Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
981/2009 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as arguments were not properly raised in the lower court proceedings.

Geschäftsnummer 981/2009
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a labor contract dispute. The appellant argued the lower court erred by failing to apply specific statutory interpretation rules and by considering inadmissible evidence from a prior criminal case. The court rejected these claims because the appellant failed to explicitly allege that the lower court had found a legal gap or ambiguity in the contract, and because the specific procedural rules for labor disputes permit the consideration of such evidence.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not legally proposed in the court of first instance, particularly regarding errors not provable there or matters of public order.

Schlagwörter

KI-generiert
inadmissible appeal Code of Civil Procedure labor contract dispute statutory interpretation rules evidence admissibility procedural default legal gap allegation Anspruch auf Arbeitslosenentschädigung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 352 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Arts. 173 and 200 of the Civil Code
Arts. 664 to 676 of the Code of Civil Procedure
Art. 671 para. 1 letter a of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
AP 2/2001
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 981 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 981/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1 του Π1, κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαύρο Μαυρουδή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, κατοίκου...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βαβούρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2294/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 2296/2006 μη οριστική και 2557/2007 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17 -3-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ τίθεται γενικός κανόνας με τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως αν αυτός στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά εισάγεται και εξαίρεση αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται σ' αυτή και ειδικότερα αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, όπως από το άρθρο 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει προκειμένου περί της δικαστικής ομολογίας (Ολομ.

ΑΠ 2/2001). Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, που εμπίπτει αληθώς στον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (και όχι στον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται), με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στα πρακτικά του και με τις δοθείσες ενώπιόν του διευκρινήσεις του αναιρεσιβλήτου γενόμενη δικαστική ομολογία του ότι η καταγγελία της επίμαχης συμβάσεως εργασίας του έγινε από τον εργοδότη του Ε1 την 30-3-2001 και όχι την 30-4-2001, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω περί δικαστικής ομολογίας του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμός της αναιρεσείουσας προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ, σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των πρακτικών του Εφετείου, στα οποία περιέχονται οι υπό του αναιρεσιβλήτου δοθείσες διευκρινήσεις, προκύπτει ότι δεν έγινε από τον τελευταίο αυτόν καμία τέτοια ομολογία.

Κατά το άρθρο 444 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωτοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση, συνεπώς και οι μαγνητοταινίες, αφού αποτελούν την κύρια μορφή της φωνοληψίας. Κατά τη θεμελιώδη, όμως, διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος "ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας".

Στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα και μάλιστα "πρωταρχικά", αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται και η ελευθερία της επικοινωνίας, αφού μέσω και αυτής εκφράζεται και πραγματώνεται η αξία του ανθρώπου. Η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 9 παρ. 1 εδαφ. β' του Συντάγματος, που ορίζει ότι "η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη", καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο.

Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων". Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταποκρίσεως ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταποκρίσεως ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό.

Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Η εν αγνοία, όμως, και χωρίς τη συναίνεση ενός των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας ενέχει παγίδευσή του και συνεπώς, αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας.

Γι' αυτό, ασχέτως του χώρου όπου έγινε η συνομιλία, η μαγνητοταινία, στην οποία αυτή, χωρίς τη συναίνεση του ετέρου των συνομιλητών, αποτυπώθηκε, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί εναντίον του σε πολιτική δίκη, ανεξαρτήτως του προσώπου που επιχείρησε τη μαγνητοφώνηση, δηλαδή έστω κι αν πρόκειται για πρόσωπο που μετέσχε στη μαγνητοφωνηθείσα συζήτηση.

Πράγματι, η απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να γίνεται έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να οδηγήσει -υπό την επίκληση της ανάγκης αποκτήσεως αποδεικτικού μέσου για ενδεχόμενα δικαιώματα- στη γενίκευση της χρήσεως μαγνητοφώνων από τους συνομιλητές προσώπων, η φωνή των οποίων θα καταγραφόταν χωρίς τη συναίνεσή τους.

Κατ' αυτόν, όμως, τον τρόπο η ελευθερία της επικοινωνίας θα περιοριζόταν, διότι τότε ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική, έστω, έκφραση του, στα πλαίσια μιας προφορικής ιδιωτικής συζητήσεως, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια υπό άλλες περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο εναντίον του, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν τα σύγχρονα τεχνικά μέσα παρέχουν ευρείες δυνατότητες αλλοιώσεως του περιεχομένου των αποτυπώσεων, οι οποίες (αλλοιώσεις) είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να διαγνωσθούν.

Εξάλλου, χωρίς την ανωτέρω κύρωση (απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου) η προπαρατεθείσα, συνταγματικής ισχύος, ρύθμιση θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα, παρά την απειλή κατά του παραβάτη της ποινικής κυρώσεως (ποινής φυλακίσεως), που προβλέπεται στο άρθρο 370 Α παρ. ιδίως 2 εδάφ. β' και γ' του Π.Κ. Εξαίρεση από τον, συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγορεύσεως των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ισχύει μόνο χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών, όπως είναι η ανθρώπινη ζωή.

Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο Ποινικός Κώδικας, είναι ανίσχυρος κατά το μέτρο που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού (Ολομ.Α.Π.1/2001).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα μία μαγνητοταινία, με το κείμενο της απομαγνητοφωνήσεώς της, στην οποία περιέχεται ιδιωτική συνομιλία του αναιρεσιβλήτου με τον προηγούμενο εργοδότη του αδελφό της Ε1 και την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτή (αναιρεσείουσα) προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου λύθηκε κατά το 1993 και η επαναπρόσληψή του από τον Ε1 έγινε την 1-8-1994.

Ο λόγος αυτός, ο οποίος εμπίπτει στη ρύθμιση του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (και όχι και σε εκείνες των αριθμών 8 και 19 του ίδιου άρθρου όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται), είναι απαράδεκτος, διότι, εφόσον το Εφετείο, κατά παραδοχή συναφούς λόγου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η περιεχόμενη στην κρίσιμη μαγνητοταινία συνομιλία αποτυπώθηκε εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, αναφέρεται σε αποδεικτικό μέσο συνταγματικά απαγορευμένο και επομένως η μη λήψη υπόψη αυτού δεν ιδρύει τον ως άνω από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.

Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από τον Π1 στις 16.8.1965, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου λογιστικής στην επιχείρηση προβολής κινηματογραφικών ταινιών που διατηρούσε ο εργοδότης του στον κινηματογράφο της..., αμειβόμενος, κατά τη συμφωνία του με τον εργοδότη του, με τις εκάστοτε νόμιμες αποδοχές.

Στη θέση αυτή ο ενάγων απασχολήθηκε με τις λογιστικές εργασίες της επιχείρησης, ειδικότερα, δε, κατηύθυνε και παρακολουθούσε την εφαρμογή ολόκληρου του λογιστικού συστήματος αυτής, ενώ παράλληλα τηρούσε και τα προβλεπόμενα από τον Εμπορικό Νόμο και τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων βιβλία της. Ο ενάγων είναι κάτοχος πτυχίου εξαταξίου Γυμνασίου, καθώς και του με αριθμό ....

δελτίου επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος. Στην επιχείρηση του Π1 εργάσθηκε ο ενάγων μέχρι το θάνατο του πρώτου, στις 12.2.1993, έκτοτε, δε, την ατομική επιχείρηση του θανόντος εξακολούθησε να εκμεταλλεύεται ο εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού Ε1, ο οποίος ήταν ένα από τα τρία τέκνα του.

Ο τελευταίος, με την από 1.8.1994 έγγραφη σύμβαση εργασίας που προσκομίζεται, προσέλαβε τον ενάγοντα ως λογιστή της ατομικής του, πλέον, επιχείρησης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με προϋποθέσεις προϋπηρεσίας από την αρχική πρόσληψή του, δηλαδή από τις 16.8.1965, όρο που αναφερόταν στο ύψος της αποζημίωσης λόγω απόλυσής του και όχι στις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι, με την ανάληψη της εκμετάλλευσης της επιχείρησης και έπειτα από αίτημα του ενάγοντος, ο Ε1 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επιδίκασε στον ενάγοντα αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης συνεπεία της γενομένης καταγγελίας την 30.4.2001, υπολογίζοντας ως χρόνο πρόσληψης του την 13.2.2003, αντί της ορθής 16.8.1965.

Την κρίση του αυτή στηρίζει το παρόν Δικαστήριο τόσο στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ...: "Ο ενάγων δούλευε από '65 ...Δούλεψε μέχρι Απρίλιο 2001 και υπέβαλε τα χαρτιά του για να βγει σε σύνταξη", όσο και στην κατάθεση της μάρτυρας ανταπόδειξης ..., η οποία ουδέν αναφέρει περί απολύσεως του ενάγοντος από τον Ε1 και περί καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, αλλά χαρακτηριστικά καταθέτει "...Λογικά δικαιούται αποζημίωση απόλυσης, γιατί δούλευε 35 χρόνια.

Δεν ξέρω αν τα πήρε...Αυτά που ζητά ο κ. Ψ1 μπορεί να είναι νόμιμα. Δεν ξέρουμε όμως αν τα έχει πάρει από τον θανόντα". Εξάλλου, ουδέν περί τούτων παραστατικό έγγραφο προσκομίζεται (λ.χ. απόδειξη είσπραξης της αποζημίωσης, έγγραφο περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ή περί γνωστοποίησης της ως άνω καταγγελίας στον Ο.Α.Ε.Δ) .

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται ακόμη περισσότερο και από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον ενάγοντα αποδείξεις της Τράπεζας ALPHA BANK με ημερομηνίες 13.6.2001, 27.6.2001 και 12.7.2001, από τις οποίες προκύπτει ότι ο Λ1 κατέβαλε κατά ποσοστό 1/2 που του αναλογούσε, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του Ε1, στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 3.609.460 δραχμών ως πλήρη αποζημίωση λόγω απόλυσης, υπολογιζόμενη με προϋπηρεσία 35 ετών, δηλαδή με έναρξη απασχόλησής του το έτος 1965.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με τους προαναφερθέντες όρους ο ενάγων απασχολήθηκε στην ατομική επιχείρηση του Ε1 και μετά τον επισυμβάντα την 6.10.2000 θάνατο του τελευταίου, ο οποίος στη συνέχεια κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα από τους αδελφούς του Λ1 και Χ1 (εναγόμενη).

Οι τελευταίοι, αφού αποδέχθηκαν την κληρονομιά του και υπεισήλθαν στην επιχείρησή του, ως εργοδότες, στις 30.4.2001 διέκοψαν τη λειτουργία της, καταγγέλοντας εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, λόγω συνταξιοδοτήσεώς του από το ΙΚΑ, με τις προϋποθέσεις πλήρους συντάξεως γήρατος. Στην κρίση του αυτή, ότι δηλαδή η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος καταγγέλθηκε στις 30. 4.2001 και όχι στις 30.3.2001, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη, προκύπτει:

α) από την από 30.4.2001 έγγραφη καταγγελία σύμβασης εργασίας, την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, η οποία φέρει τις υπογραφές τόσο του ενάγοντος, όσο και του συγκληρονόμου και συνεταίρου της εναγομένης Λ1, έχει πρωτοκολληθεί στον Ο.Α.Ε.Δ. ... με αριθμό πρωτοκόλλου ... και επομένως το έγγραφο αυτό έχει καταστεί βεβαίας χρονολογίας (αρθ. 446 ΚΠολΔ), σε αντίθεση με την από 30.3.2001 έγγραφη καταγγελία σύμβασης εργασίας που προσκομίζει η εναγόμενη, η οποία φέρει μόνο την υπογραφή του Λ1 και όχι και αυτή του ενάγοντος, β) από το ασφαλιστικό βιβλιάριο του ενάγοντος, από το οποίο προκύπτει ότι η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα τις ασφαλιστικές εισφορές και για το μήνα Απρίλιο του έτους 2001 και γ) από το με αριθμό...

δελτίο εργατικής διαφοράς της αρμόδιας Επιθεώρησης Εργασίας, στην οποία ο ενάγων προσέφυγε στις 12.6.2001, ζητώντας την καταβολή δεδουλευμένων μισθών από 1.1.2001 μέχρι και 30.4.2001. Να σημειωθεί, δε ότι, με τη με αριθ. 7549/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η εναγομένη καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών και χρηματική ποινή 2.500 ευρώ, λόγω μη καταβολής στον ενάγοντα των επίδικων απαιτήσεων του (παράβαση Α.Ν. 690/1945), ενώ, αντίθετα, ο συνεταίρος της Λ1 αθωώθηκε, επειδή εξόφλησε πλήρως, κατά το ποσοστό 50% που του αναλογούσε, τον ενάγοντα.

Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από την κατάσταση μισθοδοσίας που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη, όπου φαίνεται ότι η μισθοδοσία του ενάγοντος είναι μέχρι τον Μάρτιο 2001, δεδομένου ότι η κατάσταση αυτή είναι ανυπόγραφη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, οι εργοδότες του, εκτός από την αποζημίωση λόγω συνταξιοδοτήσεώς του, του όφειλαν τις δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 μέχρι 30.4.2001, το επίδομα δώρου Πάσχα 2001, το επίδομα ισολογισμού 2000, τις αποδοχές άδειας 2000, την αποζημίωση άδειας 2001 και το επίδομα άδειας 2001.

Οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος, κατά τη συμφωνία των μερών και σύμφωνα με τη με αριθμό 28/2000 Δ.Α., για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, ως λογιστή, έγγαμου, με προϋπηρεσία κατά την 16.8.2000 τριάντα πέντε (35) ετών, με τη διορθωτική αύξηση 1,6% και 1,8% του έτους 2001, ανέρχονταν στο ποσό των 426.500 δραχμών μηνιαίως (βασικός μισθός 341.200 δρχ + 34.120 δρχ επίδομα γάμου 10% + 51.180 δρχ επίδομα λογιστικής μηχανής).

To Δικαστήριο πρέπει να επιδικάσει αποδοχές χωρίς να αφαιρεί τις κρατήσεις του ΙΚΑ που βαρύνουν κατά νόμο τον εργαζόμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων αφαιρεί στην ένδικη αγωγή του τις πιο πάνω κρατήσεις και υπολογίζει τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 392.509 δρχ., το οποίο και θα λάβει υπόψη του ως βάση το Δικαστήριο, γιατί δεν επιτρέπεται να επιδικάσει μείζον του αιτουμένου.

Κατά συνέπεια, ο ενάγων δικαιούται: 1)Για δεδουλευμένες αποδοχές από 1.1.2001 έως 30.4.2001, το συνολικό ποσό των 1.570.036 (392.509 δρχ Χ, 4 μήνες) δραχμών. 2) Για αποδοχές άδειας έτους 2000, ποσό 411.999 δρχ. 3) Για αποζημίωση άδειας έτους 2001, ποσό 426.500 δρχ (411.999 δρχ + 14.501 δρχ η αύξηση για το 2001). 4) Για επίδομα άδειας έτους 2001, ποσό 196.255 δρχ., αφού 426.500 δρχ.

Χ 1/2 = 213.250 δρχ, θα επιδικασθεί όμως το ζητούμενο ποσό των 196.255 δρχ. 5) Για επίδομα ισολογισμού, ποσό 235.506 δρχ., αφού 426.500 δρχ Χ 60% = 255.900 δρχ., θα επιδικασθεί όμως το ζητούμενο ποσό των 235.506 δρχ. 6) Για δώρο Πάσχα 2001, ποσό 196.254 δρχ, αφού 426.500 δρχ. Χ 1/2 = 213.500 δρχ, θα επιδικασθεί όμως τo ζητούμενο ποσό των 196.254 δρχ. 7) Για αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησής του, ποσό 4.776.800 (426.500 δρχ.

νόμιμος μηνιαίος μισθός Χ 24 μήνες, αφού από την πρόσληψή του από τον Π1 (16.8.1965) μέχρι την απόλυσή του (30.4.2001), είχε συμπληρώσει (36) έτη προϋπηρεσίας = 10.236.000 δρχ. + 1.706.000 δρχ. αναλογία 1/6 = 11.942.000 δρχ. Χ 40% λόγω επικουρικής ασφάλισης του) δραχμών και συνολικά το ποσό των 7.813.350 (1.570.036 + 411.999 + 426.500 + 196.255 + 235.506 + 196.254 + 4.776.800) δραχμών, από το οποίο την εναγομένη βαρύνει το 1/2 , δηλαδή ποσό 3.906.675 (7.813.350 Χ 1/2) δραχμών και ήδη 11.464,93 ευρώ".

Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η ένδικη αγωγή είχε γίνει κατ' ουσίαν δεκτή για ποσό 5.915,94 ευρώ, και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ποσό 11.464, 93 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφάρμοσε καθώς και εκείνων του άρθρου 6 του ν. 3198/1955, καθόσον ειδικότερα τα αποδεικτικά του πορίσματα επί των κρισίμων εν προκειμένω ζητημάτων ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου έγινε την 30-4-2001 και ότι κατά την ημεροχρονολογία αυτή, με αφετηρία το χρόνο της αρχικής προσλήψεώς του (16-8-1965), είχε συμπληρώσει ο ίδιος προϋπηρεσία 35 ετών, διατυπώνονται με απόλυτη σαφήνεια.

Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ απορρέοντες πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο καθιερούμενος με το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών δημιουργείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού στη δικαιοπραξία ή αμφιβολίες ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει ωστόσο να προσφύγει τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς διακρίβωση του νοήματος ορισμένης δηλώσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, όχι όμως και όταν η μη προσφυγή στους εν λόγω κανόνες οφείλεται στο ότι, κατά την προκύπτουσα ευθέως ή εμμέσως από την απόφασή του και επίσης μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου κρίση του, δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια την επίδικη δικαιοπραξία.

Για το ορισμένο όμως του αναιρετικού αυτού λόγου ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλείται ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρότι διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, χωρίς να επικαλείται ότι το Εφετείο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού στη δικαιοπραξία ή αμφιβολίες ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, αποδίδει σ' αυτό (Εφετείο) ότι παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για να διακριβώσει το περιεχόμενο της από 1-8-1994 συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου με τον αδελφό της αναιρεσείουσας Ε1 και συγκεκριμένα για το ότι η επιμέρους συμφωνία τους περί λήψεως υπόψη των προϋποθέσεων προϋπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου από της αρχικής κατά την 18-6-1965 προσλήψεώς του αναφερόταν αποκλειστικά στις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσιβλήτου και όχι στο ύψος της αποζημιώσεως λόγω απολύσεώς του.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αόριστος. Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα την 7549/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δια της οποίας είχε επιβληθεί στην αναιρεσείουσα ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών για παράβαση του ΑΝ 690/1945, αν και η εν λόγω απόφαση εξαφανίσθηκε με την 4340/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατ' αυτής για την ανωτέρω πράξη και εντεύθεν αποτελούσε απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο.

Ο λόγος αυτός, υπαγόμενος στη ρύθμιση του αριθμού 11 περ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (και όχι και σε εκείνες των αριθμών 12 και 19 του ίδιου άρθρου, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται), είναι αβάσιμος, διότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 Κ.Πολ.Δ), κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 671 παρ. 1 εδάφ.

α' Κ.Πολ.Δ., λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα έγγραφα και γενικά κάθε είδους έγγραφα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-3-2008 αίτηση της Χ1 περί αναιρέσεως της 2557/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ