Supreme Court allows appeal against second instance rejection of subsidiary claim due to substantive law violation.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's rejection of a subsidiary claim in a public service dispute. The appellant argued that the lower court violated substantive law by rejecting the claim despite established facts, while the respondents contended the rejection was legally sound. The court found that the lower court's decision constituted a substantive law violation, necessitating the annulment of the second instance judgment and a new trial on the merits.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticle 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; Article 580(3)(a) & (b) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if substantive law was violated, and if no further factual clarification is needed, the Supreme Court may try the case itself and issue a final judgment.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 980 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 980/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΟΣΥ Α.Ε.", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα,
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Σ. του Γ., 2)Ά.-Γ. Κ. του Γ., 3)Χ. Π. του Ν., 4)Α. Π. του Δ., 5)Β. Χ. του Ι., 6)Σ. Θ. του Ν., 7)Π. Τ. του Α., 8)Ι. Π. του Σ., 9)Χ. Κ. του Ι., και 10)Ν. Κ. του Ν., απάντων κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/6/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 646/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6488/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 3/7/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, με το ν. 2175/1993 ιδρύθηκε ως ν.π.ι.δ. με έδρα την Αθήνα η εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (Ο.Α.Σ.Α.)", με σκοπό τη διεξαγωγή των Αστικών Συγκοινωνιών με όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς στο Λεκανοπέδιο Αττικής. Σε εφαρμογή του άρθρου 1 § 4 του ως άνω ν. 2175/1993 ιδρύθηκαν από τον Ο.Α.Σ.Α.
ως ΔΕΚΟ, για την εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου, οι εταιρείες Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε. και Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε., νομίμως συσταθείσες. Εν συνεχεία και με βάση απευθείας τις διατάξεις του ν. 3920/2011, συστάθηκε η αναιρεσείουσα εταιρεία, Ο.Σ.Υ. Α.Ε., προερχόμενη από τη συγχώνευση, δυνάμει των διατάξεων του ως άνω νόμου (ν. 3920/2011), της Ε.ΘΕ.Λ.
Α.Ε. με την Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε. με απορρόφηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 § 6 του ως άνω νόμου, της δεύτερης από την πρώτη εταιρεία. Συναφώς έχει εκδοθεί και δημοσιευθεί νομίμως η πράξη συγχώνευσης των ως άνω εταιρειών (ΦΕΚ 1454/Β/17.6.2011). Οι εργασιακές σχέσεις της αναιρεσείουσας ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΑΣΑ-ΕΘΕΛ-ΗΛΠΑΠ, ο οποίος, κυρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2669/1998 και έχει ως εκ τούτου ισχύ νόμου (ΟλομΑΠ 2/2009).
Κατά τις διατάξεις του Κανονισμού αυτού: Άρθρ. 6 § 1) Οι προσλήψεις του προσωπικού διενεργούνται με τη διαδικασία του Ν. 2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά. Άρθρ. 7 § 1 εδ. α') Κάθε υποψήφιος για κάθε κατηγορία προσωπικού και ανεξάρτητα από τη θέση εργασίας πρέπει να έχει τα απαιτούμενα προσόντα που καθορίζονται κάθε φορά από το Δ.Σ.
της εταιρείας ή απαιτούνται από το νόμο και τον Υπηρεσιακό Οργανισμό για τη συγκεκριμένη θέση ή απασχόληση. Άρθρ. 7 § 2) Εκτός από τα ειδικά πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που πρέπει να προσκομίζουν για την πρόσληψή τους οι υποψήφιοι στην αρμόδια Υπηρεσία Προσωπικού, οφείλουν σε κάθε περίπτωση να υποβάλλουν, το αργότερο μέχρι την προσδιορισμένη κάθε φορά ημερομηνία, τα παρακάτω πιστοποιητικά σε πρωτότυπο η επικυρωμένο αντίγραφο:
α. (...) ε. Τίτλους σπουδών (...). Άρθρ. 7 § 3) Επίσης πρέπει να υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985, η οποία πρέπει να περιέχει τα στοιχεία ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, την ακριβή διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου, φωτοτυπία της αστυνομικής του ταυτότητας και να βεβαιώνεται η ακρίβεια των όσων δηλώθηκαν.
Ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα, για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Κατά δε το άρθρο 12 του ν. 2669/1998, με τον οποίο κυρώθηκε ο άνω Κανονισμός "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται: 1.
Κάθε διάταξη νόμου ή κανονισμού εργασίας με ισχύ νόμου ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης ή πρακτικού συμφωνίας ή άλλης άτυπης συλλογικής ρύθμισης οποιοσδήποτε μορφής ή όρος ατομικής σύμβασης εργασίας, ρητώς ή λόγω μακροχρόνιας πρακτικής καθιερωμένος, απόφαση της Διοίκησης της Εταιρείας ή των εντεταλμένων οργάνων της ή γενικά κάθε συμβατικής ή μονομερούς δικαιοπραξίας της Διοίκησης, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας που εφαρμόζονται στο προσωπικό των Ο.Α.Σ.Α., Ε.ΘΕ.Λ., Η.Λ.Π.Α.Π., Η.Σ.Α.Π.
και αντίκεινται ρητά και ειδικά στις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη νόμου που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή κατά το μέρος που ρυθμίζει κατά διάφορο τρόπο θέματα που διέπονται από τον παρόντα νόμο". Από τις παραπάνω διατάξεις του ΓΚΠ της αναιρεσείουσας εταιρείας, προκύπτει σαφώς ότι αν ο εργαζόμενος κατά την πρόσληψή του στην ΟΣΥ προσκομίσει πλαστό ή παραποιημένο τον προσδιοριζόμενο από το άρθρο 7 § 1 του ΓΚΠ, ως αναγκαίο, τίτλο σπουδών και βεβαιώσει ψευδώς στην κατατιθέμενη στην εργοδότρια υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985 ότι ο τίτλος είναι γνήσιος, η σύμβαση εργασίας του με την αναιρεσείουσα δεν καθίσταται εκ του λόγου τούτου άκυρη αλλά το γεγονός αυτό θεωρείται σοβαρό παράπτωμα (σπουδαίος λόγος) που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθεί, χωρίς καταβολή αποζημίωσης.
Συνεπώς, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των ν. 3198/1955 και 2112/1920 περί καταβολής αποζημίωσης καταγγελίας ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της (άκυρης) σχέσης εργασίας. Η διάταξη αυτή του άρθρου 7 § 3 του ΓΚΠ, κατισχύει, κατά το άρθρο 12 του ν. 2669/1998, οποιασδήποτε άλλης αντίθετης διάταξης.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσίβλητοι -ενάγοντες (μεταξύ πλειόνων εναγόντων που δεν είναι διάδικοι κατά την παρούσα αναιρετική δίκη) άσκησαν την από 9-6-2014 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία εξέθεσαν ότι εργάζονται στην εναγομένη -αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έκαστος ως οδηγοί αστικών λεωφορείων, ότι κατά την πρόσληψή τους δήλωσαν ότι είναι κάτοχοι τίτλων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι η τελευταία, στους χρόνους που αναφέρουν, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας τους, επικαλούμενη κώλυμα διορισμού τους (μη γνησιότητα των τίτλων σπουδών τους), χωρίς να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.
Ζήτησαν δε, θεωρώντας την απόλυσή τους καταχρηστική, μισθούς υπερημερίας, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και επικουρικά, την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή και κατ' έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων το Εφετείο απέρριψε την κύρια και έκανε δεκτή την επικουρική βάση αυτής, καθής βάλλει η αναιρεσείουσα με τους λόγους αναίρεσης.
Ειδικότερα το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, τα εξής: Οι ενάγοντες - εκκαλούντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) προσλήφθηκαν μέσω διαγωνισμών που διενήργησε ο ΑΣΕΠ, αρχικώς, με συμβάσεις εργασίας δόκιμων οδηγών ορισμένου χρόνου και κατόπιν της κρίσης αυτών ως κατάλληλων για ένταξή τους, υπήχθησαν στο μόνιμο προσωπικό.
Η πρόσληψή τους έγινε διαδοχικά στο χρονικό διάστημα των ετών 2000-2005. Στις έγγραφες συμβάσεις εργασίας που καταρτίστηκαν σχετικώς, οι ενάγοντες ως μισθωτοί, δήλωσαν ότι έλαβαν γνώση του ισχύοντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας, αποδεχόμενοι αυτόν ανεπιφύλακτα και προσχωρώντας στις διατάξεις του.
Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΙΔΑΔ/Φ.34/42/οικ. 33906/16.12.2013 Εγκυκλίου της Γενικής Διεύθυνσης Κατάστασης Προσωπικού του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης -εφεσίβλητης εταιρείας κλήθηκαν να ελέγξουν μέσα σε τρεις μήνες τη νομιμότητα πρόσληψης, μετάταξης και μετατροπής της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων τους και ειδικότερα να διενεργήσουν έλεγχο νομιμότητας όλων των πτυχίων, των πιστοποιητικών και των στοιχείων που σχετίζονταν με την πρόσληψη, τη μετάταξη ή τη μετατροπή σε αορίστου χρόνου της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της καθώς και του συνόλου των στοιχείων που συμπεριλαμβάνονταν στο προσωπικό τους μητρώο (τίτλους σπουδών, πτυχία, μεταπτυχιακά, διδακτορικά, πιστοποιητικά γνώσης Η/Υ, βεβαιώσεις προϋπηρεσίας κ.λ.π.), τα οποία αποδείκνυαν την κατοχή των κύριων, πρόσθετων ή επικουρικών προσόντων, βάσει των οποίων τεκμηριωνόταν η νομιμότητα της υπαλληλικής σχέσης και κατάστασης.
Σε εκτέλεση της ως άνω Εγκυκλίου, τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης -εφεσίβλητης προέβησαν στον παραγγελθέντα ως άνω έλεγχο, αποστέλλοντας το σύνολο των τίτλων σπουδών των εργαζόμενων, μεταξύ των οποίων και των ανωτέρω εναγόντων -εκκαλούντων, στις εκδούσες αυτούς αρχές. Σε απάντηση, τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης -εφεσίβλητης παρέλαβαν τα ακόλουθα έγγραφα ...
από τα οποία προέκυπτε ότι οι ενάγοντες -εκκαλούντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) προσκόμισαν κατά την πρόσληψή τους τίτλους σπουδών (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) οι οποίοι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα ήτοι κατέθεσαν πλαστούς ή παραποιημένους τίτλους σπουδών. Ακολούθως, δυνάμει των υπ' αριθμ.
πρωτ. …/…..3.2014, …/….3.2014, …/….3.2014, …/….3.2014, …/….3.2014, …/….3.2014, …/….3.2014, …/….3.2014, …/….4. 2014 και …/…..4.2014 ειδοποιήσεων -κλήσεων της Διευθύντριας Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγόμενης -εφεσίβλητης, ως άνω, εταιρείας, οι οποίες επιδόθηκαν στους ανωτέρω ενάγοντες -εκκαλούντες με τις υπ' αριθμ. 4345 Ε/10.3.2014, 4364 Ε/10.3.2014, 4081/3.4.2014, 4363 Ε/ 10.3.2014, 4356 Ε/10.3.2014, 4342 Ε/10.3.2014, 4352 Ε/ 10.3.2014, 4082/3.4.2014, 8147 Ε/9.4.2014 και 8161 Ε/ 11.4.2014 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Γ.
Π., Α. Τ. και Ι. Κ., των Πρωτοδικείων Πειραιώς και Αθηνών, αντιστοίχως, οι αμέσως προηγούμενοι ενάγοντες - εκκαλούντες κλήθηκαν να προσέλθουν εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερολογιακών ημερών, από την παραλαβή τους, προκειμένου να καταθέσουν τις απόψεις -ενστάσεις τους, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 20 Σ. σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και το άρθρο 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγόμενης -εφεσίβλητης εταιρείας, σχετικά με ψευδή δήλωση ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψή τους, τα οποία διαπιστώθηκαν μετά από εμπεριστατωμένο έλεγχο και διασταύρωση δικαιολογητικών - τυπικών προσόντων διορισμού τους (μέσω ΑΣΕΠ), σε εφαρμογή της προαναφερόμενης εγκυκλίου.
Κατόπιν αυτών, δυνάμει των υπ' αριθμ. …/….3.2014, …./….3.2014, …/….4.2014, …/….3.2014, …/….3.2014, …/….3.2014, …/….3.2014, …/….4.2014, …/….4.2014 και …/….4.2014 αντιστοίχως συνταχθεισών ειδοποιήσεων -γνωστοποιήσεων της πληρεξούσιας δικηγόρου της εναγόμενης -εφεσίβλητης εταιρείας, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στους παραπάνω ενάγοντες και εν προκειμένω εκκαλούντες με τις υπ' αριθμ. 4056/28.3.2014, 4549 Ε/28.3.2014, 8234 Ε/25.4.2014, 4548 Ε/28.3.2014, 4068/31.3.2014, 4049/28.3.2014, 4069/31.3.2014, 8230 Ε/25.4.2014, 8232/25.4.2014 και 8227 Ε/25.4.2014 εκθέσεις επίδοσης των παραπάνω αναφερόμενων δικαστικών επιμελητών, γνωστοποιήθηκε σ' αυτούς ότι καταγγέλλονταν οι συμβάσεις εργασίας τους, για μεν τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο των εν προκειμένω εκκαλούντων (και ήδη αναιρεσιβλήτων) από 1.4.2014, για δε τους τρίτο, όγδοο, ένατο και δέκατο αυτών από 1.5.2014, σύμφωνα με τα ανωτέρω σχετικά καθώς και βάσει των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγόμενης -εφεσίβλητης εταιρείας παρ. 3 άρθρου 7 αυτού, κατά τον οποίο, ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων, κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης.
Επικαλούμενη δε την εφαρμογή του αμέσως προηγούμενου άρθρου του ισχύοντος για το προσωπικό της Κανονισμού, η εναγόμενη -εφεσίβλητη εταιρεία κάλεσε, παραλλήλως, τους προαναφερόμενους ενάγοντες -εκκαλούντες να προσέλθουν στο Τμήμα Προσωπικού και Εργασιακών Σχέσεων της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της για την εκκαθάριση τυχόν οικονομικών τους οφειλών, χωρίς περαιτέρω να τους καταβάλει αποζημίωση απόλυσης.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού, προκύπτει ότι προϋπόθεση πρόσληψης των παραπάνω εναγόντων και τώρα εκκαλούντων ήταν να συγκεντρώνουν τα απαιτούμενα ως κύρια προβλεπόμενα προσόντα, για τις συγκεκριμένες θέσεις εργασίας και ειδικότερα τίτλο σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Σε διαφορετική δε περίπτωση, η σύμβαση εργασίας τους ήταν άκυρη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 του ΑΚ και λογίζεται ως μη γενόμενη. Με τα δεδομένα δε αυτά, οι συναφθείσες μεταξύ των παραπάνω αναφερόμενων διαδίκων και της εναγόμενης -εφεσίβλητης εταιρείας συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ήταν εξ αρχής άκυρες, εφόσον δεν τηρήθηκε για την πρόσληψη των συγκεκριμένων εναγόντων -εκκαλούντων η ως άνω διάταξη του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού, καθώς αυτοί δεν διέθεταν τότε τα απαιτούμενα για την πρόσληψη τους τυπικά προσόντα.
Επειδή δε στην άκυρη σύμβαση εργασίας δεν υφίσταται θέμα ακυρότητας της καταγγελίας, η εναγόμενη -εφεσίβλητη, Ο.Σ.Υ. Α.Ε., που, κατόπιν του παραπάνω ελέγχου, προέβη στις καταγγελίες των αντίστοιχων συμβάσεων εργασίας και έπαυσε από τις ανωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες να αποδέχεται τις υπηρεσίες των προηγούμενων εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, δεν έγινε υπερήμερη και δεν υποχρεούνταν στη συνέχιση των σχέσεων εργασίας αυτών, οι οποίες λογίζονται λυθείσες από τους ανωτέρω χρόνους.
Και με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής για μισθούς υπερημερίας, υποχρέωση απασχόλησης και χρηματική ικανοποίηση. Στη συνέχεια δε, ερευνώντας την επικουρική βάση της αγωγής, δέχθηκε ότι από όσα παραπάνω εκτίθενται, προκύπτει ότι για τους μόνιμους υπαλλήλους της εναγόμενης -εφεσίβλητης εταιρείας, για τους οποίους δεν έχει ληφθεί ειδική μέριμνα από τον ισχύοντα για το προσωπικό της ως άνω Κανονισμό, εφαρμόζονται, κατ' επιταγή του άρθρου 9 ν. 2112/1920, οι διατάξεις του νόμου αυτού (2112/1920) και κατά συνέπεια και του ν. 3158/1955, σχετικά με την αποζημίωση απόλυσής τους.
Επιπλέον δε, η διάταξη του β' εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 7 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγόμενης -εφεσίβλητης εταιρείας, με την οποία η τελευταία απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της αμέσως προηγούμενης αποζημίωσης (απόλυσης) στην περίπτωση καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης λόγω του παραπάνω παραπτώματος (ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων, κατά την πρόσληψη), δεν είναι νόμιμη, διότι απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως σε περίπτωση καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης λόγω επιβολής πειθαρχικής ποινής.
Οπότε, οι ανωτέρω ενάγοντες και τώρα εκκαλούντες, που απασχολήθηκαν για λογαριασμό της εναγόμενης -εφεσίβλητης ως άνω εταιρείας με άκυρες συμβάσεις δικαιούνταν να λάβουν αποζημίωση απόλυσης, λόγω των γενόμενων καταγγελιών των οικείων συμβάσεών τους. Και με τις παραδοχές αυτές, αφού δέχθηκε και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση, επιδικάζοντας στους ενάγοντες την αποζημίωση που προβλέπει για την καταγγελία ο ν. 2112/1920.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 7 § 3 του ΓΚΠ της αναιρεσείουσας που έχει ισχύ νόμου, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε όλως εσφαλμένο διατακτικό.
Ειδικότερα, ενώ κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, δέχεται ότι οι τίτλοι σπουδών που υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι στην αναιρεσείουσα για την πρόσληψή τους ως εργαζόμενοι σ' αυτή ήταν πλαστοί ή παραποιημένοι και αυτοί ψευδώς στην υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985 που υπέβαλαν, δήλωσαν ότι είναι γνήσιοι και στις έγγραφες συμβάσεις εργασίας που καταρτίσθηκαν σχετικώς, οι αναιρεσίβλητοι ως μισθωτοί δήλωσαν ότι έλαβαν γνώση του ισχύοντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας, αποδεχόμενοι αυτόν ανεπιφύλακτα και προσχωρώντας στις διατάξεις του, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή (άρθρ. 7 § 3 του ΓΚΠ), σύμφωνα με την οποία η πράξη των αναιρεσιβλήτων προβλέπεται ως σοβαρό παράπτωμα αυτών που διέπραξαν κατά την πρόσληψή τους, το οποίο επιφέρει καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την εργοδότρια εταιρεία οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθεί, χωρίς καταβολή αποζημίωσης, την οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, καίτοι είχε νόμιμη υποχρέωση να την εφαρμόσει, αφού συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.
Αντίθετα, επικαλούμενο και εφαρμόζοντας εσφαλμένα, διατάξεις που ισχύουν επί ιδιωτικών συμβάσεων, όπως των άρθρων 3 & 174 ΑΚ, για τις οποίες δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αφού εν προκειμένω ο ΓΚΠ της αναιρεσείουσας εταιρείας έχει ισχύ νόμου, εσφαλμένα δέχθηκε ότι το γεγονός της πλαστότητας των τίτλων συνεπάγεται εξ υπαρχής ακυρότητα των επίδικων συμβάσεων εργασίας, ότι εφαρμοστέο είναι το άρθρο 9 ν. 2112/1920, διότι ο ΓΚΠ της αναιρεσείουσας δεν περιέχει ειδική μέριμνα για τους εργαζόμενους και ότι δεν είναι νόμιμη η διάταξη αυτή του κανονισμού που απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως σε περίπτωση καταγγελίας λόγω πειθαρχικής ποινής, κρίνοντας ούτω πολλαπλώς ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται αποζημίωση καταγγελίας εκ των ν. 3198/1955 & 2112/1920, παραβλέποντας το άρθρο 12 του ν. 2669/1998, κατά το οποίο η διάταξη του άρθρου 7 § 3 του ΓΚΠ, κατισχύει οποιασδήποτε άλλης αντίθετης διάταξης και συνεπώς και των νόμων αυτών.
Έτσι, εσφαλμένα επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους αποζημίωση καταγγελίας, αποδεχόμενο την επικουρική βάση της αγωγής, ενώ αν εφάρμοζε ορθά το νόμο και συγκεκριμένα το άρθρο 7 § 3 του ΓΚΠ της αναιρεσείουσας, που έχει εφαρμογή, θα έπρεπε να απορρίψει αυτή ως μη νόμιμη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος με το οποίο επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού του λόγου, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Με τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 εδ. α' & β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλομΑΠ 42/2005, ΟλομΑΠ 41/2002, ΟλομΑΠ 25/2001, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 836/2019).
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπου η επικουρική βάση της αγωγής, η οποία αποτελεί το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου κρίνεται, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως μη νόμιμη, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Εφετείο, μετά την κατά τα άνω αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υφίσταται.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, το δε Δικαστήριο, αφού κρατήσει και δικάσει την υπόθεση, πρέπει, αντικαθιστώντας, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής σιωπηρά, με αυτές της παρούσας, να απορρίψει την έφεση κατ' ουσίαν. Η δικαστική δαπάνη των διαδίκων για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και για την αναιρετική δίκη πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των εκκαλούντων και αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, λόγω της ήττας τους (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6488/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει την έφεση κατ' ουσίαν.
Καταδικάζει τους εκκαλούντες στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ