Supreme Court allows appeal against local council dismissal of public employees' equal pay claim based on budget discretion.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court allowed the appeal against the dismissal of a lawsuit filed by public employees seeking equal monthly payments. The court found that the lower courts erred in ruling that the administration's refusal to grant these payments violated the constitutional principle of equality. The court held that the administration retains discretionary power to issue regulations based on the financial situation, meaning the lack of payment does not constitute a direct violation of equality for those who did not qualify under the specific criteria.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 4(1) of the Constitution; Article 14 of Law 3016/2002; Article 24(2) of Law 3205/2003: The administration's discretionary power to issue regulations regarding special payments based on the financial situation does not violate the constitutional principle of equality when the payment is not a general increase for all public servants but depends on specific eligibility criteria and budgetary constraints.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 979 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 979/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Βέροια και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Παπαστεργίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Α. Α. του Δ., 2) Σ. Α. του Β., 3) Κ. Α. του Ν., 4) Γ. Δ. του Ε., 5) Δ. Ζ. του Σ., 6) Ό. Θ. του Ε., 7) Β. Κ. του Ι., 8) Ό. Λ. του Ν., 9) Θ. Μ. του Ν., 10) Α. Μ. του Α., 11) Α. Μ. του Π., 12) Χ. Ν. του Π., 13) Ι. Π. του Σ., 14) Κ. Π. του Ι., 15) Σ. Π. του Δ., 16) Β. Π. του Π., 17) Κ. Π. του Α., 18) Π. Π. του Π., 19) Σ. Σ. του Π., 20) Β. Σ. του Κ., 21) Ε. Σ. του Α., 22) Α. Σ. του Γ., 23) Β. Σ. του Γ., 24) Χ. Τ. του Ι., 25) Π. Τ. του Π. και 26) Μ. Ψ. του Α.η, κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γιοβανόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν η 123/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 123/ΤΠ/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-10-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 9-9-2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη ότι η επίσπευση από αυτόν της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22-12-2017) προστέθηκε στην παρ.3 του ως άνω άρθρου δεύτερο εδάφιο, με το οποίο ορίζεται ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής.
Η δοθείσα πληρεξουσιότητα παρέχει στο δικηγόρο, σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων, κατά δε το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του μη παρισταμένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
2.Στην προκειμένη περίπτωση, από την 29/22-10-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που με επίκληση προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 31-10-2012 και με αριθμό κατάθεσης 3444/137/2012 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την 17-9-2019 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (21-1-2020), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή (21-1-2020), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, προς τον αναιρεσείοντα.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Γιοβανόπουλος, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί όλους τους αναιρεσίβλητους. Όμως, σχετικά με την παράσταση και εκπροσώπηση των αναιρεσιβλήτων Κ.
Α. (τρίτου) Γ. Δ. (τέταρτου), ο ανωτέρω δικηγόρος δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε αντίστοιχα πληρεξούσια, από τα οποία να προκύπτει, ότι αυτός έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, ώστε νόμιμα να παρίσταται γι' αυτούς και να τους εκπροσωπεί, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον πιο πάνω δικηγόρο εκ μέρους των ανωτέρω δύο αναιρεσιβλήτων, προκειμένου να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε προκύπτει κλήτευση αυτών εκ μέρους του αναιρεσείοντος για να παραστούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, καθόσον δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση επίδοσης.
Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω τρίτος και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων δεν επέσπευσαν νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νόμιμα, υφισταμένης απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ανωτέρω διαδίκους, οι οποία δεν παρίστανται νόμιμα, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς και να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς παρισταμένους διαδίκους.
3.Με την ένδικη αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι, συνδεόμενοι με τον εναγόμενο Δήμο ... με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, είχαν προσφέρει τις υπηρεσίες τους σε αυτό κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2009 υπαγόμενοι μισθολογικά στις διατάξεις των ν. 2470/1997 και 3205/2003.
Με βάση αυτά, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο, ως εργοδότης, να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των 6.072 ευρώ, λόγω μη συνυπολογισμού στις ήδη καταβληθείσες αποδοχές αυτών, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ήτοι, των 176 ευρώ μηνιαίως). Την αξίωσή τους στηρίζουν κυρίως μεν στην υποχρέωση εφαρμογής και ως προς αυτούς της αρχής της ισότητας, που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, λόγω του ότι η χορήγηση της ένδικης ειδικής παροχής είχε επεκταθεί με την έκδοση μεγάλου αριθμού κοινών υπουργικών αποφάσεων (ΚΥΑ) σε ποικίλες κατηγορίες εργαζομένων στο Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), με αδικαιολόγητο αποκλεισμό των ιδίων, επικουρικώς κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 τουν.3205/2003.Επί της αγωγής εκδόθηκε η 123/2010 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου ...
που δέχθηκε την αγωγή και κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η πληττόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη.
3. Επειδή, (η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
4. Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α') εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Στο άρθρο 13,με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες", προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14; με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001.2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5. 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (Ολ.
ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005. με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005",που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.. (Ολ ΑΠ16/2015, ΑΠ1066/2019, ΑΠ821/2019).
5. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν την 14-9-2006, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως σχολικοί φύλακες από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία Δήμος ... (υπαγόμενοι στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 3205/2003.
Η επίδικη παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 έχει ήδη χορηγηθεί σε ευρείες ετερόκλητες κατηγορίες των μισθωτών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια του Ν. 3205/2003, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και ανεξάρτητα από τον φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους.
Συνακόλουθα καθίσταται σαφές ότι η με γενικότητα χορήγηση της εν λόγω παροχής σε ευρύτερο κύκλο απασχολουμένων στο Δημόσιο, ΟΤΑ και σε ΝΠΔΔ και ανεξάρτητα από την οργανική ή υπηρεσιακή τους κατάσταση, αποτελεί στην πραγματικότητα μια γενική αύξηση, που αποβλέπει στη βελτίωση της μισθολογικής καταστάσεως των υπαλλήλων αυτών και κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού.
Επομένως, συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., εξέλιπε ο αρχικός δικαιολογητικός λόγος (ενίσχυση χαμηλόμισθων υπαλλήλων) χορήγησης της επίδικης παροχής σε συγκεκριμένες μόνον κατηγορίες υπαλλήλων και κατέστη αντιθέτως κανόνας η χορήγησή της, αποτελούσα έτσι προσαύξηση του καταβαλλόμενου μισθού, η δε κατ' εξαίρεση μη χορήγηση της μισθολογικής αυτής παροχής σε ορισμένες μόνον κατηγορίες εργαζομένων, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης της (υπαγωγή στις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και του Ν. 3205/2003) οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος).
Η άνιση δε και αδικαιολόγητη δυσμενής αυτή μεταχείριση διατηρήθηκε και υπό την ισχύ του Ν. 2305/2003, διότι ναι μεν με το άρθρο 28 παρ. 4 του νόμου αυτού καταργήθηκε από 1-1-2004, το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002. ωστόσο το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 διατήρησε την επίδικη παροχή ως προσωπική διαφορά, έτσι ώστε να μη μειωθεί το εισόδημα των υπαλλήλων που την ελάμβαναν έως 31-12-2003, εκτός αν αποδειχθεί ότι λαμβάνουν κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.
Με βάση την ως άνω ερμηνεία, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., έκρινε ακολούθως, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, υπαγόμενοι και αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης ( Ν. 3205/2003 από 1-1-2004), δικαιούνται να λάβουν την επίδικη παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και η μη χορήγησή τους και σ' αυτούς (ενάγοντες) από 1-1-2007 και μετέπειτα, συνιστά ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), προς άρση της οποίας πρέπει να επεκταθεί η χορήγηση της εν λόγω μηνιαίας ειδικής παροχής και στους ενάγοντες ,και επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει ομοίως.
Με την κρίση του αυτή και με βάση τα προεκτεθέντα, το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο ... εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003, αφού κατά τα προαναφερθέντα ούτε η παροχή των 176 ευρώ συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των μισθών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημοσίας Διοικήσεως, αλλά παρέχεται, εφ' όσον η Διοίκηση ασκήσει την διακριτική της ευχέρεια, μετ' εκτίμηση της δημοσιονομικής καταστάσεως, να εκδώσει σχετική κανονιστική πράξη, ούτε η κατά παράβαση των οικείων εξουσιοδοτικών διατάξεων συστηματική έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων περί χορηγήσεως της εν λόγω ειδικής παροχής σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ ιδρύει αξίωση προς χορήγηση αυτής βάσει της αρχής της ισότητος, ούτε προκύπτει παραβίαση της προαναφερομένης συνταγματικής αρχής από την μη χορήγηση της εν λόγω παροχής και στους υπαλλήλους, οι οποίοι δεν εδικαιούντο αυτή την 1η Ιανουαρίου 2004 και δεν μετετάγησαν μετά την εν λόγω ημερομηνία σε Υπηρεσίες, οι υπάλληλοι των οποίων εδικαιούντο την προαναφερομένη παροχή ως προσωπική διαφορά.
Επομένως, οι από το άρθρο 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, πρώτος και δεύτερος, ενιαίως κρινόμενοι, λόγοι αναίρεσης, είναι βάσιμοι.
7.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αναίρεσης, πρώτου και δεύτερου, που κρίνονται ενιαίως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Εν όψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α'ΚΠολΔ) πρέπει να κρατηθεί και, να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση ως προς τους εδώ παρισταμένους αναιρεσιβλήτους, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να ερευνηθεί η αγωγή, να απορριφθεί ως μη νόμιμη ως προς τους ανωτέρω και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΚΠολΔ 179 εδ. τελευταίο,183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους τρίτο και τέταρτο αναιρεσίβλητους, Κ. Α. και Γ. Δ. αντιστοίχως.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 31-10-2012 (με αρ. έκθεσης κατάθεσης 3444/137/2012) αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.
Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους την 123/ΤΠ /2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την 123/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου ....
Δικάζει επί της αγωγής.
Απορρίπτει αυτήν. Και Συμψηφίζει στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα αυτών του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 2 της 979/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου