Supreme Court partially allows appeal on unpaid vacation pay and overtime, remanding case for retrial.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding unpaid wages. The appellant argued the lower court failed to properly assess her entitlement to double-time pay and vacation benefits for the period between November 1999 and March 2002. The court found the lower court erred in law by incorrectly calculating the vacation allowance and interest, violating specific labor statutes. Consequently, the decision was partially annulled, the case was remanded to a new panel of the Court of Appeal for retrial, and the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 655(a), 655(b) of the Civil Code; Article 5, paragraph 4 and 5 of Law 539/1945; Article 341 and 345 of the Civil Code; Article 1, paragraph 3 of Law 1346/1983; Article 3, paragraph 16 of Law 4504/1966; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure: Where an employer fails to pay vacation allowance and overtime correctly upon termination of employment, the appellate court must annul the lower judgment on that point and remand the case for retrial.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 97 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 97/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Λεωνίδας Πανούσης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "MAGIC FRESH Α.Ε", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης Αλευρόπουλος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.06.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2004 του ίδιου δικαστηρίου και 2847/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15.06.2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 18.09.2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δωδέκατος και ο δέκατος τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμίμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δωδέκατο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται νομίμου βάσεως, γιατί δεν έχει νόμιμες και επαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος του ύψους των αποδοχών, που εδικαιούτο η αναιρεσείουσα κατά το από 19-11-1999 έως 31-3-2002 χρονικό διάστημα για να ελεγχθεί εάν το ποσό των 7.354,83 ευρώ, που έγινε δεκτό ότι έλαβε αυτή είναι ή όχι μεγαλύτερο από το ποσό που εδικαιούτο και εάν ορθώς ή όχι απορρίφθηκε η αγωγή της με την προσβαλλομένη απόφαση.
Συγκεκριμένα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι "αποδείχτηκε ότι η αναιρεσείουσα, ενώ εργαζόταν 4ωρο ημερησίως, ελάμβανε αποδοχές 8ώρου, όπως της ανέγραφε η Γ κι επομένως έχει λάβει περισσότερα από όσα εδικαιούτο και επί πλέον έχε λάβει όλες τις νόμιμες αποδοχές της, τα δώρα εορτών και επιδόματα.
Η ενάγουσα για τα έτη 1999 - 2002, σύμφωνα με τα ωρομίσθιά της έλαβε 7.354,83 € σύμφωνα με τις αποδείξεις πληρωμής της και της σύμβασής της". Με τα δεδομένα αυτά ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, γιατί δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι οι νόμιμες αποδοχές της που αναλογούν σε τετράωρη ημερησία απασχόληση ήταν υπέρτερες του ως άνω ποσού των 7.354,83 ευρώ που έγινε δεκτό ότι έχει λάβει για τις παραπάνω αιτίες, ώστε να δικαιολογείται το έννομο συμφέρον της για την προβολή της σχετικής αναιρετικής αιτιάσεώς της.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικά από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 20-6-2000 ατομικής σύμβασης εργασίας, των καταστάσεων του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, της από 19-11-1999 συμβάσεως της αναιρεσίβλητης με το ίδιο νοσοκομείο και της από 20-6-2000 αναγγελίας της αναιρεσίβλητης προς τον ΟΑΕΔ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τουτέστιν όπως το περιεχόμενο ατών εκτίθεται στον σχετικό αναιρετικό λόγο και τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα καταλήγοντας όμως σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσειουσα θεωρεί ορθό.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και ένατο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη, χωρίς να έχει προταθεί ότι, συμφωνήθηκε ωράριο μερικής απασχόλησης, ότι η πρόσληψη έγινε στις 20-6-2000, ότι η αναιρεσείουσα εργαζόταν επί 4ωρο ημερησίως και επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, ότι αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία και ότι η σύμβαση δεν γνωστοποιήθηκε στην επιθεώρηση εργασίας καθώς, επίσης και ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί αβασίμου της αγωγής είναι απαράδεκτος, γιατί αντιφάσκει με την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, ότι αυτή δεν αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία, ότι κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύει η από 8-4-2000 αναγγελία, ούτε το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη κάλεσε τους εργαζομένους με την από 1-4-2002 ανακοίνωση της να προσέλθουν στα γραφεία της, ότι προσελήφθη για 8ωρο ημερησίως και για 5 ημέρες την εβδομάδα, ότι η ατομική σύμβαση εργασίας δεν φέρει υπογραφή ούτε βεβαίωση ότι κατατέθηκε στον ΟΑΕΔ και ότι οι καταστάσεις που ετηρούντο από το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο συνετάσσοντο από την υπεύθυνη του συνεργείου και όχι από το νοσοκομείο.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, γιατί οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αλλά είτε είναι αρνητικοί της αγωγής, είτε αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ..
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δέκατο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη ...... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών της μάρτυρος Α, το ...... δελτίο εργατικής διαφοράς και την κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της μάρτυρος Β.
Όπως, όμως, προκύπτει από τη ρητή βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πιο άνω ένορκη βεβαίωση και μαρτυρική κατάθεση έχουν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο. Εξάλλου, από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω δελτίο εργατικής διαφοράς.
Επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι ......, ......, ...... και ...... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Ηλιοπούλου δεν έχουν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη ρητή βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή λήφθηκαν χωρίς κλήτευση της αναιρεσείουσας και επομένως, ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη οι πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης δεν περιέχεται ομολογία της ως προς τις ώρες εργασίας της αναιρεσείουσας και επομένως, ο πέμπτος και ο ένατος λόγος αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος τους, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η μη λήψη από το Εφετείο τέτοιας ομολογίας της αναιρεσίβλητης, που προτάθηκε από την αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα της αναιρεσείουσας για πληρωμή αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, αλλά το απέρριψε ως αβάσιμο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα έχει λάβει όλες τις νόμιμες αποδοχές της. Επομένως, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 655 εδ. α και β ΑΚ, 5 παρ. 4 και 5 του ΑΝ 539/1945. όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 1346/1983 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, προκύπτει ότι, σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας με οποιοδήποτε τρόπο, πριν ο μισθωτός λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός αυτός δικαιούται να λάβει τις αποδοχές και το επίδομα άδειας κατά το χρόνο λύσεως της σχέσεως εργασίας, που αποτελεί δήλη ημέρα πληρωμής, από την οποία και οφείλεται τόκος υπερημερίας (άρθρα 341 και 345 ΑΚ). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι, η αναιρεσίβλητη είναι υποχρεωμένη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα, της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ότι, η σύμβαση εργασίας έληξε με οικειοθελή αποχώρηση της, στις 30-3-2002, ως αποδοχές και επίδομα άδειας του έτους 2002, 525.50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του οικείου ημερολογιακού έτους (2002) και όχι από την επίδοση της αγωγής, όπως ζητούσε η αναιρεσείουσα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, επομένως, ο δέκατος τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.. με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά ταύτα, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξή της περί επιδικάσεως του ανωτέρω ποσού, για αποδοχές και επίδομα αδείας με το νόμιμο τόκο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο ήτοι στο Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει η αναιρεσίβλητη να καταδικαστεί στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 178, 179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2847/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της παρούσης.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσα, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ