε κάποιους από τους κοινωνούς είναι, εκτός από το σχετικό αίτημα αυτών, το εφικτό της αυτούσιας διανομής του κοινού ακινήτου.

Περαιτέρω και υπό την αυτήν προϋπόθεση του εφικτού της αυτούσιας διανομής του κοινού πράγματος, κάθε συγκύριος οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αυτούσια διανομή του οικοπέδου ρε σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή σε μέρη ορόφων κατά τους όρους του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές κατά τους όρους του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί του ενιαίου οικοπέδου", με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων.

Το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο αυτό όχι μόνο υπό την προεκτεθείοα προϋπόθεση ότι είναι εφικτή, αλλά και αν αυτή δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 481 αρ. 1 ΚΠολΔ κατά την οποία το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη αν κρίνει ότι η αυτουσία διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη, συνάγεται ότι η κρίση περί αδυνάτου ή ασύμφορου της αυτούσιας διανομής ή αντιθέτως περί του δυνατού αυτής είναι κρίση περί πραγματικών γεγονότων και γι' αυτό είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, εκτός αν συντρέχει περίπτωση παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας ή έλλειψη νομίμης βάσης κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, στο άρθρο 481 περ. 2 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480Α το δικαστήριο "μπορεί για την εξίσωση άνισων μερίδων να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό ή να συστήσει δουλεία σε ορισμένα μέρη υπέρ άλλων κοινωνών".

Ακόμη, με το άρθρο 486 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 του ν. 1562/1985, ορίζεται ότι "αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 ή 480 Α' είναι ίσα, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών γίνεται με κλήρωση...." (παρ. 1) και ότι "αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 ή 480 Α' είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκαση τους στους συγκυρίους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους" (παρ.2).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ίδιων άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι για να αχθεί το Δικαστήριο της ουσίας στην κρίση ότι η απαιτούμενη αυτούσια διανομή συγκεκριμένου κοινού ακινήτου, την οποία διώκει κατά κύριο λόγο και ευνοεί το δίκαιο, είναι ανέφικτος πρέπει να διαλάβει στην απόφασή του ότι ερεύνησε όλες τις προταθείσες και τις πιθανές περιπτώσεις αυτούσιας διανομής και ότι από την έρευνα αυτή κατέληξε στην κρίση ότι αυτή είναι ή δεν είναι εφικτή, σύμφωνα με τον νόμο και το συμφέρον των κοινωνών.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι διάδικοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος των εναγόντων και κατά ποσοστό 4/8 ο εναγόμενος, ενός ακινήτου που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια και εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου ..., στην περιοχή "...", επί της Νέας Εθνικής ..., φέρει ΚΑΕΚ 061674658001/0/0 και βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο 1827, το οποίο ως αρχαιολογικός χώρος έχει υπαχθεί στο Ν. 3028/2002 "για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς".

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του ως άνω νόμου, στους ενεργούς οικισμούς ή σε τμήματά τους που αποτελούν αρχαιολογικούς χώρους απαγορεύονται οι επεμβάσεις που αλλοιώνουν το χαρακτήρα και τον πολεοδομικό ιστό ή διαταράσσουν τη σχέση μεταξύ των κτιρίων και των υπαιθρίων χώρων. Επιτρέπεται μετά από άδεια που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του οικείου γνωμοδοτικού οργάνου:

α.., β.., γ.., δ] η εκτέλεση οποιουδήποτε έργου στα υφιστάμενα κτίσματα, στους ιδιωτικούς ακάλυπτους χώρους και τους κοινόχρηστους χώρους, λαμβανομένου πάντα υπόψη του χαρακτήρα του οικισμού ως αρχαιολογικού χώρου....". Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για οικόπεδο επιφανείας κατά τον τίτλο κτήσεως 487,23 Μ2, κατά το θεωρημένο όμως τοπογραφικό από τη Δ/νση Κλασσικών Μνημείων, 473,62 Μ2, όπως ειδικότερα αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α, στο από Ιανουάριο 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ....

Επί του οικοπέδου αυτού έχει αναγερθεί οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο ενιαίο κατάστημα επιφανείας 328,66 Μ2 και ενιαίο υπόγειο επιφανείας 328,66 Μ2, το οποίο έχει είσοδο από τον ακάλυπτο χώρο στο νοτιοανατολικό τμήμα του οικοπέδου. Τμήμα του υπογείου αυτού είναι υπερυψωμένο σε σχέση με το υπόλοιπο για αρχαιολογικούς λόγους και η είσοδος στο υπόγειο γίνεται εξωτερικά με τμήμα ράμπας και στη συνέχεια με σκάλα, χωρίς να είναι δυνατή η πρόσβαση αυτοκινήτου σ' αυτό.

Επίσης, τόσο η υπάρχουσα περίφραξη στην πρόσοψη και στη βορεινή πλευρά του κτιρίου και η εξωτερική μεταλλική σκάλα δεν είναι νόμιμες, σύμφωνα με τις άδειες. Οι διάδικοι τη συγκυριότητα τους στο ακίνητο αυτό κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, τα οποία αυτοί συνομολογούν, απέκτησαν οι μεν ενάγοντες, μετά την αποδοχή της κληρονομιάς του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους ..., δυνάμει της ...

πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Αθαν. Γουργουλέτη, η οποία έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο δε εναγόμενος, δυνάμει του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Κων/νας Καρατζά που επίσης έχει νόμιμα μεταγραφεί. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης η αυτούσια διανομή του ακινήτου σε δύο ίσα και ανεξάρτητα τμήματα δεν είναι εφικτή, επειδή τα οικόπεδα που θα προέκυπταν θα ήσαν μη άρτια, ήτοι θα είχαν πρόσωπο μικρότερο των 15 μέτρων και εμβαδόν μικρότερο των 300 Μ2.

Ανέφικτη επίσης κρίθηκε από τον ίδιο πραγματογνώμονα και η σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, λόγω της μορφής του οικοπέδου και ειδικότερα, διότι, ενώ ο ακάλυπτος χώρος στην πρόσοψη της οικοδομής μπορούσε να ακολουθήσει το χωρισμό της οικοδομής, ο υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος στην πίσω πλευρά του οικοπέδου [νοτιοανατολικά] εμβαδού 28,68 Μ2 είναι συγκεντρωμένος σε μία γωνία και δεν θα ήταν δυνατόν ν' ακολουθήσει το χωρισμό του κτιρίου σε δύο ίσα μέρη.

Έτσι, προτείνεται από τον πραγματογνώμονα η λύση της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας στο ισόγειο και στο υπόγειο της οικοδομής σε δύο ίσες μερίδες, η μία προς το βόρειο τμήμα με διακριτικό αριθμό 1 και η άλλη προς το νότιο τμήμα με διακριτικό αριθμό 2 και με ίσα ποσοστά συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο, αφού σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 3028/2002 είναι δυνατόν να γίνουν εργασίες διαμόρφωσης στο εσωτερικό του κτιρίου και στους ακάλυπτους και κοινόχρηστους χώρους, μετά από άδεια του Υπ.

Πολιτισμού, ενώ απαγορεύονται εργασίες στο εξωτερικό του κτιρίου. Ειδικότερα, στο ισόγειο θα δημιουργηθούν δύο ιδιοκτησίες εμβαδού 164,33 Μ3 εκάστη, η με αριθμ. 1 με τα σημεία Γ,Κ,Λ,Μ,Ν,Ζ,Ε,Γ και η με αριθμ. με τα σημεία Κ,Λ,Μ,Ν,Θ3,Θ2,Θ1,Ι,Κ, όπως αυτές αποτυπώνονται στο με στοιχείο Α2 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα.

Περαιτέρω, στο υπόγειο θα δημιουργηθούν δύο ιδιοκτησίες, εμβαδού 146,275 Μ2 εκάστη, η πρώτη με αριθμ. 1με σημεία Γ,Κ,Λ,Μ,Ν,Ξ,ΖΖ,Ε,Γ και η δεύτερη με αριθμ. 2, ή οποία αποτελείται από δύο τμήματα [2α και 2β],τα οποία καθορίζονται με σημεία Ν,Ο,Θ2,Θ3,Η,Ξ,Ν και Κ,Λ,Μ,Π,Ι,Κ, όπως οι ιδιοκτησίες αυτές αποτυπώνονται στο με στοιχείο Α3 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου πραγματογνώμονα.

Η πρόσβαση στις ιδιοκτησίες του υπογείου θα γίνεται με το κοινόχρηστο τμήμα αριθμ. 3, εμβαδού 36,11 Μ2 που ορίζεται στο ίδιο διάγραμμα με σημεία Μ,Ν,Ο,Θ2,Θ1,Π,Μ. Οι συνιστώμενες αυτές ιδιοκτησίες έχουν ίσο πρόσωπο επί της εθνικής οδού και ίση αξία και έτσι δεν απαιτείται χρηματικό ποσό για την εξίσωση των μερίδων.

Εκτός όμως από τα προαναφερθέντα, στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν υπάρχει πρόβλεψη για τα ακόλουθα ουσιώδη θέματα: α] σχετικά με την αξία των κτισμάτων που θα δημιουργηθούν με τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι το ένα κτίσμα είναι ημιτελές και το άλλο πλήρως αποπερατωμένο, β] σχετικά με το δικαίωμα χρήσης των κοινοχρήστων χώρων τόσο επί της ΕΟ ...

όσο και στο επί της οδού ... τμήμα, γ] τον τρόπο διανομής των τριών θέσεων στάθμευσης του υπογείου και των επτά θέσεων του ισογείου, που έχουν συσταθεί με την 1504/1989 συμβολαιογραφική πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, 6] για το χώρο δημιουργίας τουαλέτας και μπάνιου στην ισόγεια ιδιοκτησία με αρ. 1, αφού το υπάρχον μπάνιο περιέρχεται στην ιδιοκτησία με αρ, 2, στοιχείο απαραίτητο για την αδειοδότησή της ως επαγγελματικής στέγης, ε] για το διαχωρισμό των οριζοντίων ιδιοκτησιών του ισογείου στα τμήματα 1 και 2 απαιτείται η κατασκευή τοιχοποιίας, στην υπάρχουσα δε στατική μελέτη του κτιρίου, δεν υπάρχει πρόβλεψη για τέτοιου είδους μόνιμα φορτία, με αποτέλεσμα να απαιτούνται ειδικές στατικές μελέτες για την ενίσχυση του κτιρίου στο σύνολο του, οι οποίες θα πρέπει να εγκριθούν από το Υπ.

Πολιτισμού, σύμφωνα με το ν. 3028/2002 και να εκδοθεί σχετική άδεια για όλες τις απαιτούμενες εργασίες. Ενώ πρόβλημα δημιουργείται και σχετικά με την είσοδο και επικοινωνία των ισογείων τμημάτων που δημιουργούνται με την οδό ..., αφού κατά ένα τμήμα σε πλευρά Ν-Θ4 υπάρχει το WC και από το σημείο Θ4-Θ3 έως το τέλος του υφιστάμενου τοιχείου Θ5, είναι υπερυψωμένος ακάλυπτος χώρος, η χρήση του οποίου δεν επιτρέπεται, το δε υπόλοιπο τμήμα Θ5-Θ2-Θ1-Θ αποτελεί το τμήμα της ράμπας για την είσοδο στο υπόγειο, σε αντίθεση με την άλλη οριζόντια ιδιοκτησία με αρ. 1, η οποία σε όλη την πλευρά Ε-Ζ-Ν προσβλέπει προς την οδό ...

και υπάρχει επικοινωνία και είσοδος σε αυτήν. Εξάλλου, από την ανωτέρω προτεινόμενη λύση, δημιουργείται πρόβλημα άνισης κατανομής καθόσον αφορά τα τμήματα του υπογείου, δεδομένου ότι το με στοιχείο 2 τμήμα διαχωρίζεται σε δύο τμήματα [2α και 2β], τα οποία είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους και δεν έχουν καμία λειτουργική ενότητα.

Η προσπέλαση δε στο τμήμα με στοιχείο 2β γίνεται από τον κοινόχρηστο διάδρομο πλάτους 4 μέτρων, ενώ η προσπέλαση στο τμήμα με στοιχείο 1 του υπογείου, από τον κοινόχρηστο διάδρομο, πλάτους 1,20 μέτρων, γεγονός που καθιστά αδύνατη τη μεταφορά μεγάλων αντικειμένων ή την είσοδο αυτοκινήτου, ούτε δε υπάρχει δυνατότητα διεύρυνσης, διότι υφίσταται κολώνα [βλ.

από 10-10-2008 τεχνική έκθεση του πολιτικού

μηχανικού ...]. Επιπρόσθετα, πρέπει να αναφερθεί ότι στην ως άνω προτεινόμενη από τον πραγματογνώμονα λύση της διανομής του υπογείου χώρου του επιδίκου δεν συμφωνεί ο εκκαλών-εναγόμενος, ο οποίος προτείνει τη λύση της σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας στο επίδικο, όπως αναφέρεται στην από 13-10-2008 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού ...

και με την οποίαν προβλέπεται η δημιουργία δύο κάθετων χωριστών ιδιοκτησιών, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο κατά 50% και ίδια δικαιώματα ως προς το ποσοστό κάλυψης και το συντελεστή δόμησης μελλοντικά, εμβαδού 182,78 Μ2 το τμήμα Ι και 132,19 Μ2 το τμήμα II, τα οποία θεωρεί ίσα, αφού από το μεγαλύτερο τμήμα θα αφαιρεθούν τα ρυμοτομούμενα τμήματα:

α] του κτιρίου, εμβαδού 13,83 Μ2 και β] του προκηπίου εμβαδού 37,53 Μ2. Ενώ καθόσον αφορά το υπόγειο προτείνεται η διαίρεση του σε όμοια, όπως και του ισογείου τμήματα, η εξυπηρέτηση των οποίων θα γίνεται από δύο διαφορετικά σημεία. Ήτοι, για το μεν τμήμα της ιδιοκτησίας II από τη ράμπα του πίσω υποχρεωτικού ακάλυπτου χώρου, ενώ για το τμήμα της ιδιοκτησίας Ι από εσωτερικό άνοιγμα-φρεάτιο, προτείνεται δε περαιτέρω για το τμήμα αυτό [Ι του υπογείου] η κατασκευή ανελκυστήρα εμπορευμάτων ή αυτοκινήτων, χωρίς την ύπαρξη κεκλιμένης ράμπας.

Η ίδια δε διαίρεση προτείνεται να επεκταθεί και στο πατάρι του κτιρίου. Όμως και η λύση αυτή είναι ελλιπής αφού δεν ασχολείται με τα προαναφερθέντα προβλήματα του χωρισμού της ισόγειας και υπόγειας αίθουσας με τοιχοποιία, των χώρων υγιεινής, των θέσεων στάθμευσης, ενώ η πρόταση για πρόσβαση στο τμήμα Ι του υπογείου από εσωτερικό άνοιγμα-φρεάτιο ή και με την κατασκευή ανελκυστήρα, καθιστά μειονεκτικότερο το τμήμα αυτό του υπογείου, αφού θα είναι αδύνατη η μεταφορά μεγάλων αντικειμένων, σε αντίθεση με το άλλο τμήμα του υπογείου, στο οποίο θα υπάρχει τέτοια δυνατότητα αλλά επιπλέον και είσοδος αυτοκινήτου.

Παρά την ως άνω πρόταση του εκκαλούντος - εναγομένου, αυτός εν συνεχεία θεωρεί και αυτή τη λύση μη συμφέρουσα, αλλά και την δια πλειστηριασμού του ακινήτου λύση θεωρεί επιζήμια, επικαλούμενος την υφιστάμενη οικονομική ύφεση, όπως δε περαιτέρω εκτιμάται από το περιεχόμενο των προτάσεων του, επιθυμεί τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης, προκειμένου να μη διακοπεί η επιχείρηση που διατηρεί η σύζυγος του σ' αυτήν, αξίωση όμως που αντιβαίνει στο δικαίωμα των λοιπών κοινωνών για λύση της κοινωνίας, με τον πλέον συμφέροντα για όλους τρόπο.

Ενόψει των ανωτέρω, είναι πρόδηλο ότι δεν είναι τεχνικά δυνατή και οικονομικά συμφέρουσα η αυτούσια διανομή του επιδίκου ακινήτουσε μέρη ανάλογα προς τις ίσες μερίδες των διαδίκων και δεν απαιτείται συμπλήρωση της ήδη διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης, ούτε η διενέργεια νέας, όπως αβάσιμα ζητεί ο εκκαλών εναγόμενος, γι' αυτό πρέπει να διαταχθεί η δια πλειστηριασμού ενώπιον συμβολαιογράφου πώλησή του, ώστε κάθε διάδικο μέρος να λάβει από το πλειστηριασμό το ανάλογο ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό συγκυριότητας του.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που διέταξε την αυτούσια διανομή του επιδίκου, με τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν.

Συνεπώς, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ και αφού κρατηθεί και δικαστεί από το Δικαστήριο αυτό η υπόθεση, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και να διαταχθεί η δια πλειστηριασμού πώληση του επιδίκου ακινήτου, ώστε κάθε διάδικος, να λάβει μέρος του τιμήματος, αντίστοιχο προς το μερίδιό του, διατηρούμενης της κοινωνίας ως προς τους ενάγοντες".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα τη δυνατότητα ή μη αυτούσιας διανομής του κοινού επίδικου οικοπέδου πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 798, 799, 800 και 801 ΑΚ, 480, 480Α, 481 και 486 Κ.Πολ.Δ..

Επομένως, οι τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, με την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του ισογείου και του υπογείου έχουν ίσο πρόσωπο επί της Εθνικής οδού και ίση αξία κι' έτσι δεν απαιτείται χρηματικό ποσό για την εξίσωση των μερίδων, το Εφετείο αντιμετώπισε την περίπτωση της αυτούσιας διανομής του επικοίνου με την εξίσωση τυχόν άνισων μεριδίων, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μετά την κατάληξη στην κρίση ότι δεν είναι δυνατή τεχνικώς η αυτούσια διανομή, η περίπτωση εξίσωσης των άνισων μερίδων δεν είχε αντικείμενο έρευνας.

Εξάλλου, οι προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης σε σχέση με τη δυνατότητα πρόσβασης στο υπόγειο της ένδικης οικοδομής με αυτοκίνητο δεν είναι αντιφατικές, γιατί γίνεται δεκτό με σαφήνεια ότι τμήμα του υπογείου είναι υπερυψωμένο σε σχέση με το υπόλοιπο για αρχαιολογικές λόγους και η είσοδος γίνεται εξωτερικά - με τμήμα ράμπας και σκάλες χωρίς να είναι δυνατή η πρόσβαση αυτοκινήτου σ' αυτό, σε αντίθετες με το άλλο τμήμα του υπογείου που είναι δυνατή η πρόσβαση με αυτοκίνητο.

Τέλος, το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές ερεύνησε όλες τις πιθανές περιπτώσεις αυτούσιας διανομής, και από την έρευνα αυτή κατέληξε στην κρίση ότι η διανομή αυτή δεν είναι εφικτή. Επομένως τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τους ως άνω λόγους του αναιρετηρίου κρίνονται αβάσιμα. Εξάλλου, οι ίδιοι τρεις πρώτοι λόγοι της αναίρεσης κατά το μέρος που οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πάσαν δηλαδή ήταν δυνατή η αυτουσία διανομή του επίδικου κοινού ακινήτου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενους, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ από το γεγονός ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του με την έννοια του "πράγματος" και εξετίμησε τον ισχυρισμό: "ότι από τα δύο κτίσματα το ένα είναι ημιτελές και το άλλο πλήρως αποπερατωμένο", καίτοι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από κανένα από τους διαδίκους.

Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, ιδιαίτερα δε των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ισχυρίσθηκαν αυτοί (σελ. 11) ότι: "όπως αναφέρεται στην έκθεση πραγμ/νης το ένα κτίσμα είναι ημιτελές (έχει κατασκευασθεί ο σκελετός) ενώ το άλλο είναι πλήρως αποπερατωμένο".

Επομένως, εφ' όσον όλοι οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του (άρθρ.178, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-7-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 282/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ