Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
978/2024 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal due to lack of proper representation and procedural errors in service of process.

Geschäftsnummer 978/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two parties against a first-instance judgment. The court found the second appellant absent without valid representation and the appellant liable for missing a deadline due to improper service of documents. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 94, 96, 104, 576, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant is absent at the hearing without valid representation, and a party who was properly served cannot claim lack of notice to avoid time limits.

Schlagwörter

KI-generiert
lack of representation service of process time limit expiration inadmissible appeal legal costs procedural default supreme court review Zustellungsdomizil

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 94 of the Code of Civil Procedure
Article 96 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 501 of the Code of Civil Procedure
Article 152 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court Case 1888/2022
Supreme Court Case 929/2021
Supreme Court Case 1471/2021
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 978 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 978/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Μ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σαράκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Π. χήρας Β. Β., θυγατέρας Λ. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/7/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν επιχειρηθεί προηγουμένως. Το δικαστήριο δε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 105, 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο δεν παρίσταται ο διάδικος, στο όνομα του οποίου φέρεται ότι ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης από δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται ότι έχει δοθεί σ' αυτόν νόμιμα (με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά ή στην έκθεση), πληρεξουσιότητα για την άσκησή της, τότε η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1888/2022, ΑΠ 929/2021, ΑΠ 1471/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Αθηνών Βασίλειο Σαράκη, ο οποίος υπογράφει σαν πληρεξούσιος αυτής την κρινόμενη από 22-7-2020 αίτηση αναίρεσης, ή από άλλον δικηγόρο, μολονότι, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. 5591Β/2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ιωαννίνων, Β.

Ε., στην οποία βεβαιώνεται ότι με εντολή του πληρεξούσιου δικηγόρου της αντίγραφο της αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, η ίδια επέσπευσε τη συζήτηση της αναίρεσης για τη δικάσιμο της 2ης-5-2022, κατά την οποία η υπόθεση αποσύρθηκε λόγω υποχρεωτικής μετάθεσης της αργίας της 1ης-5-2022 (ΥΑ 33566/2022 ΦΕΚ 1758/Β/11-4-2022, που εκδόθηκε κατ' άρθρο 14 Ν. 4468/2017) και ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση για τη μετ' αναβολή δικάσιμο κανενός εκ των διαδίκων (οι οποίοι παρίστανται εκτός της ανωτέρω), αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο από το γραμματέα θεωρείται ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 260 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Επίσης, δεν προσκομίζεται συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, από το οποίο να προκύπτει ότι η απολιπόμενη αναιρεσείουσα χορήγησε στον προαναφερόμενο δικηγόρο πληρεξουσιότητα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 12/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντα κατά της υπ' αριθμ. 157/ 2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή ερημοδικίας με αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, την οποία άσκησε ο τελευταίος κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας υπ' αρ. 38/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, που είχε δεχθεί την ασκηθείσα σε βάρος του αγωγή του αναιρεσίβλητου για προσβολή της προσωπικότητάς του.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσης, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

Ειδικότερα, ως ανώτερη βία, στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, νοείται κάθε τυχαίο και ανυπαίτιο γεγονός παρακωλυτικό της εμφάνισης του διαδίκου στο ακροατήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υπόθεσής του, το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

Αποτελεί, δηλαδή, η δικονομική ανώτερη βία, έννοια, που συμπίπτει με την ομώνυμη έννοια της, κατ` άρθρο 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανώτερης βίας και ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της προς την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου. Κατά το περιεχόμενό της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της αδυναμίας του διαδίκου ή και του πληρεξουσίου του να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο.

Η πιο πάνω διάταξη, ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας είναι ουσιαστικού δικαίου, αφού ανήκει σε εκείνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, που ρυθμίζουν την άσκηση και τη διασφάλιση του κατοχυρωμένου - από το άρθρο 20 του Συντάγματος- δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και οι σχετικές πλημμέλειες ελέγχονται με τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 294/2023, ΑΠ 289/2020, ΑΠ 816/2020, ΑΠ 1568/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση για την επαναφορά πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία και να περιέχει την πράξη που παραλείφθηκε ή να αναφέρει ότι έχει ήδη ενεργηθεί, συνάγεται ότι η επαναφορά αποτελεί έκτακτο ένδικο βοήθημα, με το οποίο παρέχεται προστασία για την απώλεια γνήσιας δικονομικής προθεσμίας, η δε απώλεια αυτής έχει ως συνέπεια την έκπτωση από το δικαίωμα για ενέργεια της διαδικαστικής πράξης που αφορά η προθεσμία (ΑΚ 151) και την απόρριψή της ως εκπρόθεσμης, με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για πράξη σύγχρονη ή προγενέστερη της αίτησης επαναφοράς.

Όταν η ανώτερη βία σχετίζεται με την ερημοδικία του διαδίκου, είναι δυνατόν να προταθεί : α) Ως λόγος ακυρότητας της ερημοδικίας, παρέχοντας έτσι βάση ανακοπής κατά της ερήμην απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 501 ΚΠολΔ, και β) ως λόγος που οδήγησε στην απώλεια της προθεσμίας της ανακοπής και δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ανώτερη βία δεν θεραπεύει την έκπτωση από το δικαίωμα προς επιχείρηση ορισμένης διαδικαστικής πράξης, αν προηγουμένως δεν έχει επιτευχθεί, βάσει αυτής, η ανάκτηση της απολεσθείσης προθεσμίας, δια της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Κατά την έννοια αυτή, η επαναφορά δεν συνεπάγεται τη χορήγηση νέας προθεσμίας για την επιχείρηση της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης, αλλά προσδίδεται σε αυτήν με τη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση επαναφοράς, η έννομη συνέπεια που θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη, δηλαδή θεωρείται πλασματικά ως εμπρόθεσμη.

Ανταποκρίνεται έτσι η επαναφορά σε εκτιμήσεις επιείκειας και παράλληλα ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης. Η επαναφορά, κατά το άρθρο 153 ΚΠολΔ, πρέπει να ζητηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία, ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου, η σχετική δε αίτηση ασκείται, κατά το άρθρο 155 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με τα δικόγραφα που κοινοποιεί ο ένας διάδικος στον άλλον ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής και κοινοποιείται στον αντίδικο.

Επομένως, η αίτηση επαναφοράς μπορεί να ασκηθεί και με το ίδιο το δικόγραφο της ανακοπής ερημοδικίας. Η νομική έννοια της ανώτερης βίας είναι ουσιαστικού δικαίου και επομένως η παραβίαση του άρθρου 152 ΚΠολΔ, ως προς το σημείο τούτο, ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 367/ 2022, ΑΠ 932/2020, ΑΠ 194/2019, ΑΠ 1024/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1320/2022, ΑΠ 261/2021, ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/ 2016). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ. α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 1127/2021, ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 7/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), συνιστάμενες στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 501 και 152 ΚΠολΔ, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι οι επιδόσεις με θυροκόλληση της αγωγής και της ανακοπτόμενης αποφάσεως έγιναν νομότυπα στην ..., όπου διαπιστώθηκε από τον διενεργήσαντα αυτές δικαστικό επιμελητή ότι ο αναιρεσείων διατηρούσε κατοικία, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν επέδειξε οποιαδήποτε δόλια συμπεριφορά κατά την επίδοση της αγωγής και της αποφάσεως, προκειμένου να ερημοδικασθεί ο αναιρεσείων και να απωλέσει την προθεσμία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας και ότι δεν συνέτρεξε περίπτωση ανωτέρας βίας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων αγνοούσε ανυπαίτια την επίδοση της αγωγής και της ανακοπτόμενης αποφάσεως.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο καθ' ου η ανακοπή, Λ. Μ., δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Πρέβεζας, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας και σε βάρος των εδώ ανακοπτόντων - εκκαλούντων, την από 07.12.2015 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ...

αγωγή του. Στην εν λόγω αγωγή εξέθετε ότι, παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο βρισκόταν παλαιόθεν στη νομή και κατοχή της μητρός του και εν συνεχεία από το έτος 2000 στη νομή και κατοχή του ιδίου, εντούτοις οι εναγόμενοι και άλλοι δέκα (10) κάτοικοι της Κοινότητας ...

του Δήμου Πρέβεζας, ενεργώντας υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά τους και δη ως μόνιμοι κάτοικοι της ..., υπέβαλαν προς το Δήμο Πρέβεζας την με αριθμό πρωτ. ... αναφορά τους, στην οποία διέλαβαν εν γνώσει τους ψευδή περιστατικά, που έθιξαν την τιμή και την υπόληψή του, των οποίων έλαβαν γνώση και τρίτα πρόσωπα και ότι με τον τρόπο αυτό τέλεσαν σε βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και προσέβαλαν την προσωπικότητά του, με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας ζήτησε, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση έκαστος το ποσό των 20.000,00 ευρώ.

Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι οι ανακόπτοντες στην ως άνω αναφορά τους προς το Δήμο Πρέβεζας είχαν δηλώσει ως διεύθυνση κατοικίας τους το Δ.Δ. ... του Δήμου Πρέβεζας. Ακολούθως ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Πρέβεζας, ..., κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του ενάγοντος Λ. Μ., δικηγόρου Πρέβεζας, στις 11.12.2015 μετέβη για να επιδώσει προς τους εναγόμενους (ήδη ανακόπτοντες) την ως άνω αγωγή, επί του Δ.Δ. ...

του Δήμου Πρέβεζας. Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 7.182Β/11.12.2015 και 7.183Β/11.12.2015 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή Γ. Ε., αντίγραφο της από 07.12.2015 αγωγής του ήδη καθ' ου η ανακοπή, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 19.02.2016, επιδόθηκε με θυροκόλληση στους εναγόμενους, ήδη ανακόπτοντες, στην ως άνω διεύθυνση, όπου ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής διαπίστωσε ότι βρισκόταν η κατοικία τους και αφού δεν βρήκε τους ίδιους σ' αυτήν, ούτε κανένα άλλο σύνοικο - συγγενή ή υπηρέτη ή άλλο σύνοικο αυτών, αλλά την πόρτα της κλειστή, κόλλησε στην πόρτα της κατοικίας τους το δικόγραφο της αγωγής, παρουσία και της μάρτυρα Ε.

Φ. (τηρούμενης εν συνεχεία και της διαδικασίας του άρθρου 128 παρ. 4 β' και γ' ΚΠολΔ). Στη συνέχεια, μετά τη συζήτηση της από 07.12.2015 αγωγής κατά τη δικάσιμο της 04.11.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση από την αρχική δικάσιμο της 06.02.2016, με συνέπεια να μην απαιτείται νέα κλήτευση για τη μετ' αναβολή δικάσιμο αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση , όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), ερήμην των εναγομένων, ήδη ανακοπτόντων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 38/2017 ανακοπτόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας (τακτική διαδικασία), με την οποία η αγωγή έγινε καθ' ολοκληρίαν δεκτή και ειδικότερα υποχρεώθηκε έκαστος των εναγομένων να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στους εναγόμενους και πάλι στην ίδια ως άνω διεύθυνση, δηλαδή στο Δ.Δ. ... του Δήμου Πρέβεζας. Κατά την επίδοση αυτή, ο ίδιος ως άνω δικαστικός επιμελητής, αφού διαπίστωσε ότι εκεί βρισκόταν η κατοικία τους και αφού δεν βρήκε τους ίδιους σ' αυτήν, ούτε κανένα άλλο σύνοικο συγγενή ή υπηρέτη ή άλλο σύνοικο αυτών, αλλά την πόρτα της κλειστή, κόλλησε στην πόρτα της κατοικίας τους το αντίγραφο της απόφασης, παρουσία και της μάρτυρα Π.

Β. (τηρούμενης εν συνεχεία και της διαδικασίας του άρθρου 128 παρ. 4β' και γ' ΚΠολΔ - βλ. τις υπ' αριθ. 8.090β/11.05.2017 και 8.091/11.05.2017 εκθέσεις επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πρέβεζας, Γ. Ε.). Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι δικαιολογημένα δόθηκε εντολή από τον ενάγοντα δικηγόρο και ήδη καθ' ου η ανακοπή, να επιδοθεί αρχικά η από 07.12.2015 αγωγή και στη συνέχεια η επί της αγωγής εκδοθείσα και ήδη ανακοπτόμενη υπ' αριθ. 38/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, με θυροκόλληση στη ..., εφόσον, όπως ήδη προεκτέθηκε, η διεύθυνση αυτή είχε δηλωθεί από τους ίδιους τους ανακόπτοντες ως διεύθυνση κατοικίας τους στην από 16.09.2013 αναφορά που απηύθυναν με άλλους κατοίκους της ...

και υπό την ιδιότητά τους αυτή, στο Δήμο Πρέβεζας, προκειμένου να ελευθερωθεί η φερόμενη ως δημοτική έκταση των 350,00 τ.μ., που κατά την αναφορά είχε καταλάβει παράνομα ο ενάγων δικηγόρος. Ως εκ τούτου, όπως αναλυτικά θα εκτεθεί και κατωτέρω, οι ανακόπτοντες, μετά την υποβολή της εν λόγω αναφοράς, έπρεπε εύλογα να αναμένουν ότι θα ήταν δυνατόν να διενεργηθούν επιδόσεις δικογράφων ή άλλων έγγραφων, που αφορούσαν την εν λόγω υπόθεση, στην ως άνω δηλωθείσα από τους ίδιους διεύθυνση.

Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ανακόπτοντες, κατά τα επίδικα χρονικά σημεία, κατά τα οποία έλαβαν χώρα οι ως άνω επιδόσεις με θυροκόλληση της από 07.12.2015 αγωγής και της υπ' αριθ. 38/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, στις 11.12.2015 και στις 11.05.2017 αντίστοιχα, δεν είχαν κατοικία στην ανωτέρω διεύθυνση.

Ειδικότερα αποδεικνύεται από τις ανωτέρω εκθέσεις επίδοσης ότι ο δικαστικός επιμελητής πράγματι ερεύνησε, όπως ήταν υποχρεωμένος το περιστατικό αυτό, και συνεπώς οι εν λόγω επιδόσεις έγιναν στην κατοικία (124 παρ. 2 ΚΠολΔ) των ανακοπτόντων, όπως επέβαλλε ο νόμος, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των τελευταίων.

Η παραδοχή αυτή δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων τους, ούτε από τα προσκομιζόμενα απ' αυτούς δημόσια έγγραφα, που αποδεικνύουν ότι οι εκκαλούντες ήταν κάτοικοι του Νομού Αττικής και δη ο μεν πρώτος Ηρακλείου Αττικής, η δε δεύτερη κάτοικος Λυκόβρυσης Αττικής, αφού το γεγονός αυτό δεν αποκλείει την ύπαρξη και δεύτερης κατοικίας τους στη ..., όπου νομίμως θυροκολλήθηκαν το ως άνω δικόγραφο και η ανακοπτόμενη απόφαση (βλ.

τα αναφερόμενα στην παρατεθείσα στην αρχή της παρούσας σχετική μείζονα σκέψη). Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των ανακοπτόντων ότι, εφόσον δεν κατοικούσαν στην ως άνω διεύθυνση, έλαβαν για πρώτη φορά γνώση της ασκηθείσας από 07.12.2015 αγωγής του αντιδίκου τους και της επ' αυτής εκδοθείσας υπ' αριθ. 38/2017 ανακοπτόμενης απόφασης την 01.07.2017, οπότε ο πρώτος εξ αυτών βρήκε πεταμένη στον αύλειο χώρο της οικίας τους στη ...

όταν πήγε για παραθερισμό με την οικογένειά του, την επιδοθείσα για τους ίδιους στην εν λόγω διεύθυνση ανακοπτόμενη απόφαση, και δη με θυροκόλληση που έλαβε χώρα στις 11.05.2017. Συνακόλουθα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, συνάγεται με σαφήνεια ότι οι ανωτέρω επιδόσεις με θυροκόλληση της προειρημμένης αγωγής και της ανακοπτόμενης απόφασης του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, έγιναν νομότυπα και έγκυρα στη ..., όπου διαπιστώθηκε αρμοδίως εκ μέρους του διενεργήσαντος αυτές δικαστικού επιμελητή ότι οι ανακόπτοντες διατηρούσαν κατοικία, και, ως εκ τούτου, ο καθ' ου η ανακοπή δεν επέδειξε οποιαδήποτε δόλια συμπεριφορά κατά την επίδοση της εν λόγω ανακοπτόμενης απόφασης, ούτε άλλωστε και κατά την επίδοση του προγενέστερα επιδοθέντος δικογράφου, προκειμένου να ερημοδικασθούν οι εναγόμενοι και ακολούθως να απωλέσουν οι ανακόπτοντες την προθεσμία άσκησης της ανακοπής ερημοδικίας, αλλά αντίθετα κατέβαλε τη δέουσα επιμέλεια προς ανεύρεση της κατοικίας των εναγομένων.

Ο ισχυρισμός των ανακοπτόντων ότι η δολιότητα του ενάγοντος - καθ' ου η ανακοπή προκύπτει από το γεγονός ότι ο ίδιος επέλεξε να καταθέσει και επιδώσει την αγωγή του τον μήνα Δεκέμβρη του έτους 2015 στη ..., δηλαδή τον χειμώνα, που γνώριζε ότι οι ανακόπτοντες απουσίαζαν από την εν λόγω οικία, την οποία επισκέπτονταν μόνο τους θερινούς μήνες, προκειμένου να ερημοδικασθούν, δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα απολύτως στοιχείο.

Αντίθετα το γεγονός ότι επέδωσε στην ίδια διεύθυνση και την ανακοπτόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας και μάλιστα μόλις λίγες ημέρες μετά τη δημοσίευσή της (βλ. ημερομηνία δημοσιεύσεως στις 21.04.2017), ήτοι στις 11.05.2017, καταδεικνύει ότι ο ενάγων - ήδη καθ' ου η ανακοπή δεν είχε καμία απολύτως δολιότητα, αφού, υπό την αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσε να αναμένει την επιστροφή των ανακοπτόντων στην Αθήνα και ακολούθως να επιδώσει την εν λόγω απόφαση.

Αντίθετα ο καθ' ου η ανακοπή έσπευσε αμέσως μετά τη δημοσίευση της απόφασης και δη εντός του απολύτως εύλογου χρόνου τον μήνα Μάϊου του έτους 2017 (και όχι κατά τους χειμερινούς μήνες) να επιδώσει και την ανακοπτόμενη απόφαση στην ανωτέρω διεύθυνση. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο καθ' ου η ανακοπή τον ίδιο χρόνο και δη τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2015, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και σε βάρος άλλου προσώπου - ομοίως υπογράφοντας την επίμαχη αναφορά, την από 02.12.2015 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 514/2015 αγωγή του, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Τούτο καταρρίπτει τον ισχυρισμό των εκκαλούντων ότι ο καθ' ου η ανακοπή, ενεργώντας με δόλιο τρόπο, επέλεξε τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2015 να ασκήσει την από 07.12.2015 αγωγή σε βάρος τους, προκειμένου να ερημοδικασθούν, αφού κατά τον ίδιο χρόνο άσκησε αγωγή και σε βάρος άλλου προσώπου. Ομοίως ο ισχυρισμός που διαλαμβάνουν στις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν, καθώς και στην προσθήκη - αντίκρουση αυτών, ότι η δολιότητά του αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι τόσο η εκκαλουμένη, όσο και η υπό κρίση έφεση, η συζήτηση της οποίας επισπεύστηκε με επιμέλεια του ιδίου, επιδόθηκαν με επιμέλειά του στην πληρεξούσια δικηγόρο των ανακοπτόντων και όχι στους ίδιους στην ..., ελέγχεται ως αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι η επίδοση της εκκαλουμένης, αλλά και η επίδοση της υπό κρίση έφεσης, στην αντίκλητο δικηγόρο των εκκαλούντων, ήταν δικαίωμα που του παρείχαν οι διατάξεις του άρθρου 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, σε κάθε δε περίπτωση η επιλογή του αυτή ήταν απολύτως δικαιολογημένη μετά τη δίκη της ανακοπής ερημοδικίας που ανοίχτηκε μεταξύ των διαδίκων.

Για τους ίδιους δε λόγους κρίνεται ότι δεν συνέτρεξε περίπτωση ανωτέρας βίας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι ανακόπτοντες αγνοούσαν, και δη ανυπαίτια, την επίδοση της ανακοπτόμενης απόφασης, αλλά και του δικογράφου της αγωγής, και ότι για το λόγο αυτό δεν θα μπορούσαν να τηρήσουν την προθεσμία άσκησης της ανακοπής ερημοδικίας, έστω κι αν επεδείκνυαν άκρα επιμέλεια και σύνεση.

Αντιθέτως, μετά την επίμαχη αναφορά που υπέβαλαν στο Δήμο Πρέβεζας ως μόνιμοι κάτοικοι της ... του Δήμου Πρέβεζας (η οποία στις 17.09.2013 διαβιβάστηκε στη νομική υπηρεσία του Δήμου) και δη σε χρόνο μεταγενέστερο της αίτησης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής που είχε ασκήσει ο Δήμος Πρέβεζας σε βάρος του καθ' ου η ανακοπή, επί της οποίας εξεδόθη από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πρέβεζας η υπ' αριθ. 1/2013 απόφαση (γεγονός από το οποίο αποδεικνύεται ότι υφίσταται αντιδικία για την εν λόγω έκταση), οι ανακόπτοντες, ως υπογράφοντες την αναφορά αυτή ως μόνιμοι κάτοικοι της ...

Πρέβεζας, αμφισβητώντας και πάλι ότι η εν λόγω έκταση είναι ιδιωτική και δη ότι ανήκει στον καθ' ου η ανακοπή, όφειλαν να αναμένουν την επίδοση δικογράφων ή εξωδικαστικών εγγράφων στην εν λόγω διεύθυνση έστω και μετά την παρέλευση ετών. Κατά συνέπεια, ενόψει των προεκτεθέντων, η υπό κρίση αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της και, συνακόλουθα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, και δη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, και η υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας.".

Στη συνέχεια, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντα κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, που είχε απορρίψει την ανακοπή ερημοδικίας με αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας απόφασης του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 501 και 152 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ο αναιρεσείων στην από 16-9-2013 αναφορά προς το Δήμο Πρέβεζας που απηύθυνε μαζί με άλλους κατοίκους της Κ. ...

Πρέβεζας και υπό την ιδιότητα του κατοίκου αυτής, είχε δηλώσει ως διεύθυνση κατοικίας του το Δ.Δ. ... του Δήμου Πρέβεζας, όπου μετέβη ο δικαστικός επιμελητής για να επιδώσει την από 7-12-2015 αγωγή του αναιρεσίβλητου στον αναιρεσείοντα και αφού διαπίστωσε ότι εκεί βρισκόταν η κατοικία του, αλλά δεν βρήκε τον ίδιο σ' αυτή, ούτε σύνοικο, συγγενή ή υπηρέτη, αλλά την πόρτα κλειστή, προέβη σε θυροκόλληση του δικογράφου της αγωγής στις 11-12-2015 στην ίδια δε ως άνω διεύθυνση επιδόθηκε στις 11-5-2017 με θυροκόλληση και η εκδοθείσα επί της αγωγής αυτής υπ' αρ. 38/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, με συνέπεια οι ως άνω επιδόσεις με θυροκόλληση έγιναν νομότυπα στη ..., όπου διαπιστώθηκε από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή ότι ο αναιρεσείων διατηρούσε εκεί κατοικία και ως εκ τούτου ο αναιρεσίβλητος δεν επέδειξε οποιαδήποτε δόλια συμπεριφορά κατά την επίδοση της ανακοπτόμενης αποφάσεως, ούτε κατά την επίδοση της αγωγής, προκειμένου να δικασθεί ερήμην ο αναιρεσείων και να απωλέσει την προθεσμία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, ούτε συνέτρεξε λόγος ανωτέρας βίας, εξαιτίας του οποίου δεν τήρησε ο αναιρεσείων την προθεσμία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, έστω και αν επεδείκνυε άκρα επιμέλεια και σύνεση, αφού ο αναιρεσείων δεν αγνοούσε ανυπαίτια την επίδοση του δικογράφου της αγωγής και την επίδοση της ανακοπτόμενης αποφάσεως, αλλά υπογράφοντας την ως άνω από 16-9-2013 αναφορά, ως μόνιμος κάτοικος του Δ.Δ. ...

Πρέβεζας, όφειλε να αναμένει την επίδοση δικογράφων στην εν λόγω διεύθυνση. Επομένως, αφού η εκπρόθεσμη άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας από τον αναιρεσείοντα δεν οφείλεται σε δόλο του αναιρεσίβλητου, ούτε στη συνδρομή λόγου ανωτέρας βίας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά δεν εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 501 και 152 ΚΠολΔ και απέρριψε την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Περαιτέρω, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 501 και 152 ΚΠολΔ, οι οποίες δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Κατά συνέπειαν, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτός (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 12/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ