Supreme Court allows appeal on lawyer fees but dismisses appeal on compensation amount in expropriation case.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding expropriation compensation. While the court upheld the main compensation ruling, it set aside the portion concerning the legal fees awarded to the appellants. The court determined that the lawyer's fees should be calculated at a specific percentage of the compensation rather than the amount previously granted, while ordering the respondents to pay the appellants' court costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 100, 101, 102 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal by setting aside only the portion of the lower court's decision regarding legal fees, while upholding the main substantive ruling on compensation.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 979 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 979/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. συζ. Ι. Α., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., 2) Κ. συζ. Α. Β., το γένος Ε. Α., 3) α. Α. Β. του Π. και Μ. Β. του Π., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης στις 5-8-2011 αρχικώς αιτούσας Ε. συζ. Π. Β., το γένος Ι. Τ., 4) α. Φ. Μ. - Α. (F. B. A.) του Τ. Μ., χας Ζ. Α., κατοίκου ..., β. Σ. Μ. - Α. Λ. του Ι., συζ. Κ. Α. Λ., κατοίκου ..., γ.
Έ. Μ. - Α. Κ. του Ι., συζ. Ε. Π. Ν. Κ., κατοίκου ..., δ. Ε. Μ. - Α. Ν. Ν., συζ. Κ. Α. Ν., κατοίκου ... και ε. Μ. Μ. - Α. Α. Π., συζ. Γ. Κ. Α. Π., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς αιτούντος Ι. Α. του Ε., 5) Ε. Α. του Μ., κατοίκου ..., 6) Μ. Α. του Μ., κατοίκου ... (περιοχή ...), 7) Ζ. Α. του Α., κατοίκου ..., 8) Ε. συζ. Ν. Π., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., 9) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "I.
Β. Τεχνική Εμπορική - Ξενοδοχειακή - Βιομηχανική Ανώνυμη Εταιρία", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 10) α. Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ... και β. Ν. Σ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης στις 2.1.2013 αρχικώς αιτούσας Α. συζ. Ν. Σ., το γένος Κ. Β., 11) Μ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 12) Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 13) ιερού ναού Α.
Δ. Ηρακλείου Κρήτης, που εκπροσωπείται νόμιμα, 14) Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικώς αιτούσας Κ. Ί. του Ι., 15) Σ. συζ. Κ. Γ., το γένος Ι. Ί., κατοίκου ..., 16) Ε. χας Π. Κ., το γένος Ι. Ί., κατοίκου ..., 17) Μ. Κ. του Α., 18) Ι. Κ. του Μ., 19) Κ. συζ. Μ. Κ., το γένος Μ. Κ., κατοίκου ..., 20) Ε. συζ. Σ. Τ., το γένος Μ. Κ., κατοίκου ..., 21) Γ.
Κ. του Α., κατοίκου ..., 22) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 23) Α. χας Ν. Ί., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ..., 24) Ι. Ί. του Ν., κατοίκου ..., 25) Σ. Ί. του Ν., κατοίκου ..., 26) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.". που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 27) Ε. συζ. Ε. Ν., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 28) Χ. συζ. Μ. Π., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 29) Α.
συζ. Ν. Γ., το γένος Μ. Κ., κατοίκου ..., 30) Η. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 31) α. Λ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., β. Ά. Κ. του Ι., κατοίκου ... και γ. Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ως κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικώς αιτούσας Ί. χας Ι. Κ., το γένος Γ. Κ., 32) α. Π. Κ. του Α. και β. Π.- Τ.- Σ. Κ. του Α., κατοίκων ..., ως κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικώς αιτούσας Σ.
χας Α. Κ., το γένος Α. Κ., 33) Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., 34) Π.- Τ.- Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 35) Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., 36) Α. Κ. του Π.- Τ.- Σ., κατοίκου ..., 37) Χ. Κ. του Π.- Τ.- Σ., κατοίκου ..., 38) Μ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 39) Α. Λ. του Ε., κατοίκου ..., 40) α. Α. Λ. του Ε., κατοίκου ... και β. Α. χας Ε. Λ., το γένος Ε. Χ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς αιτούντα Γ.
Λ. του Ε., 41) Ε. συζ. Γ. Γ., το γένος Μ. Μ., κατοίκου ..., 42) Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 43) α. Μ. Μ. του Ι., β. Μ. Μ. του Ι. και γ. Μ. χας Ι. Μ., το γένος Ν. Δ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 21.10.2013 αρχικώς αιτούντος Ι. Μ. του Μ., 44) Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 45) Ε. συζ. Θ. Λ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., 46) α. Ο. Λ.
του Θ. και β. Ε. συζ. Θ. Λ., το γένος Κ. Μ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς αιτούντος Μ. Μ. του Κ., 47) Ε. συζ. Ν. Χ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., 48) Μ. συζ. Ν. Μ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., 49) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Ελαιουργική - Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία ... Α.Ε.", που εδρεύει στο ….
και εκπροσωπείται νόμιμα, 50) Σ. - Λ. συζ. Φ. Κ., το γένος Γ. Ξ., κατοίκου ..., 51) Π. Ξ. του Γ., κατοίκου ..., 52) Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 53) α. Μ. Π. του Ε. και Δ. Π. του Ε., κατοίκων ..., ως κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικώς αιτούσας Χ. - Β. - Ν. χας Ε. Π., το γένος Π. Π., 54) Α. Φ. Π. του Π., κατοίκου ..., 55) Α. Α. Π. του Π., κατοίκου ..., 56) Κ. Π. του Σ., 57) Γ.
συζ. Ι. Ρ., το γένος Γ. Π., 58) Τ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 59) α. Α. χας Κ. - Ν. Ρ., το γένος Μ. Χ., Α. Ρ. του Κ. - Ν. και γ Δ. Ρ. του Κ. - Ν., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς αιτούντος Κ. - Ν. Ρ. του Κ., 60) Μ. Σ. του Β., 61) Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 62) Μ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 63) Χ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 64) α. Ε. Μ. του Α., χας Μ. Χ., Β.
Χ. του Μ. και γ. Β. Χ. του Μ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς αιτούντος Μ. Χ. του Β.. Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των υπό στοιχ. 2, ..., 17, 18, 40β, 56, 57 και 60 που δεν παραστάθηκαν, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κ. Κ., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) Η Κ. συζ. Α. Β., το γένος Ε. Α. (υπό στοιχ. 2 ως άνω), απεβίωσε στις 9-3-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου νόμιμοι κληρονόμοι της i.
Ε. Β. του Α. και Κ. Β. του Μ., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από την ίδια, β) ο Ν. Σ. του Γ. (υπό στοιχ. ... ως άνω), απεβίωσε στις 21-3-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο εξ αδιαθέτου νόμιμος κληρονόμος του Γ. Σ. του Ν., κάτοικος ... (υπό στοιχ. ... των αναιρεσειόντων), που εκπροσωπείται από την ίδια, γ) ο Μ. Κ. του Α. (υπό στοιχ. 17 ως άνω), απεβίωσε στις 11-9-2009 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του i.
Γ. Κ. του Α., κάτοικος ... (υπό στοιχ. … ως άνω), ii. Ε. Κ. του Α., κάτοικος ... (υπό στοιχ. … ως άνω), iii. Ε. σύζ. Σ. Τ., το γένος Μ. Κ., κάτοικος ... (υπό στοιχ. … ως άνω), iv. Γ. Κ. του Μ., κάτοικος ... και v. Μ. σύζ. Θ. Τ., το γένος Μ. Κ., κάτοικος ..., που εκπροσωπούνται από την ίδια, καθώς επίσης και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 22-4-2014 Ι.
Κ. του Μ. (υπό στοιχ. …. ως άνω), συγκληρονόμου του αποβιώσαντος ως άνω Μ. Κ. του Α., i. Ε. χα Ι. Κ., το γένος Α. Δ. και Μ. Κ. του Ι., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από την ίδια, δ) ο Ι. Κ. του Μ. (υπό στοιχ. …ως άνω), απεβίωσε στις 22-4-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του i. Ε. χα Ι.
Κ., το γένος Α. Δ. και Μ. Κ. του Ι., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από την ίδια, ε) η Α. χα Ε. Λ., το γένος Ε. Χ., (υπό στοιχ. …ως άνω), απεβίωσε στις 22-1-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η εξ αδιαθέτου νόμιμη κληρονόμος της Α. Λ. του Ε., ... (υπό στοιχ. ... των αναιρεσειόντων), που εκπροσωπείται από την ίδια, στ) ο Κ.
Π. του Σ. (υπό στοιχ. …. ως άνω), απεβίωσε στις 8-3-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του i. Ι. Π. του Ε. και Σ. Π. του Κ., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από την ίδια, ζ) η Γ. συζ. Ι. Ρ., το γένος Γ. Π. (υπό στοιχ….. ως άνω), απεβίωσε στις 6-3-2012 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη κληρονόμος της Μ.
σύζ. Γ. Φ. (B. σύζ. Y. F.), το γένος Ζ. Ρ., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπείται από την ίδια, η) ο Μ. Σ. του Β. (υπό στοιχ. … ως άνω), απεβίωσε στις 16-8-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η εκ διαθήκης κληρονόμος της "...", ν.π.δ.δ., που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπούμενο από την ίδια και θ) δεν εισάγεται για συζήτηση η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι ως προς την υπό στοιχ.
… των αναιρεσειόντων Ο. Λ. του Θ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης και 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκαν από την Αγγελική Αναστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης και 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην .. και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκαν από την Αγγελική Αναστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζ. Ι. Α., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., 2) Κ. συζ. Α. Β., το γένος Ε. Α., 3) α. Α. Β. του Π. και Μ. Β. του Π., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης στις 5-8-2011 αρχικώς αιτούσας Ε. συζ. Π. Β., το γένος Ι. Τ., 4) α. Φ. Μ. - Α. (F. B. A.) του Τ. Μ., χας Ζ. Α., κατοίκου ..., β. Σ. Μ. - Α. Λ. του Ι., συζ. Κ. Α. Λ., κατοίκου ..., γ.
Έ. Μ. - Α. Κ. του Ι., συζ. Ε. Π. Ν. Κ., κατοίκου ..., δ. Ε. Μ. - Α. Ν. Ν., συζ. Κ. Α. Ν., κατοίκου ... και ε. Μ. Μ. - Α. Α. Π., συζ. Γ. Κ. Α. Π., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς αιτούντος Ι. Α. του Ε., 5) Ε. Α. του Μ., κατοίκου ..., 6) Μ. Α. του Μ., κατοίκου ... (περιοχή ...), 7) Ζ. Α. του Α., κατοίκου ..., 8) Ε. συζ. Ν. Π., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., 9) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "I.
Β. Τεχνική Εμπορική - Ξενοδοχειακή - Βιομηχανική Ανώνυμη Εταιρία", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 10) Α. συζ. Ν. Σ., το γένος Κ. Β., 11) Μ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 12) Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 13) ιερού ναού Α. Δ. Ηρακλείου Κρήτης, που εκπροσωπείται νόμιμα, 14) Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικώς αιτούσας Κ.
Ί. του Ι., 15) Σ. συζ. Κ. Γ., το γένος Ι. Ί., κατοίκου ..., 16) Ε. χας Π. Κ., το γένος Ι. Ί., κατοίκου ..., 17) Μ. Κ. του Α., 18) Ι. Κ. του Μ., 19) Κ. συζ. Μ. Κ., το γένος Μ. Κ., κατοίκου ..., 20) Ε. συζ. Σ. Τ., το γένος Μ. Κ., κατοίκου ..., 21) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 22) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 23) Α. χας Ν. Ί., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ..., 24) Ι. Ί. του Ν., κατοίκου ..., 25) Σ.
Ί. του Ν., κατοίκου ..., 26) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.". που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 27) Ε. συζ. Ε. Ν., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 28) Χ. συζ. Μ. Π., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 29) Α. συζ. Ν. Γ., το γένος Μ. Κ., κατοίκου ..., 30) Η. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 31) α. Λ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., β. Ά. Κ. του Ι., κατοίκου ...
και γ. Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ως κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικώς αιτούσας Ί. χας Ι. Κ., το γένος Γ. Κ., 32) α. Π. Κ. του Α. και β. Π.- Τ.- Σ. Κ. του Α., κατοίκων ..., ως κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικώς αιτούσας Σ. χας Α. Κ., το γένος Α. Κ., 33) Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., 34) Π.- Τ.- Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 35) Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., 36) Α.
Κ. του Π.- Τ.- Σ., κατοίκου ..., 37) Χ. Κ. του Π.- Τ.- Σ., κατοίκου ..., 38) Μ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 39) Α. Λ. του Ε., κατοίκου ..., 40) α. Α. Λ. του Ε., κατοίκου ... και β. Α. χας Ε. Λ., το γένος Ε. Χ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς αιτούντα Γ. Λ. του Ε., 41) Ε. συζ. Γ. Γ., το γένος Μ. Μ., κατοίκου ..., 42) Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 43) Ι. Μ. του Μ., 44) Μ.
Μ. του Ι., κατοίκου ..., 45) Ε. συζ. Θ. Λ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., 46) α. Ο. Λ. του Θ. και β. Ε. συζ. Θ. Λ., το γένος Κ. Μ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς αιτούντος Μ. Μ. του Κ., 47) Ε. συζ. Ν. Χ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., 48) Μ. συζ. Ν. Μ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., 49) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Ελαιουργική - Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία ...
Α.Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 50) Σ. - Λ. συζ. Φ. Κ., το γένος Γ. Ξ., κατοίκου ..., 51) Π. Ξ. του Γ., κατοίκου ..., 52) Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 53) α. Μ. Π. του Ε. και Δ. Π. του Ε., κατοίκων ..., ως κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικώς αιτούσας Χ. - Β. - Ν. χας Ε. Π., το γένος Π. Π., 54) Α. Φ. Π. του Π., κατοίκου ..., 55) Α. Α. Π. του Π., κατοίκου ..., 56) Κ.
Π. του Σ., 57) Γ. συζ. Ι. Ρ., το γένος Γ. Π., 58) Τ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 59) α. Α. χας Κ. - Ν. Ρ., το γένος Μ. Χ., Α. Ρ. του Κ. - Ν. και γ Δ. Ρ. του Κ. - Ν., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς αιτούντος Κ. - Ν. Ρ. του Κ., 60) Μ. Σ. του Β., 61) Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 62) Μ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 63) Χ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 64) α. Ε. Μ. του Α., χας Μ.
Χ., Β. Χ. του Μ. και γ. Β. Χ. του Μ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς αιτούντος Μ. Χ. του Β.. Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των υπό στοιχ. 2, 10, 17, 18, 40β, 43, 56, 57 και 60 που δεν παραστάθηκαν, όπως και η υπό στοιχ. 46α Ο. Λ. του Θ., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κ.
Κ., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) Η Κ. συζ. Α. Β., το γένος Ε. Α. (υπό στοιχ. 2 ως άνω), απεβίωσε στις 9-3-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου νόμιμοι κληρονόμοι της i. Ε. Β. του Α. και Κ. Β. του Μ., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από την ίδια, β) Η Α. συζ. Ν. Σ., το γένος Κ. Β. (υπό στοιχ. … ως άνω), απεβίωσε στις 2-1-2013 και κληρονομήθηκε από τους α.
Γ. Σ. του Ν., κάτοικο ... και β. Ν. Σ. του Γ., που όμως απεβίωσε στις 21-3-2015 και κληρονομήθηκε από τον υπό στοιχ. α Γ. Σ. του Ν., ο οποίος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος των ως άνω αποβιωσάντων συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη, εκπροσωπούμενος από την ίδια, γ) ο Μ. Κ. του Α. (υπό στοιχ. 17 ως άνω), απεβίωσε στις 11-9-2009 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του i.
Γ. Κ. του Α., κάτοικος ... (υπό στοιχ. 21 ως άνω), ii. Ε. Κ. του Α., κάτοικος ... (υπό στοιχ. 22 ως άνω), iii. Ε. σύζ. Σ. Τ., το γένος Μ. Κ., κάτοικος ... (υπό στοιχ. … ως άνω), iv. Γ. Κ. του Μ., κάτοικος ... και v. Μ. σύζ. Θ. Τ., το γένος Μ. Κ., κάτοικος ..., που εκπροσωπούνται από την ίδια, καθώς επίσης και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 22-4-2014 Ι.
Κ. του Μ. (υπό στοιχ. … ως άνω), συγκληρονόμου του αποβιώσαντος ως άνω Μ. Κ. του Α., i. Ε. χα Ι. Κ., το γένος Α. Δ. και Μ. Κ. του Ι., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από την ίδια, δ) ο Ι.ς Κ. του Μ. (υπό στοιχ. 18 ως άνω), απεβίωσε στις 22-4-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του i. Ε. χα Ι.
Κ., το γένος Α. Δ. και Μ. Κ. του Ι., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από την ίδια, ε) η Α. χα Ε. Λ., το γένος Ε. Χ., (υπό στοιχ. 40β ως άνω), απεβίωσε στις 22-1-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η εξ αδιαθέτου νόμιμη κληρονόμος της Α. Λ. του Ε., ... (υπό στοιχ. ... των αναιρεσιβλήτων), που εκπροσωπείται από την ίδια, στ) ο Ι.
Μ. του Μ. (υπό στοιχ. … ως άνω), απεβίωσε στις 21-10-2013 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του i. Μ. Μ. του Ι., ii. Μ. Μ. του Ι. και iii. Μ. χα Ι. Μ., το γένος Ν. Δ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από την ίδια, ζ) ο Κ. Π. του Σ. (υπό στοιχ. 56 ως άνω), απεβίωσε στις 8-3-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του i.
Ι. Π. του Ε. και Σ. Π. του Κ., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από την ίδια, η) η Γ. συζ. Ι. Ρ., το γένος Γ. Π. (υπό στοιχ. … ως άνω), απεβίωσε στις 6-3-2012 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη κληρονόμος της Μ. σύζ. Γ. Φ. (B. σύζ. Y. F.), το γένος Ζ. Ρ., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπείται από την ίδια, θ) ο Μ. Σ. του Β. (υπό στοιχ. 60 ως άνω), απεβίωσε στις 16-8-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η εκ διαθήκης κληρονόμος της "...", ν.π.δ.δ., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπούμενο από την ίδια, ι) διορθώνει το όνομα του συζύγου της υπό στοιχ. 41 των αναιρεσιβλήτων Ε.
Γ., που στο αναιρετήριο αναγράφεται λανθασμένα "σύζ. Κ. Γ." στο ορθό "σύζ. Γ. Γ." και ια) διορθώνει το επίθετο της υπό στοιχ. 64α των αναιρεσιβλήτων, που στο αναιρετήριο αναγράφεται λανθασμένα "Ε. Μ. του Α., χας Μ. Χ.", στο ορθό "Ε. Μ. του Α., χας Μ. Χ.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2003 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των ήδη υπό στοιχ. Β αναιρεσειόντων - υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων (μετά την έκδοση της 532/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκε με την από 8-12-2003 αίτηση των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων - υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 256/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες - υπό στοιχ. Β αναιρεσίβλητοι με την από 18-5-2005 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1359/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 6/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 21-1-2014 αίτησή τους και τον από 4-7-2016 πρόσθετο λόγο αυτής και τα υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντα με την από 22-1-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 8-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21-1-2014 αίτησης αναίρεσης της 6/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και του από 4-7-2016 πρόσθετου λόγου αυτής, καθώς και την από 13-5-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου τμήματος του πρώτου λόγου και του δεύτερου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του πρώτου τμήματος του πρώτου λόγου αναίρεσης (ως προς την από 22-1-2014 αίτηση αναιρέσεως). Η πληρεξούσια των υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων - υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αίτησής της και του προσθέτου λόγου, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση η από 21.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ...1.2014) αναίρεση και ο από 4.7.2016 (και με αριθμό κατάθ. ...2016) πρόσθετος λόγος αυτής, καθώς και η από 22.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ....2014) αναίρεση κατά της 6/2013 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης θα πρέπει να συνεκδικασθούν για λόγους, που αφορούν την επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης και την μείωση των εξόδων (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζεται, μεταξύ άλλων, και ότι: Στα πολιτικά Δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο Δικηγόρο (94 παρ. 1). Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση (96 παρ. 1 εδ. α'). Κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση (96 παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 3994/2011). Για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το Δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση από τη σειρά του οικείου πινακίου των ως άνω συνεκδικασθεισών από 21.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ...1.2014) αιτήσεως αναιρέσεως και του από 4.7.2016 (και με αριθμό κατάθ. ...2016) προσθέτου λόγου αυτής, καθώς και της από 22.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ....2014) αντίθετης αναιρέσεως κατά της 6/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης η πληρεξούσια Δικηγόρος των αναιρεσειόντων της ως άνω από 21.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ...1.2014) αιτήσεως αναιρέσεως και του από 4.7.2016 (και με αριθμό κατάθ. ...2016) προσθέτου λόγου αυτής, αλλά και των αναιρεσιβλήτων της από 22.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ....2014) αντίθετης αναιρέσεως, Κ.
Κ., με δήλωσή της, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου δήλωσε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα: Η με αριθμό 2 αρχική αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη Κ. σύζυγος Α. Β. απεβίωσε στις 9-3-2015 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Ε.
Β. του Α. και Κ. Β. του Μ., η με αριθμό 10 αρχική αιτούσα και ήδη 10η αναιρεσίβλητη Α. σύζυγος Ν. Σ. απεβίωσε στις 2-1-2013 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αναιρεσείοντες με αριθμό ... Γ. Σ. του Ν. και ... Ν. Σ. του Γ., μετά δε και τον θάνατο του τελευταίου Ν. Σ. στις 21-3-2015 την δίκη συνεχίζει ο με αριθμό ...
αναιρεσείων Γ. Σ. και ήδη με αριθμό 10 του από 4-7-2016 προσθέτου λόγου της από 21-1-2014 (και με αριθμό κατάθ. ...-2014) αναιρέσεως των ιδιοκτητών των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ο με αριθμό 17 αρχικός αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος Μ. Κ.ς του Α. απεβίωσε στις 11-9-2009 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι Γ. Κ. του Α., Ε.
Κ. του Α., Ε. σύζυγος Σ. Τ., Γ. Κ. του Μ. και της Κ., Μ. σύζυγος Θ. Τ., καθώς και οι Ε. χα Ι. Κ. και Μ. Κ. του Ι., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντα στις 22-4-2014 Ι. Κ., συγκληρονόμου του ως άνω αρχικώς αναιρεσείοντος αποβιώσαντα στις 11-9-2009 Μ. Κ. του Α., ο με αριθμό 18 αρχικός αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος Ι.ς Κ. του Μ., συγκληρονόμος του με αριθμό 17 ως άνω αρχικώς αναιρεσείοντος Μ.
Κ. απεβίωσε στις 22-4-2014 και την βιαίως διακοπείσα συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ε. χήρα Ι. Κ. και Μ. Κ. του Ι., η με αριθμό 40β αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη Α. χήρα Ε. Λ., εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αρχικώς αναιρεσείοντα Γ. Λ., που απεβίωσε στις 20-4-2012, απεβίωσε στις 22-1-2014 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Α.
Λ. του Ε., ο με αριθμό 43 Ι. Μ., αρχικώς αιτών, απεβίωσε στις 21-10-2013 και τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του 43α Μ. Μ., 43β Μ. Μ. και 43γ Μ. χα Ι. Μ., ο με αριθμό 56 αρχικώς αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος Κ. Π. του Σ., απεβίωσε στις 8-3-2014 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του Ι.
Π. του Ε. και Σ. Π. του Κ., η με αριθμό 57 αρχική αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη Γ., σύζυγος Ι. Ρ. απεβίωσε στις 6-3-2012 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η κληρονόμος της Μ. Φ., σύζ. Γ. Φ. και ο με αριθμό 60 αρχικός αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος Μ. Σ. απεβίωσε στις 16-8-2014 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει το εκ διαθήκης ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "...". Προσκομίζει δε και επικαλείται για την ως άνω αιτία, το από 21-8-2015 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Αγίου Ν. Λασιθίου Κρήτης και το με αριθμό πρωτ. ...26-5-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών της αρχικής αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης Κ. Β., το με αριθμό πρωτ. .../23-3-2015 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Ηρακλείου και το με αριθμό πρωτ. .../2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημοτολογίου Ηρακλείου του αρχικού αναιρεσείοντα Ν.
Σ., το με αριθμό πρωτ. ...-1-2014 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Ηρακλείου και το με αριθμό πρωτ. .../10-3-2014 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημοτολογίου Ηρακλείου της αρχικής αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης Α. χήρας Ε. Λ., το από 18-8-2014 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Αθηνών του Μ.
Σ. του Β. και την υπ' αριθμ. ...2015 Διαταγή της Ειρηνοδίκου Αθηνών, με την οποία πιστοποιείται το εκ της υπ' αριθμ. ... 23-11-2011 δημόσιας διαθήκης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ζ. Σ. - Α. κληρονομικό δικαίωμα του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "..." σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία του ως άνω θανόντος Μ. Σ.. Αντίθετα, η ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρος καίτοι επικαλείται, δεν προσκομίζει τις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου του αρχικού αναιρεσείοντα Μ.
Κ. του Α. και του Ι. Κ. του Μ., εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πρώτου, του αρχικού αναιρεσείοντα - αναιρεσιβλήτου Κ. Π., ενώ ως προς την αρχική αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη Γ., σύζυγο Ι. Ρ. δεν επικαλείται, αλλά ούτε και προσκομίζει τα νομιμοποιητικά έγγραφα ως προς αυτή της κληρονόμου της Μ. Φ., σύζυγο Γ. Φ. Επίσης από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα:
η με αριθμό 2β προτάσεων, Κ. Β., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αρχικώς με αριθμό 2 αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης Κ. Β., οι με αριθμό 3α Α. Β., 3β Μ. Β., 4α Φ. Μ. - Α. χήρα Ζ. Α., 4β Σ. Μ. -Α. Λ., σύζυγος Κ. Α. Λ., 4γ Έ. Μ. - Α. Κ., σύζυγος Ε. Π. Ν. Κ., 4δ Ε. Μ. - Α. Ν. Ν., σύζυγος Κ. Α. Ν. Ν. και 4ε Μ. Μ. - Α. Α. Π., σύζυγος Γ. Κ. Α. Π., 7ος Ζ. Α., 8 Ε. σύζυγος Ν.
Π., 9η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ι. ... - Ξενοδοχειακή - Βιομηχανική Ανώνυμη Εταιρεία", 11ος Μ. Δ., 12ος ..., 13ος Ιερός Ναός Α. Δ. Ηρακλείου Κρήτης, 19η Κ., σύζυγος Μ. Κ., 20ή Ε., σύζυγος Σ. Τ., 21η Γ. Κ., 22η Ε. Κ., 31α Λ. Κ., 31 Ά. Κ. και 31 Ε. Κ., 35 Α. Κ., 36ος Α. Κ., 37 Χ. Κ., 41 Ε. σύζυγος Γ. Γ., 42η Μ. Μ., 43α Μ. Μ., 43γ Μ. χήρα Ι. Μ., 52ος Κ. Π., οι με αριθμό 56α Ι.
Π. και 56β Σ. Π., οι οποίες όπως προεκτέθηκε συνεχίζουν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικώς αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητου με αριθμό 56 Κ. Π., η με αριθμό 57 Μ. σύζυγος Γ. Φ., η οποία συνεχίζει ως νόμιμη κληρονόμος της αποβιώσασας αρχικώς αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης με αριθμό 57 Γ. συζύγου Ι. Ρ., καθώς και οι με αριθμό 58ος Τ.
Π., 64α Ε. Μ., 64 Β. Χ. και 64γ Β. Χ.ς δεν προσκομίζουν σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις, από τις οποίες να προκύπτει ότι παρείχαν στην ως άνω παραστάσα Δικηγόρο Κωνσταντίνα Καλουπάκη την εντολή και πληρεξουσιότητα να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την συζήτηση της ενδίκου από 21-1-2014 αιτήσεως αναιρέσεως και του προσθέτου λόγου της, καθώς και της από 22.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ...1.2014) αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατόπιν αυτών θα πρέπει, υφισταμένης απλής ομοδικίας μεταξύ των ως άνω αναιρεσειόντων α) να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους αμέσως ανωτέρω αναφερομένους αναιρεσειοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς, αφού δεν προκύπτει κλήτευσή τους από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση 61ο των αναιρεσειόντων και β) να συζητηθεί η υπόθεση κατ' αντιμωλία για τους παρισταμένους διαδίκους.
Εξάλλου, μετά την δήλωση της πληρεξουσίας Δικηγόρου Κωνσταντίνας Καλουπάκη, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά: α) ότι η από 21.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ...1.2014) και ο από 4.7.2016 (και με αριθμό κατάθ. 5.7.2016) πρόσθετος λόγος αυτής δεν εισάγονται ως προς την αναιρεσείουσα με αριθμό 46α Ο. Λ., θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η εν λόγω αναίρεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής δεν ασκήθηκαν ως προς αυτή και β) στην από 22.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ....2014) αναίρεση διορθώνει το όνομα του συζύγου της με αριθμό 41 των αναιρεσιβλήτων Ε.
Γ. από το λανθασμένο "σύζυγος Κ. Γ." στο ορθό "σύζυγος Γ. Γ." και το επίθετο της με αριθμό 64α των αναιρεσιβλήτων Ε. Μ. από το λανθασμένο "Ε. Μ. του Α., χήρας Μ. Χ." στο ορθό "Ε. Μ. του Α., χήρα Μ. Χ.". Περαιτέρω, ως προς την από 22-1-2014 (και με αριθμό κατάθ. ...-2014) αίτηση αναιρέσεως, κατά της 6/2013 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, από τις υπ' αριθμ. .../5.10.2015 και .../12.10.2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Ι.
Κ., που προσκομίζουν και επικαλούνται τα αναιρεσείοντα Ελληνικό Δημόσιο και ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω από 22.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ....2014) αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." και της με αριθμό πρωτ. ....5.2015 συγκοινοποιούμενης βεβαίωσης αναβολής της συζήτησης της εν λόγω αναίρεσης από την αρχική δικάσιμο της 22.5.2015 για την δικάσιμο της 5.2.2016, επιδόθηκε στους πληρεξουσίους Δικηγόρους των αναιρεσιβλήτων Ι.
Σ. και Α. Κ., αντιστοίχως, θεωρούμενους ως αντίκλητους αυτών, λόγω της εκπροσώπησής τους κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως για την δικάσιμο της 16.9.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου για την δικάσιμο της 3.3.2017, κατά τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια Δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλουπάκη, οπότε και αναβλήθηκε και πάλι για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Επομένως, ως προς τους αμέσως κατωτέρω αναφερόμενους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι, κατά την ως άνω δήλωση της πληρεξουσίας Δικηγόρου Κωνσταντίνας Καλουπάκη, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν προσκομίζουν σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις, από τις οποίες να προκύπτει ότι παρείχαν στην ίδια ως παραστάσα για λογαριασμό όλων των αναιρεσιβλήτων, Δικηγόρο Κωνσταντίνο Καλουπάκη την εντολή και πληρεξουσιότητα να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την συζήτηση της από 22.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ....2014) αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ θα πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών και συγκεκριμένα των Κ.
Β., ως κληρονόμου της αρχικώς αναιρεσίβλητης Κ. συζύγου Α. Β., Α. Β., Μ. Β., Φ. Μ. - Α., χας Z. Α., Σ. Μ.-Α. Λ., συζύγου Κ. Α. Λ., Έ. Μ. -Α. Κ., συζύγου Ε Π. Ν. Κ., Ε. Μ. - Α. Ν. Ν., συζύγου Κ. Α. Ν. Ν., Μ. Μ. - Α. Α. Π., συζύγου Γ. Κ. Α. Π., Ζ. Α., Ε. συζύγου Ν. Π., ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "I. Β. Τεχνική Εμπορική -Ξενοδοχειακή - Βιομηχανική Ανώνυμη Εταιρεία", Μ.
Δ., Κ. Δ., Ιερού Ναού Α. Δ. Ηρακλείου Κρήτης, Γ. Κ., Ε. Κ., Ε. συζύγου Σ. Τ., ως κληρονόμων του Μ. Κ., Γ. Κ., Μ. συζύγου Θ. Τ., Ε. χας Ι. Κ., Μ. Κ., Κ. συζύγου Μ. Κ., Ε. συζύγου Σ. Τ., ατομικά, Λ. Κ., Ά. Κ., Ε. Κ., Α. Κ., Α. Κ., Χ. Κ., Ε. συζύγου Γ. Γ., Μ.ς Μ., Μ. Μ., Μ. χας Ι. Μ., Κ. Π., Ι. Π., Σ. Π., Μ., συζύγου Γ. Φ., Τ. Π., Ε. Μ., Β. Χ. και Β. Χ.. Κατά το άρθρο 17 §§ 1 και 2 του Συντάγματος του 1975 "1.
Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο Δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο Δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ γ'), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α' 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος), ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α' της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β' της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό (παράγραφος 2, απόφαση του ΕΔΔΑ της 23-9-1982 ...).
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων (απόφαση του ΕΔΔΑ της 24-6-1993, Π. κατά Ελλάδος), επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.
Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου, του χρόνου της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της. Η νέα ρύθμιση του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας.
Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ. γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.
Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν. 2882/1991 (ΦΕΚ Α' 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 § 4 του Ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α' 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1- 2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου).
Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη διάταξη ορίζεται ότι "η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του Δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 § 1 ΚΠολΔ: "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από τη απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.
Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας.
Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Κατά συνέπεια, αν η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης επαναφέρεται ενώπιον του Εφετείου μετά από αναίρεση, τότε ως κρίσιμος χρόνος θεωρείται εκείνος της (νέας) ενώπιόν του συζήτησης, μετά την αναίρεση και όχι ο χρόνος της προγενέστερης (αρχικής) συζήτησης (Ολ.ΑΠ 2/2015).
Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του Εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το Εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.
Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.
Σημειώνεται ότι την άποψη αυτή ακολούθησε και η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμ. 14/2011 απόφασή της, η οποία δημοσιεύθηκε μετά την έκδοση της παραπεμπτικής υπ' αριθμ. 826/2011 απόφασης του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 25/2004).
Εξάλλου, ο από την διάταξη του αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά την διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομικώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο δε από την διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, στην μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την έκδοση της 1359/2004 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 256/2004 απόφαση του Εφετείου Χανίων, που εκδόθηκε επί των με αριθμό κατάθ. .../2003 και .../2003 αιτήσεων για τον καθορισμό οριστικής μονάδος για τα ακίνητα των αναιρεσειόντων δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ως προς την αξία των ανωτέρω ακινήτων και τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος τους, η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων προσδιορίζεται ως ακολούθως, (1) με το σύστημα του αντικειμενικού υπολογισμού, η αξία του τμήματος του παλαιού αιγιαλού, ήτοι του μεν πρώτου Κ.Π. 1 έκτασης 2.058,27 τ.μ., ως εκτός σχεδίου πόλεως, ανέρχεται στις 47.804,15 €, ενώ η αξία του δεύτερου ακινήτου έκτασης 14.941,63 τ.μ.
Κ.Π. 2, ως κείμενο εντός του ισχύοντος ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως Ηρακλείου, με τους όρους δόμησης Σ.Δ. = 0.60 και ποσοστό κάλυψης 40%, ανέρχεται στα 3.666.943,58 € (βλ. το με αριθ. πρωτ. .../2-4-2003 έγγραφο της ...), (2) η εμπορική τους αξία κατά την μεν μάρτυρα του Ελληνικού Δημοσίου (που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Εφετείου Κρήτης κατά την έκδοση της αναιρεθείσας απόφασης) ανέρχεται στα 300-350,00 € ανά τ.μ., κατά δε τους μάρτυρες των καλούντων - αιτούντων, Β.
Χ. και Γ. Α., που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η αξία τους ανέρχεται αντίστοιχα στα 675,00 και 763,00 € και μάλιστα ο πρώτος απ' αυτούς εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, προσδιόρισε την αξία τους στα 1.000,00 € το τ.μ., ενώ κατά την εξέτασή του ενώπιον του Εφετείου Κρήτης όταν εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, είχε προσδιορίσει την αξία τους στα 734,00 € ανά τ.μ., (3) οι Ν.
Σ., ... και Α. Σ. ως συνιδιοκτήτες της απαλλοτριωμένης έκτασης, στις 17-4-2000, προσέφεραν εγγράφως στο Ελληνικό Δημόσιο, τμήμα 15.000 τ.μ προς 140.000 δρχ. το τ.μ. ήτοι 410,00 € ανά τ.μ., (4) με τις υπ' αριθμ. 38 και 39/2002 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, τμήματα ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για τη διαπλάτυνση της λεωφόρου ..., στη συνοικία "Άγιος Ι.", (άλλη περιοχή από την υπό κρίση), που όμως στην περιοχή αυτή εμφανίζεται πολύ εντονότερη εμπορική κίνηση και μεγάλη οικιστική ζήτηση, καθορίστηκε 470,00 € ανά τ.μ.
και για τα γωνιακά στα 510,00 € το τ.μ., (5) με το υπ' αριθ. .../2000 συμβόλαιο της Συμβ\φου Ηρακλείου Ε. Ο., η ... Τράπεζα αγόρασε ακίνητο στη συμβολή της λεωφόρου ... με ανώνυμη οδό, εκτάσεως 1.670 τ.μ., με παλαιά ερειπωμένη οικία, αντί του ποσού των 390.000.000 δρχ. 685,00 € ανά τ.μ., για ακίνητο όμως εντός σχεδίου, άρτιο και οικοδομήσιμο και (6) με την 532/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως με κρίσιμο χρόνο την 4-6-2003 για την απαλλοτρίωση των ανωτέρω ακινήτων ορίσθηκε για το έδαφος σε 620,00 € ανά τ.μ., ενώ το Εφετείο Κρήτης με ίδιο κρίσιμο χρόνο (4-6-2003) για την απαλλοτρίωση των ανωτέρω ακινήτων καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αυτών στα 400.00 € ανά τ.μ.
Τα προαναφερόμενα όμως συγκριτικά στοιχεία, δεν είναι πρόσφορα για σύγκριση και ενδεικτικά της πραγματικής και τρέχουσας αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων της συγκεκριμένης περιοχής, εφόσον οι μεν μάρτυρες, δεν αναφέρουν κανένα παρακείμενο και ομοειδές ακίνητο ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο κατά τον κρίσιμο χρόνο (11-12-2012), ώστε να δικαιολογούν την εκτίμησή τους, τα δε λοιπά επικαλούμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, αναφέρονται σε πολύ προγενέστερο χρόνο, (περίπου πριν από μια 10ετία), κατά τον οποίο υπήρχε οικονομική άνθιση με τεράστια ανάπτυξη και μεγάλο ενδιαφέρον αγοραστών για την αγορά ακινήτων.
Ενώ αντιθέτως, πρέπει να ληφθεί υπόψη η οικονομική κρίση που έπληξε την χώρα μας την τελευταία 3ετία, η οποία είναι γνωστή στο Δικαστήριο με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, κρίση που επιδεινώνεται συνεχώς μέχρι και σήμερα, η οποία έχει σαφώς επηρεάσει δυσμενώς και την αγορά των ακινήτων σε ολόκληρη την Ελληνική επικράτεια, αλλά και την περιοχή του Ηρακλείου που βρίσκονται τα απαλλοτριωμένα υπό κρίση ακίνητα, αφού παρατηρείται γενικότερα έλλειψη αγοραστών και η εκ μέρους των πωλητών σταδιακή μείωση του αιτούμενου τιμήματος, γεγονός που επιβεβαιώνει την αποδεικτική αποδυνάμωση των προσκομισθέντων συγκριτικών αυτών στοιχείων.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, ομοειδή συγκριτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει απευθείας η διακύμανση της αξίας των ακινήτων στα παρακείμενα των ως άνω απαλλοτριωθέντων στην ευρύτερη περιοχή δεν προσκομίζονται από τα διάδικα μέρη. Με βάση τα προαναφερόμενα και αφού ληφθεί υπόψη ότι, (α) η αντικειμενική αξία, που δεν αποτελεί στοιχείο το οποίο να δεσμεύει τη σχετική δικαστική κρίση για την πραγματική αξία των ακινήτων, αλλά ενδεικτικό μεταξύ άλλων στοιχείο για την εκτίμηση της αξίας αυτών, πλην όμως κατά κανόνα αυτή (αντικειμενική αξία) δε συμφωνεί πάντοτε με την πραγματική αξία των ακινήτων, (β) με την υπάρχουσα σημερινή δυσχερέστατη κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας, κατά την οποία οι πραγματικές - αγοραίες τιμές των ακινήτων είναι αρκετά κατώτερες από τις αντικειμενικές αξίες, οι οποίες είχαν υπολογιστεί σε καιρό οικονομικής ανάπτυξης, (γ) η οικονομική αυτή κρίση είχε ως αποτέλεσμα την κάθετη πτώση των τιμών των ακινήτων, που πλήττει κυρίως τα μεσαίου και μεγάλου μεγέθους ακίνητα, όπως εν προκειμένω, διότι, αφενός δεν υπάρχει η απαιτούμενη ρευστότητα για την αγορά τους, και αφετέρου, δεν χορηγούνται δάνεια από τις τράπεζες ώστε να καταστεί δυνατή η εμπορική αξιοποίησή τους και (δ) ενόψει όλων των ανωτέρω και από την ελευθέρα εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων και με βάση τις πιο πάνω σκέψεις της παρούσας κριτήρια, για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι, κατά τον χρόνο που συζητήθηκε η κρινόμενη αίτηση (11-12-2012), που είναι, όπως προαναφέρθηκε και ο κρίσιμος χρόνος, δηλαδή είναι εκείνος της μετ' αναίρεση συζήτησης ενώπιον του Εφετείου τούτου, η πραγματική αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων, ενόψει της θέσης, της έκτασης, του είδους, της πραγματικής κατάστασης, της χρησιμότητάς τους, της προσόδου των απαλλοτριωμένων, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα ως άνω σκέψη και σύμφωνα με τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογισθεί τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτής λόγω της εξαγγελίας ή της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως ή της εκτέλεσης του έργου για το οποίο έγινε και συνεπώς η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη, με την οποία μπορεί να αντικατασταθεί το απαλλοτριωμένο με άλλα ισάξια, αλλά και συνεκτιμωμένων των από 10-12-2012 τεχνικών εκθέσεων που συνέταξαν οι Α.
Β., Ε. Π., μεσίτες και οι Ν. Λ. και Α. Μ., Πολιτικοί Μηχανικοί Ε.Μ.Π., ανέρχεται σε εκατόν πενήντα (150,00) € για το πρώτο (ΚΠ 1) ακίνητο και σε τριακόσια (300,00) € για το δεύτερο (ΚΠ 2) ακίνητο. Η οριστική αυτή αποζημίωση είναι πλήρης, αφού μ' αυτήν οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν σήμερα την ιδιοκτησία τους με άλλη ισάξια (βλ.
σχετ. Ολ.ΑΠ 1332/1985 ΝοΒ 34-410 ΑΠ 1399/1996 ΕΛ.Δνη 38-567). Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω πρέπει οι ανωτέρω αιτήσεις να γίνουν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες και από ουσιαστική άποψη, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. (IV). Περαιτέρω, από το άρθρο 18 παρ. 4 του ΚΑΑΑ, συνάγεται ότι στην προκείμενη διαδικασία (α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, (β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες διατάξεις, (γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται, (δ) η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχτηκαν την απόφαση αυτή ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία άσκησης αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και (ε) σε περίπτωση άσκησης εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως, τόσο για την δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης.
Κατά συνέπεια, στη διαδικασία του προσωρινού η οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ΚΑΑΑ, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης (προσωρινός ή οριστικός) και, επομένως, μια αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων.
Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει (1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), (2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, καθώς και για την παράστασή του ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και (3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου, κατά περίπτωση, σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και ειδικότερα α) 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κύριας παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) 1% για την σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή της ανταίτησης και της κύριας παρέμβασης, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) 2% για την άσκηση ανταίτησης ή κύριας παρέμβασης με τις προτάσεις ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθ' ου (άρθρα 100 παρ. 1, 103, 107 παρ. 2, 110 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων)...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 2882/2001 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3193/2003, αλλ' ούτε εστέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος των με στοιχεία Κ.Π. 1 και Κ.Π. 2 ακινήτων των αναιρεσιβλήτων -αναιρεσειόντων, ιδιοκτητών των εν λόγω απαλλοτριωθέντων ακινήτων, όπως οι αιτιάσεις αυτές προβάλλονται με τον πρώτο λόγο της από 22.1.2014 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και του "Ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων".
Ειδικότερα, εκτίθενται κατά τρόπο σαφή, χωρίς αντίφαση και με ειδική αιτιολογία, τα συγκριτικά στοιχεία, που τέθηκαν υπόψη του και αναφέρεται ποια εξ αυτών θεωρούνται πρόσφορα που δικαιολογούν την απόκλιση της προσδιορισθείσας από αυτά αξίας με ΑΚΠ 1 και ΑΚΠ 2 απαλλοτριωθέντων ακινήτων από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία τους αλλά και το νόμιμο λόγο, για τον οποίο η οριστική αποζημίωση αυτών προσδιορίσθηκε για το με ΑΚΠ 1 σε 150,00 ευρώ ανά τ.μ.
και για το με ΑΚΠ 3 σε 300,00 ευρώ ανά τ.μ. Η αιτίαση δε που αποδίδεται με τον κατ' ορθότερο χαρακτηρισμό, από τον αριθ. 19 και όχι και του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο λόγο της από 22.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ....2014) αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, σύμφωνα με την οποία το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχεται ότι "...με την υπάρχουσα σημερινή δυσχερέστατη κατάσταση της Ελληνικής Οικονομίας...
οι πραγματικές αγοραίες τιμές των ακινήτων είναι αρκετά κατώτερες από τις αντικειμενικές αξίες, οι οποίες έχουν υπολογιστεί σε καιρούς οικονομικής ανάπτυξης" στη συνέχεια καθόρισε τιμές αρκετά υψηλότερες της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων, πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον στη διάταξη του εδ. γ' του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2882/2002 παρατίθενται ενδεικτικά και όχι αποκλειστικά τα κριτήρια, που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και άρα το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη οποιοδήποτε άλλο κριτήριο.
Εξάλλου, όπως εκτίθεται και ανωτέρω, το Εφετείο με ειδική αιτιολογία και αφού στάθμισε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, αλλά και τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του Εφετείου, εκ των οποίων η μεν μάρτυρας του Ελληνικού Δημοσίου προσδιόρισε την αξία των επιδίκων σε 300,00 - 350,00 ευρώ ανά τ.μ., ο δε μάρτυρας των ιδιοκτητών των επιδίκων ακινήτων προσδιόρισε την αξία των εν λόγω ακινήτων σε 763,00 ανά τ.μ., με ειδική αιτιολογία και κατάλληλη αξιολόγηση αυτών, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το με ΑΚΠ 1 σε 150,00 ευρώ ανά τ.μ.
και το με ΑΚΠ 2 σε 300,00 ευρώ ανά τ.μ. Επομένως ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω τμήμα του πρέπει ν' απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος, κατά το τμήμα, που πλήττει την προσβαλλόμενη για έλλειψη αξιολογήσεως της αντικειμενικής αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, το σχετικό φύλλο υπολογισμού της οποίας μνημονεύεται στην ως άνω απόφαση, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ως προς το ύψος της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, με τον μοναδικό από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της από 21-1-2014 (και με αριθμό κατάθ. ...-2014) αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες παραπονούνται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά την διαμόρφωση της δικαστικής του κρίσης αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν με τις από 11-12-2012 έγγραφες προτάσεις τους, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: α) το υπ. αριθμ. ...1-9-2008 προσύμφωνο συμβόλαιο του Συμβ/φου Ηρακλείου Ι. Β. στην από 10-12-2012 Τεχνική Έκθεση των μεσιτών Α. Β. και Ε. Π. και β) το 22-6-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της από 1-3-2010 μίσθωσης από την "... ΑΕ" οικοπέδου επί της .... Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, διότι από την περιλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα παραπάνω, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα.
Περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της οφειλόμενης στους αναιρεσείοντες αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου είναι ο χρόνος της μετ' αναίρεση συζήτησης της υπόθεσης. Με τις παραδοχές αυτές και με βάση τα προεκτεθέντα, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Συντάγματος, του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων. Επομένως, ο περί του αντίθετου από 4-7-2016 (και με αριθμό κατάθ. ...7-2016) πρόσθετος λόγος της από 21-1-2014 (και με αριθμό κατάθ. ...-2014) αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του Ν. 3919/2011, αμοιβή των πληρεξουσίων Δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου Δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, που τροποποίησε τη σχετική διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και η οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ.
δ' των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη της ισχύος του, που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 10-4-2012 (ΦΕΚ Α/10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εναρμονιζόμενες προς τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 17 του Συντάγματος, αποσκοπούν στη μη φαλκίδευση της οφειλόμενης στον καθού η απαλλοτρίωση πλήρους αποζημιώσεως μέσω επιβαρύνσεων του τελευταίου έστω και με μέρος των εξόδων της δίκης για τον καθορισμό της, συνάγεται ότι στη δίκη αυτή (καθορισμού αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων), κατά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 173 επ.
του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφ' ενός μεν η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υποχρέου σε αποζημίωση και αφ' ετέρου αποκλείεται ο ολικός ή μερικός συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων, καθώς και η κατανομή του οικείου ποσού ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 9/1996).
Ο προβλεπόμενος από τις ως άνω διατάξεις υποχρεωτικός καθορισμός της επιδικαζόμενης από το Δικαστήριο αμοιβής του πληρεξούσιου Δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως μέχρι το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, όταν αυτή υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, όπως είναι το Ελληνικό Δημόσιο, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδ.
α' του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., διότι, αφ' ενός μεν δεν μειώνεται η αποζημίωση, αφού ο δικαιούχος αυτής υποχρεούται να καταβάλει στο Δικηγόρο του μόνο τη μειωμένη αμοιβή που προβλέπεται από το νόμο, η οποία επιδικάζεται σ' αυτόν και την εισπράττει από τον αντίδικό του και υπόχρεο προς αποζημίωση, αφ' ετέρου δε η μείωση της αμοιβής του Δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης δεν παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης, αφού δεν αναιρεί και δεν περιορίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας των Δικηγόρων, ενόψει μάλιστα και του δικαιολογητικού λόγου για τον οποίο υπαγορεύτηκε ο περιορισμός αυτός (απλότητα στη διαχείριση των υποθέσεων) που εξυπηρετεί και το δημόσιο συμφέρον.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της από 22.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ....2014) αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση των εδαφίων α' και γ' αυτού με τις παραγράφους 1 και 2, αντιστοίχως, του άρθρου 130 του Ν. 4070/2012, που ισχύουν δυνάμει του άρθρου 146 παρ. 9 του Ν. 4070/2012 και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος απαλλοτρίωσης δίκες διότι όταν σε δίκη καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου υπόχρεο προς καταβολή αποζημιώσεως είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ταυτίζεται με την Κεντρική Κυβέρνηση και αποτελεί μέρος της Γενικής Κυβέρνησης, όπως στην προκειμένη υπόθεση, η αμοιβή του Δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως αναιρεσιβλήτων υπολογίζεται μέχρι το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, αντιθέτως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καίτοι τα αναιρεσείοντα της από 22.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ... 1.2014) και αναιρεσίβλητα της από 21.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ...1.2014) αιτήσεως αναιρέσεως και του από 4.7.2016 (και με αριθμό κατάθ. ...2016) προσθέτου λόγου αυτής, με τις από 11.12.2012 προτάσεις τους κατά την μετ' αναίρεση εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης, ισχυρίσθηκαν ότι επειδή υπόχρεο της αποζημιώσεως είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ταυτίζεται με την Κεντρική Κυβέρνηση και αποτελεί μέρος της Γενικής Κυβέρνησης θα πρέπει να εφαρμοσθεί η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ.
γ' του Ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 130 του Ν. 4070/2012 και να προσδιορισθεί η αμοιβή των Πληρεξουσίων Δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημιώσεως που κατέθεσαν και προτάσεις σε ποσοστό 1,5% επί της καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως, το Εφετείο προσδιόρισε την εν λόγω αμοιβή σε ποσοστό 3% επί της καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως.
Με βάση τα εκτιθέμενα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του που επιδίκασε 3% για τη σύνταξη αιτήσεων και προτάσεων ως αμοιβή των πληρεξουσίων Δικηγόρων, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση των εδαφίων α' και γ' αυτού με τις παραγράφους 1 και 2, αντιστοίχως, του άρθρου 130 του Ν. 4070/2012, που ισχύουν δυνάμει του άρθρου 146 παρ. 9 του Ν. 4070/2012 και στις εκκρεμείς κατά την έναρξή της ισχύος απαλλοτρίωσης, διότι όπως προεκτέθηκε, όταν σε δίκη καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου υπόχρεο προς καταβολή αποζημιώσεως είναι το Ελληνικό Δημόσιο, φορέας, που υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1965, όπως στην προκειμένη υπόθεση, η αμοιβή του Δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως αναιρεσιβλήτων υπολογίζεται μέχρι το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.
Επομένως ο δεύτερος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της από 22.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ....2014) αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω μετά την παραδοχή του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερου λόγου της από 22.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ....2014) αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος, που αφορά την αμοιβή των πληρεξουσίων Δικηγόρων των αναιρεσιβλήτων - δικαιούχων της οριστικής αποζημιώσεως των με ΑΚΠ-1 και ΑΚΠ-2 απαλλοτριωθέντων ακινήτων, η οποία πρέπει να προσδιορισθεί σε ποσοστό 1,5% επί της οριστικής αποζημιώσεως των εν λόγω απαλλοτριωθέντων ακινήτων.
Στη συνέχεια πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, κατά το ως άνω αναιρούμενο τμήμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013) και να προσδιορισθεί η αμοιβή των Πληρεξουσίων Δικηγόρων των καλούντων - αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων - δικαιούχων της οριστικής αποζημιώσεως των με ΑΚΠ-1 και ΑΚΠ-2 απαλλοτριωθέντων ακινήτων σε ποσοστό 1,5% επί της οριστικής αποζημιώσεως των εν λόγω απαλλοτριωθέντων ακινήτων.
Τέλος οι παρόντες αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσαν και προτάσεις, μειωμένης, όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
Αντίθετα, η από 21-1-2014 (και με αριθμό κατάθ. ...-2014) αίτηση αναιρέσεως και ο από 4-7-2016 (και με αριθμό κατάθ. ...7-2016) πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει ν' απορριφθούν, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσαν και προτάσεις, μειωμένης, όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από
21-1-2014 (και με αριθμό κατάθ. ...1.2014) αίτηση αναιρέσεως και του από 4.7.2016 (και με αριθμό κατάθ. ...2016) προσθέτου λόγου αυτής και την από 22.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ....2014) αίτηση αναίρεσης κατά της 6/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 21-1-2014 (και με αριθμό κατάθ. ...1.2014) αίτηση αναιρέσεως και του από 4.7.2016 (και με αριθμό κατάθ. ...2016) προσθέτου λόγου αυτής ως προς την 46η αναιρεσείουσα, Ο. Λ. του Θ..
Διορθώνει το όνομα του συζύγου της με αριθμό 41 αναιρεσίβλητης της από 22.1.2014 (και με αριθμό κατάθ. ....2014) αιτήσεως αναιρέσεως Ε. Γ. από το λανθασμένο "συζ. Κ. Γ." στο σωστό "συζ. Γ. Γ." και το επίθετο της με αριθμό 64α αναιρεσίβλητης της ως αιτήσεως αναιρέσεως από το λανθασμένο "Ε. Μ. του Α., χήρα Μ. Χ." στο ορθό "Ε. Μ. του Α., χήρα Μ. Χ.".
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς τους κάτωθι αναιρεσείοντες της από 21-1-2014 (και με αριθμό κατάθ. ...1. 2014) αιτήσεως αναιρέσεως και του από 4.7.2016 (και με αριθμό κατάθ. ...2016) προσθέτου λόγου αυτής: Κ. Β., ως κληρονόμο της αρχικώς αναιρεσείουσας Κ. σύζυγο Α. Β., Α. Β., Μ. Β., Φ. Μ. - Α., χα Z. Α., Σ. Μ. - Α. Λ., σύζυγο Κ. Α. Λ., Έ. Μ. -Α. Κ., σύζυγο Ε Π. Ν. Κ., Ε. Μ. - Α. Ν. Ν., σύζυγο Κ. Α. Ν. Ν., Μ. Μ. - Α. Α. Π., σύζυγο Γ. Κ. Α. Π., Ζ. Α., Ε. σύζυγο Ν. Π., ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "I. Β. Τεχνική Εμπορική - Ξενοδοχειακή -Βιομηχανική Ανώνυμη Εταιρεία", Μ. Δ., Κ. Δ., Ιερό Ναό Α. Δ. Ηρακλείου Κρήτης, Γ. Κ., Ε. Κ., Ε. σύζυγο Σ. Τ., ως κληρονόμων του Μ. Κ., Γ. Κ., Μ. σύζυγο Θ. Τ., Ε. χα Ι. Κ., Μ. Κ., Κ. σύζυγο Μ. Κ., Ε. σύζυγο Σ. Τ., ατομικά, Λ. Κ., Ά. Κ., Ε. Κ., Α. Κ., Α. Κ., Χ. Κ., Ε. σύζυγο Γ. Γ., Μ. Μ., Μ. Μ., Μ. χα Ι. Μ., Κ. Π., Ι. Π., Σ. Π., Μπριζίτ σύζυγο Γ. Φ., Τ. Π., Ε. Μ., Β. Χ. και Β. Χ..
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 21-1-2014 (και με αριθμό κατάθ. ...1.2014) αίτηση αναίρεσης και τον από 4-7- 2016 (και με αριθμό κατάθ. ...7-2016) πρόσθετο λόγο αυτής κατά της 6/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Καταδικάζει τους λοιπούς πλην των παραπάνω αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
Διατάσσει την κατάθεση του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Δικάζει την από 22-1-2014 (και με αριθμό κατάθ. ...-2014) αίτηση αναίρεσης ερήμην των αναιρεσιβλήτων Κ. Β., ως κληρονόμου της αρχικώς αναιρεσίβλητης Κ. συζύγου Α. Β., Α. Β., Μ. Β., Φ. Μ. - Α., χας Z. Α., Σ. Μ. - Α. Λ., συζύγου Κ. Α. Λ., Έ. Μ. - Α. Κ., συζύγου Ε Π. Ν. Κ., Ε. Μ. - Α. Ν. Ν., συζύγου Κ. Α. Ν. Ν., Μ. Μ. - Α. Α. Π., συζύγου Γ. Κ. Α. Π., Ζ. Α., Ε. συζύγου Ν. Π., ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "I. Β. Τεχνική Εμπορική-Ξενοδοχειακή-Βιομηχανική Ανώνυμη Εταιρεία", Μ. Δ., Κ. Δ., Ιερού Ναού Α. Δ. Ηρακλείου Κρήτης, Γ. Κ., Ε. Κ., Ε. συζύγου Σ. Τ., ως κληρονόμων Μ. Κ., Γ. Κ., Μ. συζύγου Θ. Τ., Ε. χας Ι. Κ., Μ.ς Κ., Κ. συζύγου Μ. Κ., Ε. συζύγου Σ. Τ., ατομικά, Λ. Κ., Ά. Κ., Ε. Κ., Α. Κ., Α. Κ., Χ. Κ., Ε. συζύγου Γ. Γ., Μ.ς Μ., Μ. Μ., Μ. χας Ι. Μ., Κ. Π., Ι. Π., Σ. Π., Μ. συζύγου Γ. Φ., Τ. Π., Ε. Μ., Β. Χ. και Β.υ Χ., και αντιμωλία των λοιπών.
Δέχεται, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό τμήμα, την από 22-1-2014 (και με αριθμό κατάθ. ...-2014) αίτηση αναιρέσεως κατά της 6/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Αναιρεί την 6/2013 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, ως προς τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, που αφορά τη δικηγορική αμοιβή των πληρεξουσίων Δικηγόρων των αιτούντων - καλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το κεφάλαιο τούτο.
Καθορίζει την αμοιβή των πληρεξουσίων Δικηγόρων των αιτούντων - καλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων - δικαιούχων της οριστικής αποζημιώσεως των με ΑΚΠ-1 και ΑΚΠ-2 απαλλοτριωθέντων, σε ποσοστό 1,5% επί της οριστικής αποζημιώσεως των εν λόγω απαλλοτριωθέντων ακινήτων. Και
Καταδικάζει τους παρόντες αναιρεσίβλητους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ