Supreme Court dismisses appeal on insurance liability damages, ruling appellate court did not violate proportionality principle.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's final judgment regarding insurance liability damages. The appellant argued that the awarded amounts for financial compensation and moral damages violated the constitutional principle of proportionality and exceeded the appellate court's discretionary limits. The court rejected this claim, finding that the awarded sums were consistent with common judicial practice and did not breach the principle of proportionality.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 25(1) of the Constitution; Articles 931 and 932 of the Civil Code: The principle of proportionality does not invalidate a court's assessment of damages if the awarded amounts align with established judicial practice and do not exceed reasonable limits.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 980 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 980/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «Α. Ε. Ε. Γ. Α. Η» , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Σπυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2322/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1498/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-9-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 21-09-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης -10-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1498/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (και ειδικότερα διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 1, 6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 9/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της δικαιοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932), είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 944/2017).
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "εύλογου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολομ.
ΑΠ 9/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο, όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και, επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Και τούτο διότι προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Κατά συνέπεια, γίνεται δεκτό ότι προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Συνεπώς, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του.
Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση, λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης, είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ' ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 790/2022, ΑΠ 1043/2021, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης από το άρθρο 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής αποφασίζεται (κατ' αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, και στην περίπτωση αυτή του άρθρου 931 Α.Κ., να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος], με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας πρόσθετης, από το άρθρο 931 του Α.Κ., χρηματικής παροχής, πρέπει, όπως και στο άρθρο 932 Α.Κ., να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 790/2022, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 684/2020, ΑΠ 142/2019).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 414/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ( ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1498/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: " Το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα έλαβε χώρα στις 23.04.2016 και περί ώρα 02.00' στο Δήμο Άργους - Μυκηνών της Π.Ε.
Αργολίδας και επί του ισόπεδου οδικού κόμβου που σχηματίζουν η επαρχιακή οδός Άργους - Νέας Κίου και η δημοτική οδός Παραλίας, όταν ο (μη διάδικος) Φ. Κ., οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε στη θέση του συνοδηγού η ενάγουσα και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην (τρίτη) εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, επί της επαρχιακής οδού Άργους - Νέας Κίου με κατεύθυνση από Άργος προς τη Νέα Κίο, δεν συμμορφώθηκε με την υπάρχουσα στην πορεία του, προ της διασταύρωσης με την δημοτική οδό Παραλίας, ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-2 (STOP), με αποτέλεσμα να παραβιάσει την προτεραιότητα του κινούμενου επί της οδού αυτής υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο μη διάδικος Α. Τ., να συγκρουστούν τα αυτοκίνητα αυτά και να τραυματιστεί η συνεπιβάτης του αυτοκινήτου του ενάγουσα. Με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος ήταν ο οδηγός του, ασφαλισμένου στην (τρίτη) εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα, Φ. Κ., για όσους λόγους αναφέρονται σ' αυτή. Επειδή το κεφάλαιο της υπαιτιότητας ως προς την πρόκληση του ατυχήματος δεν εκκαλείται από κανένα διάδικο μέρος, δεν έχει μεταβιβαστεί ενώπιον του Εφετείου και γι' αυτό δεν θα εξεταστεί (άρθρο 522 ΚΠολΔ)... Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι στο επίδικο ατύχημα τραυματίστηκε η ενάγουσα, συνεπιβάτης του ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ηλικίας κατά το χρόνου αυτού 30 ετών. Διακομίστηκε αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Άργους και εισήχθη στη χειρουργική κλινική αυτού, όπου και διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί βαθύ εκτεταμένο θλαστικό τραύμα στη μετωπιαία χώρα, θλαστικό τραύμα του δεξιού γόνατος και κλειστή κάκωση της αριστερής κοιλίας, κάκωση 3ου βαθμού της σπληνός, θλάση 1ου βαθμού του άνω πόλου του αριστερού νεφρού, και οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα ζώνης II (πλάγιο), εκ των οποίων η κάκωση της σπληνός αντιμετωπίσθηκε δια της υποβολής της σε χειρουργική ερευνητική λαπαροτομία και σπληνεκτομή, ενώ το οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα αντιμετωπίσθηκε συντηρητικά.
Παρέμεινε νοσηλευόμενη στο ως άνω νοσοκομείο από την ημέρα του ατυχήματος (23.04.2016) έως τις 04.05.2016, οπότε και εξήλθε υπό οδηγίες για τη λήψη αντιφλεγμονωδών, τριπλή κάλυψη εμβολίων την 14η μεταχειρουργική ημέρα και με συστάσεις για αποχή από την εργασία επί δύο μήνες... Ακολούθως, στις 30.05.2016, εξετάσθηκε από τον ειδικό ορθοπεδικό Α.
Γ., ο οποίος διαπίστωσε ότι εκδήλωνε τοπικό άλγος κατά τη φόρτιση και κάμψη του τραυματισθέντος δεξιού γόνατος με σύνοδο ύδραρθρο, ευρήματα τα οποία εξακολούθησαν να υπάρχουν και κατά την επιγενόμενη εξέταση αυτής στις 30.06.2016 από τον ορθοπεδικό χειρουργό Η. Π., μετά συνοδού πλέον μειωμένου εύρους κινήσεως του δεξιού γόνατος...
Αποδείχτηκε επίσης ότι η ενάγουσα, επιβάτης στη θέση το συνοδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. ζημιογόνου αυτοκινήτου, δεν έκανε χρήση, ως υποχρεούτο από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ), της ζώνη ασφαλείας, όπως και η ίδια (ενάγουσα) ρητώς αναφέρει στην από 25.04.2016 ένορκη προανακριτική κατάθεση της ενώπιον των αρμοδίων οργάνων του Τ.Τ.
Άργους, που επελήφθη του ατυχήματος. Η παράλειψη της αυτή συνετέλεσε αιτιωδώς στην έκταση της σωματικής της βλάβης, καθώς, κατά τη σύγκρουση του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε με το με αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. έτερο αυτοκίνητο και λόγω της αδράνειας, το σώμα της προσέκρουσε σε σκληρές και ανένδοτες επιφάνειες του οχήματος (ταμπλό, παρμπρίζ), στο οποίο επέβαινε και υπέστη τους ως άνω τραυματισμούς, κατά τα διδάγματα δε της κοινής πείρας, ο τραυματισμός της αυτός θα ήταν μικρότερης έκτασης και λιγότερο σοβαρός, αν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας, καθόσον αυτή θα είχε συγκρατήσει το σώμα της και θα αποτρεπόταν εξ αυτής η πρόσκρουση αυτού στις ανωτέρω επιφάνειες του εσωτερικού του οχήματος.
Το ποσοστό δε συνυπαιτιότητας της ενάγουσας για την αιτία αυτή ανέρχεται σε 30%, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου, κατά ένα μέρος, του σχετικού νόμιμου (άρθρο 300 ΑΚ) ισχυρισμού - ένστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκανε δεκτή την προαναφερθείσα ένσταση της εναγομένης και καθόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην έκταση της προκληθείσης σωματικής της βλάβης σε ποσοστό 75%, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και ο πρώτος λόγος της εφέσεως, που πλήττει την πρωτοβάθμια κρίση ως προς την ανωτέρω παραδοχή της εν λόγω ενστάσεως πρέπει να γίνει (εν μέρει) δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος [...].
Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 30 ετών, συνεπεία της σπληνεκτομής στην οποία υποβλήθηκε ένεκα του τραυματισμού της σ' αυτό, υποβάλλεται τακτικά σε ιατρικούς ελέγχους και θα είναι εφ' όρου ζωής ευπρόσβλητη σε λοιμώξεις και θα πρέπει να λαμβάνει συνεχώς φαρμακευτική αγωγή, αφού η σπληνεκτομή επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού.
Επομένως, ο τραυματισμός της ενάγουσας και η κατάσταση της υγείας της, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την σπληνεκτομή συνεπάγεται τη μόνιμη αναπηρία της, η οποία θα επιδράσει οπωσδήποτε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αρνητικά στο μέλλον της τόσο στο κοινωνικό, όσο και το οικονομικό - επαγγελματικό, διότι ναι μεν η αναπηρία της αυτή δεν έχει ως συνέπεια την πλήρη ανικανότητα της να ασκήσει το επάγγελμα της ιδιωτικής υπαλλήλου σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, με το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της ασχολείται, καθώς και οιοδήποτε άλλο ισοδύναμο οικονομικά και επαγγελματικά και αντιστοιχούν στο μορφωτικό της επίπεδο και στην επαγγελματική της κατάρτιση, πλην όμως συνεπάγεται εύκολη καταβολή της από τον παράγοντα της κόπωσης, και συνεπώς δεν θα μπορεί να αναπτύξει πλήρη δραστηριότητα στα ως άνω επαγγέλματα και εντεύθεν θα υπολείπεται των δυνατοτήτων των λοιπών εργαζομένων, οι οποίοι διαθέτουν τα αυτά προσόντα με αποτέλεσμα τη δυσμενή αντιμετώπισή της.
Σύμφωνα, επομένως, και με τα προαναφερόμενα στην νομική σκέψη, η ενάγουσα δικαιούται ειδική αποζημίωση κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, η οποία πρέπει, ενόψει της ηλικίας της, του είδους και των προπεριγραφεισών συνεπειών της αναπηρίας της και συνεκτιμώντας και το ποσοστό συνυπαιτιότητάς της στην έκταση του τραυματισμού της και της αναπηρίας της, να καθοριστεί στο εύλογο ποσό των 30.000 ευρώ.
Το σχετικό αγωγικό αίτημα, σύμφωνα και με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, είναι νόμιμο, στηριζόμενο στο άρθρο 931 ΑΚ και καθ' ο μέρος αφορά στην επίδραση της αναπηρίας στην επαγγελματική και οικονομική ζωή της ζημιωθείσας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε διαφορετικά από τα παραπάνω και αφενός απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της ενάγουσας να της καταβληθεί αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, αναφορικά με τις συνέπειες της αναπηρίας της στην προσωπική (ατομική και κοινωνική) ζωή αυτής, κρίνοντας ότι η κατ' άρθρο 931 ΑΚ αξίωση αποζημίωσης αφορά μόνο στην αποκατάσταση της μελλοντικής περιουσιακής ζημίας από την επίδραση της αναπηρίας στην επαγγελματική και οικονομική ζωή του ζημιωθέντος και αφετέρου επιδίκασε στην ενάγουσα για την ανωτέρω αιτία μικρότερο, του ανωτέρω, ποσό και συγκεκριμένα 7.500 ευρώ (καθορίζοντας το ποσό αυτό, μετά από μείωση κατά το αναγνωρισθέν από αυτή ποσοστό συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην έκταση του τραυματισμού της εξ 75% της ορισθείσας αρχικώς για την αιτία αυτή ειδικής αποζημίωσης των 30.000 ευρώ, αντί να την καθορίσει στο εύλογο ποσό μετά από στάθμιση των ανωτέρω κριτηρίων συνεκτιμώντας και το ποσοστό συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στον ως άνω τραυματισμό της και την εντεύθεν αναπηρία της), έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 931 ΑΚ και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει (εν μέρει) δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο δεύτερος λόγος της εφέσεως της ενάγουσας, με τον οποίο προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές της εκκαλουμένης και παραπονείται ως προς το ύψος της επιδικασθείσης σ' αυτήν ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, ζητώντας να καθορισθεί αυτή στο αιτούμενο με την αγωγή μεγαλύτερο ποσό...
Περαιτέρω, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, το βαθμό και το είδος της υπαιτιότητας (αμέλεια) του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα στην πρόκληση αυτού και της συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην έκταση της ζημίας της, το είδος και τη βαρύτητα της σωματικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα, την ηλικία της κατά το χρόνο του ατυχήματος (30 ετών), την κοινωνική θέση και οικονομική κατάσταση των μερών (όχι όμως και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, διότι η ευθύνη αυτής είναι εγγυητική ...), κρίνει ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση αυτής το εύλογο και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) ποσό των 25.000 ευρώ.
Εφόσον, η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι η ενάγουσα δικαιούται, για την αιτία αυτή, μικρότερο του ανωτέρω ποσό και συγκεκριμένα 7.500 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο έκτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η ενάγουσα παραπονείται ως προς το ύψος της επιδικασθείσης σ' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως ζητώντας να καθορισθεί αυτή σε μεγαλύτερο ποσό και δη στο αιτούμενο των 100.000 ευρώ πρέπει να γίνει (εν μέρει) δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. [...].
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση (ως προς την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία) ... και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για κατ' ουσίαν έρευνα (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την (τρίτη) εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ...
και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της (τρίτης) εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 68.510 ευρώ [12.180 € δαπάνη για πλαστική χειρουργική επέμβαση και φυσιοθεραπείας + 210 € δαπάνη βελτιωμένης διατροφής + 1.120 € πλασματική δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμου και οικιακής βοηθού + 30.000 € για ειδική αποζημίωση 931 ΑΚ + 25.000 € για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 10-07-2018 έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 2322/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 11-12-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με αίτημα την επιδίκαση σε αυτή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης, αντίστοιχα, που υπέστη από τον τραυματισμό της κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και της επιδίκασε, αφού έκρινε αυτήν συνυπαίτια για τον τραυματισμό της κατά ποσοστό 75%, πλην άλλων που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική δίκη, το ποσό των 7.500 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της μελλοντικής περιουσιακής της ζημίας από την επίδραση της αναπηρίας της στην επαγγελματική και οικονομική της ζωή και το ποσό των 7.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης], και αφού έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη είναι συνυπαίτια για τον τραυματισμό της κατά ποσοστό 30%, εξαφάνισε την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και, ακολούθως, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 11-12-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης και επιδίκασε σε αυτή, πλην άλλων, το ποσό των 30.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική παροχή από το άρθρο 931 του ΑΚ και το ποσό των 25.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, οι αιτιολογίες δε αυτές, που στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της, επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, που εφαρμόστηκε, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης της αναιρεσίβλητης να της επιδικαστεί η από το άρθρο 931 του ΑΚ προβλεπόμενη πρόσθετη χρηματική παροχή.
Πιο συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, ηλικίας 30 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, συνεπεία του περιγραφόμενου τραυματισμού της, υποβλήθηκε σε σπληνεκτομή, η οποία επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού και για τούτο θα είναι εφ' όρου ζωής ευπρόσβλητη σε λοιμώξεις και θα λαμβάνει συνεχώς φαρμακευτική αγωγή, υποβαλλόμενη τακτικά σε ιατρικούς ελέγχους, η σπληνεκτομή δε αυτή συνεπάγεται τη μόνιμη αναπηρία της, που θα επιδράσει οπωσδήποτε αρνητικά στο κοινωνικό, οικονομικό και επαγγελματικό της μέλλον της, διότι δεν συνεπάγεται μεν την πλήρη ανικανότητά της να ασκήσει το επάγγελμα της ιδιωτικής υπαλλήλου σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, με το οποίο ισχυρίστηκε ότι ασχολείται και οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο με αυτό, συνεπάγεται, όμως, την εύκολη καταβολή της από την κόπωση και λόγω αυτού δεν θα μπορεί να αναπτύξει πλήρη δραστηριότητα και έτσι θα υπολείπεται των λοιπών εργαζομένων που διαθέτουν τα ίδια προσόντα, με αποτέλεσμα τη δυσμενή της αντιμετώπιση.
Επομένως, το Εφετείο, για τη θεμελίωση της αξίωσης της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση της ιδιαίτερης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του ΑΚ, διέλαβε σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το είδος και την έκταση της αναπηρίας της (μόνιμη, όχι πλήρης, ήτοι μερική), καθώς και ως προς τις συνέπειες αυτής και δη ότι η εν λόγω αναπηρία της θα επιδράσει οπωσδήποτε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αρνητικά τόσο στο κοινωνικό, όσο και το οικονομικό - επαγγελματικό της μέλλον, οι ανωτέρω δε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι επαρκείς για την υπαγωγή τους στο πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ και δεν χρειαζόταν η αναφορά επί πλέον αιτιολογιών για την ορθή εφαρμογή της διάταξης αυτής, ενώ δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να συγκεκριμενοποιείται με ακρίβεια ο προσδιορισμός του ποσοστού της αναπηρίας (ΑΠ 599/2018).
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, γιατί δεν προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ, είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που περιλαμβάνονται στον ανωτέρω πρώτο αναιρετικό λόγο ότι η πληττόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν διέλαβε στις παραδοχές της :
α) εάν οι ιατρικές εξετάσεις και η φαρμακευτική αγωγή, στα οποία δέχθηκε ότι θα υποβάλλεται η αναιρεσίβλητη, αίρουν ή μη, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, τόσο την απλή δυνατότητα μέλλουσας δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας, όσο και την εύκολη καταβολή της αναιρεσίβλητης από τον παράγοντα της κόπωσης, ώστε να αναπτύσσει πλήρη δραστηριότητα, να μην υπολείπεται των δυνατοτήτων των λοιπών εργαζομένων, με τα αυτά με την ίδια προσόντα και να μην αντιμετωπίζεται δυσμενώς και β) εάν ο ασφαλιστικός φορέας της αναιρεσίβλητης θεώρησε ή όχι αυτήν ως μερικώς, έστω ανάπηρη και μερικώς ανίκανη προς εργασία, είναι απαράδεκτες, καθόσον οι ανωτέρω φερόμενες ως ανεπάρκειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της δεν συνιστούν τέτοιες, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και πλήρες εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, ότι η αναιρεσίβλητη υπέστη μόνιμη αναπηρία από τον τραυματισμό της κατά το ένδικο ατύχημα, η οποία θα έχει οπωσδήποτε αρνητική επίδραση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στο κοινωνικό, οικονομικό και επαγγελματικό της μέλλον της και ότι, συνεπώς, δικαιούται την, από το άρθρο 931 ΑΚ, προβλεπόμενη χρηματική παροχή.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με αυτά τα οποία έκρινε και καθόρισε το ποσό της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του ΑΚ, που πρέπει να επιδικαστεί στην αναιρεσίβλητη, στο ποσό των 30.000 ευρώ και το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του άρθρου 932 του ΑΚ, που πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτή, στο ποσό των 25.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν (και μάλιστα καταφανώς) εκείνων, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις ιδιαίτερης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, αντίστοιχα, με βάση τα πιο πάνω εκτιθέμενα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών και, συνεπώς, η κρίση του Εφετείου για την επιδίκαση των ως άνω ποσών στην αναιρεσίβλητη, δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.
Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 931 και 932 του Α.Κ., αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη, για τις προεκτεθείσες αιτίες τα ως άνω ποσά, τα οποία είναι καταφανώς μεγαλύτερα των συνήθως επιδικαζόμενων για ανάλογες περιπτώσεις, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 21-09-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1498/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ