Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
979/2025 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling facts assessment is not reviewable.

Geschäftsnummer 979/2025
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision. The appellant argued the lower court erred in fact-finding, but the Court held that evaluating evidence and applying common sense principles falls outside the scope of appellate review. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 336, 339 of the Code of Civil Procedure; The assessment of evidence and the application of common sense principles by the court of first instance are not subject to appellate review.

Schlagwörter

KI-generiert
appellate review common sense principles fact-finding evidence assessment Code of Civil Procedure dismissal of appeal legal costs

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 336, 339 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 979 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 979/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. ή Μ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλλη Μελέμη.

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της 1) Δήμο Παπαδήμο και 2) Γεώργιο Λαδογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. αμφότεροι.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-8-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12679/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 6483/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-3-2023 αίτησή του και τον από 11-10-2024 πρόσθετο αυτής λόγο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου αυτής λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 28.3.2023 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 6483/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ.

Πολ. Δ.). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκε και ο από 11.10.2024 πρόσθετος λόγος αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 11.10.2024 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 11.10.2024 σύμφωνα με τη με αριθμό ....2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ζ.-Ε.

Κ., δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτησης της αναίρεσης στις 11.11.2024, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 Κ.Πολ. Δ.). Επομένως και ο πρόσθετος λόγος της αναίρεσης είναι παραδεκτός και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου του (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), συνεκδικαζόμενος με την προαναφερόμενη αίτηση αναίρεσης κατ'άρθρ. 246 ΚΠολΔ το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ.

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση, χωρίς κατ' αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής Ποια πρόσωπα είναι οι -κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγόμενου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη [ΑΠ 102/2022. ΑΠ 702/2020].

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρ. 904 παρ.1 εδάφ. α1 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του πλουτισμού του εναγόμενου και της επιβάρυνσης (παροχής ή ζημίας) του ενάγοντος, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Με άλλα λόγια, απαιτείται να υπάρχει άμεση περιουσιακή μετακίνηση μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας του άλλου. Τέτοια, όμως, μετακίνηση δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη, τρίτη, περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία εκείνου που πλουτίζει, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό (Ολ.Α.Π. 6/2020, Α.Π.19/2024, ΑΠ 858/2020].

Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005), εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η δε τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 42/2021, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 59/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, εφόσον υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά η ενάγουσα -εκκαλούσα ήδη αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης περί αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωσής της, καθ' ότι σ' αυτήν [αγωγή] εξέθετε ότι η περιουσιακή μετακίνηση στην περιουσία του πλουτίσαντος [πατέρα του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος] δεν πραγματοποιήθηκε από την περιουσία της ως ζημιωθείσας ,αλλά με τη μεσολάβηση τρίτου προσώπου και δη από τη μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ΜΑΡΚΟΝ ΕΠΕ.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, εξέθετε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: Ότι δυνάμει άτυπων διαδοχικών συμβάσεων δανείου που κατήρτισε κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2003 έως και τον Απρίλιο του έτους 2007 με τον ήδη αποβιώσαντα πατέρα του εναγόμενου Ι.

Μ., έλαβε απ' αυτόν ως δάνειο, με την υποχρέωση απόδοσης αυτού στο συμφωνηθέντα χρόνο, το συνολικό ποσό των 143.695,04 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, πλέον συμφωνηθέντος τοκογλυφικού επιτοκίου, που κυμαινόταν από 4% έως 5% μηνιαίως. Ότι προς εξασφάλιση αποπληρωμής του ανωτέρω δανείου κατά τη συμφωνία των μερών εξέδιδε εις διαταγήν του δανειοδότη της μεταχρονολογημένες επιταγές από τους τηρούμενους στο όνομά της με αριθμό ...

και με μη προσδιοριζόμενο αριθμό λογαριασμούς που η ιδία τηρούσε αντιστοίχως στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και στην Τράπεζα Κύπρου, πλήν των με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... επιταγών που εκδόθηκαν από την ιδία μεν αλλά δια του με αριθμό ... λογαριασμού της ΕΤΕ που τηρούνταν στο όνομα της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ΜΑΡΚΟΝ ΕΠΕ.

Ότι την εκ του δανείου οφειλή της κατέβαλε μόνο η ιδία στον δανειοδότη της, ο οποίος εισέπραττε το εκάστοτε ποσό των επιταγών που κατά την ημέρα πληρωμής εμφανίζονταν προς είσπραξη , ενώ ουδεμία καταβολή έλαβε χώρα από τις επιταγές που είχαν εκδοθεί δια του τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας ΜΑΡΚΟΝ.

Ότι εκ του συνολικού ποσού δανείου των 160.195,04 ευρώ [143.695,04 ευρώ κεφάλαιο και 16.500 ευρώ νόμιμοι τόκοι] το οποίο έχει εξοφλήσει, έχει καταβάλει επιπλέον τοκογλυφικούς τόκους ποσού 125.804,96 ευρώ, το οποίο αιτήθηκε να της καταβάλει ο εναγόμενος, ως μόνος εξ' αδιαθέτου κληρονόμος του δανειοδότη της. Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά και, ειδικότερα από την λεπτομερή απαρίθμηση σ' αυτή των εκδιδόμενων τραπεζικών επιταγών [που ενσωμάτωναν το εκάστοτε συμφωνηθέν ποσό απόδοσης του δανείου μετά των τοκογλυφικών -πέραν των νομίμων τόκων] και την ειδική αναφορά ότι η εξόφληση αυτών έλαβε χώρα μόνο από χρήματα της ιδίας που είχε στους προαναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς της και ουδόλως από έτερο πρόσωπο, αυτή νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης περί αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωσή της, εφόσον υπήρξε άμεση περιουσιακή μετακίνηση του πλουτισμού από την περιουσία της, χωρίς τη μεσολάβηση τρίτου προσώπου και δη της εταιρείας ΜΑΡΚΟΝ, η οποία ουδέν ποσό κατέβαλε, παρά μόνο υποσχέθηκε [που δεν συνιστά καταβολή] με την έκδοση των τεσσάρων τραπεζικών επιταγών την εξόφληση δανείου Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση και δέχθηκε ότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή η ενάγουσα είναι φορέας της ένδικης αξίωσης, εφόσον υπάρχει αμεσότητα της μετακίνησης από την περιουσία αυτής ως ζημιωθείσας σε εκείνη του πλουτίσαντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ και απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος για έλλειψη της ενεργητικής νομιμοποίηση της ενάγουσας για την άσκηση της ένδικης αγωγής και κατ' ακολουθίαν ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

2. Έτι περαιτέρω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα από αυτόν έλλειψη της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας για την άσκηση της ένδικης αξίωσής της. Ο λόγος ,όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αρνητικός της αγωγής και δεν εμπίπτει στην έννοια του 'πράγματος' που απαιτείται για την ίδρυσή του (Ολ. ΑΠ 18/2005 ΑΠ 619/2020). Σε κάθε περίπτωση δε, η προσβαλλόμενη έλαβε υπόψη, τον προταθέντα από τον ήδη αναιρεσείοντα ισχυρισμό περί έλλειψης της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, τον οποίο απέρριψε κρίνοντας ότι η ενάγουσα ήταν αυτή που ελάμβανε τα εκάστοτε δάνεια, δικές της επιταγές εξέδιδε ή ανανέωνε και με δικές της καταβολές εξοφλούνταν αυτά, χωρίς την παρεμβολή της περιουσίας τρίτου.

3. Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί απόδειξης απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στην νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 903/2019). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, στην περίπτωση που από τις προσαχθείσες αποδείξεις, ανεξάρτητα από το ποιος διάδικος τις προσκόμισε, ενόψει του ότι αυτές, κατ1 επιταγήν του άρθρου 346 ΚΠολΔ, καθίστανται κοινό αποδεικτικό μέσο, μετά την εκτίμηση αυτών από το δικαστήριο, θεωρήθηκαν αυτές επαρκείς προς απόδειξη του προβληθέντος ισχυρισμού ή περί του αντιθέτου.

Τούτο διότι στην περίπτωση αυτή, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στερείται σημασίας, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την προβολή της αιτίασης αυτής (ΑΠ 1292/2020].

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτού, με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα του Εφετείου ως προς το βάρος απόδειξης της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας. Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις δεν ιδρύουν τον άνω αναιρετικό λόγο, εφόσον από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι οι προσαχθείσες αποδείξεις ανεξάρτητα από το ποιος διάδικος τις προσκόμισε, ενόψει του ότι αυτές, κατ' επιταγήν του άρθρου 346 ΚΠολΔ, καθίστανται κοινό αποδεικτικό μέσο, θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας στην άσκηση της ένδικης αξίωσης. 4.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 910 του ΑΚ, από την επίδοση της αγωγής για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ο λήπτης ευθύνεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 346 και 348 ΑΚ. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 911 περ. 2 του ΑΚ ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή σε περίπτωση απαίτησης για παράνομη ή ανήθικη αιτία.

Προϋπόθεση της αυξημένης αυτής ευθύνης του λήπτη, είναι όπως αυτός κατά το χρόνο λήψης της απαγορευμένης παροχής, γνώριζε ή αγνοούσε από βαριά αμέλεια την ανήθικη ή παράνομη προέλευση του πλουτισμού οπότε έκτοτε αυτός οφείλει νόμιμους τόκους υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται όχληση από τον δανειστή (ΑΠ 755/2021).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 1710 παρ. 1 ΑΚ, το οποίο, ορίζει ότι κατά τον θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομιά) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1711, 1813, 1820, 1846, 1847,1849, 1850, 1851, 1856 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η κληρονομιά, ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κληρονομουμένου, μεταβιβάζεται από της επαγωγής στους κληρονόμους του αποβιώσαντος, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου, κατά το αναλογούν, στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ποσοστό, επιφυλασσομένου σ' αυτούς του δικαιώματος της αποποίησης της επαχθείσας κληρονομιάς, οι οποίο καθίστανται άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι του κληρονομουμένου.

Εξάλλου η απαίτηση και η υποχρέωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι κληρονομητές [ΑΠ 2/2022]. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η υποχρέωση απόδοσης του αδικαιολογήτου πλουτισμού μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του λήπτη, μέχρι την αξία της κληρονομιάς που έχουν αποδεχθεί που σημαίνει ότι οι κληρονόμοι υπέχουν την ίδια ευθύνη που είχε ο θανών λήπτης για την απόδοση του πλουτισμού, συμπεριλαμβανομένων των τόκων υπερημερίας, η δε αυξημένη κατ' άρθρο 911 περ.

β του ΑΚ ευθύνη για την απόδοση των τόκων από το χρόνο λήψης της παροχής κρίνεται στο πρόσωπο του θανόντος λήπτη , οπότε αν ο θανών λήπτης γνώριζε την ανήθικη ή παράνομη προέλευση του πλουτισμού τότε οι κληρονόμοι του υπέχουν αυξημένη ευθύνη ανεξάρτητα από το αν οι ίδιοι γνώριζαν ή όχι την ανήθικη ή παράνομη προέλευση του πλουτισμού.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 911 παρ. β του ΑΚ, κατά το μέρος με το οποίο το Εφετείο έκρινε ότι οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο του κληρονομουμένου. Το Εφετείο το οποίο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης, δέχθηκε ότι η κατ' άρθρο 911 περ. β του ΑΚ ευθύνη για την απόδοση των τόκων από το χρόνο λήψης της παροχής κρίνεται στο πρόσωπο του θανόντα λήπτη, κληρονομουμένου του εναγόμενου, και όχι στο πρόσωπο του τελευταίου ως κληρονόμου, ανεξάρτητα από το αν αυτός γνώριζε ή όχι την ανήθικη ή παράνομη προέλευση του πλουτισμού στον κληρονομομούμενό του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη [911 παρ. β ΑΚ], η οποία στην προκειμένη περίπτωση ήταν εφαρμοστέα και ο περί τούτου λόγος είναι αβάσιμος.

5. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, αρκεί να είναι δυσμενείς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 1313/2018). Μόνη δε η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 8/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. Ια του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στην κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ απόρριψη ως μη νόμιμης της πρωτοδίκως προβληθείσας από αυτόν ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από την αναιρεσίβλητη, την οποία, επανέφερε νομίμως στο Εφετείο με λόγο έφεσης.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα Από την επισκόπηση των προτάσεων του εναγομένου- εκκαλούντος [ήδη αναιρεσείοντος] ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτός πρότεινε την ανωτέρω ένσταση, με αίτημα την απόρριψη της αγωγής, επικαλούμενος προς θεμελίωσή της ότι παρ' ότι η συναλλαγή της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης με τον πατέρα του ξεκίνησε το έτος 1996 ή έστω το 2003, αυτή επέλεξε να ασκήσει την ένδικη αγωγή της μετά το θάνατο του πατέρα του , ο οποίος θα μπορούσε ευχερώς εν ζωή να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της με έγγραφα και μάρτυρες, τούτο δε το έπραξε προκειμένου αυτός [εναγόμενος], μη έχοντας εις χείρας του κρίσιμα έγγραφα [κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών της επίδικης περιόδου, ιδιωτικά συμφωνητικά, επιταγές και λοιπά αξιόγραφα] και μη γνωρίζοντας τι ακριβώς καταβλήθηκε, πότε και για ποιο σκοπό, να μη δύναται να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της, ευρισκόμενος σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση, δεδομένου επιπλέον, ότι έχει αποβιώσει και ο Ε.

Μ., ως άμεσα εμπλεκόμενος και γνώστης της όλης συναλλαγής. Η ενάγουσα άφησε να παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, πράττοντας τούτο δολίως καθώς από την ενέργειά της αυτή προκαλούνται για τον ίδιο ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες αναφορικά με την αντίκρουση των περιστατικών που η ενάγουσα παραθέτει. Με το περιεχόμενο αυτό η ανωτέρω ένσταση είναι μη νόμιμη, διότι τα προβαλλόμενα ως άνω περιστατικά για τη θεμελίωσή της, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική (κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ) την εκ μέρους της άσκηση του ενδίκου αγωγικού δικαιώματος της.

Τούτο διότι, ο εναγόμενος δεν επικαλείται περιστατικά που να εκπορεύθηκαν από την ενάγουσα και να αφορούν τον ίδιο, με βάση τα οποία να δημιουργήθηκε σ' αυτόν, εύλογα μάλιστα, η πεποίθηση ότι δεν θα στραφεί εναντίον του. Αντίθετα, όσα αναφέρει (για την μακροχρόνια συναλλαγή της ενάγουσας και του πατέρα του, από το έτος 1996 άλλως το 2003 εναντίον του οποίου δεν άσκησε την υπό κρίση αγωγή όσο αυτός ζούσε) εντάσσονται στην αδράνεια της ενάγουσας να στραφεί εναντίον του ως κληρονόμου της ένδικης υποχρέωσης του πατρός του, η οποία από μόνη της δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του άνω δικαιώματος της ενάγουσας.

Επιπλέον δε, ουδόλως εκτίθενται οι επαχθείς συνέπειες, που προκαλεί στον εναγόμενο η ιστορούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας ούτε και με ποιο τρόπο η κατ' αυτόν προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος της τελευταίας από την άσκηση του δικαιώματος της].

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι τα άνω εκτιθέμενα περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ και απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία έκρινε ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον τα επικληθέντα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, διότι δεν πληρούσαν το πραγματικό της διάταξης αυτής, όπως τούτο (πραγματικό) αναλύθηκε στη νομική σκέψη.

Και τούτο διότι η καταχρηστικότητα της άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης κατά του κληρονόμου αναιρεσείοντος για χρέη της κληρονομιάς κρίνεται όχι στο πρόσωπο του κληρονομουμένου, αλλά στο πρόσωπο του κληρονόμου, ο οποίος ευθύνεται για τα χρέη της κληρονομιάς και καλείται να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των χρεών του κληρονομουμένου του.

Η άσκηση της ένδικης αγωγής κατά του κληρονόμου ένα χρόνο μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, και η αδράνεια της ενάγουσας να ασκήσει αυτή πλέον της δεκαετίας, από την γέννησή της κατά του συναλλαγέντος κληρονομουμένου όσο αυτός ήταν εν ζωή, με μόνη την επίκληση ότι η θέση του ενδέχεται να καταστεί δυσχερής λόγω της αδυναμίας του να γνωρίζει τις συνθήκες της συναλλαγής της ενάγουσας μετά του κληρονομουμένου, δεν καθιστά αυτή μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 40/2020, ΑΓΙ 518/2017, ΑΠ 2086/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του πρόσθετου λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδ β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ο πρόσθετος λόγος κατά το ως άνω σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία δεν αναφέρονται δεν αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Ελλείποντος άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Συνεκδικάζει την από 28-3-2023 αίτηση και από 11-10-2020 πρόσθετο λόγο αναίρεσης της 6483/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

-Απορρίπτει την από 28.3.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2856/2023 αίτηση για αναίρεση και τον από 11.10.2024 πρόσθετο λόγο αναίρεσης της με αριθμό 6483/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Ελληνικό Δημόσιο.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ