Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
980/2009 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding procedural defects not raised at first instance.

Geschäftsnummer 980/2009
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision, ruling that the appeal was inadmissible. The appellant argued the lower court failed to consider specific claims regarding debt and contract invalidity, but the court held these procedural defects must be raised during the initial trial. Since the appellant did not propose these arguments before the Court of Appeals, the Supreme Court could not review them.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 559 para. 8 no. 8 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 8 no. 14 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on procedural defects or inadmissibility is inadmissible if such defects were not proposed to the court of first instance, as the right to raise them is lost if not exercised at that stage.

Schlagwörter

KI-generiert
inadmissibility appeal procedural defects Code of Civil Procedure waiver of argument jurisdictional error Entlassung oder Vertragsauflösung Verlassen der Arbeitsstelle Aufgabe der Erwerbstätigkeit

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 559 para. 8 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 8 no. 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 5 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
AP 1396/2005
AP 438/2001
AP 365/2000
AP 30/1995
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 980 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 980/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Αλεξάνδρα Παπαγεωργίου.

Του αναιρεσίβλητου: .... κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βαϊα Λάμπρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1443/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7296/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ανακύπτει η πλημμέλεια αυτή, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. "Πράγμα", υπό την ανωτέρω έννοια, είναι και ο λόγος της εφέσεως.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, υπέπεσε αληθώς στην από το άρθρο 559 αριθμ.8 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., και όχι από τον αριθμό 11 του ιδίου .άρθρου, προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη όλους τους αναφερομένους πραγματικούς ισχυρισμούς, που, κατά το λόγο αναιρέσεως, πράγματι προέκυπταν από τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα), που αναφέρονται στον λόγο αυτόν αναιρέσεως, και συγκεκριμένα ότι υπήρχε οφειλή του πατέρα του αναιρεσίβλητου, Π1 προς αυτή από χρηματιστηριακές συναλλαγές, εκ 3.629,79 Ευρώ για την εξόφληση της οποίας είχε ευθύνη και αυτός (αναιρεσίβλητος), ως αντιπρόσωπος, σύμφωνα με το άρθρο 231 ΑΚ, και συνακόλουθα ήταν έγκυρη η ένσταση του συμψηφισμού που συνάπτεται με τους ως άνω πραγματικούς ισχυρισμούς και πρότεινε η αναιρεσείουσα, όπως διαλαμβάνεται σε επόμενη σκέψη της απόφασης αυτής, σε τμήμα της αξιουμένης απ'αυτόν (αναιρεσίβλητο) αποζημίωσης απόλυσης.

Πλην, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη τους ως άνω πραγματικούς ισχυρισμούς που συγκροτούν την προεκτεθείσα ένσταση συμψηφισμού, τους οποίους και απέρριψε ρητώς, χωρίς η ορθότητα της απορριπτικής αυτής κρίσεως να μπορεί να ελεγχθεί μέσω του αναιρετικού λόγου του εδαφίου 8.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, που καταλογίζει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως, είναι αβάσιμος και γι'αυτό πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος.

Κατά το άρθρο 664 ΑΚ ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτηση του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Μισθό όμως δεν αποτελεί η αξίωση αποζημιώσεως λόγω απολύσεως και συνεπώς δεν απαγορεύεται ο συμψηφισμός της αξίωσης αυτής(ΑΠ 1255/2002).

Εξάλλου, τα άρθρα 440,441 ΑΚ ορίζουν το μεν πρώτο ότι ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, το δε δεύτερο ότι συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρόταση του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικώς, ανεξάρτητα από αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται όμως δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση. Αυτονόητο είναι ότι βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαίτησης(ΑΠ 181/1995).Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον του δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (ΑΚ 442).Επίσης, λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Για το ορισμένο δε του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η ανωτέρω νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομικής βάσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πλήρεις και όχι αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια σημεία των αιτιολογιών προκύπτει, και όταν η απόφαση στερείται αιτιολογίας μόνο αυτό (Ολ.ΑΠ 20/2005).Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δικ., αίτηση, η οποία, αν μείνει αδίκαστη, ή επιδικασθεί, χωρίς αντίστοιχο αίτημα, δημιουργεί λόγο αναίρεσης, νοείται εκείνη η οποία αποτελεί κεφάλαιο δίκης, ανεξάρτητα αν τούτο θεμελιώνεται σε περισσότερες σωρευόμενες βάσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους δεύτερο και τρίτο από τους λόγους της αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, με τον δεύτερο μεν ότι με το να δεχθεί ότι δεν ήταν νόμιμη η δήλωση συμψηφισμού στην οποία προέβη αυτή, σε μέρος της οφειλομένης στον αναιρεσείοντα αποζημίωσης απόλυσης, ληξιπρόθεσμης ανταξίωσης που είχε κατ'αυτού από οφειλή του προς αυτή, από χρηματιστηριακές συναλλαγές του πατέρα του, τις οποίες διενήργησε ο ίδιος, ως αντιπρόσωπος αυτού(πατέρα του),και για τις οποίες φέρει ευθύνη και εκείνος γιατί ο ως άνω αντιπροσωπευόμενος πατέρας του δεν ενέκρινε τις πιο πάνω συναλλαγές, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 231,440,442,664 ΑΚ, με τον τρίτο δε, και κατά το ένα μέρος του, ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, γιατί ενώ δέχεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου δεν ήταν καταχρηστική, παρόλα αυτά δέχθηκε ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν άκυρη, λόγω ακυρότητας της προταθείσας δήλωσης συμψηφισμού σε τμήμα της οφειλομένης στον αναιρεσίβλητο αποζημίωσης απόλυσης, που είχε ως συνέπεια την ακυρότητα της ανωτέρω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, από την αιτία αυτή, κατά δε το άλλο μέρος του, ότι ανεγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, λόγω μη καταβολής σ'αυτόν πλήρους της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, μολονότι δεν υπήρχε τέτοιο αίτημα στην ένδικη αγωγή.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, δέχθηκε, ως προς το ανωτέρω ζήτημα ανελέγκτως τα εξής:...Από τις χρηματιστηριακές αυτές πράξεις, η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι υφίσταται οφειλή του Π1 (πατέρα του αναιρεσιβλήτου) απέναντι της ύψους 3.629,76 ευρώ, για την οποία ευθύνεται και ο αναιρεσίβλητος, ως αντιπρόσωπος του, κατ'άρθρο 231 ΑΚ.

Ο αναιρεσίβλητος αρνείται την ύπαρξη της οφειλής αυτής, η οποία εξ άλλου δεν αποδεικνύεται από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα...Η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης του αναιρεσιβλήτου ανέρχεται σε 4.108,58 ευρώ...Ο αναιρεσίβλητος παρείχε την εργασία του στην αναιρεσείουσα μέχρι τις 15-5-2005.Με την από 16-5-2005 εξώδικη δήλωσή της τελευταίας προς τον αναιρεσίβλητο, η οποία του επεδόθη αυθημερόν...η αναιρεσείουσα του δήλωσε ότι στην οφειλή της προς αυτόν, συνολικού ύψους 5.990,54 ευρώ,...προτείνει σε συμψηφισμό, κατ'άρθρο 231 ΑΚ, την ως άνω απαίτησή της κατά του πατέρα του, Π1 ύψους 3.629,76 ευρώ, παραμένοντος υπολοίπου από 2.360,78 ευρώ, για το οποίο κάλεσε τον αναιρεσείοντα προς είσπραξη από τα γραφεία της...Όπως όμως προαναφέρθηκε, ο συμψηφισμός αυτός δεν είναι έγκυρος, εφ'όσον δεν αποδείχθηκε ληξιπρόθεσμη ανταπαίτηση της και η αναιρεσείουσα, καταβάλλοντας ελλιπή αποζημίωση στον αναιρεσίβλητο, κατέστησε άκυρη την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης και είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου.

Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως βάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης που άσκησε ο αναιρεσίβλητος κατά της 1443/2006 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, και εξαφάνισε αυτή, διακράτησε την ένδικη αγωγή την οποία και δέχθηκε κατά ένα μέρος, απορρίπτοντας συγχρόνως την υπό της αναιρεσείουσας προταθείσα με σχετική δήλωσή της, ένσταση συμψηφισμού.

Έτσι που έκρινε, δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες αντίθετα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του, αληθώς από τον αριθμό 19 και όχι 17,του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, ως προς την αιτίαση περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο εκείνα τα περιστατικά που κατά την αναιρεσείουσα έπρεπε για την επάρκεια και πληρότητα των αιτιολογιών να αναφέρονται στην προσβαλλομένη, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι οι πιο πάνω αιτιολογίες του Εφετείου είναι σαφείς και επαρκείς, ως προς δε την αιτίαση περί αντιφατικής αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η παραδοχή του Εφετείου ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής σ'αυτόν πλήρους της αποζημίωσης απόλυσης, δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν άκυρη ως καταχρηστική, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές βάσεις της ένδικης αγωγής, σωρευτικά ασκηθείσες, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής.

Κατά το μέρος του δε από τον αριθμό 9,που δεν αναφέρεται αριθμητικώς στο αναιρετήριο, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως ήδη προεκτέθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, ο αναιρεσίβλητος είχε σωρεύσει στην ένδικη αγωγή και βάση αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, λόγω μη καταβολής πλήρους της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, καθώς και αντίστοιχο αίτημα.

Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του τελευταίου και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής καθώς και το απαράδεκτο αυτής, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, η ποσοτική ή η ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ οι δικονομικές της ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 14 του αυτού Κώδικα (ΑΠ 1396/2005, 438/2001, 365/2000).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή α) ως απαράδεκτη, λόγω μη επιτρεπτής σώρευσης στην κυρία βάση της ένδικης αγωγής, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου και περί υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να του καταβάλλει μισθούς υπερημερίας, της επικουρικής βάσης αυτής περί καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, και β) λόγω αοριστίας της.

Πλην ο λόγος αυτός της αναίρεσης, και ως προς τις δύο αιτιάσεις του, που στηρίζεται κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του στον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., και όχι στον αριθμό 8 του ιδίου ως άνω άρθρου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει αυτή (αναιρεσείουσα), πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου, δεν πρότεινε αυτή τους ανωτέρω περί απαραδέκτου και περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, ισχυρισμούς.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας αυτού του ίδιου.

Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολομ. ΑΠ 30/1995).Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο) εσφαλμένα δέχθηκε ότι ήταν αρμόδιο καθ'ύλην ως προς την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, καίτοι η υπόθεση υπαγόταν στην υλική αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, είναι προεχόντως απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος για το λόγο αυτό και συνακόλουθα και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-3-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.7296/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου,τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ