Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
97/2021 KI-generiert

Appeal court rejects mandatory recall of security measure due to pending retrial and lack of replacement authority.

Geschäftsnummer 97/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the applicant's request to recall a protective attachment imposed on a third party. The applicant argued for the measure's removal following a final judgment in the main case, while the respondent maintained the attachment remained necessary. The court ruled that since the main case was still pending after the retrial was filed, the mandatory recall conditions were not met, and the law does not permit replacing the attachment with a different measure.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 698 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 724 of the Code of Civil Procedure: Mandatory recall of a security measure applies only upon final judgment in the main case or execution thereof, not during pending retrial, and the law does not authorize replacing the measure with a different one.

Schlagwörter

KI-generiert
mandatory recall of security measure protective attachment third party pending retrial jurisdiction replacement of security measure Code of Civil Procedure Greece Beschlagnahme von Bankkonten Vollzug von Geldstrafen Konsolidierung der Schuld

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 698 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 724 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 565 of the Code of Civil Procedure
Art. 221 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 97 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 97/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αιτούντος: Γ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Στεργίου και κατέθεσε προτάσεις.

Του καθ' ου η αίτηση: Ν. Π. του Γ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Φωτάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Ο αιτών, με την από 5/6/2020 αίτησή του, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθμό 10/13-7-2020, ζητεί την ανάκληση της από 25/5/2020 επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης δυνάμει της υπ' αριθ. 1208/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με τη διάταξη του άρθρου 698 παρ. 1 περ. α', β' και 2 του ΚΠολΔ και υπό τον παράτιτλο "υποχρεωτική ανάκληση" ορίζονται τα ακόλουθα: "Η απόφαση που διέταξε ασφαλιστικό μέτρο ανακαλείται ολικά ή εν μέρει α) αν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη για την κύρια υπόθεση κατά εκείνου ο οποίος είχε ζητήσει το ασφαλιστικό μέτρο και γίνει τελεσίδικη, β) αν εκδοθεί οριστική απόφαση που τον ωφελεί, και εκτελεστεί, γ) ...

δ) ... (παρ. 1). Η ανάκληση που αναφέρεται στην παρ. 1 γίνεται με αίτηση εκείνου που έχει έννομο συμφέρον, αν η κύρια υπόθεση είναι εκκρεμής, από το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί και σε κάθε άλλη περίπτωση από το δικαστήριο, που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο (παρ. 2)". Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι ο προσδιορισμός με αυτήν ως αρμόδιου δικαστηρίου για την υποχρεωτική ανάκληση της απόφασης που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω νόμιμες προϋποθέσεις, και του δικαστηρίου εκείνου στο οποίο η κύρια υπόθεση είναι εκκρεμής, προϋποθέτει όχι την, κατ' άρθρο 221 του ΚΠολΔ, εκκρεμοδικία, αφού αυτή έχει λήξει με την τελεσιδικία της ανωτέρω απόφασης, αλλά την παρά την τελεσιδικία αυτή εκκρεμότητα της υπόθεσης, ως αποτέλεσμα της άσκησης αίτησης αναίρεσης κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης.

Επομένως στην τελευταία αυτή περίπτωση το Τμήμα του Αρείου Πάγου, στο οποίο υπάγεται η αίτηση αναίρεσης είναι αρμόδιο, ύστερα από αίτηση εκείνου κατά του οποίου επιβλήθηκε το ασφαλιστικό μέτρο, για την εκδίκαση της αίτησης ολικής ή μερικής ανάκλησης του ασφαλιστικού μέτρου, η οποία είναι υποχρεωτική μετά την τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής ή την εκτέλεσή της κατά το μέρος που αυτή έγινε δεκτή (ΑΠ 250/2017, ΑΠ 349/2017, ΑΠ 1280/2011, ΑΠ 849/2008, ΑΠ 1354/2006, ΑΠ 342/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 724 ΚΠολΔ ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, καθώς και με διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής (παρ. 1 ).

Το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση ή τη διαταγή πληρωμής μπορεί με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται και κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 παρ. 1, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων που αναφέρονται στην παρ. 1, αν πιθανολογείται η εξόφληση ή η ανυπαρξία, ολική ή εν μέρει, της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής ή να περιορίσει την εκτέλεση σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, αν πιθανολογείται ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλιση της απαίτησης.

Ως αναστολή δε εκτέλεσης του ασφαλιστικού μέτρου, που επιβλήθηκε αυτοδύναμα κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, νοείται κατά την παράγραφο 2 αυτού η ανάκληση του ασφαλιστικού μέτρου. Περαιτέρω, σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης με την οποία έχει επιβληθεί συντηρητική κατάσχεση σύμφωνα με το άρθρο 724 ΚΠολΔ, κατ' αναλογία προς τα πιο πάνω ισχύοντα και επί της διάταξης του άρθρου 698 του ίδιου Κώδικα, το Τμήμα του Αρείου Πάγου, στο οποίο υπάγεται η αίτηση αναίρεσης, είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της προαναφερόμενης αίτησης ανάκλησης.

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 5-6-2020 αίτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου ο αιτών εκθέτει ότι με την υπ' αριθ. 1208/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της αναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρεώθηκε αυτός (αναιρεσείων) να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των 144.275,35 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Ότι ακολούθως ο αναιρεσίβλητος με βάση την ανωτέρω απόφαση επέβαλε σε βάρος του το ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης κατ' άρθρ. 724 ΚΠολΔ στα χέρια των αναφερομένων τραπεζών ως τρίτων. Ότι κατά της ανωτέρω ήδη τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου έχει ασκήσει την από 28-5-2020 αίτηση αναίρεσης και ως εκ τούτου το παρόν Δικαστήριο (Άρειος Πάγος), στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, είναι αρμόδιο για την ανάκληση του ως άνω ασφαλιστικού μέτρου.

Ότι βασίμως πιθανολογείται η ανυπαρξία της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η προαναφερόμενη απόφαση. Με βάση δε τα παραπάνω ζητεί να ανακληθεί ολικά ή εν μέρει η εκτέλεση της ως άνω συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας των αναφερομένων τραπεζών, άλλως να περιοριστεί η συντηρητική κατάσχεση στην επιβολή εγγραφής προσημείωσης υπέρ του καθ' ου σε ακίνητο ιδιοκτησίας αυτού (αιτούντος) και συγκεκριμένα σε ακίνητό του που βρίσκεται επί της οδού …, η αξία του οποίου υπερβαίνει τις 500.000 ευρώ, καθώς έτσι η απαίτηση του πρώτου τυγχάνει πλήρως εξασφαλισμένη και όχι μερικώς, όπως συμβαίνει σήμερα.

Με το περιεχόμενο αυτό η πιο πάνω αίτηση αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι αρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης, αφού σε αυτό εκκρεμεί η κυρία υπόθεση, μετά την άσκηση της από 28-5-2020 αίτησης αναίρεσης του αιτούντος κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επίσης, η υπό κρίση αίτηση ανάκλησης είναι νόμιμη ως προς το ως άνω πρώτο αίτημά της περί ανάκλησης της επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, στηριζόμενη στην παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 724 του ΚΠολΔ. Ως προς το ως άνω όμως δεύτερο αίτημά της η υπό κρίση αίτηση είναι μη νόμιμη, καθόσον από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 724 ΚΠολΔ προβλέπεται μόνο η αναστολή της εκτέλεσης, με την έννοια της ανάκλησης, του ασφαλιστικού μέτρου που επιβλήθηκε κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού και όχι η αντικατάστασή του με άλλο ασφαλιστικό μέτρο, όπως ζητείται στην προκειμένη περίπτωση.

Κατόπιν αυτών η αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να εξετασθεί από ουσιαστική άποψη.

Από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο καθ' ου η αίτηση με την από 14-9-2016 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε να υποχρεωθεί ο αιτών να του καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά με βάση τη σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό και την εξ αυτής αναγωγή, τις διατάξεις περί αδικοπραξίας αλλά και του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 11152/2017 απόφασή του απέρριψε την αγωγή και ακολούθως, μετά την άσκηση έφεσης από τον ήδη καθ' ου, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1208/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον ήδη αιτούντα να καταβάλει στον ήδη καθ' ου το ποσό των 144.275,35 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Ακολούθως, ο καθ' ου με βάση την ανωτέρω απόφαση και το από 18-5-2020 κατασχετήριο, που επιδόθηκε στον αιτούντα στις 25-5-2020, επέβαλε σε βάρος του το ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης κατ' άρθρ. 724 ΚΠολΔ στα χέρια των αναφερομένων τραπεζών ως τρίτων. Μετά ταύτα ο αιτών άσκησε κατά της ανωτέρω ήδη τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών την από 28-5-2020 αίτηση αναίρεσης για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι μετά από αίτηση του αιτούντος εκδόθηκε η υπ' αριθ. 62/6-7-2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Α1 Τμήμα-ως Συμβούλιο), με την οποία, λόγω της πιθανολόγησης κινδύνου βλάβης για τον αιτούντα, ανεστάλη κατ' άρθρ. 565 ΚΠολΔ η εκτέλεση της προαναφερόμενης απόφασης για το πέραν των 60.000 ευρώ ποσό κεφαλαίου, έως ότου εκδοθεί απόφαση για την πιο πάνω αίτηση αναίρεσης.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν πιθανολογήθηκε η ανυπαρξία της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-6-2020 αίτηση ανάκλησης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα του καθ' ου η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ